← Κύπρος

ΓΗΓΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Δαμιανού, Αρ. Αγωγής: 1897/12, 11/11/2019

ΓΗΓΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Δαμιανού, Αρ. Αγωγής: 1897/12, 11/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A299 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1897/12 Μεταξύ: ΓΗΓΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 158842) Εναγόντων Και ........ Δαμιανού Εναγόμενης Ημερομηνία: 11/11/2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Σ. Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Θ. Γιούπας) Για την Εναγόμενη: κ. Χ. Ευαγγέλου για Γιώργο Βασιλείου (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Μ. Παπαλεοντίου) ΑΠΟΦΑΣΗ Τα δικόγραφα Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης ποσό €13.770.14.- που αντιστοιχεί σε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (στο εξής Φ.Π.Α.) ο οποίος καταβλήθηκε από τους ενάγοντες, ενεργώντας ως εργολάβοι, σύμφωνα με το Νόμο, για λογαριασμό της εναγόμενης. Το εν λόγω ποσό πήγασε από έγγραφη συμφωνία αντιπαροχής ημερ.23/05/2006 (στο εξής η συμφωνία), την οποία η εναγόμενη παρέβη. Η συμφωνία υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης και σύμφωνα με αυτήν η εναγόμενη διέθεσε δια αντιπαροχής το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXX, τεμάχιο XXX, Φ/Σχ.50/31, Τμήμα Ο, στο Κίτι της επαρχίας Λάρνακας, μερίδιο το όλο (στο εξής το ακίνητο) στους ενάγοντες, οι οποίοι το ανέπτυξαν δια της ανέγερσης διώροφης πολυκατοικίας αποτελούμενης από 5 διαμερίσματα και αναλόγισε στην εναγόμενη το ισόγειο διαμέρισμα (στο εξής το διαμέρισμα). Περαιτέρω οι ενάγοντες αξιώνουν ποσό €2.817.- για επιπρόσθετες εργασίες που εκτέλεσαν κατ' εντολή και ή με οδηγίες της εναγόμενης στο διαμέρισμα. Ζητούν επιπλέον τόκους επί των ποσών πιο πάνω ήτοι τόκο 8% επί του ποσού των €13.770.14.- από 09/11/2011 και τόκο 8% επί του ποσού των €2.817.- από 20/09/2008, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Το αιτούμενο διάταγμα υπό Ε της έκθεσης απαίτησης, για να διαταχθεί δηλαδή η εναγόμενη να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να υπογράψει για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για τα 5 διαμερίσματα πιο πάνω, έχει αποσυρθεί αφού έχουν εν τω μεταξύ εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι (βλ. και τη μαρτυρία της ΜΥ3 κατωτέρω). Η εναγόμενη στην υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Αναφέρει δε ότι η παράδοση του διαμερίσματος έγινε με επιφύλαξη λόγω πολλαπλών κακοτεχνιών, ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδείς όρος της συμφωνίας αναφέρει ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει ΦΠΑ και ουδέποτε της αναφέρθηκε οτιδήποτε για καταβολή ΦΠΑ, ούτε και εκδόθηκε σε αυτήν οιονδήποτε σχετικό τιμολόγιο με την απαίτηση των εναγόντων για ΦΠΑ. Επιπλέον η εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει οιονδήποτε ποσό για επιπρόσθετες εργασίες και ουδέποτε έδωσε σχετικές οδηγίες. Τέλος, η εναγόμενη προβάλλει ανταπαίτηση και αξιώνει διάφορα ποσά για ζημιές συνεπεία ισχυριζόμενων κακοτεχνιών, παρανομιών και παραλείψεων που ανέρχονται συνολικά σε ποσό €14.350.-, πλέον το ποσό των €677 ως αποζημιώσεις για τα έξοδα της ετοιμασίας εκθέσεων από εμπειρογνώμονες. Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι ενάγοντες ως προς την παράδοση του διαμερίσματος αναφέρουν ότι αυτό παραδόθηκε χωρίς καμία διαμαρτυρία και αφού προηγουμένως είχε ελεγχθεί από την εναγόμενη, αρνούνται δε τους ισχυρισμούς για κακοτεχνίες. Παραδέχονται ότι όντως η επίδικη συμφωνία δεν αναφέρεται ειδικά και λεπτομερώς περί καταβολής ΦΠΑ και αναφέρουν πως αυτό επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό στην έκθεση απαίτησης τους πως ήταν εξυπακουόμενος όρος εφόσον η υποχρέωση πηγάζει από το Νόμο περί ΦΠΑ αλλά και από την ερμηνευτική εγκύκλιο 105 του Τμήματος ΦΠΑ. Η υποχρέωση της εναγόμενης πηγάζει από το Νόμο, την εγκύκλιο και τον όρο 12 της συμφωνίας. Περαιτέρω αναφέρουν ότι τιμολόγιο δεν θα μπορούσε να εκδοθεί αφού έγινε έλεγχος από τον ΦΠΑ και τους επιδόθηκε δια χειρός βεβαίωση φόρου, η οποία υπέχει θέση τιμολογίου. Αφού επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό τους για τις επιπρόσθετες εργασίες, ακολούθως σχολιάζουν τις ισχυριζόμενες ζημιές της εναγόμενης και αναφέρουν πως σε κάθε περίπτωση κανένα παράπονο δεν τους υπεβλήθη, ζητούν δε την απόρριψη της ανταπαίτησης. Η μαρτυρία Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσε ένας

(1)μάρτυρας και συγκεκριμένα ο XXXXX Παρασκευά (ΜΕ1), ενώ για την εναγόμενη κατέθεσαν τρείς
(3)μάρτυρες, ήτοι ο XXXXX Δαμιανού (ΜΥ1), ο XXXXX Μίκαλλος (ΜΥ2) και η XXXXX Ορφανίδου (ΜΥ3). Το Δικαστήριο αναφέρει εδώ ότι δεν θα προβεί σε εκτενή παράθεση περίληψης της μαρτυρίας και θα αρκεστεί σε συνοπτική αναφορά σε αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, ενώ περαιτέρω σημειώνεται ότι, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, θα γίνει αναφορά στη μαρτυρία στα πλαίσια της αξιολόγησης της. XXXXX Παρασκευά (ΜΕ1) Eίναι διευθυντής των εναγόντων και με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του κατατέθηκε γραπτή δήλωση του ως τεκμ.
  1. Αναφέρθηκε στη συμφωνία αντιπαροχής των εναγόντων με την εναγόμενη ημερ.23/05/2006, στη μετέπειτα συμφωνία τους για εκτέλεση κάποιων επιπρόσθετων εργασιών αξίας €2.817.- και στην είσπραξη από την εναγόμενη της χορηγίας του ΦΠΑ, που αντιστοιχούσε στην αντιπαροχή, η οποία όμως δεν κατέβαλε το αντίστοιχο ποσό στους ενάγοντες ως όφειλε. Επίσης αναφέρθηκε στα προβλήματα που τους δημιούργησε η εναγόμενη αναφορικά με την έκδοση των τίτλων και γενικότερα, και περαιτέρω αρνήθηκε τους ισχυρισμούς για κακοτεχνίες. Κατέθεσε τα εξής έγγραφα: - Πιστοποιητικό σύστασης εταιρείας ως Τεκμήριο
  2. - Έγγραφη συμφωνία αντιπαροχής ως Τεκμήριο
  3. - Κατάσταση ημερομηνίας 31/07/2008, αναφορικά με πρόσθετες εργασίες, ως Τεκμήριο
  4. - Επιστολή των Εναγόντων προς την Εναγόμενη, ημερομηνίας 30/06/2011, ως Τεκμήριο
  5. - Επιστολή του δικηγορικού γραφείου Ανδρέα Χ'' Σέργη, ημερομηνίας 12/07/2011, προς την Εναγόμενη, ως Τεκμήριο
  6. - Επιστολή του δικηγορικού γραφείου Γιώργου Βασιλείου, ημερομηνίας 15/07/2011, προς τον δικηγόρο των Εναγόντων, ως Τεκμήριο
  7. - Επιστολή του δικηγορικού γραφείου Ανδρέα Χ'' Σέργη, προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης, ημερομηνίας 06/09/2011, ως Τεκμήριο
  8. - Επιστολή των εναγόντων προς την Εναγόμενη, ημερομηνίας 17/10/2011, ως Τεκμήριο
  9. - Επιστολή της Εναγόμενης προς τον Έπαρχο Λάρνακας, ημερομηνίας 30/05/2012, ως Τεκμήριο
  10. - Δέσμη αποτελούμενη από 3 επιστολές του Έπαρχου Λάρνακας προς την Εναγόμενη, ημερομηνίας 28/06/2012, 24/08/2012 και 07/11/2012, ως Τεκμήριο
  11. - Τα έγγραφα του Κτηματολογίου που αναφέρονται στην παράγραφο 15 του Τεκμηρίου 1, ως Τεκμήριο
  12. - Επιστολή των εναγόντων προς τον αναπληρωτή διευθυντή του Κτηματολογίου Λάρνακας, ημερομηνίας 08/01/2013, ως Τεκμήριο
  13. - Εγκύκλιος αρ.105 του ΦΠΑ, ως Τεκμήριο
  14. - Επιστολή του Τμήματος Τελωνείων, υπηρεσία Φ.Π.Α, προς τους ενάγοντες, ημερομηνίας 09/08/2011, ως Τεκμήριο
  15. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε αναφορικά με τις θέσεις που προέβαλε, με εξαίρεση την αναφορά του σε προβλήματα που τους δημιούργησε η εναγόμενη για τους τίτλους. XXXXX Δαμιανού (ΜΥ1), Είναι ο σύζυγος της εναγόμενης και το πρόσωπο που ενεργούσε για λογαριασμό της όσον αφορά τη σχέση της με τους ενάγοντες. Κατατέθηκε γραπτή δήλωση του ως τεκμ.17 και αναφέρθηκε στη συμφωνία της εναγόμενης με τους ενάγοντες ημερ. 23/05/2006, στην αίτηση που υποβλήθηκε για παραχώρηση ειδικής χορηγίας και στην έγκριση της τον Νοέμβριο 2008 και σε συνάντηση που προκάλεσαν οι ενάγοντες το 2011 για να ζητήσουν την πληρωμή του ΦΠΑ. Επίσης αναφέρθηκε σε κακοτεχνίες στο διαμέρισμα που παρέλαβαν και σε ενέργειες που προέβη. Κατέθεσε τα εξής έγγραφα: - Πληρεξούσιο έγγραφο από την εναγόμενη προς τον ίδιο για τον χειρισμό της παρούσας αγωγής εκ μέρους της ως Τεκμήριο 17
(1). Παρεμβάλλω εδώ πως η αρίθμηση έγινε έτσι για τον λόγο που αναφέρεται κατά την έναρξη της διαδικασίας στις 19/02/
  1. - Έγγραφο αναφορικά με τις τεχνικές προδιαγραφές του διαμερίσματος ως Τεκμήριο
  2. - Δεύτερο έγγραφο με τεχνικές προδιαγραφές υπογραμμένο ως Τεκμήριο
  3. - Επιστολή της Υπηρεσίας Χορηγιών και Επιδομάτων ημερομηνίας 03 Οκτωβρίου του 2008 προς την εναγόμενη, ως Τεκμήριο
  4. - Επιστολή της Υπηρεσίας Χορηγιών και Επιδομάτων ημερ. 12 Νοεμβρίου του 2008 (που αρχικά είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση) ως Τεκμήριο
  5. - Απόδειξη πληρωμής κεφαλαιουχικών κερδών ως Τεκμήριο
  6. - Αποδείξεις πληρωμής διαφόρων τελών προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Κιτίου ως Τεκμήριο
  7. - Βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κιτίου ημερομηνίας 26.1.2007, ως Τεκμήριο
  8. - Τα πρακτικά της συνέλευσης ημερομηνίας 4 Οκτωβρίου του 2011, μαζί με επιστολή ημερομηνίας 5.10.2011 για τις αποφάσεις της συνέλευσης, ως Τεκμήριο
  9. - Έκθεση εκτίμησης κόστους των επιμετρητών Μίκαλλος και Μίκαλλος, ημερομηνίας 7 Φεβρουαρίου του 2013, ως Τεκμήριο
  10. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί όλων των θεμάτων στα οποία αναφέρθηκε πιο πάνω. XXXXX Μίκαλλος (ΜΥ2) Είναι επιμετρητής ποσοτήτων και αναφέρθηκε στην έκθεση εκτίμησης που ετοίμασε, τεκμ.
  11. XXXXX Ορφανίδου (ΜΥ3). Εργάζεται στο κτηματολόγιο και αναφέρθηκε στο θέμα της έκδοσης των τίτλων αναφορικά με την επίδικη πολυκατοικία. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας XXXXX Παρασκευά (ΜΕ1) Έχω παρακολουθήσει τον μάρτυρα πολύ προσεκτικά ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του και έχω μελετήσει τη μαρτυρία του σφαιρικά και σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Ομολογουμένως για το βασικότερο θέμα του ΦΠΑ παρατηρείται στη μαρτυρία του μια αντιφατικότητα, έχοντας υπόψη και τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων και περαιτέρω θεωρώ πως η μαρτυρία του, συνδυαστικά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, δεν έχει συνοχή και λογική. Ο μάρτυρας δε κατά την κρίση μου προέβαλε θέσεις που συνδυαστικά μεταξύ τους να οδηγούν σ' εκείνο που βεβαίως συμφέρει τους ενάγοντες, όμως στην πραγματικότητα δεν είπε την αλήθεια. Εξηγώ. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων και την απάντηση τους στην υπεράσπιση, ήταν εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία αντιπαροχής, αλλά και σύμφωνα με το νόμο περί ΦΠΑ και την ερμηνευτική εγκύκλιο αρ.105 της Υπηρεσίας ΦΠΑ, ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει το ποσό ΦΠΑ που επιβλήθηκε στους ενάγοντες. Μάλιστα στην παράγραφο 4 της απάντησης στην υπεράσπιση αναφέρουν πως παραδέχονται ότι όντως η επίδικη συμφωνία δεν αναφέρεται ειδικά και λεπτομερώς περί καταβολής ΦΠΑ και αυτό επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό στην έκθεση απαίτησης τους πως ήταν εξυπακουόμενος όρος εφόσον η υποχρέωση πηγάζει από το Νόμο περί ΦΠΑ αλλά και από την ερμηνευτική εγκύκλιο 105 του Τμήματος ΦΠΑ. Παρά ταύτα και κατ' αντίφαση της δικογραφημένης θέσης των εναγόντων στην παράγραφο 17 της δήλωσης του τεκμ.1, ο μάρτυρας αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη είναι ξεκάθαρο πως συμφώνησε να καταβάλει τον αντίστοιχο ΦΠΑ που της αναλογούσε και γι' αυτό έκανε ενέργειες και έλαβε χορηγία ΦΠΑ. Κατά την αντεξέταση του επίσης ούτε λίγο ούτε πολύ προσπάθησε να πείσει πως επρόκειτο ουσιαστικά για συμφωνημένο όρο. Και αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον όρο 12 της συμφωνίας, λέγοντας ότι εκεί συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη έχει υποχρέωση να πληρώσει όλους τους φόρους και ο ΦΠΑ είναι φόρος. Δέχτηκε ότι δεν αναφέρεται μεν ρητά, όμως είπε ότι θεώρησαν φόρο το ΦΠΑ. Παρεμβάλλω, με τη σημείωση πως ο Πρώτος Συμβαλλόμενος στη συμφωνία είναι οι ενάγοντες και ο Δεύτερος Συμβαλλόμενος η εναγόμενη, ότι ο όρος 12 έχει ως εξής : «Οποιαδήποτε έξοδα μεταβίβασης του ως άνω μεριδίου του ακινήτου επ' ονόματι του Πρώτου Συμβαλλόμενου θα επιβαρύνουν τον Πρώτο Συμβαλλόμενο. Οιοιδήποτε άλλοι φόροι ή τέλη η πληρωμή των οποίων είναι απαραίτητη για την έκδοση απαλλαγής για την μεταβίβαση του οικοπέδου θα επιβαρύνουν αποκλειστικά τον Δεύτερο Συμβαλλόμενο». Είπε μάλιστα ότι λόγω της ερμηνευτικής εγκυκλίου που αναμενόταν να εκδοθεί δεν μπορούσε να δοθεί συγκεκριμένη απάντηση για το καθεστώς του ΦΠΑ που είχε η συγκεκριμένη αντιπαροχή και γι' αυτό και στη συμφωνία τότε αναφέρθηκε ότι όλοι οι φόροι είναι υποχρέωση της εναγόμενης. Είπε επίσης ότι γι' αυτό το λόγο όταν ήρθε και τους ζήτησε να λάβει τη χορηγία του ΦΠΑ γνώριζε ο ιδιοκτήτης ότι για την εν λόγω πράξη όφειλε να τους καταβάλει ΦΠΑ και γι' αυτό υπόγραψαν τα σχετικά χαρτιά για να λάβει τη χορηγία και να τους επιστρέψει το ΦΠΑ που τους όφειλε. Μάλιστα είπε ότι το γνώριζαν από την αρχή ότι η πολυκατοικία με αντιπαροχή ενέπιπτε στο ΦΠΑ αλλά δεν γνώριζαν το καθεστώς και γι' αυτό έβαλαν φόροι. Το καθεστώς το έμαθαν αργότερα. Ανέφερε επίσης ότι μπορεί η εγκύκλιος τεκμ.14 να γράφει 17/03/2006, όμως οι ίδιοι την έλαβαν πολύ μεταγενέστερα και συγκεκριμένα 1 χρόνο μετά την παράδοση του διαμερίσματος (που έγινε Αύγουστο του 2008) δηλ. περί το
  12. Είναι σαφές αναφέρεται εδώ πως η θέση περί συμφωνημένου ουσιαστικά όρου για καταβολή από την εναγόμενη του ΦΠΑ, μέσω της αναφοράς σε «φόρους» στον όρο 12, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως εκτός δικογράφων, ενώ προκύπτει σαφώς εκ τούτου αναξιοπιστία της υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει σίγουρα το ΦΠΑ δεν αφορά κατά την κρίση μου φόρο ή τέλος «η πληρωμή του οποίου είναι απαραίτητη για την έκδοση απαλλαγής για τη μεταβίβαση του οικοπέδου», κάτι που εν πάση περιπτώσει ουδέποτε ισχυρίστηκε ο μάρτυρας. Όμως είναι θεωρώ σαφές ότι οι φόροι και τα τέλη που αναφέρονται στον όρο 12 αφορούν ακριβώς όσα ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε, δηλ. κεφαλαιουχικούς φόρους και φόρους εις την κοινοτική αρχή για να πιάσουν την απαλλαγή για τη μεταβίβαση, που αναμφίβολα συνάδει και με τον όρο της συμφωνίας και με τη λογική. Από εκεί και πέρα σημειώνω πως δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας λέγοντας ότι γνώριζαν από την αρχή για το θέμα του ΦΠΑ αλλά δεν γνώριζαν το καθεστώς και ανέμεναν την ερμηνευτική εγκύκλιο, δεν έλεγε αλήθεια. Διότι κατ'αρχήν αν το γνώριζαν θα συμπεριελάμβαναν συγκεκριμένο όρο που θα έλεγε ξεκάθαρα και με σαφήνεια αυτό το πράγμα. Και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ο μάρτυρας ότι στην έννοια «φόροι» εννοούσαν και τον ΦΠΑ, όταν το ποσό που τον αφορά είναι ένα ουσιαστικό ποσό που ίσως αν το γνώριζε η εναγόμενη να επηρέαζε την όλη στάση της έναντι της συμφωνίας, όπως ξεκάθαρα ανέφερε ο ΜΥ1 την μαρτυρία του οποίου επί του σημείου αυτού αποδέχομαι. Εν πάση περιπτώσει κατά την κρίση μου όσα ανέφερε ο μάρτυρας τα είπε μόνον και μόνον για να μπορεί να δικαιολογήσει την αξίωση των εναγόντων και αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις του. Ας σημειωθεί εδώ πως η θέση του μάρτυρα πως το 2010 ο ΜΥ1 τους πήρε τα χαρτιά της χορηγίας του ΦΠΑ για να υπογράψουν δεν συνάδει με τη λογική διότι η εναγόμενη είχε ήδη εγκριθεί για να πάρει τη χορηγία από τις 12/11/2008 (βλ. τεκμ.21, σε συνδυασμό με την αίτηση τεκμ.16). Συνεπώς όπως εξέθεσε τα γεγονότα ο μάρτυρας δεν έχουν συνοχή, ενώ θα πρέπει να διευκρινιστεί εδώ ότι η χορηγία λήφθηκε με βάση τον περί Ειδικής Χορηγίας (Αγορά ή Ανέγερση Κατοικίας) Νόμο του 2006 (που ας σημειωθεί έχει εν τω μεταξύ καταργηθεί στις 07/10/11 με το Ν.129(Ι)/2011), ως προκύπτει εξάλλου από τα τεκμ.16 και 21, οι πρόνοιες του οποίου σημειώνω δεν έχουν καμία απολύτως σύνδεση με πληρωμή ΦΠΑ. Ο νόμος αυτός καθόριζε τα δικαιούχα πρόσωπα και πως γίνεται ο υπολογισμός της χορηγίας που δικαιούνται να λάβουν, χωρίς επαναλαμβάνεται να συνδέεται το ποσό της χορηγίας καθ' οιονδήποτε τρόπο με την πληρωμή οιουδήποτε ποσού ΦΠΑ. Άρα οι συνεχείς αναφορές από μέρους του μάρτυρα περί χορηγίας του ΦΠΑ, κρίνονται ως αυθαίρετες και δεν είχαν κανένα άλλο σκοπό παρά μόνον να παραπλανήσουν για ευνόητους λόγους. Θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα μιλούν από μόνα τους και δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι δεν αναφέρθηκε τίποτε για ΦΠΑ παρά μόνον το
  13. Κατόπιν ελέγχου που έγινε από την Υπηρεσία ΦΠΑ στην επιχείρηση των εναγόντων το 2011, η εν λόγω υπηρεσία διαπίστωσε με βάση προφανώς και την σχετική εγκύκλιο της τεκμ.14 ότι για τη συμφωνία αντιπαροχής των εναγόντων με την εναγόμενη προέκυπτε φόρος και προέβη σε βεβαίωση του (τεκμ.15). Οι ενάγοντες ακολούθως, θεωρώντας ότι παραμένουν κατά κάποιο τρόπο εκτεθειμένοι αφού δεν προνόησαν για το συγκεκριμένο ποσό, αποτάθηκαν στην εναγόμενη με την επιστολή τους τεκμ.5 για να καταβάλει η ίδια το ποσό και ζήτησαν να την συναντήσουν. Έχει σημασία δε να τονιστεί εδώ ότι στην εν λόγω επιστολή οι ενάγοντες ρητά αναφέρουν πως δέχθηκαν έλεγχο από το τμήμα ΦΠΑ και ενημερώνουν την εναγόμενη ότι πρέπει να τιμολογήσουν το κόστος της οικοδομικής αξίας της αντιπαροχής, δίδοντας προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες και μάλιστα της ζητούν για περαιτέρω πληροφορίες να αποταθεί στα γραφεία του ΦΠΑ. Είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της επιστολής αφενός ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως μόλις είχαν ενημερωθεί για την υποχρέωση πληρωμής ΦΠΑ και ενημερώνουν σχετικά την εναγόμενη, και περαιτέρω ότι όσα αναφέρθηκαν στα πλαίσια της παρούσας περί γνώσης τους από την αρχή της συμφωνίας κλπ διαψεύδονται. Θα πρόσθετα επίσης εδώ ότι αν τα πράγματα είχαν ως εδώ ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες τότε σαφώς η επιστολή θα περιλάμβανε λογικά φράσεις του τύπου «όπως είχαμε εξ' αρχής συμφωνήσει», ή «όπως ήδη γνωρίζετε κατόπιν των συζητήσεων που είχαμε» ή παρόμοιες φράσεις και σίγουρα εφόσον ήταν εν γνώσει της εναγόμενης το όλο θέμα δεν θα την παρέπεμπαν για περισσότερες πληροφορίες στα γραφεία του ΦΠΑ. Εν πάση περιπτώσει αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα τότε θεωρώ πως οι ενάγοντες θα έκαναν ενέργειες και θα αποτείνονταν στην εναγόμενη για είσπραξη του ποσού, εκδίδοντας σχετικό τιμολόγιο, από προηγουμένως (υπενθυμίζω ότι ο μάρτυρας ανέφερε πως έμαθαν το καθεστώς για τη συγκεκριμένη αντιπαροχή από το 2009). Ας σημειωθεί ότι εκ της εγκυκλίου 105 (τεκμ.14), πέραν του ότι καταγράφονται περιπτώσεις αντιπαροχής στις οποίες καταβάλλεται ΦΠΑ δεν υπάρχει οτιδήποτε βεβαίως που συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι η εναγόμενη είναι υπόχρεη να καταβάλει ΦΠΑ. Εξάλλου η υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ από τους ενάγοντες και όχι την εναγόμενη, ως νομικό πρόσωπο υποκείμενο σε ΦΠΑ, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Υπηρεσία ΦΠΑ προχώρησε με τη βεβαίωση φόρου προς τους ενάγοντες και όχι προς την εναγόμενη. Ν' αναφερθούν επίσης επί του συγκεκριμένου σημείου, αν και ίσως εκ του περισσού, και τα εξής. Δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο η θέση του μάρτυρα ότι όφειλαν να γνωρίζουν τις σχετικές λεπτομέρειες επιβολής ΦΠΑ και οι δύο πλευρές. Η εναγόμενη, ένα φυσικό πρόσωπο κάποιας ηλικίας (αν αναλογιστεί κανείς ότι είναι 50 χρόνια παντρεμένη με τον ΜΥ1) που έκανε μια συμφωνία και δεν είναι προφανώς υποκείμενο σε ΦΠΑ πρόσωπο, δεν είχε καμία υποχρέωση να γνωρίζει αυτές τις λεπτομέρειες. Η εναγόμενη έκανε μια συμφωνία με συγκεκριμένους όρους. Αντίθετα μια επιχείρηση όπως αυτή των εναγόντων είχε υποχρέωση και όφειλε να είναι ενήμερη, εφόσον δε γνώριζαν όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι αναμενόταν εγκύκλιος τότε θεωρώ πως η όλη συμπεριφορά τους και το γεγονός ότι δεν μερίμνησαν να πληροφορηθούν πριν υπογραφεί η συμφωνία αν τελικά εκδόθηκε η εγκύκλιος, η οποία να σημειωθεί εκδόθηκε 2 μήνες περίπου πριν την υπογραφή της συμφωνίας, συνιστά «θανάσιμη» παράλειψη από μέρους τους και συνηγορεί υπέρ του ότι φέρουν την ευθύνη για την εξέλιξη των πραγμάτων. Επίσης ν' αναφερθεί ότι όσα ανέφερε περί του ότι ο τρόπος της συγκεκριμένης αντιπαροχής συνεπάγετο ότι ήταν αδύνατο να συμφωνηθεί το ΦΠΑ και ο λόγος είναι ότι κανένα εκ των 2 μερών δεν γνώριζε την αξία του προσφερόμενου διαμερίσματος για να προσυμφωνηθεί το ΦΠΑ, δεν αποτελούν παρά μόνον δικαιολογίες και εκ των υστέρων σκέψεις. Μία εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη γης και προέβη σε μια συμφωνία αντιπαροχής, έχοντας προφανώς συνυπολογίσει συγκεκριμένα στοιχεία και αξίες, ως ζήτημα λογικής θα μπορούσε εύκολα να προβεί σε υπολογισμούς. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνοντας ότι η υπηρεσία ΦΠΑ προέβη πολύ εύκολα σε τέτοιο υπολογισμό για σκοπούς βεβαίωσης φόρου, επαναλαμβάνω ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και αναφέρθηκαν για να πείσουν ότι έβαλαν στη συμφωνία τον γενικό όρο «φόροι» καλύπτοντας και το θέμα του ΦΠΑ. Όμως απορρίπτονται στο σύνολο τους. Στο σημείο αυτό αναφέρω πως αν και δεν έχει παρουσιαστεί απόδειξη καταβολής του συγκεκριμένου ποσού στο ΦΠΑ, αυτό δεν θα με απασχολήσει αφού η θέση του μάρτυρα ότι οι ενάγοντες διευθέτησαν την υποχρέωση τους προς την Υπηρεσία ΦΠΑ δεν έχει αμφισβητηθεί. Όσον αφορά τις ισχυριζόμενες πρόσθετες εργασίες, ν' αναφέρω πως η θέση του απορρίπτεται ως γενική και αόριστη. Πέραν του τεκμ.4, που αποτελεί ουσιαστικά καταγραφή κάποιων εργασιών από τους ενάγοντες μέσω του μάρτυρα, δεν έχει παρουσιαστεί καμία συγκεκριμένη μαρτυρία, κανένα στοιχείο και καμία απόδειξη ότι αυτές οι εργασίες έγιναν και πληρώθηκαν χρήματα σε εργολάβους ή υπεργολάβους όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Ούτε και αναφέρθηκε σημειώνω γιατί δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία ή στοιχεία, έστω για κάποιες εκ των ισχυριζόμενων εργασιών. Την ίδια στιγμή να σημειωθεί πως η αντεξέταση του ΜΥ1 αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα παρέμεινε σε επίπεδο γενικών υποβολών περί εκτέλεσης αυτών των εργασιών, χωρίς να του παρουσιαστεί οτιδήποτε συγκεκριμένο. Γενικότερα δεν έχει πείσει αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Υπάρχουν βέβαια και άλλα σημεία εκ της μαρτυρίας του που δεν είναι αποδεκτά, με λιγότερη ομολογουμένως σημασία για την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Για παράδειγμα δεν είναι αποδεκτή η θέση του στην παράγραφο 16 της δήλωσης του τεκμ.1, ότι δηλαδή οι τίτλοι εκδόθηκαν κατόπιν της επιστολής τους ημερ. 08/01/13 (που παραλήφθηκε 07/03/13, βλ.τεκμ.13). Με βάση τη μαρτυρία της ΜΥ3, που ως εμφαίνεται κατωτέρω γίνεται αποδεκτή, πράγματι είχε δοθεί έγκριση για να προχωρήσει η διαδικασία στη βάση του τεκμ.13 πλην όμως τελικά η εναγόμενη όταν ενημερώθηκε σχετικά υπόγραψε τα σχετικά έγγραφα και οι τίτλοι εκδόθηκαν κανονικά χωρίς τη διαδικασία του αναγκαστικού εκσυγχρονισμού. XXXXX Δαμιανού (ΜΥ1) Έχω παρακολουθήσει τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του και μελέτησα ενδελεχώς και σφαιρικά τη μαρτυρία του, σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Καταλήγω ότι αυτός ως προς το κομμάτι που αφορούσε το θέμα του ΦΠΑ και των πρόσθετων εργασιών είπε την αλήθεια. Η μαρτυρία του επί τούτων των θεμάτων, έχοντας υπόψη και όσα σχετικά αναφέρθηκαν πιο πάνω, έχει συνοχή και λογική. Το αν είχε ακούσει ποτέ προηγουμένως τον όρο ΦΠΑ ή όχι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, αν και ομολογουμένως προκαλεί εντύπωση η αναφορά του πως δεν είχε ξανακούσει. Δέχομαι όμως τη θέση του, έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης του ΜΕ1, και εδώ έγκειται θεωρώ η ουσία του πράγματος, πως ο ΜΕ1 τους κάλεσε το 2011 και τους μίλησε 1η φορά για ΦΠΑ εν σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ κατά τη συμφωνία δεν τους είχε αναφερθεί τίποτε για ΦΠΑ. Επίσης δέχομαι ότι κατά την υποβολή της αίτησης για παραχώρηση ειδικής χορηγίας από τον μάρτυρα και τη σύζυγο του δεν είχε τεθεί θέμα πληρωμής ΦΠΑ στους ενάγοντες. Εξάλλου επαναλαμβάνεται και εδώ πως είχαν λάβει τη χορηγία το 2008 και θέμα ΦΠΑ ετέθη για 1η φορά το
  14. Όμως για το θέμα των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του, πλην του ότι υπήρχε κάποιο θέμα με το αποχετευτικό το οποίο εντόπισε και η επαρχιακή διοίκηση, αλλά δέχτηκαν και οι ενάγοντες. Όλα δείχνουν ότι μέχρι το 2011 που τέθηκε το θέμα του ΦΠΑ δεν προέβησαν σε κάποια αποδεδειγμένη ενέργεια για το θέμα και οι ενέργειες τους εντοπίζονται ακριβώς από τα μέσα του 2011 και έπειτα, προφανώς αντιδρώντας και οι ίδιοι με αυτό τον τρόπο στις απαιτήσεις των εναγόντων. Αυτός είναι και ο λόγος θεωρώ που στα πλαίσια της προσπάθειας τους να δείξουν κακοτεχνίες συμπεριλαμβάνουν στην εξίσωση και άσχετα με το διαμέρισμα τους πράγματα, υπό την έννοια ότι αναφέρονται και σε κοινόχρηστους χώρους αλλά και σε πράματα που δεν τους ανήκουν (χωρίς να μου διαφεύγει ότι με την αγόρευση του ο συνήγορος της εναγόμενης προβαίνει σε μείωση της αξίωσης της ανταπαίτησης αναγνωρίζοντας ουσιαστικά αυτό το πράγμα), χωρίς όμως να έχουν συμπεριληφθεί στην αγωγή και οι λοιποί ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της κοινόκτητης οικοδομής. Σημειώνεται εδώ πως η θέση του ότι υπήρχαν από τον πρώτο καιρό που παραδόθηκε η κατοικία κακοτεχνίες και πήγαινε 2-3 φορές την βδομάδα και τους το έλεγε και λάμβανε υποσχέσεις, δεν γίνεται αποδεκτή. Δεν υποβλήθηκε ποτέ αυτή η θέση στον ΜΕ1 για να την σχολιάσει. Οι υποβολές που έγιναν για επισκέψεις αφορούσαν την εξέλιξη των εργασιών και όχι τον χρόνο μετά την παράδοση. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως οι αναφορές για κακοτεχνίες αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Ας σημειωθεί πως η 1η επιστολή της εναγόμενης στην επαρχιακή διοίκηση εστάλη στις 30/05/12 (τεκμ.10), όταν είχε δηλαδή προκύψει ήδη το θέμα με την απαίτηση των εναγόντων για καταβολή του ΦΠΑ. Δεν δόθηκε καμία λογική εξήγηση σημειώνω γιατί η εναγόμενη ανέμενε 4 περίπου χρόνια μετά την παράδοση της κατοικίας, που είναι κοινά αποδεκτό ότι έγινε τον Αύγουστο του 2008, για να στείλει την επιστολή ή γιατί ανέμενε μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 για να δώσει οδηγίες στον ΜΥ2 να προβεί σε έκθεση, όπως ο ίδιος ανέφερε, που τυγχάνει να είναι και ο χρόνος που της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας υπόθεσης. Παρεμβάλλω πως η αναφορά ότι έστειλε την επιστολή 4 χρόνια μετά και εν τω μεταξύ τους επισκεπτόταν μέσα σε όλο αυτό το διάστημα και παραπονιόταν, εκτός του ότι είναι γενική και αόριστη και δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ1, οπότε δεν μπορεί να γίνει ούτως ή άλλως αποδεκτή, θεωρώ πως έγινε μόνον για να δικαιολογήσει ακριβώς το μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα που η εναγόμενη ουδέν έπραξε και όχι επειδή αυτό αποτελούσε πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση με δεδομένα όσα προκύπτουν με βάση τις επιστολές του τεκμ.11 και έχοντας υπόψη την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΥ2 και την μη αποδοχή της επισυνημμένης στην έκθεση του τελευταίου έκθεσης του πολιτικού μηχανικού, επί των οποίων βασίζεται ουσιαστικά η θέση για κακοτεχνίες, ως και ο ίδιος ο μάρτυρας δέχτηκε, η θέση αυτή απορρίπτεται. Αναφέρεται ακόμη πως η θέση ότι όταν έβαλαν την αλουμινένια πόρτα τους ανέφερε ο ίδιος ότι οι προδιαγραφές μιλούν για ξύλινη πόρτα και ο ΜΕ1 απάντησε ότι θα την αλλάξουν σύντομα και θα βάλουν ξύλινη δεν γίνεται αποδεκτή αφού δεν υποβλήθηκε ποτέ μια τέτοια θέση στον ΜΕ1 για να την σχολιάσει. Για όποια σημασία έχει αναφέρεται πως η θέση του ότι η εναγόμενη υπέγραψε τελικά και εκδόθηκαν οι τίτλοι επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της ΜΥ
  15. XXXXX Μίκαλλος (ΜΥ2) Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι αναμφίβολα πρόκειται για εμπειρογνώμονα στην επιμέτρηση ποσοτήτων. Οι σπουδές του, το γεγονός ότι είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ δηλαδή στο επιστημονικό και τεχνικό επιμελητήριο Κύπρου, αλλά και στο αντίστοιχο Αγγλικό επιμελητήριο, αλλά και ότι ασκεί το επάγγελμα από το 2005-2006, έχοντας κάνει και άλλες πολλές εκτιμήσεις, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Παρά ταύτα ο ίδιος στην προκειμένη περίπτωση αρνήθηκε ουσιαστικά, όλως παραδόξως, ότι ενήργησε ως εμπειρογνώμονας και ότι η έκθεση του αποτελεί εμπειρογνωμοσύνη. Συγκεκριμένα είπε πως δεν ετοίμασε εμπειρογνωμοσύνη αλλά «μια έκθεση για το κόστος που προκύπτει για τούτες τες δουλειές» και σε άλλο σημείο πως δεν ήξερε ότι έκανε εμπειρογνωμοσύνη. Τι ακριβώς εννοεί και ποια η διαφορά των δύο δεν εξήγησε, αλλά είπε ξεκάθαρα και σε άλλο σημείο ότι «Εγώ δεν έκαμα εμπειρογνωμοσύνη». Συνεπώς εφόσον ο ίδιος εμμένει και είναι κάθετος ότι αυτό που ετοίμασε είναι απλά μια έκθεση κόστους και όχι εμπειρογνωμοσύνη, το Δικαστήριο θεωρεί πως στην προκειμένη περίπτωση δεν ενήργησε ως εμπειρογνώμονας. Είτε θεωρηθεί όμως εμπειρογνώμονας είτε όχι, ενόψει των όσων αναφέρονται πιο κάτω, η κατάληξη για τον συγκεκριμένο μάρτυρα είναι η ίδια. Έχω παρατηρήσει προσεκτικά τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του. Μελέτησα δε πολύ προσεκτικά και σφαιρικά τη μαρτυρία του, συνδυαστικά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Κατ' αρχήν να λεχθεί, αν και είναι με λύπη που αναφέρω αυτό το πράγμα, πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της διαδικασίας και σε κάποιες ερωτήσεις στην αντεξέταση, αν είναι δυνατόν, γελούσε. Μέχρι τη στιγμή βέβαια που παρενέβη το Δικαστήριο για να σταματήσει να γίνεται αυτό το πράγμα. Αυτό που παρατηρώ όμως και είναι αναμφίβολα ουσιαστικό ν' αναφερθεί είναι πως τίθεται σοβαρό θέμα με το υπόβαθρο της έκθεσης που ετοίμασε. Από εκεί και πέρα θεωρώ πως η μαρτυρία του σε κάποια σημεία παρουσιάζει κενά, ενώ ο ίδιος έδειχνε να αμφιταλαντεύεται εν σχέση με συγκεκριμένα θέματα που του τέθηκαν. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: (α) (i) Κατ' αρχήν να σημειωθεί πως αναμφίβολα το υπόβαθρο για τη δική του έκθεση, ως και ο ίδιος παραδέχτηκε, αποτέλεσε ουσιαστικά η έκθεση του πολιτικού μηχανικού XXXXX Νικολάου που επισυνάπτει στην έκθεση του. Με δεδομένα όσα εκεί αναφέρονται για παρατηρούμενα προβλήματα (κακοτεχνίες και ή παραλείψεις και ή ατέλειες - βλ. 1η σελίδα της έκθεσης του), προχώρησε στην ετοιμασία εκτίμησης. Όμως ο αναφερόμενος Νικολάου δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία, χωρίς μάλιστα να δοθεί κάποια δικαιολογία για τούτο. Με δεδομένη δε την έντονη αμφισβήτηση από πλευράς εναγόντων των ισχυρισμών περί κακοτεχνιών κλπ και του γεγονότος ότι δεν τους έχει δοθεί η ευκαιρία ν' αντεξετάσουν το εν λόγω πρόσωπο για να του υποβάλουν τις δικές τους θέσεις και να μπορέσει το Δικαστήριο αξιολογώντας τις εκατέρωθεν εκδοχές να καταλήξει στην αλήθεια, υπό τις περιστάσεις και με γνώμονα πάντα το συμφέρον της δικαιοσύνης, δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχτώ την έκθεση Νικολάου. Κατ' επέκταση το βασικό υπόβαθρο της έκθεσης του μάρτυρα έχει «εξανεμιστεί». (ii) Ως προκύπτει επίσης από την έκθεση του έχει στηριχθεί σε επιστολή της εναγόμενης προς την επαρχιακή διοίκηση ημερ. 30/05/12 και σε απάντηση της επαρχιακής διοίκησης ημερ.28/06/12 που ακολούθησε (επισυνάπτονται στην έκθεση). Ας σημειωθεί πως η εν λόγω επιστολή 30/05/12 κατατέθηκε στη διαδικασία ως τεκμ.10, ενώ η επιστολή 28/06/12 αποτελεί μέρος του τεκμ.
  16. Εν πάση περιπτώσει η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι η επιστολή 28/06/12, σύμφωνα με επιστολή της επαρχιακής διοίκησης ημερ.24/08/12 εστάλη εκ παραδρομής και στην ουσία αυτό συνεπάγεται απόσυρση της, η απάντηση δε της επαρχιακής διοίκησης αναφορικά με τα παράπονα της εναγόμενης στην πραγματικότητα δόθηκε με την επιστολή 07/11/12 (και οι δύο επιστολές αποτελούν μέρος του τεκμ.11). Συνεπώς άλλο ένα στοιχείο που αποτέλεσε υπόβαθρο για την έκθεση του στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Δεν έχει διαφύγει σημειώνω εδώ η αναφορά του στην επανεξέταση του ότι δεν έχει λάβει υπόψη τις πιο πάνω επιστολές, όμως αυτό αντιφάσκει με την ίδια την έκθεση που ρητά αναφέρει αυτό το πράγμα (βλ. το σημείο 3.1.1, στη σελ.1 του τεκμ.26). Εν πάση περιπτώσει αν δεν τις έλαβε υπόψη γιατί αναφέρεται σε αυτές και μάλιστα τις επισυνάπτει στην έκθεση; (iii) Τέλος, με δεδομένη πάλιν τη δική του παραδοχή πως βασίστηκε και στη θέση του πελάτη του και έχοντας υπόψη ότι η εκδοχή του ΜΥ1 έχει απορριφθεί, αναφέρεται πως στο σύνολο της η έκθεση του παραμένει μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. (β) Περαιτέρω, ανεξάρτητα των ανωτέρω, αναφέρω τα εξής: - Για την αναφορά στο σημείο 1.1 στη σελ.5 της έκθεσης του ζητήθηκε να υποδείξει που αναφέρεται αυτό στη συμφωνία και απάντησε «Δεν τα έχω μαζί μου». - Για το σημείο 1.2 στην ίδια σελίδα και την αναφορά σε τοποθέτηση μικρότερων παραθύρων, είπε ότι πρέπει να πάμε επί τόπου για να το δούμε. - Για την τιμή μονάδος €600 που ανέφερε για τα αλουμίνια, είπε ότι είναι ο μέσος όρος των τιμών αγοράς με βάση τις προσφορές που παίρνουν συνέχεια και έχουν οι ίδιοι στοιχεία. Ερωτώμενος γιατί δεν παρέθεσε αυτά τα στοιχεία είπε «είστε ευπρόσδεκτοι να έρθετε στο γραφείο να σας παρουσιάσω ότι τιμές θέλετε». Γενικότερα όπου ερωτήθηκε για τιμές μονάδες αναφέρθηκε πάλιν γενικά στον μέσο όρο. - Ανέφερε ότι τα σχέδια είναι μέρος της συμφωνίας και όταν του τέθηκε ότι δεν είναι απάντησε «δεν έχω κάτι να πω». - Τα ποσά που αναφέρονται στο σημείο 2.0 στη σελ.5 ήτοι 2.1, 2.2 και 2.3 είναι αυτά που του ανέφερε ο ΜΥ1 και του είπε θα του παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία αλλά δεν το έπραξε. Βασίστηκε στη μαρτυρία του πελάτη του. Παραπέμποντας ενδεικτικά στα πιο πάνω σημεία σημειώνω ότι όσα ανέφερε δεν ικανοποιούν, ενώ σαφώς προκύπτουν κενά. Γενικότερα όμως ο μάρτυρας να προσθέσω δεν έπεισε με τη μαρτυρία του. Επίσης δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι με βάση όσα ανέφερε στην πραγματικότητα δεν έχουμε ενώπιον μας μια ανεξάρτητη έκθεση ενός ειδικού, αλλά καταγραφή σε μεγάλο βαθμό των θέσεων του πελάτη του. Και διερωτώμαι πραγματικά ποια σοβαρή έκθεση συμπεριλαμβάνει στοιχεία για τα οποία ο πελάτης είπε μεν ότι έχει αποδεικτικά αλλά που τελικά δεν παρουσίασε. Αποτελούν συνεπώς και αυτά επιπλέον λόγους γιατί η έκθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Άρα με βάση τα πιο πάνω, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν ο μάρτυρας παρά τα όσα ανέφερε και σημειώθηκαν αρχικά αντικριστεί σαν εμπειρογνώμονας, αυτός ενόψει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν έχει αιτιολογήσει και τεκμηριώσει με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα τα συμπεράσματα του και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτά για να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση (Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Μ. ΠΙΤΤΑΛΗΣ Κ.Α., v. IANIRA ENTERPRISES LTD. Κ.Α.,
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Πολιτική Έφεση Αρ. 8983, 11 Ιουλίου, 1997). XXXXX Ορφανίδου (ΜΥ3). Πρόκειται για μια ανεξάρτητη μάρτυρα, χωρίς κανένα συμφέρον, η οποία μαρτύρησε με βάση τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης για την οποία κλήθηκε και με βάση όσα η ίδια γνώριζε για την υπόθεση ως ελέγκτρια του σχετικού φακέλου και το θέμα της έκδοσης των τίτλων. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Είναι συνεπώς αποδεκτά τα εξής: - Eκδόθηκαν τίτλοι με το φάκελο ΑΧ2210/
  1. - Η επιστολή τεκμ.13 αφορά αίτηση των εναγόντων για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό εγγραφής επειδή η συνιδιοκτήτρια XXXXX Δαμιανού-εναγόμενη δεν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα για συμπλήρωση του φακέλου. Το αίτημα για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό έγινε 07/03/2013 (βλ. σφραγίδα πάνω δεξιά στο τεκμ.13). Το αίτημα εγκρίθηκε και πριν αρχίσει η διαδικασία για να εκδοθούν τίτλοι τελικά η εναγόμενη υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και εκδόθηκαν οι τίτλοι στις 22/07/
  2. Η εναγόμενη έπρεπε να υπογράψει γιατί υπήρχε διανομή στο φάκελο. Οι τίτλοι εκδόθηκαν ως κανονική αίτηση, χωρίς αναγκαστικό εκσυγχρονισμό. Και πρόκειται για τον λεγόμενο οριζόντιο διαχωρισμό. - Οι ενάγοντες έκαναν αρχικά αίτηση 24/06/2011 και δεν προχώρησε διότι η εναγόμενη δεν υπέγραφε διότι με βάση κάποιες επιστολές που κοινοποιήθηκαν στο γραφείο της υπήρχαν κακοτεχνίες όσον αφορά την κατασκευή του κτιρίου. Δηλαδή είχε ένσταση στην έκδοση των τίτλων. - Μέχρι τον Μάρτη του 2013 διέρρευσε ένα χρονικό διάστημα 2 χρόνων και δεν είχε έρθει να υπογράψει η εναγόμενη, οπότε έγινε η αίτηση εκσυγχρονισμού. - Οι τίτλοι θα εκδίδονταν κανονικά με τη διαδικασία εκσυγχρονισμού και σχετική απόφαση του Διευθυντή, νοουμένου ότι δεν θα εφεσιβάλλετο η απόφαση αυτή από τον συνιδιοκτήτη. - Το αίτημα 07/03/13 για τον εκσυγχρονισμό εγκρίθηκε από τον Διευθυντή στις 17/06/2014 και όταν ενημερώθηκε η συνιδιοκτήτρια που δεν υπέγραφε ότι θα προχωρούσαν αναγκαστικά ήρθε και υπέγραψε. Ακολούθως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ενημερώνονται για την έκδοση των τίτλων και για την παραλαβή τους. Ευρήματα Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής:
  3. Οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και συνεχίζουν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λάρνακα και ασχολούντο με την ανάπτυξη γης.
  4. Στις 23/05/2006, υπεγράφη στη Λάρνακα μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης συμφωνία αντιπαροχής, σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη διέθεσε ένα ιδιόκτητο οικόπεδο της με αρ. εγγραφής 0/XXXX, τεμάχιο XXXX, Φ/Σχ.50/31, τμήμα Ο, Εκτάσεως 569 τ.μ., μερίδιο το όλον, που βρίσκεται στην οδό XXXXX, στο Χωρίο Κίτι, της Επαρχίας Λάρνακας, δυνάμει Αντιπαροχής στους Ενάγοντες για ν' αναπτύξουν το εν λόγω ακίνητο της εναγόμενης με την ανέγερση σε αυτό διώροφης Πολυκατοικίας, αποτελούμενης από πέντε διαμερίσματα. Η εν λόγω συμφωνία αντιπαροχής κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και προνοούσε ότι θα μεταβιβαστεί στους ενάγοντες το 73.25% μερίδιο του οικοπέδου και το υπόλοιπο 26.75% θα παραμείνει στην ιδιοκτησία της εναγόμενης και το οποίο αντιστοιχούσε με το ποσοστό της αντιπαροχής και το οποίο αναλογούσε σε ένα Διαμέρισμα που βρίσκεται στο ισόγειο της Πολυκατοικίας με αρ.
  5. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ξεκίνησε η ανέγερση της πολυκατοικίας και το διαμέρισμα πιο πάνω παραδόθηκε στην εναγόμενη τον Αύγουστο του
  6. Η εναγόμενη στις 26/09/2008 υπέβαλε αίτηση για χορηγία δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας και πράγματι στις 12/11/2008 η αίτηση της εγκρίθηκε και της απεστάλη επιταγή για ποσό €10.131,
  7. Το ποσό υπολογίστηκε σύμφωνα με τον τύπο και το μέγεθος της κατοικίας ως προνοούσε η νομοθεσία. Παρεμβάλλω ότι για την υποβολή της αίτησης βοήθησαν την εναγόμενη και οι ενάγοντες ως εργολάβοι του έργου.
  8. Περί τα μέσα του 2011 οι ενάγοντες δέχτηκαν έλεγχο από την υπηρεσία ΦΠΑ. Με βάση τον έλεγχο αυτό η εν λόγω υπηρεσία, έχοντας εκδώσει προηγουμένως και σχετική εγκύκλιο αναφορικά με θέματα αντιπαροχών υπ'αρ.105, εντόπισε τη συμφωνία αντιπαροχής και διαπίστωσε ότι δεν εκδόθηκε τιμολόγιο πώλησης για το διαμέρισμα και δεν καταβλήθηκε ΦΠΑ. Λαμβάνοντας δε υπόψη την εκτιμημένη τιμή πώλησης από το κτηματολόγιο, θεώρησε ότι θα έπρεπε να είχε εκδοθεί από τους ενάγοντες τιμολόγιο πώλησης συνολικής αξίας €102.516.- και επομένως προέκυπτε φόρος ύψους €13.371,
  9. Γι' αυτό η Υπηρεσία ΦΠΑ προέβη στις 09/08/2011 σε βεβαίωση φόρου και ζήτησε από τους ενάγοντες την πληρωμή του ποσού. Τότε οι ενάγοντες θεωρώντας ότι το ποσό πιο πάνω όφειλε να το καταβάλει η εναγόμενη, ζήτησαν την καταβολή του από την τελευταία. Η εναγόμενη όμως θεώρησε ακριβώς ότι η καταβολή του ποσού πιο πάνω δεν αποτελούσε δική της υποχρέωση και ότι η συμφωνία που υπέγραψε δεν προνοούσε κάτι τέτοιο και αρνήθηκε να το πράξει.
  10. Ας σημειωθεί επίσης ότι οι ενάγοντες έκαναν αίτηση στις 24/06/2011 για έκδοση τίτλων αναφορικά με τα διαμερίσματα, η οποία όμως δεν προχώρησε διότι η εναγόμενη δεν υπέγραφε και είχε ένσταση επικαλούμενη κακοτεχνίες όσον αφορά την κατασκευή του κτιρίου. Στις 07/03/2013 οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτημα για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό, αίτημα που εγκρίθηκε αλλά όταν ενημερώθηκε η εναγόμενη και πριν αρχίσει η διαδικασία για να εκδοθούν τίτλοι τελικά η εναγόμενη υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και εκδόθηκαν οι τίτλοι στις 22/07/2014 (αρ. φακέλου ΑΧ2210/2011). Ας σημειωθεί ότι η εναγόμενη αναφορικά με τις ισχυριζόμενες από μέρους της κακοτεχνίες αποτάθηκε στις 30/05/12 στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, η οποία ότι διαπιστώνει με βάση την επίσκεψη του υγειονομικού επιθεωρητή είναι μη ικανοποιητική λειτουργία του αποχετευτικού συστήματος και σημειώνει ότι θα πρέπει να κληθούν οι υπεύθυνοι να το επιδιορθώσουν. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Είναι σαφές με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας ότι το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί και πιο συγκεκριμένα ότι απαίτηση και ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθούν. Ίσως εκ του περισσού αναφέρεται πως υπό τις περιστάσεις και ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί η αξίωση των εναγόντων για το ΦΠΑ δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς τη θέση των εναγόντων περί εξυπακουόμενου όρου που προκύπτει από τη νομοθεσία, αν και επαναλαμβάνω οι ενάγοντες προσπάθησαν αντίθετα να πείσουν ότι είχε συμφωνηθεί με τον όρο 12 της συμφωνίας και το θέμα του ΦΠΑ, αναφέρω πως σε κάθε περίπτωση δεν εντοπίζεται εξυπακουόμενος όρος που προκύπτει από τη νομοθεσία. Στο σύγγραμμα Το Δίκαιο Των Συμβάσεων, τόμος Β, του Πολύβιου Πολυβίου, σελ.553-554, αναφέρεται ότι υπάρχουν τρείς περιπτώσεις όπου εξυπακούεται η ύπαρξη όρων σε μια σύμβαση, παρόλο που αυτοί δεν έχουν απασχολήσει τα μέρη και δεν έχουν συμφωνηθεί μεταξύ τους. Και γίνεται αναφορά κατ' αρχήν στους εξυπακουόμενους όρους που προκύπτουν από τη νομοθεσία, π.χ. από τον Περί Πώλησης Αγαθών Νόμο όταν αυτός προβλέπει ότι εξυπακούεται σε σύμβαση πώλησης ότι ο πωλητής έχει το δικαίωμα να πωλήσει τα συγκεκριμένα αγαθά ή ότι τα συγκεκριμένα αγαθά είναι ελεύθερα από επιβάρυνση προς όφελος τρίτων. Το σκεπτικό αυτής της κατηγορίας είναι ότι, ως αποτέλεσμα δημόσιας πολιτικής, ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι σε κάποιο είδος σύμβασης θα εξυπακούεται συγκεκριμένος όρος, είτε τα μέρη το επιθυμούν είτε όχι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εξυπακουόμενος ή σιωπηρός όρος απορρέει από τη φύση της σύμβασης και κατ' ουσία διαμορφώνεται ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο το κοινωνικό σύνολο και ο νομοθέτης αντιλαμβάνονται τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επαναλαμβάνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει εκ της νομοθεσίας τέτοιος εξυπακουόμενος όρος. Θα πρόσθετα επίσης εδώ πως η παραπομπή από τους ενάγοντες στην απόφαση στην Προσφυγή 989/2008, Πετρίδου v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 22 Ιουλίου 2010, του τότε Δικαστή του Εφετείου κ.Πασχαλίδη, δεν βοηθά θεωρώ την υπόθεση τους. Η εναγόμενη έλαβε την ειδική χορηγία στις 12/11/2008 και το ύψος της υπολογίστηκε, ως αναφέρεται στο τεκμ.21, «σύμφωνα με τον τύπο και το μέγεθος της κατοικίας όπως προνοεί η σχετική νομοθεσία». Δεν συνδέθηκε η χορηγία με την πληρωμή ΦΠΑ. Εξάλλου το θέμα της πληρωμής ΦΠΑ από τους ενάγοντες προέκυψε το 2011, κατόπιν του ελέγχου που δέχτηκαν ως ανωτέρω έχει σημειωθεί. Επειδή στην έκθεση απαίτησης τους οι ενάγοντες αναφέρουν ότι δικαιούνται το ποσό και με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αναφέρω επιγραμματικά τα εξής. Το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί τα ακόλουθα: «
  11. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε. » Όπως προβάλλεται μέσα από τη νομολογία ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλέπε Παναγιώτης Κιτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1077). Οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία (βλ. Παναγιώτης Κιτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Ismini Kyriacou Hjiloizi & others v. Irini Ioan
(1963)2 C.L.R. 11) για τη θεμελίωση δικαιώματος στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: (α) Η πράξη να είναι νόμιμη. (β) Πρέπει να γίνεται για άλλο πρόσωπο. (γ) Πρέπει να γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει πρόθεση να ενεργεί χαριστικώς και (δ) Το πρόσωπο για το οποίο η πράξη γίνεται πρέπει να απολαμβάνει το όφελος από αυτή. Σχετικά πρόσφατα, στην Πολιτική Έφεση αρ.278/2010, 1. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ, κ.α. v. Δημήτριου Κάκαβου, ημερ.15/10/15, ο έντιμος Δικαστής του Εφετείου κ.Ναθαναήλ ανέφερε τα εξής: " Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjustenrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. MansonInvestments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, από τη μαρτυρία προέκυψε αδιαμφισβήτητα η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία καταρτίστηκε εν μέρει προφορικώς και εν μέρει εγγράφως. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος είχε επικοινωνήσει προσωπικά με την εφεσείουσα 2 επιδεικνύοντας το ενδιαφέρον του για την απόκτηση μετοχών και στη βάση των παραστάσεων που έγιναν συμφώνησαν στην εκ μέρους του αγορά των μετοχών στη PSD, έναντι του ποσού των 8.500 ΛΚ. Στη βάση αυτής της προφορικής συμφωνίας και τις παραστάσεις που έγιναν, ο εφεσίβλητος απέστειλε τα χρήματα στο λογαριασμό της εφεσείουσας 1 και τούτο επιβεβαιώθηκε με το Τεκμήριο 14, το οποίο αφορά τη μεταφορά του ποσού από τράπεζα της Γερμανίας και κατ΄ εντολή του εφεσίβλητου προς το λογαριασμό της εφεσείουσας
  2. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 15 αφορούσε την εντολή που έδωσε ενυπογράφως ο εφεσίβλητος προς την εφεσείουσα 1 με ημερομηνία έκδοσης 4.4.2000, εξουσιοδοτώντας την εφεσείουσα 1 να αγοράσει 21.570 μετοχές στην PSD έναντι του συνολικού ποσού των 29.330 γερμανικών μάρκων. Τα Τεκμήρια 1 και 2 επίσης επιβεβαιώνουν τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εφόσον αυτά αποτελούνται από επιστολές της εφεσείουσας 1, με την υπογραφή της εφεσείουσας 2, προς τον εφεσίβλητο στη Γερμανία με τις οποίες επιβεβαιώθηκαν οι οδηγίες του τελευταίου για την αγορά μετοχών και ότι οι σχετικές μετοχές στην PSD θα μεταβιβάζονταν από το χαρτοφυλάκιο της εφεσείουσας
  3. Στη βάση της επελθούσας συμφωνίας που επιβεβαιώθηκε μετά και το 2005, ακολούθησε η υπαναχώρηση των εφεσειόντων ούτως ώστε ο εφεσίβλητος να δικαιούτο σε αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης συμφωνίας. Είναι γνωστό ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά, (Alpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679 και A. Panayides Contracting Ltd v. M.& M. Frangos Engineering and Contracting Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136). Σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας ενός των μερών, το αναίτιο μέρος δικαιούται στο δίκαιο των αποζημιώσεων να ακυρώσει τη σύμβαση ώστε να μην είναι ο ίδιος υπόλογος για οποιαδήποτε δική του υποχρέωση, να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε και να αναζητήσει αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους ή οποιαδήποτε απώλεια έχει υποστεί λόγω της παράβασης της συμφωνίας, (δέστε Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» σελ. 744, κ.ε.). Αποτελεί περαιτέρω δεδομένο στα γεγονότα της εκδικασθείσας υπόθεσης ότι παρά την επιδίωξη εκ μέρους του εφεσίβλητου απόδοσης λογαριασμών ως προς τα χρήματα που κατέβαλε στους εφεσείοντες, υπό τύπο βεβαίως απώλειας ευκαιρίας ή κέρδους, η θεραπεία αυτή δεν προωθήθηκε. Επομένως ο εφεσίβλητος δικαιούτο απλά να ανακτήσει το καταβληθέν υπό αυτού ποσό ως αποζημίωση για τη διάρρηξη της συμφωνίας και αυτό αποτελεί μια κλασσική θεραπεία του δικαίου των συμβάσεων. Αυτή, θα ήταν η ορθότερη προσέγγιση από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου ώστε να αντιμετωπισθεί η περίπτωση ως μια καθαρή διάρρηξη συμφωνίας. Όμως και η αποκατάσταση, που είναι στο επίκεντρο των αποζημιώσεων για την παράβαση της συμφωνίας, μπορούσε να δοθεί εφόσον στην ουσία δεν δόθηκε καμία απολύτως αντιπαροχή εκ μέρους των εφεσειόντων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Koffan and Macdonald: "The Law of Contract" 6η έκδ. σελ. 577-578, παρ. 21.25, κατά κανόνα στην περίπτωση όπου ο ενάγων έχει ωφελέσει τον εναγόμενο με την καταβολή χρημάτων, η διάρρηξη της συμφωνίας θα επιφέρει τον τερματισμό της ώστε να είναι δυνατή η αποκαταστατική θεραπεία χωρίς να θεωρείται ότι υπάρχει άλλη επέμβαση στις δοσοληψίες των διαδίκων. Η βάση της ανάκτησης είναι ο πλουτισμός του εναγομένου και όχι η απώλεια του ενάγοντα και ο λόγος που ο πλουτισμός θεωρείται άδικος, είναι η πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής. " Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές πως δεν εφαρμόζονται οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι ενάγοντες σύνηψαν συμφωνία αντιπαροχής με την εναγόμενη. Η εναγόμενη μεταβίβασε το μερίδιο επί του οικοπέδου που συμφωνήθηκε και οι ενάγοντες της μεταβίβασαν ένα διαμέρισμα. Η εναγόμενη τήρησε τις υποχρεώσεις της από φορολογικής άποψης και έλαβε τις απαλλαγές που απαιτούνταν για να γίνει μεταβίβαση του οικοπέδου. Κοντολογίς έγινε ότι συμφωνήθηκε ή και οι δύο πλευρές έλαβαν ότι συμφώνησαν. Το γεγονός ότι προέκυψε μια υποχρέωση των εναγόντων στο ΦΠΑ για τη συγκεκριμένη αντιπαροχή, έχοντας υπόψη και όσα αναφέρθηκαν, σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται άδικος πλουτισμός της εναγόμενης. Εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες ουδέν έπραξαν για λογαριασμό της εναγόμενης και προέκυψε συνεπεία τούτου άδικος πλουτισμός. Όσον αφορά τις πρόσθετες εργασίες που αξιώνουν οι ενάγοντες, επαναλαμβάνω δεν έχουν παρουσιάσει καμία συγκεκριμένη μαρτυρία, στοιχείο ή απόδειξη ως προς την πραγματική εκτέλεσης τους. Αρκέστηκαν στην παρουσίαση μιας σελίδας εις την οποία καταγράφουν οι ίδιοι τις ισχυριζόμενες εργασίες και βεβαίως τούτο δεν ικανοποιεί, ούτε και μπορεί να αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους για την απόδειξη των συγκεκριμένων εργασιών. Γιατί δεν παρουσίασαν τις αποδείξεις που πλήρωσαν σε τρίτους ή έστω κάποιες από τους τελευταίους, ή ακόμη γιατί δεν τους κάλεσαν να δώσουν μαρτυρία; Καμία εξήγηση δεν έχουν δώσει και εν πάση περιπτώσει με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει δεν έχουν πείσει. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, πέραν των όσων αναφέρονται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν χρειάζεται να λεχθεί τίποτε περισσότερο. Λέγω μόνον ότι ως προς το κομμάτι που αφορά το αποχετευτικό, αν και εντοπίζεται κάποιο θέμα, εντούτοις δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με τη διάσταση του προβλήματος και την αξία αποκατάστασης του. Η αξίωση στην ανταπαίτηση λέω πως γενικότερα δεν έχει αποδειχθεί. Κατάληξη Οι ενάγοντες καταλήγω πως δεν έχουν αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους και δεν έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον της εναγόμενης και αντίστοιχα η εναγόμενη δεν έχει αποδείξει την ανταπαίτηση της εναντίον των εναγόντων. Συνεπώς η αγωγή και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Εν σχέση με τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.