← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ARAMEAT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 483 / 2019, 21/11/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ARAMEAT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 483 / 2019, 21/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 483 / 2019 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες - και -

  1. ARAMEAT LTD
  2. XXXXX ΣΟΦΡΩΝΙΟΥ
  3. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  4. XXXXX ΦΙΑΚΚΟΥ
  5. XXXXX ΚΑΡΑΚΙΤΗΣ
  6. XXXXX ΣΥΜΕΟΥ
  7. XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  8. XXXXX Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  9. K.K.E. PIGGERY FARM LTD
  10. ΚΑΣΤΡΟΣ ΦΑΡΜ ΛΤΔ
  11. ΦΑΡΜΑ Σ. ΚΑΣΤΡΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 17.4.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου,
  12. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: Ο κ. Κυριάκος Ν. Θεοδωρίδης για ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΓΙΑΓΚΟΥ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Β.Θεοδώρου) Για τους Εναγόμενους-Καθ'ων η Αίτηση 1,4,5,6,7,8: Ο κ. Λουκά για ΛΟΥΚΑΣ Π. ΛΟΥΚΑ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ζίκκου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες αξιούν από τους εναγομένους, αλληλεγγύως και/η κεχωρισμένως, την καταβολή του ποσού των €289.041,57 πλέον τόκους και έξοδα ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/και ως αδικαιολόγητο πλουτισμό (unjust enrichment) ή/και ως αναγνωρισμένο λογαριασμό ή/και ως αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 εταιρείας, καταρτίστηκαν στις 27.7.2010, δύο γραπτές Συμφωνίες (Συμφωνία Φάκτοριγκ Εσωτερικού με Δικαίωμα Αναγωγής και Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων). Είναι η θέση των εναγόντων πως η εναγόμενη 1 παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Οι εναγόμενοι 2-11 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές των υποχρεώσεων της εναγομένης 1, στην βάση γραπτών συμφωνιών εγγύησης. Οι ενάγοντες με την καταχώρησης της αγωγής πέτυχαν μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος. «Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την Εναγόμενη-Καθ'ης η Αίτηση αρ. 1 ARAMEAT LTD (Η.Ε.134976) ή/και τους διευθυντές ή/και αξιωματούχους ή/και υπαλλήλους αυτής ή/και οποιονδήποτε αντιπρόσωπο της ή/και οποιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί κατ' εντολή της, από του να πωλήσει και/ή να αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή επιβαρύνει το Ακίνητο με αρ. Εγγραφής 14/XXX, Φύλ/Σχέδιο 40/31W2, Τμήμα 14, αρ. Τεμαχίου XXX, μερίδιο όλο, χωράφι έκτασης 579τ.μ. το οποίο βρίσκεται στο χωριό Αραδίππου στην Επαρχία Λάρνακας ή/και οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον επί αυτού μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω Διάταγμα, στηρίζεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4,5,7,9 και 10 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1,2,3,4,8 και 9, και Δ.64, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Αδαμίδη, ο οποίος επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμούς. Κατά τον ίδιο, οι ενάγοντες, των οποίων η απαίτηση είναι γνήσια, δίκαιη και αληθής, έχουν πολύ καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον όλων των εναγομένων. Η επιμέρους μαρτυρία του έχει ως ακολούθως: Ενάγοντες και εναγόμενη 1 είναι εταιρείες δεόντως συσταθείσες στην Κύπρο. Οι ενάγοντες διεξάγουν κατόπιν άδειας τραπεζικές εργασίες. Στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 27.7.2010 (Συμφωνία Φάκτοριγκ Εσωτερικού με Δικαίωμα Αναγωγής, στην συνέχεια η «συμφωνία Φάκτοριγκ») οι ενάγοντες αγόρασαν από την εναγομένη 1 εταιρεία όλα τα χρέη της (πλην των χρεών που καθορίζονται στην ρήτρα 5.1) τα οποία υφίσταντο κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας ή θα προέκυπταν σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας: · Η κυριότητα του κάθε χρέους θα περιέρχετο αυτόματα στους ενάγοντες αμέσως μετά την δημιουργία του. · Με την μεταβίβαση του χρέους στους ενάγοντες, θα μεταβιβάζοντο αυτόματα σ' αυτούς και όλα τα συναφή δικαιώματα τα οποία σχετίζοντο με το χρέος. · Η εναγομένη 1 δεν θα ελάμβανε πληρωμή για οποιοδήποτε χρέος και θα συνεργαζόταν με τους ενάγοντες ώστε να διασφαλιζόταν η είσπραξη των χρεών από τους πρώτους. · Οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα, κατά την απόλυτη κρίση τους, να τερματίσουν με γραπτή ειδοποίηση προς την εναγομένη 1, την Συμφωνία ή/και την λειτουργία του λογαριασμού, σε περίπτωση που η τελευταία παραβίαζε οποιονδήποτε όρο της συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι 2-11 στην βάση γραπτών συμφωνιών εγγύησης ημερομηνίας 27.7.2010, συμφώνησαν να καταβάλουν στους ενάγοντες όλα τα καταβλητέα βάσει της συμφωνίας Φάκτοριγκ ποσά, μέχρι ύψους €600.000=, πλέον οποιαδήποτε έξοδα και χρεώσεις προεξόφλησης. Περαιτέρω ανέλαβαν να αποζημιώσουν τους ενάγοντες για κάθε ζημιά την οποία ήθελαν υποστεί, ως αποτέλεσμα της αφερεγγυότητας της εναγομένης 1 ή λόγω της μη τήρησης από την τελευταία των όρων της συμφωνίας Φάκτοριγκ. Οι ενάγοντες βάσει της Συμφωνίας Φάκτοριγκ, άνοιξαν και διατηρούσαν στο όνομα της εναγομένης 1, τον λογαριασμό με αρ. XXXXX4D, ο οποίος εχρεώνετο και επιστώνετο από την αγορά των χρεών της τελευταίας. Στις 5.3.2019, οι ενάγοντες με επιστολή τους προς την εναγόμενη 1, απαίτησαν την καταβολή της πλήρους αξίας των χρεών, ύψους €114.994,82, τα οποία αγοράστηκαν από τους ίδιους και τα οποία παρέμεναν μέχρι τότε ανεξόφλητα. Την ενημέρωναν επίσης πως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της ανερχόταν στο ποσό των €89.809,39, πλέον Δικαίωμα Προεξόφλησης. Παράλληλα εφιστούσαν την προσοχή της πως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της, η Συμφωνία Φάκτοριγκ θα τερματιζόταν και ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού της θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο, άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Επίσης πως θα επιβαρύνετο με πρόσθετο Δικαίωμα Προεξόφλησης 2%, το οποίο θα κεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους. Η εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί και οι ενάγοντες με γραπτή ειδοποίηση ημερομηνίας 19.3.2019, τερμάτισαν την Συμφωνία Φάκτοριγκ και απαίτησαν την άμεση εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του Λογαριασμού της με αρ. XXXXX4D το οποίο ανερχόταν, μέχρι τότε, στο ποσό των €87.469,39 (πλέον Δικαίωμα Προεξόφλησης). Οι επιστολές ημερομηνίας 5.3.2019 και 19.3.2019 κοινοποιήθηκαν επίσης και στους εγγυητές, εναγομένους 2-
  13. Στην βάση δεύτερης γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 27.7.2010 (Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων (CID), στην συνέχεια «η Συμφωνία Προεξόφλησης Τιμολογίων»), οι ενάγοντες αγόρασαν από την εναγόμενη 1, όλα τα χρέη της (πλην των χρεών που καθορίζονται στην ρήτρα 5.1), είτε αυτά υφίσταντο κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας, είτε θα προέκυπταν μεταγενέστερα. Η εν λόγω Συμφωνία διέπετο κατά το πλείστον, από τους ίδιους όρους από τους οποίους διέπετο η Συμφωνία Φάκτοριγκ. Οι εναγόμενοι 2-11, στην βάση γραπτών συμφωνιών εγγύησης ημερομηνίας 27.7.2010, ανέλαβαν να καταβάλουν στους ενάγοντες όλα τα καταβλητέα από την εναγόμενη 1 ποσά, είτε αυτά προέκυπταν από την Συμφωνία Προεξόφλησης Τιμολογίων είτε από οποιαδήποτε Συμφωνία αγοράς χρεών, για ποσό που δεν υπερέβαινε το €1.200.000=, πλέον οποιαδήποτε έξοδα και χρεώσεις προεξόφλησης. Στην βάση της Συμφωνίας Προεξόφλησης Τιμολογίων, οι ενάγοντες χρέωναν στο όνομα της εναγομένης 1 τον Λογαριασμό με αρ. 1554C στον οποίον γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις από την αγορά των χρεών της. Στις 5.3.2019, οι ενάγοντες με επιστολή τους προς την εναγομένη 1 και ασκώντας το δικαίωμα τους με βάση ρητό και ουσιώδη όρο της Συμφωνίας Προεξόφλησης Τιμολογίων, απαίτησαν την καταβολή της πλήρους αξίας των χρεών που αγοράστηκαν από αυτούς και τα οποία παρέμεναν μέχρι τότε ανεξόφλητα, η αξία των οποίων ανερχόταν στις €317.654,
  14. Με την ίδια επιστολή οι ενάγοντες ενημέρωναν την εναγόμενη 1 πως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της ανερχόταν στο ποσό των €201.572,18, πλέον Δικαίωμα Προεξόφλησης και πως σε περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν, η Συμφωνία Προεξόφλησης Τιμολογίων θα τερματιζόταν, ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο, άμεσα απαιτητό και πληρωτέο και θα επιβαρύνετο με πρόσθετο Δικαίωμα Προεξόφλησης 2%, το οποίο θα κεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και 1ην Ιουλίου εκάστου έτους. Η εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί και οι ενάγοντες με γραπτή Ειδοποίηση ημερομηνίας 19.3.2019 τερμάτισαν την Συμφωνία Προεξόφλησης Τιμολογίων και απαίτησαν την άμεση εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του Λογαριασμού της με αρ. XXXXX4C, το οποίο ανερχόταν, κατ' εκείνο τον χρόνο, στο ποσό των €201.572,18 πλέον Δικαίωμα Προεξόφλησης. Οι επιστολές ημερομηνίας 5.3.2019 και 19.3.2019 κοινοποιήθηκαν επίσης και στους εγγυητές, εναγόμενους 2-
  15. Στις 19.3.2019, ο Λογαριασμός της εναγόμενης 1 με αρ. XXXXX4D παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €87.469,39 ενώ ο Λογαριασμός με αρ. XXXXX4C, €201.572,18, σύνολο €289.04,57, πλέον Δικαίωμα Προεξόφλησης προς 5.5040% από 1.3.2019 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, την 1η Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους. Από έρευνα που διεξήγαγαν οι ενάγοντες, διαπίστωσαν πως η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 14/XXX, στο χωριό Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας, το οποίο είναι και το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο. Σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση προς όφελος των εναγόντων, το εν λόγω ακίνητο θα μπορεί να εκποιηθεί προς ικανοποίηση της εν λόγω απόφασης. Είναι θέση του ομνύοντος πως «υφίσταται άμεσος και προφανής κίνδυνος» η εναγόμενη 1 να «μεταβιβάσει ή/και διαθέσει ή/και αποξενώσει ή/και επιβαρύνει» το ακίνητο της, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία των εναγομένων η οποία να μπορεί να διατεθεί προς ικανοποίηση του οφειλομένου, από τους εναγόμενους, ποσού. Δεδομένης της ευχέρειας αποξένωσης του ακινήτου, καταλήγει, είναι «επειγόντως αναγκαία» η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Οι εναγόμενοι 1, 4, 5, 6, 7 και 8 ενίστανται στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος. Καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας 14 Λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής. · Πως η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αστήρικτη και αδικαιολόγητη. · Πως δεν πληρούνται οι απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. · Πως οι ενάγοντες κακόπιστα και/ή εσκεμμένα και/ή άλλως πως απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες και δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση να ενεργούν με «μέγιστη καλή πίστη». · Πως το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) γέρνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. · Πως ενδεχόμενη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά στους Καθ΄ων η αίτηση, απ' ότι στους αιτητές. · Πως δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος. · Πως η αίτηση στερείται του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου, ώστε να χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 7, XXXXX Θεοδώρου, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Είναι παραδεκτή από πλευράς του η υπογραφή της συμφωνίας Φάκτοριγκ ημερομηνίας 27.7.2010 καθώς και οι όροι της όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης. Όπως παραδεκτή είναι και η υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης (της ίδιας ημερομηνίας) από τους εναγόμενους 2-
  16. Είναι η θέση του πως οι ενάγοντες «εχειρίζοντο τον εν λόγω λογαριασμό όπως οι ίδιοι ήθελαν, προβαίνοντας πολλές φορές σε υπερχρεώσεις του λογαριασμού με έξοδα και άλλες επιβαρύνσεις που δεν εδικαιούντο, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να μην παρουσιάζει το ορθό υπόλοιπο.» Είναι παραδεκτή επίσης η λήψη από τους εναγομένους 1,4,5,6,7 και 8 των επιστολών ημερομηνίας 5.3.2019 και 19.3.2019, πλην όμως απορρίπτεται το περιεχόμενο των επιστολών. Διατείνεται πως τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: «8.
  17. Η μεταξύ των μερών συμφωνία προνοούσε ότι έναντι αντιτίμου οι αιτητές θα αναλάμβαναν να προεξοφλήσουν το 80% της αξίας των τιμολογίων που αφορούσαν πώληση προϊόντων επί πιστώση καθώς και μεταχρονολογημένες επιταγές που ελάμβαναν οι καθ' ων η αίτηση 1 από πελάτες τους. Για παράδειγμα, εάν οι καθ' ων η αίτηση 1, πωλούσαν προϊόντα 1.000 ευρώ επί πιστώση δυνάμει τιμολογίου, τότε οι αιτητές, θα προέβαιναν στην καταβολή του ποσού των 800 ευρώ άμεσα στους καθ' ων η αίτηση
  18. Οποιοδήποτε ποσό καταβαλλόταν προς τους εναγόμενους 1 από τους ενάγοντες, αυτοί το επέστρεφαν πίσω στους ενάγοντες, πλέον έξοδα πλέον τόκους. Αυτή η υπηρεσία, προσφερόταν από τους αιτητές προς τους καθ' ων η αίτηση αποκλειστικά και μόνο για να διατηρούν οι καθ' ων η αίτηση ικανοποιητικό αριθμό μετρητών για κίνηση κεφαλαίου. 8.
  19. Αυτή η συνεργασία διάρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα με αμοιβαία ωφελήματα και για τις 2 πλευρές. Η μεταξύ των μερών σχέση, άρχισε να διαταράσσεται περί το έτος 2013 και ειδικότερα μετά την οικονομική κρίση που επήλθε στον τόπο. Συγκεκριμένα, μεγάλες εταιρείες λιανεμπορίου του τόπου, άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας με αποτέλεσμα να δυσκολεύονταν στην αποπληρωμή των οφειλών τους προς τους καθ' ων η αίτηση
  20. Οι αιτητές βλέποντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι λιανέμποροι, συμφώνησαν με τους καθ' ων η αίτηση 1 όπως αρκετοί λιανέμποροι εξαιρεθούν από την συμφωνία προεξόφλησης και σε αυτή περιοριστούν μόνοι όσοι λιανέμποροι ετύγχαναν της έγκρισης των αιτητών. 8.
  21. Εξαιτίας της τροποποίησης της συμφωνίας, οι καθ' ων η αίτηση 1 ήταν με την πεποίθηση, ότι όλοι οι λιανέμποροι οι οποίοι ετύγχαναν της έγκρισης των αιτητών, ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι των καθ' ων η αίτηση
  22. Για αυτό τον λόγο οι καθ' ων η αίτηση 1 πωλούσαν σε όλους αυτούς τους λιανέμπορους, τα προϊόντα τους είτε επί πιστώση είτε ελάμβαναν από αυτούς μεταχρονολογημένες επιταγές. Τα εν λόγω τιμολόγια ή επιταγές, ανάλογα κάθε φορά, ετύγχαναν προεξόφλησης από τους αιτητές, πλην όμως αρκετές επιταγές από μεγάλους λιανέμπορους δεν τιμήθηκαν με αποτέλεσμα οι αιτητές να αξιώσουν την πληρωμή των ποσών που είχαν προεξοφλήσει από τους καθ' ων η αίτηση
  23. Συγκεκριμένα, το ποσό που αφορούσε επιταγές που δεν είχαν τιμηθεί, ανέρχετο στις €300.000 περίπου. 8.
  24. Οι καθ' ων η αίτηση 1 συνεπής στις υποχρεώσεις τους κατέβαλλαν ανελλιπώς κάθε μήνα την συμφωνηθείσα δόση έναντι του πιστωτικού υπολοίπου. 8.
  25. Εξαιτίας του ότι οι καθ' ων η αίτηση 1, υπέστησαν οικονομικές ζημιές εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων, όχλησαν επανειλημμένως τους ενάγοντες και απαίτησαν αυτούς την καταβολή αποζημιώσεων. Εξαιτίας των απαιτήσεων των εναγόμενων 1, οι ενάγοντες εκδικητικά και εντελώς παράνομα άρχισαν να οχλούν τους πελάτες των εναγόμενων 1.» Παραδεκτή είναι επίσης η υπογραφή τόσο της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων ημερομηνίας 27.7.2010 όσο και της Εγγύησης της ίδιας ημερομηνίας. Επαναλαμβάνει πως οι ενάγοντες προέβαιναν σε υπερχρεώσεις του λογαριασμού που ανοίχθηκε στη βάση της εν λόγω Συμφωνίας, με έξοδα και άλλες επιβαρύνσεις που δεν εδικαιούντο, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να μην παρουσιάζει το ορθό υπόλοιπο. Είναι η θέση του πως τα αξιούμενα ποσά δεν είναι ορθά και πως η εναγόμενη 1 κανένα ποσό δεν οφείλει στους ενάγοντες. Διατείνεται περαιτέρω πως τόσο η εναγόμενη 1 όσο και οι εναγόμενοι 4, 5, 6, 7 και 8 είναι οικονομικά εύρωστοι και μπορούν να ανταπεξέλθουν σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Καταληκτικά αναφέρει πως οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο πως οι εναγόμενοι, στην βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών τους, καταχώρησαν εναντίον τους την αγωγή αρ. 354/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ταυτόχρονα μονομερή αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio

(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255]. Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd, 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής [Βλ. επίσης τις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Stavros Hotel Apartments Ltd και άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836]. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του, όση κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το εν λόγω άρθρο κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα, θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στον βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά αξιολόγηση πρέπει να γίνει μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Είναι νομολογιακά γνωστό πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ'επείγον της αίτησης, ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Στην υπόθεση Χ΄΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής: «... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας, όσο με την αναγκαιότητα, αυτή να χορηγείται χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην αγωγή με αριθμό 3568/2010 του Ε.Δ. Λεμεσού, Vianova Holdings Ltd v.
  1. Brassolis Holdings Ltd κ.α. ημερ. 5.11.2010, ο τότε πρόεδρος του Δικαστηρίου Χ. Μαλαχτός έθεσε το θέμα ως εξής: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Εν προκειμένω, ως προς το στοιχείο του κατεπείγοντος κρίνω πως με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο από πλευράς των εναγόντων, έχει ικανοποιηθεί το εν λόγω κριτήριο. Σύμφωνα με τα όσα ο XXXXX Αδαμίδης αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση, το αξιούμενο ποσό αποκρυσταλλώθηκε τον Μάρτιο του 2019 αφού κατά τον χρόνο εκείνο και συγκεκριμένα στις 19.3.2019, ο Λογαριασμός των εναγομένων παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €289.041,57 πλέον τόκους. Θεωρώ πως δεν σημειώθηκε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος αφού οι ενάγοντες έδρασαν σχεδόν αμέσως, καταχωρώντας στις 17.4.2019, τόσο την αγωγή όσο και την υπό κρίση Αίτηση. Έχει καταδειχθεί επίσης πως η εναγόμενη 1 δεν θα έπρεπε να ελάμβανε γνώση προτού οι ενάγοντες εξασφαλιστούν με το εκδοθέν διάταγμα, δεδομένης της ευκολίας με την οποία είναι δυνατή η αποξένωση και/ή η επιβάρυνση του ακινήτου. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί το κατεπείγον του ζητήματος. Επανερχόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, είναι πως με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ.14/
  2. Με βάση το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση (μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτήν τεκμήρια) που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης δεδομένου του γεγονότος πως το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και η βάση της αγωγής τους, στηρίζεται στην παράβαση από τους εναγόμενους των μεταξύ τους συμφωνιών, αμφότερες ημερομηνίας 27.7.2010, στην βάση των οποίων οι ενάγοντες αγόρασαν τα χρέη της εναγομένης
  3. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι οι διαφορές τους με τους ενάγοντες προέκυψαν από τις εν λόγω Συμφωνίες, η υπογραφή των οποίων είναι παραδεκτή από την πλευρά τους. Ό,τι αμφισβητούν είναι η ορθή εφαρμογή τους. Στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Θεοδώρου που συνοδεύει την Ένσταση, προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς (υπερχρεώσεις του Λογαριασμού με έξοδα και άλλες επιβαρύνσεις). Οι εκατέρωθεν όμως προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο (κατά την ακρόαση της υπόθεσης) και όχι τώρα. Τα όσα η πλευρά των εναγόντων έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσης διαδικασίας) είναι αρκετά ώστε να καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του Εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως ικανοποιείται το εν λόγω κριτήριο. Οι ενάγοντες έχουν καταδείξει στο Δικαστήριο πως θα πρέπει να διατηρηθεί το εκδοθέν Διάταγμα μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής, ώστε να εξανεμιστεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση, σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί υπέρ τους. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ' αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς των εναγόντων-αιτητών. Θα εξετάσω στη συνέχεια την εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων παραβαίνοντας έτσι την υποχρέωση τους να ενεργούν καλόπιστα. Όπως έχει προαναφερθεί, η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί [Βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1463]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (Ubberima Fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Το καθήκον του αιτητή να ενεργήσει απόλυτα καλόπιστα και να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα πηγάζει και πάλι από τους κανόνες της επιείκειας που επιβάλλουν ότι οποιοσδήποτε έρχεται στο Δικαστήριο και ζητά επιείκεια είναι απαραίτητο να έρθει με καθαρά χέρια [Γενικός Εισαγγελέας και άλλος (αρ. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 349, Resola (ανωτέρω)]. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι, το καθήκον του ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν θα αποφάσιζε κατά πόσον θα ενέκρινε την αίτηση. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 595, διευκρινίστηκε ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών, καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. [Δέστε επίσης Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836, στη σελίδα 847]. Σημειώνω επίσης ότι ο αιτητής οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν εναπόκειται σ΄ αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Η εισήγηση των εναγομένων δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο XXXXX Αδαμίδης στην Ένορκη του Δήλωση, όχι μόνο αναφέρεται εκτενώς στην ύπαρξη της αγωγής 354/19 Ε.Δ.Λάρνακος, η οποία καταχωρήθηκε από την εναγομένη 1 εναντίον των εναγόντων, καθώς και στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 354/19, αλλά σχολιάζει και τους ισχυρισμούς των εναγομένων, τους οποίους απορρίπτει ως ψευδείς και ανυπόστατους. Συνεπώς η εισήγηση των εναγομένων απορρίπτεται. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, βρίσκω ότι και οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32, του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ικανοποιούνται. Ασκώντας δε την διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω επίσης ότι είναι δίκαιο υπό τις ανωτέρω συνθήκες, να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Δια ταύτα το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-αιτητών και εναντίον των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδιου - Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.