← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 77/2013, 19/12/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 77/2013, 19/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 77/2013 Μεταξύ : ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ....... ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ
  2. ....... ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Ανδρέου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Δ.Ζησιμοπούλου). Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χ. Πουτζιουρής (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Γ. Μιντής) Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ποσό €96.002,49.- ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει μεσοπρόθεσμου γραμματίου και/ή συμφωνίας δανείου και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει χρεωστικού λογαριασμού, πλέον τόκους και διάταγμα εκποίησης υποθήκης εναντίον της Εναγόμενης
  3. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατόπιν συμφωνίας που έγινε κατά ή περί την 4/6/2007 οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 για το ποσό των €93.973,07.- και άνοιξαν για το σκοπό αυτό τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX616-
  4. Τα δάνειο θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 6,75%, το οποίο δυνατόν να μεταβληθεί εάν κατά την κρίση των εναγόντων επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή στο βασικό επιτόκιο, στο περιθώριο, στο χρόνο αποπληρωμής, στο ύψος και συχνότητα καταβολής των δόσεων και οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων. Για περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου, των τόκων και των εξόδων και γενικά των υποχρεώσεων των εναγόμενων προς τους ενάγοντες που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου πιο πάνω, η εναγόμενη 2 κατά ή περί τις 08/06/2007 ενέγραψε προς όφελος των εναγόντων την υποθήκη με αρ. ΥXXXXX/07 στη Κτηματολόγιο Λάρνακας επί του ακινήτου υπ'αρ. εγγραφής 7/XXXXX στο Ξυλοφάγου. Κατά παράβαση των όρων της αναφερόμενης συμφωνίας δανείου οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν τις δόσεις του δανείου όπως προβλέπεται στη συμφωνία και παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν. Οι Ενάγοντες τότε με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 20/7/2012 τερμάτισαν τη συμφωνία και απαίτησαν την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού το οποίο κατά την 16/07/12 ανερχόταν στις €96.002,49.- πλέον τόκους και έξοδα από 01/07/
  5. Δυνάμει της συμφωνίας σε περίπτωση που οι εναγόμενοι δεν τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και οποιοδήποτε ποσό καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό τότε το επιτόκιο θα ανέρχεται σε 9% από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέο μέχρι εξόφλησης, οι εναγόμενοι δε ενημερώθηκαν για το επιτόκιο 9% με την επιστολή τερματισμού πιο πάνω. Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι πρόωρη. Από εκεί και πέραν οι εναγόμενοι:
  6. Αναφέρουν πως ο ισχυριζόμενος δανεισμός είναι παράνομος εφόσον αντίκειται στο νόμο.
  7. Αρνούνται την ύπαρξη ή υπογραφή οιασδήποτε συμφωνίας ημερ.04/06/2007 ή του αναφερόμενου λογαριασμού.
  8. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, αν οι ισχυριζόμενες διευκολύνσεις ή και δάνειο αποδειχθούν νόμιμες και ή έγκυρες τότε διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες που επιβλήθηκαν μονομερώς και οι ενάγοντες χρέωσαν τους εναγόμενους μη νόμιμες τραπεζικές χρεώσεις ή και έξοδα ή και παράνομους τόκους και ή αντισυμβατικούς τόκους ή και το αξιούμενο ποσό είναι υπερβολικό και ή μη ορθό.
  9. Οι ενάγοντες ήταν αμελείς και παρέβησαν τα θέσμια καθήκοντα τους όταν χορήγησαν τις επίδικες πιστώσεις. Σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται.
  10. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των ανωτέρω, ισχυρίζονται υπογραφή της συμφωνίας υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης, αθέμιτης επιρροής και εξαναγκασμού.
  11. Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό αποτελεί προϊόν παράνομου ανατοκισμού και καταχρηστικών όρων ή ρητρών.
  12. Οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν νόμιμα τη συμφωνία δανείου ή και τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ή κάλεσαν τους εναγόμενους με οποιοδήποτε τρόπο να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό και οι εναγόμενοι ουδέποτε παρέλαβαν οποιαδήποτε επιστολή.
  13. Δεν παραδέχονται ότι η εναγόμενη 2 υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία για περαιτέρω εγγύηση ή και την υποθήκη.
  14. Οι εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες. Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγομένων και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Αναφέρουν δε ότι η αγωγή δεν είναι πρόωρη και πως η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα. Περαιτέρω αναφέρουν ότι η συμφωνία δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες ή παράνομους τόκους και έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία, οι εναγόμενοι δε είχαν την ευκαιρία να διαπραγματευτούν και να πάρουν συμβουλή νομικού και τα όσα ισχυρίζονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τέλος, αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι κωλύονται να ισχυρίζονται ότι δεν είχαν εισοδήματα και ακόμη ότι αυτοί υπόγραψαν με ελεύθερη συναίνεση και καμία αθέμιτη επιρροή ή ψυχική πίεση ή εξαναγκασμός δεν τους ασκήθηκε και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι ενάγοντες κάλεσαν μία

(1)μάρτυρα ήτοι την XXXXX Σολωμού Χριστοφόρου (ΜΕ1). Οι εναγόμενοι δεν έδωσαν μαρτυρία, ούτε παρουσίασαν άλλο μάρτυρα. Η ΜΕ1, ως αναφέρει στην κατάθεση της τεκμ.1, ήταν υπάλληλος των εναγόντων για αρκετά χρόνια και μέχρι την 31/01/2018 ήταν τοποθετημένη ως λειτουργός στο τμήμα παρακολούθησης και ανάκτησης χρεών των εναγόντων. Από την 01/02/2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας με τους ενάγοντες, με βάση την οποία η εν λόγω εταιρεία Altamira ενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ αυτών και το επίδικο δάνειο. Εξήγα επίσης λεπτομερώς στην κατάθεση της τις μετονομασίες που έλαβαν χώραν αναφορικά με τους ενάγοντες και πως η ΣΠΕ Μακράσυκας έφτασε τελικά να φέρει το όνομα των εναγόντων (βλ. και τεκμ.2 και 3). Κατά την μαρτυρία της κατέθεσε τα εξής έγγραφα:
  1. Δέσμη εγγράφων αναφορικά με τις συγχωνεύσεις και τη μετονομασία της ΣΠΕ Μακράσυκας, που σήμερα φέρουν την ονομασία Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ως Τεκμήρια 2 &
  2. Συμφωνία δανείου, ως Τεκμήριο
  3. Δέσμη αποτελούμενη από το έγγραφο υποθήκης και σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου, ως Τεκμήριο
  4. Δέσμη αποτελούμενη από 2 επιστολές τερματισμού, ως Τεκμήριο
  5. Κατάσταση λογαριασμού, ως τεκμήριο
  6. Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως τεκμήριο
  7. Κατάσταση με τη διακύμανση του επιτοκίου, με επισυνημμένες κάποιες δημοσιεύσεις στον τύπο, ως τεκμήριο
  8. Αίτηση για παροχή δανείου, ως τεκμήριο
  9. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε κυρίως αναφορικά με το θέμα της προσωπικής γνώσης της για τα επίδικα ζητήματα, το αξιούμενο επιτόκιο, για την αναδομημένη κατάσταση και την αίτηση χορήγησης δανείου. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή την μάρτυρα που κατέθεσε και έχω εξετάσει τόσο την προφορική της μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφερε στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εντύπωση που σχημάτισα για την μάρτυρα των εναγόντων που κατάθεσε ενώπιον μου ήταν θετική. Μου έδωσε την εικόνα αξιόπιστης μάρτυρος και ότι αυτή προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια ότι γνώριζε για την υπόθεση, αν και σε κάποια σημεία έκανε ομολογουμένως εικασίες. Όμως από την άλλη παρατηρώ πως στην πραγματικότητα η ίδια δεν γνώριζε οτιδήποτε συγκεκριμένο για την υπόθεση και δεν είχε οιανδήποτε εμπλοκή στην επίδικη συμφωνία. Ούτε ανέφερε πως μίλησε ή έλαβε οιανδήποτε πληροφόρηση από οποιονδήποτε συνάδελφο της που είχε προσωπική εμπλοκή με την επίδικη συμφωνία ή δάνειο ή και τα επίδικα ζητήματα. Ανέλαβε την υπόθεση το 2018 και η γνώση της, ως η ίδια ανέφερε, πηγάζει από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Η ίδια στην ουσία αυτό που έκανε ήταν να εκτυπώσει την κατάσταση λογαριασμού και να ετοιμάσει την αναδομημένη κατάσταση. Συμπεράσματα-Ευρήματα 1. Με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι με το δικόγραφο τους αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς των εναγόντων και κυρίως την υπογραφή και ή κατάρτιση τόσο της συμφωνίας δανείου όσο και της σύμβασης υποθήκης και συνέχισαν να αμφισβητούν την εμπλοκή τους στις συμφωνίες κατά την ακροαματική διαδικασία, οι ενάγοντες όφειλαν να αποδείξουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους και την κατάρτιση των συμφωνιών με τους εναγόμενους ή και την ορθή εκτέλεση των επίδικων συμφωνιών. Είναι σαφές όμως κατά την κρίση μου πως απέτυχαν να το πράξουν, ανεξάρτητα της κατάθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου των τεκμηρίων που αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο πιο πάνω, αφού η μαρτυρία της ΜΕ1 είναι εντελώς ανεπαρκής για να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε εμπλοκή των εναγόμενων στην υπόθεση και κατ' επέκταση οποιαδήποτε ευθύνη τους προς τους ενάγοντες. Στο σημείο αυτό αναφέρω πως η παρούσα υπόθεση προσομοιάζει με τα γεγονότα της Πολ. Εφ. 63/2005, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος v. Σαλούμη κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1347 και όπως στην υπόθεση εκείνη έτσι και εδώ η κατάληξη μου είναι πως η ΜΕ1 ουδεμίαν ουσιαστική γνώση για την υπόθεση αυτή είχε και συνεπώς με την τυπική μαρτυρία που έδωσε, που συνίστατο βασικά στην απλή παρουσίαση των προαναφερομένων τεκμηρίων, δεν είναι δυνατόν να αποδείξει τα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων εις βάρος των εναγόμενων. (βλ. επίσης Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Ε.Τ Autospares Enterprises Ltd κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 843). H σχετική εισήγηση λοιπόν στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων είναι βάσιμη (βλ. σημείο 3, σελ.10) Ανεξάρτητα των ανωτέρω, για σκοπούς πληρότητας αναφέρω και τα εξής. 2. Με βάση τον όρο 7 της συμφωνίας τεκμ.4, «..Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή μέρος του ζητηθεί από την Συνεργατική θα γίνεται πληρωτέο και απαιτητό και θα εξοφλείται. Ο χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως όλο το οφειλόμενο προς τη Συνεργατική ποσό.». Σύμφωνα με την ΜΕ1 οι ενάγοντες με επιστολές τους αλλά και τηλεφωνικές ειδοποιήσεις κάλεσαν τους εναγόμενους να συμμορφωθούν με τους όρους πληρωμής του δανείου και δεν ανταποκρίθηκαν. Η εν λόγω αναφορά της μάρτυρος είναι γενική και η ίδια δεν έχει καμία προσωπική γνώση εν σχέση με αυτό το θέμα, ούτε και ανέφερε από πού άντλησε αυτή την πληροφόρηση. Εν πάση περιπτώσει καμία τέτοια επιστολή δεν παρουσίασε, χωρίς να δοθεί εξήγηση για τούτο. Ας σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν ότι έχουν ειδοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ή και ότι παρέλαβαν οποιαδήποτε επιστολή. Συνεπώς όσα αναφέρει η μάρτυρας δεν γίνονται αποδεκτά και οι ενάγοντες θεωρώ πως δεν έχουν αποσείσει το βάρος αναφορικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς. Από εκεί και πέρα η ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι με τις επιστολές τεκμ.6 η συμφωνία δανείου τερματίστηκε, κάτι που τυγχάνει άρνησης από τους εναγόμενους. Παρεμβάλλω πως δεν υπάρχει στη συμφωνία πρόνοια περί τερματισμού όπως στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 1466, όμως οι ενάγοντες με βάση όσα αναφέρουν στο τεκμ.6 και την έκθεση απαίτησης τους (βλ. παραγράφους 10 και 11) είναι σαφές πως θεωρούν τον τερματισμό προϋπόθεση για να καταστεί το χρεωστικό υπόλοιπο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και ακριβώς θεωρώντας ότι από τη στιγμή που το χρεωστικό υπόλοιπο καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό δικαιούνται αυξημένο επιτόκιο 9% αξιώνουν από την ημέρα του ισχυριζόμενου τερματισμού το αυξημένο αυτό επιτόκιο. Και πάλιν η μάρτυρας όμως προσωπική γνώση δεν έχει, ούτε και γνωρίζει αν πράγματι στάλθηκαν και ή ταχυδρομήθηκαν οι επιστολές τερματισμού και οι ενάγοντες θεωρώ δεν έχουν αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους εν σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Δεν βεβαιώθηκε ποτέ με θετικό τρόπο ότι πράγματι αναφορικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση εστάλησαν οι επιστολές στους εναγόμενους, ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι κάποιο πρόσωπο ταχυδρόμησε τις επιστολές ή για το περιεχόμενο των επιστολών αυτών και ποιες δόσεις καθυστέρησης αφορούσαν. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Παρεμβάλλω εδώ ότι με βάση τη συμφωνία οποιαδήποτε ειδοποίηση μπορούσε να δοθεί με απλό ταχυδρομείο (βλ. όρο 11). Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Αφ΄ ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο (βλ. και Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012). Εδώ, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, δεν υπάρχει θεωρώ το υπόβαθρο για να υπάρξει τέτοιο συμπέρασμα. Συνεπώς με βάση όσα αναφέρθηκαν θεωρώ πως και η εισήγηση της υπεράσπισης ότι το επίδικο ποσό ούτως ή άλλως δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και η αγωγή ήταν πρόωρη, είναι βάσιμη.
  1. Έρχομαι στο ισχυριζόμενο από τους ενάγοντες οφειλόμενο υπόλοιπο. Παρεμβάλλω πως οι εναγόμενοι αρνούνται το υπόλοιπο και ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό. Η μάρτυρας κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού που εκτύπωσε (τεκμ.7) και την αναδομημένη κατάσταση που έχει ετοιμάσει (τεκμ.8). Με βάση δε το τεκμ.8 ημερ.11/02/19 το χρεωστικό υπόλοιπο που φαίνεται στις 31/12/2008 είναι €141.979,99, πλέον τόκο 7% από 01/01/19, ενώ με βάση το τεκμ.7 το υπόλοιπο την ίδια ημερομηνία είναι €168.406,28, πλέον τόκο 9% από 01/01/
  2. Αναφορικά με το επιτόκιο κατέθεσε κατάσταση (τεκμ.9) με τις διακυμάνσεις ως ανέφερε του βασικού επιτοκίου από 04/06/2007 μέχρι 20/07/2012 (ημερομηνία του ισχυριζόμενου τερματισμού). Στο τεκμ.9 επισυνάπτονται σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο για τις κατά καιρούς τροποποιήσεις του επιτοκίου, δηλώνοντας όμως ότι δεν έχει εντοπίσει στα αρχεία που της έχουν δώσει συνάδελφοι της πρώην ΣΠΕ Μακράσυκας όλες τις δημοσιεύσεις και συγκεκριμένα αυτές των ημερομηνιών 13/06/07, 09/07/08, 13/05/09 και 09/11/
  3. Με αυτά υπόψη θα επισημάνω εδώ και πάλιν ότι η μάρτυρας, πέραν της κατάθεσης των εγγράφων αυτών, δεν γνώριζε τίποτε περαιτέρω και αυτό είναι ξεκάθαρο εκ της μαρτυρίας της. Ειδικότερα όμως για τα πιο πάνω σημειώνω τα εξής: (α) Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν (τεκμ.7 και 8), παρατηρώ πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  4. Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ................................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η μαρτυρία της ΜΕ1 είναι σαφές πως δεν καλύπτει τα πιο πάνω στοιχεία. Ούτε εξήγησε η μάρτυρας από ποιον υπολογιστή προέβη σε εκτύπωση του τεκμ.7 και τη διαδικασία που ακολούθησε. Σίγουρα όμως δεν ανέφερε ποτέ ότι έλεγξε μετά την εκτύπωση της κατάστασης τεκμ.7 όλες τις καταχωρήσεις μια προς μια με τις καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και διαπίστωσε ότι αυτές που εκτυπώθηκαν αποτελούν ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών καταχωρήσεων σε αυτό. Με αυτά υπόψη καταλήγω πως το περιεχόμενο της κατάστασης τεκμ.7 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όσον αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ και η κατάσταση τεκμ.8 παραμένει ουσιαστικά χωρίς υπόβαθρο. Παρεμβάλλω όμως ότι το τεκμ.8 ούτως ή άλλως θεωρώ είναι χωρίς υπόβαθρο αφού με βάση τη μαρτυρία, αυτό ετοιμάστηκε με το «εργαλείο» που τους εστάλη από την ανωτέρα διεύθυνση, χωρίς να δοθούν άλλες εξηγήσεις για το «εργαλείο» αυτό και ποια ακριβώς διεργασία έγινε προκειμένου να καταλήξει στο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ίσως εκ του περισσού, αναφέρω επίσης ότι εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 συνεπάγεται πως δεν δημιουργήθηκε το μαχητό τεκμήριο με βάση το άρθρο 22 και κατ' επέκταση κανένα βάρος δεν έχει μετατεθεί στους εναγόμενους για να αποδείξουν οτιδήποτε (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ.479 και Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010, Ιωαννίδης κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ. 8/7/2014). (β) Ανεξάρτητα των ανωτέρω, εν σχέση με το επιτόκιο αναφέρονται τα εξής: - δεν έχουν παρουσιαστεί όλες οι ανακοινώσεις στον τύπο και κάποια ποσοστά στο τεκμ.9 παραμένουν ούτως ή άλλως απλές αναφορές χωρίς περαιτέρω επεξήγηση ή υπόβαθρο. - η μάρτυρας δεν γνώριζε αν οι ενάγοντες συνέδεσαν το επιτόκιο με το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας και δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση γιατί στις ανακοινώσεις υπάρχει αυτή η αναφορά. Εν πάση περιπτώσει καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εν σχέση με το αναφερόμενο στις ανακοινώσεις ελάχιστο επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τι ακριβώς αφορά, τη διακύμανση του καθ' όλη την περίοδο που καταλαμβάνει η κατάσταση λογαριασμού κλπ. - η μάρτυρας δεν γνώριζε ουσιαστικά ποιού είναι απόφαση να γίνει αλλαγή επιτοκίου και αν είναι με απόφαση της εκάστοτε επιτροπής των εναγόντων, ούτε τις έχουν προσκομιστεί οποιαδήποτε πρακτικά της επιτροπής που να αντιστοιχούν σε αυτές τις δημοσιεύσεις. - η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει οτιδήποτε περί του κυμαινόμενου επιτοκίου της συμφωνίας και δήλωσε πως δεν γνωρίζει αν μπορούσαν οι ενάγοντες να τροποποιούν μονομερώς το περιθώριο. - η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί με την επιστολή τερματισμού αξιώνεται τόκος 9%. Λέγοντας αυτά, αναφέρω πως με τη μαρτυρία που επέλεξαν να παρουσιάσουν οι ενάγοντες για το θέμα του επιτοκίου, γενική και αόριστη ομολογουμένως, ούτως ή άλλως δεν έχουν αποσείσει το βάρος αναφορικά με τη διακύμανση του επιτοκίου κατά καιρούς αναφορικά με το επίδικο δάνειο. Βεβαίως αυτό το στοιχείο δεν θα αποτελούσε από μόνο του λόγο που να δικαιολογεί την κατάληξη του Δικαστηρίου πιο κάτω, εφόσον βεβαίως οι ενάγοντες ικανοποιούσαν το Δικαστήριο για τη σύναψη συμφωνίας και την ύπαρξη υπολοίπου, όμως υπό τις περιστάσεις η ενασχόληση μου περαιτέρω με το θέμα αυτό είναι αχρείαστη. Ολοκληρώνοντας αναφέρω πως προφανώς οι εναγόμενοι επέλεξαν να μην προωθήσουν άλλες θέσεις που τίθενται διαζευκτικά στην υπεράσπιση τους, όπως για παράδειγμα αυτή για την υπογραφή της συμφωνίας υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης, αθέμιτης επιρροής και εξαναγκασμού και αυτό ήταν λογικό θα έλεγα με δεδομένο ότι επέλεξαν να προωθήσουν μέχρι τέλους τη θέση περί μη απόδειξης της ορθής εκτέλεσης των επίδικων συμφωνιών. Για τη θέση δε περί καταχρηστικών όρων ή ρητρών παρατηρώ πως εκτός του ότι δεν προσκόμισαν καμία σχετική μαρτυρία, το θέμα τέθηκε γενικά και αόριστα. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.