LNAS DEVELOPERS LTD ν. Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 454/2019, 29/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A260 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 454/2019 Μεταξύ: LNAS DEVELOPERS LTD Ενάγουσας -και- Χρίστου XXXXX Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 12.4.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 29 Αυγούστου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & Σία Για Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Λουκάς Π. Λουκά. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, η οποία καταχωρήθηκε στις 12.4.2019 με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, οι ενάγοντες αξιούν, μεταξύ άλλων θεραπειών, την έκδοση διατάγματος το οποίο (α) να «απαγορεύει» στον εναγόμενο (προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων του), να επεμβαίνει και/ή κατέχει το διαμέρισμα αρ. XXX στον 2ον όροφο της πολυκατοικίας «XXXXX Court" στην οδό XXXXX στο χωριό Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας και (β) να τον διατάσσει (προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων του) όπως παραδώσει το διαμέρισμα στους ενάγοντες κενό και ελεύθερο κατοχής. Αξιώνουν επίσης την καταβολή του ποσού των €14.600- ως οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο 1.3.2013 μέχρι 1.3.2019, καθώς και την καταβολή ενδιάμεσων κερδών προς €350= μηνιαίως μέχρι την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος. Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα μονομερώς, οι ενάγοντες επιζητούν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτού, να επεμβαίνει και/ή να κατέχει το Διαμέρισμα υπ΄ αριθμό εγγραφής 0/XXXX, Φ/Σχ. 50/46, Τεμάχιο επί XXX, στον δεύτερο όροφο, αριθμός θύρας XXX, πολυκατοικία XXXXX Court στην οδό XXXXX, στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να απαγορεύεται στον Εναγόμενο προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτού, να επεμβαίνει και/ή να κατέχει το Διαμέρισμα υπ΄ αριθμό εγγραφής 0/XXXX, Φ/Σχ.50/46, Τεμάχιο επί XXX, στον δεύτερο όροφο, αριθμός θύρας XXX, στην πολυκατοικία XXXX Court στην οδό XXXXX, στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου, εκτός εάν καταβάλει εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, το ποσό των €14,600,- που αφορά οφειλόμενα ενοίκια μέχρι την 01/04/
- Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. Δ. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8 και 9 στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 άρθρα 42 και 43, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 23 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Χριστοφόρου, διευθυντού των εναγόντων, ο οποίος αναφέρει τα εξής: Οι ενάγοντες είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη γης και τις πωλήσεις ακινήτων. Λόγω της οικονομικής κρίσης, από το 2012 η εταιρεία είναι αδρανής και «απλά διαχειρίζεται κάποια ακίνητα τα οποία είναι υποθηκευμένα και γίνονται προσπάθειες να διασωθούν». Στις 18.2.2013, οι ενάγοντες ενοικίασαν το αναφερόμενο στην Αίτηση διαμέρισμα στον εναγόμενο (ομνύων και εναγόμενος είναι πρώτα ξαδέλφια, αφού οι πατεράδες τους είναι αδέλφια) στη βάση Ενοικιαστηρίου Εγγράφου της ίδιας ημερομηνίας, για περίοδο ενός έτους, από 1.3.2013 μέχρι 1.4.2014, αντί του μηνιαίου ενοικίου των €200=. Ο εναγόμενος έλαβε κατοχή του διαμερίσματος την 1.3.2013 και συνεχίζει και μέχρι σήμερα να το κατέχει. Η οικοδομή, μέρος της οποίας είναι το διαμέρισμα, έχει ανεγερθεί τα έτη 2004-2005 και συνεπώς το διαμέρισμα δεν καλύπτεται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Ο εναγόμενος «ουδέποτε» πλήρωσε ενοίκιο και μέχρι σήμερα κατέχει και χρησιμοποιεί το διαμέρισμα τόσο ο ίδιος όσο και ο γιος του, παρόλο που το Ενοικιαστήριο Έγγραφο έληξε την 1.4.2014 και η ενοικίαση μετατράπηκε σε ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Με επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 11.12.2018, ο εναγόμενος κλήθηκε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια ύψους €14.000= (€200 x 70 μήνες) μέχρι τότε. Ο εναγόμενος αρνήθηκε να πληρώσει προβάλλοντας πως ο ομνύων χρωστούσε χρήματα στον πατέρα του και/ή στον ίδιο. Οι ενάγοντες απέρριψαν τους ισχυρισμούς και απάντησαν πως τα ενοίκια οφείλονται σ΄ αυτούς (η εταιρεία έχει ξεχωριστή νομική οντότητα) και όχι στον ομνύοντα προσωπικά. Οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 18.2.2019 (επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο στις 21.2.2019) τερμάτισαν την ενοικίαση και κάλεσαν τον εναγόμενο να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια και να παραδώσει μέχρι την 1.4.2019 την κατοχή του διαμερίσματος. Ο εναγόμενος δεν έπραξε ούτε το ένα ούτε και το άλλο. Είναι παραδεκτό από πλευράς του ομνύοντα (παρόλο που κατά τον ίδιο τούτο είναι άσχετο με την υπόθεση) πως «όντως υπήρχε ένα χρέος» δικό του προς τον πατέρα του εναγόμενου, το οποίο προήλθε από «κάλυψη» που του έδωσε ο θείος του σε δάνεια της πρώην ΣΠΕ ΠΕΡΒΟΛΙΩΝ, την περίοδο 2001 και
- Είναι η θέση του πως τόσο ο ίδιος όσο και ο δικός του πατέρας, προέβηκαν «σε διάφορες διευθετήσεις» για το εν λόγω χρέος το οποίο έχει εξοφληθεί πλήρως (στη δήλωση του επισυνάπτει δήλωση του XXXXX Αντζουλή, πατέρα του εναγόμενου, με ημερομηνία 24.9.2012, σύμφωνα με την οποία, ο XXXXX Χριστοφόρου εξόφλησε τις οφειλές του προς τον ίδιο). Δεν όχλησε «επίσημα» τον εναγόμενο για τα απλήρωτα ενοίκια, «παρά μόνο έκανε προφορικές εκκλήσεις σε τυχαίες συναντήσεις τους», λόγω της συγγενικής τους σχέσης αφενός και των προτροπών του δικού του πατέρα αφετέρου. Οι ενάγοντες έχουν στην ιδιοκτησία τους το επίδικο διαμέρισμα καθώς και δύο οικόπεδα, τα οποία είναι υποθηκευμένα στον «Συνεργατισμό» για συνολικό ποσό €250.000=. Είναι εκτεθειμένος σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια για ποσό πέραν των €700.000=. Τον Απρίλιο - Μάιο του 2018 προέβη σε αναδιάρθρωση των δανείων στον Συνεργατισμό και τον Δεκέμβριο του 2018 υποθήκευσε εκ νέου το επίδικο διαμέρισμα. Προσπάθεια του είναι να σώσει την οικία του (είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι των εναγόντων και δεν έχει μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του) στην οποία διαμένει με την οικογένεια του (σύζυγος και δύο ανήλικα παιδιά). Η οικία του, είναι υποθηκευμένη στην Ελληνική Τράπεζα και τον «Συνεργατισμό» και ο ίδιος βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις μαζί τους για την αναδιάρθρωση του συγκεκριμένου δανείου. Στα πλαίσια αναδιάρθρωσης, η καταβλητέα δόση για το δάνειο είναι €530= μηνιαίως. Από τον Ιούνιο του 2018 «προσπαθεί» να πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα και από τον Νοέμβριο του 2018 άρχισε να «αναζητεί» από τον εναγόμενο τα απλήρωτα ενοίκια. Επειδή έχει καθυστερήσει να πληρώσει τρεις δόσεις, είναι θέμα χρόνου για τους δανειστές να προχωρήσουν σε εκποίηση του επίδικου διαμερίσματος. Είναι η θέση του πως ο εναγόμενος με την «παράνομη πλέον επέμβαση του» στην ιδιοκτησία των εναγόντων, τους αποστερεί το δικαίωμα να εκμεταλλευτούν την περιουσία τους, με κίνδυνο την άμεση και ολοκληρωτική καταστροφή τόσο των εναγόντων όσο και του ιδίου προσωπικά. Διατείνεται επίσης πως ο εναγόμενος «προτίθεται να συνεχίσει να κατέχει το επίδικο διαμέρισμα χωρίς να καταβάλλει οποιοιδήποτε ενοίκιο εκτός εάν εμποδιστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου.» Τέλος προβάλλει πως «το ζητούμενο διάταγμα δεν θα επιφέρει καμία απολύτως ζημιά στον εναγόμενο, ο οποίος κατέχει και εκμεταλλεύεται το ακίνητο της εταιρείας με εγωιστικό τρόπο αρνούμενος να καταβάλει ενοίκια και αρνούμενος να παραδώσει την κατοχή του.» Το Δικαστήριο έκρινε πως το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορούσε να δοθεί μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης στην άλλη πλευρά. Ο εναγόμενος ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Προβάλλει πως η Αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη, αστήρικτη, αδικαιολόγητη και αντικανονική, πως οι ενάγοντες όχι μόνο δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων, αλλά κακόπιστα και/ή εσκεμμένα και/ή άλλως πως, απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και πληροφορίες. Πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πως το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) γέρνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και πως ενδεχόμενη έκδοσης τους, θα προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά στον ίδιο παρά στους ενάγοντες. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγομένου. Ο εναγόμενος ο οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων, προβάλλει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Ισχυρίζεται τα εξής. Ο XXXXX Χριστοφόρου, διευθυντής των εναγόντων, υπό την προσωπική του ιδιότητα ζήτησε στο παρελθόν οικονομική βοήθεια από τον πατέρα του. Ο τελευταίος, του δάνεισε τα χρήματα με τον όρο πως το χρέος θα εξοφλείτο. Επειδή με την πάροδο του χρόνου ο XXXXX Χριστοφόρου αδυνατούσε να εξοφλήσει το χρέος του, συμφώνησε με τον πατέρα του ομνύοντα όπως παραχωρήσει στον τελευταίο το επίδικο διαμέρισμα το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι των εναγόντων. Λόγω του ότι το διαμέρισμα ήταν υποθηκευμένο στις Τράπεζες και δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του ή επ΄ ονόματι του πατέρα του, οι ενάγοντες (μέχρις ότου καταφέρουν να το απαλλάξουν από τις υποθήκες), του το παραχώρησαν, χωρίς την υπογραφή οποιουδήποτε πωλητηρίου εγγράφου, ώστε να το κατέχει και να το εκμεταλλεύεται. Τον Φεβρουάριο του 2013, όταν αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το διαμέρισμα ζήτησε από τους ενάγοντες την υπογραφή του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ώστε να «μεταβιβαστεί» το νερό και το ρεύμα επ΄ ονόματι του. Σήμερα στο διαμέρισμα διαμένει ο υιός του με την σύζυγο του. Από την ημέρα υπογραφής του εν λόγω Εγγράφου, μέχρι και τον Νοέμβριο του 2018, ουδέποτε οι ενάγοντες ή ο XXXXX Χριστοφόρου προσωπικά, όχλησαν τον ίδιο ή τον υιό του για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ως ενοίκιο (άλλωστε η συμφωνία τους δεν προνοούσε κάτι τέτοιο). Αντίθετα, ο ίδιος «οχλούσε» συνεχώς τον XXXXX Χριστοφόρου για να ενημερωθεί για την «πορεία απαλλαγής του διαμερίσματος από τις υποθήκες». Ο τελευταίος του έλεγε πως εξαιτίας της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ήταν αδύνατο οι ενάγοντες να εξοφλήσουν τα χρέη τους και του συνιστούσε υπομονή. Λόγω της στενής συγγενικής σχέσης με τον Λεόντιο Χριστοφόρου, ο ίδιος δεν ήθελε να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του. Τον Νοέμβριο του 2018 ο XXXXX Χριστοφόρου επικοινώνησε μαζί του και ζήτησε να του παραδοθεί η κατοχή του διαμερίσματος λόγω των προβλημάτων που είχε ο πρώτος με τις τράπεζες. Ο ίδιος εξεπλάγη και αντέτεινε στον Χριστοφόρου πως το διαμέρισμα του ανήκει, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Το Έγγραφο (Τεκμήριο Ι στην Ένορκη Δήλωση του Χριστοφόρου) ο πατέρας του το υπέγραψε, μετά που οι ενάγοντες συμφώνησαν να του παραχωρήσουν το επίδικο διαμέρισμα. Σε καμία περίπτωση ο πατέρας του δεν θα υπέγραφε πως οι μεταξύ τους οικονομικές διαφορές έχουν επιλυθεί, εάν δεν του παραχωρείτο το διαμέρισμα. Τέλος αναφέρει πως ο ίδιος είναι αξιόχρεος και είναι σε θέση να ανταποκριθεί σ΄ οποιαδήποτε αξίωση των εναγόντων, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο (Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρησή του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος (Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255). Το Δικαστήριο, στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά τούτο γίνεται για να διαπιστωθεί απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση), φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 (Ν.14/60)και να καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της επέμβασης. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ορίζει πως «παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Νομολογιακά έχει λεχθεί [Adamou v. Christofi
(1974)1 CLR 100] πως σκοπός του νόμου είναι η προστασία της κατοχής (ως προέκταση της προστασίας του προσώπου) και η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς την συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από τον νόμο. Οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος. Τούτο δεν αμφισβητείται από πλευράς εναγομένου. Είναι η θέση των εναγόντων, όπως προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, πως ο εναγόμενος κατείχε νόμιμα το διαμέρισμα, ως ενοικιαστής, μέχρι και την 18.2.2019, όπου η ενοικίαση τερματίστηκε από τους ενάγοντες, αφού ο εναγόμενος παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις (μη καταβολή των ενοικίων) και πως από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι και σήμερα κατέχει το διαμέρισμα ως επεμβασίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση η οποία είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, θεωρώ πως εν προκειμένω και αυτή ικανοποιείται. Όπως νομολογιακά έχει λεχθεί, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα μόνο χρηματικής αποζημίωσης. Οι ενέργειες του εναγόμενου επηρεάζουν τα δικαιώματα των εναγόντων ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο, όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι «δίκαιον ή πρόσφορον», κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει το Προσωρινό Διάταγμα. Η απόφαση του Δικαστηρίου επί τούτου, αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας, η οποία ασκείται με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα που έχει ενώπιον του. Το κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον διάταγμα εξετάζεται, όπως συνηθίζεται να λέγεται, με αναφορά στο «ισοζύγιο της ευχέρειας»(balance of convenience), όρος ο οποίος αντανακλά στην επίδραση του μέτρου στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρόλο που οι ενάγοντες διατείνονται ότι εκείνο που επιζητούν είναι την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων (στην Αίτηση χρησιμοποιείται η λέξη «απαγορεύεται»), εντούτοις αυτό που κατ΄ ακρίβεια επιζητούν είναι την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει τον εναγόμενο να παύσει να «επεμβαίνει και/ή να κατέχει» το διαμέρισμα. Ουσιαστικά επιδιώκεται η εκκένωση και ή παράδοση του διαμερίσματος στους ενάγοντες αφού κατ΄ ισχυρισμό, δεν υφίσταται πλέον η σύμβαση ενοικίασης του, η οποία κατά τους ίδιους έχει τερματιστεί νόμιμα. Με δεδομένο το περιεχόμενο και την επίδραση του αιτουμένου διατάγματος αυτό, όσον αφορά την φύση του, είναι προστακτικό και όχι απαγορευτικό. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος, καθιστούν σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσης του [βλ. Σοφοκλέους κ.α. ν. Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2047]. Τούτο εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι συνήθως είναι πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση ενός προστακτικού παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Τούτο παραπέμπει επίσης στην αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Το Δικαστήριο, όπως έχει προαναφερθεί, εξετάζοντας την αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας και αποφασίζοντας επί τούτου, ασκώντας σε κάθε περίπτωση τη διακριτική του εξουσία, δεν ακολουθεί απαραίτητα την κατάληξη του όσον αφορά τις προϋποθέσεις του εδαφίου 1 του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο, δηλαδή, είναι δυνατόν να μην εγκρίνει το αίτημα για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος παρά την διαπίστωση του ότι έχουν ικανοποιηθεί οι εν λόγω προϋποθέσεις [Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222, Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ ν. ΧΧΧ Σούλη, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε.75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018]. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, η προσοχή του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση που διενεργεί στο πλαίσιο εφαρμογής της εν λόγω αρχής εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως η θέση που έχει προβάλει ο εναγόμενος ότι το διαμέρισμα του παραχωρήθηκε στα πλαίσια εξόφλησης των χρημάτων που όφειλε ο XXXXX Χριστοφόρου στον πατέρα του και πως το Ενοικιαστήριο Έγγραφο της 18.3.2013, υπογράφηκε μόνο για τους σκοπούς που αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση («για να μπορώ να μεταβιβάσω το νερό και το ρεύμα του επίδικου διαμερίσματος επ΄ ονόματι μου»), έχει ίσες πιθανότητες επιτυχίας με τη θέση των εναγόντων πως ο εναγόμενος κατέχει το διαμέρισμα ως επεμβασίας, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ενοικίασης. Συνεπώς, εάν στο τέλος της ημέρας η αγωγή απορριφθεί, η ζημιά που θα προκληθεί στον εναγόμενο (εάν εκδοθεί στο παρόν στάδιο το αιτούμενο διάταγμα) θα είναι μεγαλύτερη από τις συνέπειες που θα έχει η μη έκδοση του διατάγματος. Θεωρώ επίσης πως με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα δοθεί στους ενάγοντες η τελική θεραπεία την οποίαν αξιώνουν με την αγωγή τους, θεραπεία η οποία είναι ανεπίτρεπτο να δοθεί στο παρόν στάδιο. Βασική αρχή της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης πραγμάτων, μέχρις ότου εκδικαστούν τα επίδικα θέματα, στο κατάλληλο στάδιο. Με βάση τα όσα έχω προαναφέρει, κρίνω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Είναι η κατάληξη μου πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος του εναγομένου - καθ΄ ου η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων - αιτητών. (Υπ.) ............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο