← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΑΝΝΑΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1313 / 2016, 19/12/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΑΝΝΑΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1313 / 2016, 19/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1313 / 2016 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες - και -

  1. XXXXX ΚΑΝΝΑΟΣ ή/και XXXXX ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΝΝΑΟΣ
  2. XXXXX ΚΑΝΝΑΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 15.3.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: Ο κ. Αλέξ. Κουκούνης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ηλία) Για τους Εναγόμενους-Καθ'ων η Αίτηση: Ο κ. Θ. Αντωνίου για ΚΕΝΔΕΑΣ Α. ΣΕΡΓΗ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο ίδιος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός, διεξάγων εργασίες στην Κύπρο. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, κατά ή περί την 10.2.2010 παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 και 2, στην βάση γραπτής συμφωνίας, δάνειο τακτής προθεσμίας (στεγαστικό) ύψους €280.000- πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή με 24 μηνιαίες δόσεις ύψους €1.414,57 εκάστη, και στην συνέχεια με 216 μηνιαίες δόσεις ύψους €1.600- εκάστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 5.3.
  4. Το δάνειο θα έφερε τόκο προς 1,95% (σταθερό επιτόκιο) για περίοδο 2 ετών και στην συνέχεια με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor, προσαυξημένο κατά 2,45%. Ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου διαφοροποιήθηκε στην συνέχεια έτσι ώστε το ποσό των μηνιαίων δόσεων να μειωθεί και ο πληρωτέος τόκος να αυξηθεί. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, ο εναγόμενος 1 ενέγραψε προς όφελος των εναγόντων στο Κτηματολόγιο Λάρνακος, στις 18.2.2010, την υποθήκη ΥXXX/2010, επί ακινήτου του (οικόπεδο με διώροφη κατοικία, στην οδό XXXXX 2, ενορία XXXXX, Δήμος Αραδίππου, επαρχία Λάρνακος) για ποσό €308.000- πλέον τόκο προς 1,95% ετησίως επί ποσού €308.000- από 18.2.2010 μέχρι εξόφλησης. Είναι θέση των εναγόντων πως οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέβηκαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, αφού παρέλειψαν να αποπληρώσουν το δάνειο. Οι ίδιοι, με επιστολή τους ημερομηνίας 24.5.2016, τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού του δανείου και απαίτησαν την πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Με την αγωγή τους επιζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €298.773,63 πλέον τόκου και εξόδων. Επιζητούν επίσης την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς, οι ενάγοντες-αιτητές επιζητούν: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον εναγόμενο 1 όπως μη πωλήσει, δωρίσει, ενοικιάσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, διαθέσει, εκχωρήσει, μεταβιβάσει, εκμεταλλευθεί, διαχειριστεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει το χωράφι με αρ. εγγραφής 4/XXX, Φύλλο/Σχέδιο 40/47 Ε1, τμήμα 4, τεμάχιο XXX, τοποθεσία Πάνω Μονάρκα, Ενορία Απόστολος Λουκάς, Δήμος Αραδίππου, Επαρχία Λάρνακας, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, μέχρι εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής των εναγόντων-αιτητών ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον εναγόμενο 1 όπως μη πωλήσει, δωρίσει, ενοικιάσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, διαθέσει, εκχωρήσει, μεταβιβάσει, εκμεταλλευθεί, διαχειριστεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει το οικόπεδο με αρ. εγγραφής 6/XXXX, Φύλλο/Σχέδιο 40/47 W2, τμήμα 6, τεμάχιο XXX, Λεωφόρος XXXXX 112, Ενορία XXXXX, Δήμος Αραδίππου, Επαρχία Λάρνακας, εγγεγραμμένο μερίδιο το ¼, μέχρι εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής των εναγόντων-αιτητών ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον εναγόμενο 1 όπως μη πωλήσει, δωρίσει, ενοικιάσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, διαθέσει, εκχωρήσει, μεταβιβάσει, εκμεταλλευθεί, διαχειριστεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει το οικόπεδο με αρ. εγγραφής 6/XXX, Φύλλο/Σχέδιο 40/47 W2, τμήμα 6, τεμάχιο XXXX, Λεωφόρος XXXXX 112, Ενορία XXXXX, Δήμος Αραδίππου, Επαρχία Λάρνακας, εγγεγραμμένο μερίδιο το ¼, μέχρι εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής των εναγόντων-αιτητών ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα συν ΦΠΑ και το τέλος επίδοσης.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 θ.7-15, Δ.5 θ.1-8, 9, 10, Δ.48 θ.1-7, 8, 9-13, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149, άρθρα 10, 73-75, 84, 85, 86, 87, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 1-71, 32

(1),
(2),
(3), 41, 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 1-3, 4, 5
(1),
(2),
(3),
(4),
(5), 7-8, 9
(1)-
(4), 10-13, 14
(1)(α),(β),(γ),(δ),(ε)
(2)-
(4), 15-21, 22-38, 39-72, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, άρθρα 1-7, 8-20, 21-44, 45-55, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, στην νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του XXXXX Στυλιανού, υπαλλήλου των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς. Όπως αναφέρει, τον Οκτώβριο του 2018, ο δικηγόρος του εναγομένου 1 «εξέφρασε» στους ενάγοντες την επιθυμία του τελευταίου για εξώδικη διευθέτηση του επίδικου χρέους, με την μεταβίβαση σ' αυτούς ενός χωραφιού (αριθμός εγγραφής 4/XXX, Φ/Σχ.40/47 Ε.1, τμήμα 4, τεμάχιο XXX), στην τοποθεσία Πάνω Μονάρκα, ενορία Απόστολος Λουκάς, Δήμος Αραδίππου, ώστε να απαλλαγεί το ενυπόθηκο ακίνητο, το οποίο συνιστά την «πρώτη κατοικία» του εναγομένου
  1. Το χωράφι εκτιμήθηκε για λογαριασμό των εναγόντων από δύο εκτιμητές ακινήτων. Σύμφωνα με την Έκθεση Εκτίμησης του XXXXX Ζακχαίου ημερομηνίας 18.10.2018 (Τεκμήριο 10), η αξία καταναγκαστικής πώλησης του χωραφιού είναι €80.000- ενώ σύμφωνα με την Έκθεση Εκτίμησης της Γεωργίας Αναστασίου ημερομηνίας 25.10.2018 (Τεκμήριο 11) είναι €105.000-. Η μέση τιμή της αξίας ως προς την καταναγκαστική πώληση είναι €92.500-. Η αξία δηλαδή του χωραφιού είναι πολύ χαμηλότερη από το επίδικο χρέος το οποίο στις 13.3.2019 ανερχόταν σύμφωνα με Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 8) στο ποσό των €344.599,
  2. Οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον δικηγόρο του εναγόμενου 1 πως η συγκεκριμένη πρόταση δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Οι συζητήσεις για εξώδικη διευθέτηση συνεχίστηκαν. Προτάθηκε εκ μέρους του εναγόμενου 1, η μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου. Διενεργήθηκε και πάλι εκτίμηση από δύο ανεξάρτητους εκτιμητές ακινήτων. Η Έκθεση Εκτίμησης της XXXXX Αναστασίου ημερομηνίας 13.2.2019 (Τεκμήριο 13), καταδείκνυε ως αξία καταναγκαστικής πώλησης το ποσό των €154.000-, ενώ σύμφωνα με την Εκτίμηση της XXXXX Παπαπέτρου ημερομηνίας 15.2.2019 (Τεκμήριο 14) η αξία καταναγκαστικής πώλησης, ανερχόταν στο ποσό των €178.000-, με μέση τιμή αξίας καταναγκαστικής πώλησης τις €166.000-. Η μέση τιμή της αξίας καταναγκαστικής πώλησης είναι κατά πολύ χαμηλότερη από το επίδικο χρέος. Και η συγκεκριμένη πρόταση του εναγομένου 1 απερρίφθη. Οι ενάγοντες αντιπρότειναν όπως ο εναγόμενος 1 μεταβιβάσει εκτός από το ενυπόθηκο ακίνητο και το χωράφι με αριθμό εγγραφής 4/XXX, πρόταση η οποία απερρίφθη από τον τελευταίο. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες όπως το μερίδιο (1/4) του εναγομένου 1 επί των δύο υπολοίπων ακινήτων του, τα οποία είναι ελεύθερα επιβαρύνσεων, εκτιμηθεί για σκοπούς καταναγκαστικής πώλησης. Η εκτίμηση διενεργήθηκε από τον εκτιμητή ακινήτων XXXXX Φιντικλή (η Έκθεση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16). Η αξία του μεριδίου στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6/XXX υπολογίστηκε στις €50.000- ενώ στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6/XX στις €58.000-. Είναι η θέση του ομνύοντα πως η αξία του μεριδίου του εναγομένου 1 στα δύο προαναφερόμενα ακίνητα, σε συνδυασμό με την μέση τιμή της αξίας για καταναγκαστική πώληση τόσο του ενυπόθηκου ακινήτου όσο και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/XXX, θα είναι αρκετή για να καλύψει το επίδικο χρέος. Διατείνεται επίσης πως ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ο εναγόμενος 1 ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην Ένσταση που καταχώρησε προβάλλει πως δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογημένες προϋποθέσεις για την έκδοση του. Πως οι ενάγοντες παραθέτουν «αναληθή ή και παραποιημένα» γεγονότα στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση. Πως το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση, δεν τεκμηριώνει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Τέλος πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει εναντίον της έκδοσης του διατάγματος. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του εναγόμενου 1, ο οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και επαναλαμβάνει τους δικούς του ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε. Διατείνεται πως οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι άκυροι, καταχρηστικοί και παράνομοι καθότι η συμφωνία καταρτίστηκε από τους ενάγοντες χωρίς ο ίδιος να έχει δικαίωμα διαπραγμάτευσης των όρων της. Προβάλλει περαιτέρω πως το κατ'ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου περιέχει παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς, καθώς και τόκο που υπερβαίνει το υπό του Νόμου επιτρεπόμενο ανώτατο όριο. Κατά τον ίδιο, οι ενάγοντες γνώριζαν κατά τον χρόνο σύναψης του δανείου ότι ήταν ιδιοκτήτης και άλλης ακίνητης περιουσίας (την κληρονόμησε από τους γονείς του), πλην όμως «αποφάσισαν» να λάβουν ως εξασφάλιση μόνο το ενυπόθηκο ακίνητο και τις προσωπικές εγγυήσεις του ιδίου και της συζύγου του (εναγόμενης 2). Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd, 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής [(Βλ. επίσης τις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Stavros Hotel Apartments Ltd και άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836]. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του, όση κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το εν λόγω άρθρο κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα, θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στον βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269,
  1. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων είναι πως με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ.14/
  2. Από τις Έγγραφες Προτάσεις και ειδικώτερα από την Έκθεση Απαίτησης, την Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Η βάση της αγωγής στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη των εναγομένων 1 και 2 να υλοποιήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει της συμφωνίας δανείου. Σ'αυτούς, ως οι λήπτες του δανείου, επιρρίπτεται πως δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της συμφωνίας, αφού παρέλειψαν να καταβάλουν τις οφειλόμενες δόσεις του δανείου με αποτέλεσμα αυτές να καταστούν ληξιπρόθεσμες, και συνακόλουθα ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου να καταστεί απαιτητό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως η υπογραφή της Συμφωνίας δανείου δεν αμφισβητείται από πλευράς των εναγομένων. Ό,τι αμφισβητείται είναι η εγκυρότητα της συμφωνίας. Τούτο όμως είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την ακρόασης της υπόθεσης όπου θα εξεταστούν όλα τα επίδικα θέματα και όχι στο παρόν στάδιο. Με τα όσα στοιχεία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως οι ενάγοντες κατέδειξαν πως έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν την αξίωση τους. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 (Νόμος 14/60), νομολογιακά έχει λεχθεί πως θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το κριτήριο αυτό εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή η επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει ταυτόχρονα να διαγνώσκεται ότι η έκδοση του είναι όρος συντελεστικός για την διατήρηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος. Απαιτείται, δηλαδή, να φαίνεται ότι χωρίς το διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Εν προκειμένω θεωρώ πως η εν λόγω προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Οι ενάγοντες για να στηρίξουν το αίτημα τους, περιορίστηκαν στο να ισχυριστούν πως δεδομένου του ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου δεν είναι αρκετή για να καλύψει την συνολική οφειλή των εναγομένων, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και δεν δεσμευθούν τα συγκεκριμένα ακίνητα του εναγομένου 1, η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση των συγκεκριμένων ακινήτων, θα προκαλέσει στους ενάγοντες ανεπανόρθωτη βλάβη καθώς δεν θα παραμείνει κανένα άλλο ακίνητο, με επαρκή αξία, για να ικανοποιηθεί η απαίτηση των εναγόντων σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ τους. Πέραν του πιο πάνω ισχυρισμού, δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα άλλο στοιχείο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 1 και 2 και ούτε έχει καταδειχθεί πως σε περίπτωση που εξασφαλιστεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αυτοί δεν θα είναι σε θέση να την ικανοποιήσουν. Υπενθυμίζω, επί τούτου, πως στην υπόθεση Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1(Α) Α.Α.Δ.626, η οποία αφορούσε παραβίαση δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά», ήταν γενικός και αόριστος. Κρίθηκε επίσης ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης ήταν τέτοια που θα είχε ως αποτέλεσμα ο Ενάγων να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε περίπτωση που επιτύγχανε στην αγωγή του. Αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί η αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εάν οι ενάγοντες παραχώρησαν το δάνειο στους εναγόμενους, χωρίς να μεριμνήσουν εκ των προτέρων για την πραγματική ή επαρκή εξασφάλιση του, θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να μην επιβραβευθούν με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ένας συμβαλλόμενος πρέπει να μεριμνά εκ των προτέρων για την εξασφάλιση του λαβείν του, χωρίς να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο στο τέλος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ του. Θεωρώ επίσης πως η έκδοση του ζητηθέντος Διατάγματος δεν δικαιολογείται και για έναν ακόμη λόγο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, η δυνατότητα έκδοσης συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με περιουσία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Spidertrade Com Fim. Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ.121, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψη μας προφανές ότι η παρούσα δεν ήταν μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση.» Εν προκειμένω δεν έχουν καταδειχθεί από πλευράς εναγόντων, εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης των συγκεκριμένων ακινήτων του εναγομένου, των οποίων ζητείται η δέσμευση. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2-Καθ'ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων-Αιτητών. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.