ARAMEAT LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 354 / 2019, 29/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A303 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 354 / 2019 Μεταξύ: ARAMEAT LTD Ενάγουσας - και - ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 27.3.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Ο κ. Λ. Λουκά για ΛΟΥΚΑΣ Π. ΛΟΥΚΑ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χρυσοστόμου) Για τους Εναγόμενους-Καθ'ων η Αίτηση: Ο κ. Κυριάκος Ν. Θεοδωρίδης για ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΓΙΑΓΚΟΥ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Μαρία Θεοδώρου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο η οποία καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, η ενάγουσα (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αντικείμενο εργασιών την εμπορία κρεάτων) αξιώνει εναντίον των εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Αποζημιώσεις για στέρηση του δικαιώματος των εναγόντων να διεξάγουν τις εργασίες τους ελεύθερα και να συναλλάσσονται με τους πελάτες τους απρόσκοπτα από τους Εναγομένους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους τους και/ή υπηρέτες τους και/ή άλλως πως σχετικώς, οι οποίοι παράνομα οχλούν τους πελάτες των εναγόντων ζητώντας από αυτούς να τους καταβάλουν χρήματα που οφείλουν στους ενάγοντες δυνάμει τιμολογίων και/ή άλλως πως, εμποδίζοντας και/ή παρακωλύοντας αυτούς, στην εργασία και/ή επιτήδευμα τους και/ή τους πελάτες τους και προκαλώντας σε αυτούς απώλειες και/ή βλάβες και/ή δαπάνες και/ή έξοδα και/ή ταλαιπωρία και/ή παρακώλυση στην εργασία τους καθώς και στην άνετη και/ή εύλογη επαγγελματική διεξαγωγή της εργασίας τους. Β. Αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή βλάβη στο καλό όνομα και φήμη των εναγόντων, εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων, οι οποίοι παράνομα και/ή χωρίς εξουσιοδότηση οχλούν τους πελάτες των εναγόντων και αξιούν από αυτούς χρήματα που δεν δικαιούνται να λαμβάνουν. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει και/ή υποχρεώνει τους εναγόμενους να άρουν στο παρόν τις εν λόγω παράνομες συμπεριφορές τους και/ή να παρεμποδίζονται από του να τις επαναλάβουν στο μέλλον. Δ. Αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν οι ενάγοντες εξαιτίας των παραστάσεων και/ή ενεργειών των εναγόμενων, οι οποίοι εγγυήθηκαν και/ή ενθάρρυναν τους ενάγοντες να παραχωρήσουν πίστωση σε πελάτες τους οι οποίοι ήσαν αναξιόχρεοι και/ή να λάβουν μεταχρονολογημένες επιταγές από αυτούς οι οποίες δεν τιμήθηκαν, γεγονός που οι εναγόμενοι εγνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ζημιές. Ε. Τιμωρητικές ή/και παραδειγματικές αποζημιώσεις ως ανωτέρω αναφέρεται ή/και ένεκα της προσβλητικής συμπεριφοράς των Εναγόμενων ή/και λόγω της κακόβουλης διαγωγής τους. ΣΤ. Νόμιμο Τόκο. Η. Τα έξοδα της Αγωγής, πλέον έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου XXXXX503Ρ). Θ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία θεωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα-αιτήτρια αιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους καθ' ων η αίτηση/εναγομένους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες αυτών από το να επικοινωνούν με τους πελάτες των εναγόντων με οποιονδήποτε τρόπο και να απαιτούν από αυτούς την καταβολή προς τους εναγόμενους των οφειλόμενων από αυτούς χρημάτων προς τους ενάγοντες και/ή να επεμβαίνουν και/ή να ενοχλούν και/ή να παρεμποδίζουν με οιονδήποτε τρόπο την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη διαταγή θεωρήσει ως εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. Γ. Τα έξοδα της παρούσης αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6, στα άρθρα 29, 30, 31, 32, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στην Δ.9, Δ.48 θ.1-9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 [Ν.125(Ι)/2018], στο άρθρο 17 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, στους κανόνες της επιείκειας, τις γενικές αρχές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Κυριάκου, εκ των διευθυντών της ενάγουσας. Κατά τον ομνύοντα, μεταξύ των πελατών της ενάγουσας συγκατελέγονται όλοι σχεδόν οι μεγάλοι έμποροι λιανικού εμπορίου κρεάτων στην Κύπρο. Σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, αναφέρει τα εξής: «.
- Κατά/ή περί την 27/7/2010 δυνάμει συμφωνίας ίδιας ημερομηνίας, οι αιτητές συμφώνησαν με τους καθ' ων η αίτηση όπως οι τελευταίοι θα παρείχαν στους αιτητές υπηρεσίες φάκτορινγκ, ήτοι δηλαδή οι καθ' ων η αίτηση, έναντι αντιτίμου θα αναλάμβαναν να προεξοφλήσουν το 80% της αξίας των τιμολογίων που αφορούσαν πώληση προϊόντων επί πιστώση καθώς και μεταχρονολογημένες επιταγές που ελάμβαναν οι αιτητές από πελάτες τους. Για παράδειγμα, εάν οι αιτητές, πωλούσαν προϊόντα €1.000 επί πιστώση δυνάμει τιμολογίου τότε οι καθ'ων η αίτηση, θα προέβαιναν στην καταβολή του ποσού των €800 άμεσα στους αιτητές. Οποιοδήποτε ποσό καταβαλλόταν προς τους ενάγοντες από τους εναγόμενους, αυτοί το επέστρεφαν πίσω στους εναγόμενους, πλέον έξοδα πλέον τόκους. Αυτή η υπηρεσία, προσφερόταν από τους καθ' ων η αίτηση προς τους αιτητές αποκλειστικά και μόνο για να διατηρούν οι αιτητές ικανοποιητικό αριθμό μετρητών για κίνηση κεφαλαίου. Επισυνάπτω στην παρούσα ένορκη μου δήλωση αντίγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 27/7/2010 ως Τεκμήριο
- Αυτή η συνεργασία διάρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα με αμοιβαία ωφελήματα και για τις 2 πλευρές. Η μεταξύ των μερών σχέση, άρχισε να διαταράσσεται περί το έτος 2013 και ειδικότερα μετά την οικονομική κρίση που επήλθε στον τόπο. Συγκεκριμένα, μεγάλες εταιρείες λιανεμπορίου του τόπου, άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας με αποτέλεσμα να δυσκολεύονταν στην αποπληρωμή των οφειλών τους προς τους αιτητές. Οι καθ' ων η αίτηση βλέποντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι λιανέμποροι, συμφώνησαν με τους αιτητές όπως αρκετοί λιανέμποροι εξαιρεθούν από την συμφωνία προεξόφλησης και σε αυτή περιοριστούν μόνοι όσοι λιανέμποροι ετύγχαναν της έγκρισης των καθ' ων η αίτηση.
- Εξαιτίας της τροποποίησης της συμφωνίας, οι αιτητές ήταν με την πεποίθηση, ότι όλοι οι λιανέμποροι οι οποίοι ετύγχαναν της έγκρισης των καθ' ων η αίτηση, ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι των αιτητών. Για αυτό τον λόγο οι αιτητές πωλούσαν σε όλους αυτούς τους λιανέμπορους, τα προϊόντα τους είτε επί πιστώση είτε ελάμβαναν από αυτούς μεταχρονολογημένες επιταγές. Τα εν λόγω τιμολόγια ή επιταγές, ανάλογα κάθε φορά, ετύγχαναν προεξόφλησης από τους καθ ων η αίτηση, πλην όμως αρκετές επιταγές από μεγάλους λιανέμπορους δεν τιμήθηκαν με αποτέλεσμα οι καθ' ων η αίτηση να αξιώσουν την πληρωμή των ποσών που είχαν προεξοφλήσει από τους αιτητές. Συγκεκριμένα, το ποσό που αφορούσε επιταγές που δεν είχαν τιμηθεί, ανέρχετο στις €300.000 περίπου. Ως ανέφερα πιο πάνω, το οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο φέρει τόκο και άλλα έξοδα.
- Οι αιτητές συνεπής στις υποχρεώσεις τους κατέβαλλαν ανελλιπώς κάθε μήνα την συμφωνηθείσα δόση έναντι του πιστωτικού υπολοίπου. Επισυνάπτω στην παρούσα ένορκη μου δήλωση ως Τεκμήριο 3 αντίγραφα των τελευταίων καταθέσεων χρημάτων στο λογαριασμό των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 14/2/
- Τις τελευταίες 15 μέρες, έχουμε ενημερωθεί τηλεφωνικώς από πελάτες των αιτητών, ότι υπάλληλοι των καθ'ων η αίτηση επικοινώνησαν τηλεφωνικώς μαζί τους και προστακτικά απαίτησαν από αυτούς όπως οποιονδήποτε ποσό τυχόν να οφείλεται από αυτούς προς τους αιτητές δυνάμει τιμολογίων, να καταβληθεί στους καθ'ων η αίτηση. Για να εξαναγκάσουν τους εν λόγω πελάτες των αιτητών να τους καταβάλουν τα ποσά που απαιτούσαν, ανέφεραν σε αυτούς ότι η μη καταβολή των χρημάτων προς τους καθ'ων η αίτηση, αποτελεί ποινικό αδίκημα και ότι θα είναι υπόλογοι των πράξεων τους. Επισυνάπτω στην παρούσα ένορκη μου δήλωση, αντίγραφο επιστολής που απέστειλαν οι καθ'ων η αίτηση προς πελάτη των αιτητών ως Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω περιστατικά έχουν προκαλέσει αναστάτωση στους πελάτες των αιτητών. Καθημερινά, επικοινωνούν με τα γραφεία μας, οι πελάτες μας και πανικόβλητοι αναφέρουν τις οχλήσεις που δέχονται από τους καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, οι εν λόγω πελάτες αρνούνται να καταβάλουν στους αιτητές τα οφειλόμενα προς αυτούς ποσά, μέχρις ότου διευθετηθεί το θέμα, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ομαλή λειτουργία των αιτητών. Επίσης ορισμένοι πελάτες των αιτητών εξέφρασαν την πρόθεση να σταματήσουν οποιαδήποτε συνεργασία με την εταιρεία μας.
- Την περασμένη Παρασκευή, 22/3/2019, πήραν τηλέφωνο στα γραφεία των αιτητών διάφοροι πελάτες μας και ανέφεραν ότι άρχισαν να λαμβάνουν επιστολές από το δικηγορικό γραφείο Γεώργιος Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε., το οποίο φέρεται ως να εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Δυνάμει των των εν λόγω επιστολών οι καθ' ων η αίτηση απαιτούν από τους πελάτες των αιτητών την καταβολή προς αυτούς των οφειλόμενων προς τους αιτητές ποσών. Επισυνάπτω στην παρούσα ένορκη μου δήλωση, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι ουδέποτε συμφώνησαν οι αιτητές με τους καθ' ων η αίτηση όπως οι καθ' ων η αίτηση να έχουν το δικαίωμα αυτεπάγγελτα να απαιτούν από τους πελάτες των αιτητών την καταβολή των οφειλόμενων προς αυτούς. Εξ' όσον κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και λαμβάνω και νομική συμβουλή επί τούτου, η ενέργεια των καθ' ων η αίτηση να οχλεί επανειλημμένως τους πελάτες των αιτητών, είναι παράνομη και αντίκειται στην νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
- Περαιτέρω, καμία συμφωνία δεν υπάρχει μεταξύ των πελατών των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση, δυνάμει της οποίας οι πελάτες των αιτητών να είναι υπόχρεοι να καταβάλουν στους καθ' ων η αίτηση χρήματα που οφείλουν στους αιτητές. .». Όπως ο ομνύων διατείνεται, στην βάση του όρου 3.3 της Συμφωνίας ημερομηνίας 27.7.2010, οι εναγόμενοι «θα μπορούσαν να ασκήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα τους μόνο εάν οι ενάγοντες παραχωρούσαν στους εναγόμενους δεόντως χαρτοσημασμένες εκχωρήσεις τέτοιων χρεών». Η ενάγουσα ουδέποτε παραχώρησε στους εναγομένους χαρτοσημασμένες εκχωρήσεις αλλά ούτε και της ζητήθηκε ποτέ να πράξει τούτο. Περαιτέρω ο όρος 12.1 της Συμφωνίας, προνοούσε πως οι εναγόμενοι θα «μπορούσαν» να απαιτούν από τους πελάτες της ενάγουσας την είσπραξη χρεών, μόνο μετά που η τελευταία θα έδιδε προς τους πελάτες της ειδοποίηση εκχώρησης ή μεταβίβασης υπέρ των εναγομένων. Οι τελευταίοι ουδέποτε ζήτησαν από την ενάγουσα την ειδοποίηση οποιουδήποτε πελάτη της αλλά ούτε και συναίνεσε ποτέ η ενάγουσα στην ανάληψη είσπραξης χρημάτων σε σχέση με εκδοθέντα τιμολόγια από πελάτες της. Η Συμφωνία της 27.7.2010 ουδέποτε τερματίστηκε και συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ. Ο ομνύων προβάλλει περαιτέρω πως οι ενέργειες των εναγομένων έχουν προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην «απρόσκοπτη» λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας, αφού οι πελάτες της αρνούνται να καταβάλουν προς αυτήν τα οφειλόμενα, με συνέπεια η ενάγουσα να υπόκειται οικονομική ζημιά. Εάν η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παραμείνει, τονίζει, θα επηρεαστεί ανεπανόρθωτα η αξία, η εμπορική εύνοια, η φήμη και η πελατεία της ενάγουσας. Θα είναι δε δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα η ζημιά που θα προκληθεί σ' αυτήν. Είναι γι' αυτό που θα πρέπει να εκδοθεί μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα. Διατείνεται επίσης πως οι ενέργειες των εναγομένων συνιστούν δυσφήμιση στην βάση του άρθρου 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, και παραβιάζουν κατάφωρα το δικαίωμα της ενάγουσας στην άσκηση της εργασίας της. Περαιτέρω πως οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει την συμφωνία «εμπιστευτικότητας» μεταξύ των διαδίκων, αφού με τις ενέργειες τους «παρουσιάζουν τους αιτητές στους πελάτες τους, ως ένα οργανισμό με σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του». Τέλος υποστηρίζει πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε το αιτούμενο διάταγμα να εκδοθεί. Το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις ώστε το Διάταγμα να εκδοθεί μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης στην άλλη πλευρά. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας κατά κύριο λόγο πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πως η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη. Πως καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή καταχρηστικά. Πως η ενάγουσα δεν προσκόμισε ικανοποιητική μαρτυρία ώστε να αποδείξει πως έχει συζητήσιμη υπόθεση. Πως δεν κατεδείχθη, με την προσκόμιση ικανοποιητικής μαρτυρίας, η ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης στην ενάγουσα ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πως η ενάγουσα όχι μόνο απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure), αλλά προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο, παραποιώντας τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Πως το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει υπέρ των εναγομένων και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Αδαμίδη, ευρισκομένου στην υπηρεσία των εναγομένων (υπηρετεί στο Τμήμα Εισπράξεως Χρεών), δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Είναι η θέση του πως τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Κατά ή περί την 27.7.2010, οι εναγόμενοι συνήψαν δύο γραπτές Συμφωνίες με την ενάγουσα, την Συμφωνία Φάκτοριγκ Εσωτερικού με Δικαίωμα Αναγωγής (στην συνέχεια η «συμφωνία Φάκτοριγκ») και την Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων (CID) (στην συνέχεια η «Συμφωνία Προεξόφλησης Τιμολογίων»), βάσει των οποίων οι εναγόμενοι αγόρασαν από την ενάγουσα όλα τα χρέη της, που είτε υφίσταντο κατά την ημερομηνία σύναψης των συμφωνιών είτε θα προέκυπταν σε μεταγενέστερο χρόνο. Οι Συμφωνίες διέποντο από τους ακόλουθους όρους: · Η κυριότητα του κάθε χρέους θα περιέρχετο αυτόματα στους εναγόμενους αμέσως μετά την δημιουργία του. · Με την μεταβίβαση του χρέους στους εναγόμενους, θα μεταβιβάζοντο αυτόματα σ' αυτούς και όλα τα συναφή δικαιώματα τα οποία σχετίζοντο με το χρέος. · Η ενάγουσα δεν θα ελάμβανε πληρωμή για οποιοδήποτε χρέος και θα συνεργαζόταν με τους εναγόμενους ώστε να διασφαλιζόταν η είσπραξη των χρεών από τους δεύτερους. · Οι εναγόμενοι θα είχαν το δικαίωμα, κατά την απόλυτη κρίση τους, να τερματίσουν με γραπτή ειδοποίηση προς την ενάγουσα, τις Συμφωνίες ή/και την λειτουργία του λογαριασμού της ενάγουσας, σε περίπτωση που η τελευταία παραβίαζε οποιονδήποτε όρο των συμφωνιών. Στις 5.3.2019, οι εναγόμενοι με επιστολή τους προς την ενάγουσα και ασκώντας το δικαίωμα τους με βάση ρητούς και ουσιώδεις όρους των Συμφωνιών ημερομηνίας 27.7.2010, απαίτησαν την καταβολή της πλήρους αξίας των χρεών που αγοράστηκαν από αυτούς και τα οποία παρέμεναν μέχρι τότε ανεξόφλητα. Η ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί και οι εναγόμενοι με γραπτή ειδοποίηση προς αυτήν ημερομηνίας 19.3.2019, τερμάτισαν τις Συμφωνίες ημερομηνίας 27.7.2010 και απαίτησαν από την ενάγουσα την άμεση εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων των Λογαριασμών της που ανέρχονταν μέχρι τότε στο συνολικό ποσό των €289.04,57 πλέον δικαίωμα προεξόφλησης. Λόγω του ότι η ενάγουσα και οι εγγυητές των υποχρεώσεων της δεν εξόφλησαν τις οφειλές τους, οι εναγόμενοι καταχώρησαν την 17.4.2019 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος, την αγωγή με αρ. 483/2019 με την οποία αξιώνουν την καταβολή του πιο πάνω ποσού πλέον τόκο. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, οι εναγόμενοι εξασφάλισαν την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται η αποξένωση συγκεκριμένου ακινήτου της ενάγουσας. Είναι η θέση του ομνύοντα πως ο XXXXX Κυριάκου ψευδώς αναφέρει πως οι Συμφωνίες της 27.7.2010 προνοούσαν μόνο την προεξόφληση τιμολογίων. Με τις συγκεκριμένες Συμφωνίες, η ενάγουσα πώλησε στους εναγόμενους όλα τα χρέη της, για την είσπραξη των οποίων οι εναγόμενοι είχαν, αποκλειστικά, δικαίωμα είσπραξης. Η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα είσπραξης οποιουδήποτε ποσού που αφορούσε τα πωληθέντα χρέη. Τυχόν ποσά που θα εισέπραττε, θα έπρεπε να τα διατηρεί σε καταπίστευμα (trust) προς όφελος των εναγομένων και να τα παραδίδει αμέσως σ' αυτούς. Διατείνεται πως καμιά τροποποιητική Συμφωνία είχε γίνει μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κάθε μέρους καθορίζοντο ρητά και εξαντλητικά από τις Συμφωνίες της 27.7.
- Αρνείται πως η ενάγουσα ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της. Η επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων (σε αυτήν κάμνει αναφορά ο XXXXX Κυριάκου στην Ένορκη του Δήλωση) στάληκε, όπως αναφέρει, ώστε να ενημερωθούν οι πελάτες της ενάγουσας για την ύπαρξη των Συμφωνιών ημερομηνίας 27.7.2010, με απώτερο σκοπό να προστατευθούν τα συμφέροντα των εναγομένων. Υποστηρίζει πως το γεγονός της παράνομης είσπραξης από την ενάγουσα χρεών τα οποία πωλήθηκαν προς τους εναγομένους, απεκρύβη από την ενάγουσα, σε μια προφανή προσπάθεια να παραπλανηθεί το Δικαστήριο ώστε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Όπως απεκρύβη και το γεγονός πως οι Συμφωνίες ημερομηνίας 27.7.2010 είχαν τερματιστεί από τους εναγόμενους την 19.3.
- Υποστηρίζει, τέλος, πως η αίτηση, για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269,
- Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά αξιολόγηση πρέπει να γίνει μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Επανερχόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης της ενάγουσας, είναι πως με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ.14/
- Στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα περιέχονται ισχυρισμοί, σε σχέση με τις αξιώσεις των εναγόντων, οι οποίοι έχουν ως βάση το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Προβάλλεται επίσης παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας. Τούτο είναι αρκετό ώστε να καταδειχθεί πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας, δεν ικανοποιείται. Η ενάγουσα, πέραν των λεκτικών ισχυρισμών δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την θέση της, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της να παραμείνουν καθ' ολοκληρίαν αόριστοι και χωρίς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν προφορική τροποποιητική συμφωνία του 2013, με την οποία, κατά την ενάγουσα, συμφωνήθηκε να εξαιρεθούν αρκετοί λιανέμποροι από την Συμφωνία Προεξόφλησης Τιμολογίων, δεν προσκομίστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, τις πρόνοιες της, ποιοι οι λιανέμποροι που θα «εξαιρούντο». Τα ίδια ισχύουν και για την θέση της ενάγουσας πως οι Συμφωνίες της 27.7.2010 «ουδέποτε τερματίστηκαν». Η θέση επίσης πως «η ενάγουσα κατέβαλλε ανελλιπώς κάθε μήνα την συμφωνηθείσα δόση έναντι του πιστωτικού υπολοίπου» δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Θεωρώ καταληκτικά πως η ενάγουσα όφειλε να παρουσιάσει στοιχεία ώστε να πείσει το Δικαστήριο πως έχει δυνατή υπόθεση και όχι να αναλωθεί σε γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Μόνο έτσι θα καταδείκνυε πως η υπόθεση της έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, επικαλούμαι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1980. Και τούτο γιατί είναι καλά γνωστό ότι και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Στην εν λόγω υπόθεση υποδείχθηκαν τα εξής: «Θα προσθέταμε μόνο ότι, από την στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περισσεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μη υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα.» Εκ του περισσού θα έλεγα πως ακόμη και εάν ικανοποιείτο η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, η ενάγουσα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει πως οι εναγόμενοι οι οποίοι είναι τραπεζικός οργανισμός, είναι αφερέγγυοι και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αποζημιώσουν σε περίπτωση επιτυχίας της υπόθεσης της. Καταληκτικά, κρίνω πως η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων-Καθ'ων η αίτηση και σε βάρος της ενάγουσας-Αιτήτριας. (Υπ.) ............ Στ. Τσιβιτανίδιου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο