ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1226/2012, 18/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A300 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1226/2012 Μεταξύ: XXXXX XXXXX ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ Ενάγοντας -και- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενος ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17.10.2019 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΚΑΙ/Ή ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΤΑΛΜΑ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗΣ ΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Αντ. Ανδρέου για Ανδρέου, ΧατζηΧριστοφής ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Χρ. Ιωαννίδης για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Στις 12.3.2013, κατόπιν Αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 16.10.2012, εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €150.000 πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή 11.4.2012, πλέον έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. Στις 19.3.2014 καταχωρήθηκε αίτηση από τον Εναγόμενο εναντίον του Ενάγοντα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 12.3.
- Στις 30.9.2014 εκδόθηκε απόφαση με την οποίαν εγκρίθηκε η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της αναφερθείσας απόφασης, υπό τον όρο όπως ο Εναγόμενος παράσχει τραπεζική εγγύηση προς όφελος του Ενάγοντα για το ποσό των €150.000 πλέον 9% ετησίως από τις 11.4.2012 μέχρι εξόφλησης. Εφόσον ο δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση αναλάβει ρητή υποχρέωση, ότι σε περίπτωση που απαιτηθεί, αν τέτοια είναι η έκβαση της Έφεσης, να συμμορφωθεί με οποιανδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα και της πρωτόδικης απόφασης, ο Αιτητής να καταβάλει στον δικηγόρο του Καθ' ου η Αίτηση τα δικηγορικά έξοδα, τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον του και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €2.695 με τόκο 5.5% ετησίως επί του ποσού των €2.636 από 11.4.2012 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ €421,38 σεντ και η απόφαση αναστέλλετο για περίοδο 30 ημερών από την ημέρα έκδοσης της, έτσι ώστε να αιτηθεί ο Αιτητής να εκπληρώσει τους πιο πάνω όρους. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης τους, τότε η απόφαση θα μπορούσε αμέσως να εκτελεστεί κατά τον τρόπο που θα επέλεγε ο Ενάγοντας. Τα έξοδα δε της Αίτησης, θα ακολουθούσαν το αποτέλεσμα της Έφεσης και θα ήταν όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.10.2019, επιζητούνται δύο διατάγματα, με τα οποία ουσιαστικά το Δικαστήριο να διατάττει ή να δίδονται οδηγίες στον αρμόδιο επιδότη να μην εκτελέσει το ένταλμα κατάσχεσης και πώλησης κινητής περιουσίας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, η οποία ουσιαστικά καταγράφει την πορεία της υπόθεσης και επιπρόσθετα επικαλείται τα ακόλουθα στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του. "Ακολούθως στις 29.10.2014, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, συμφωνία με την οποίαν εκ συμφώνου τροποποιήθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 30.9.2014 αναφορικά με τους όρους της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και συμφωνήθηκε όπως καταβάλουν στο Δικαστήριο το ποσό των €184.875 συμπεριλαμβανομένων τόκων προς 9% από 11/04/2012, όπως και έπραξα...". Αφού στη συνέχεια αναφέρει ότι η Έφεση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του απορρίφθηκε πλέον €3.000 έξοδα, τα οποία κατέβαλε, ο Ενάγοντας προχώρησε στο επίδικο ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας του για το ποσό των €69.000, όπως ενημερώθηκε και του επιβεβαίωσαν οι δικηγόροι του κατόπιν έρευνας, αλλά τούτο αφορά τόκους της τραπεζικής εγγύησης ύψους €184.875 που κατέβαλε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Εξ' όσων αντιλαμβάνεται και όπως ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του, η συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014 προέβλεπε για κατάθεση, από πλευράς του, του ποσού των €184.875 συμπεριλαμβανομένων των τόκων 9% από 11.4.2012 μέχρι και τις 29.10.
- Περαιτέρω συμφωνήθηκε, όπως αναφέρεται στη συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014, ότι το εν λόγω συγκεκριμένο ποσό θα καταβάλλετο στον Ενάγοντα σε περίπτωση αποτυχίας της Έφεσης, όπως και έγινε. Όπως αντιλαμβάνεται και όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του, κανένα άλλο ποσό δεν οφείλεται από αυτόν προς τον Ενάγοντα, αλλά ούτε και προς τους δικηγόρους του, αφού όλα τα ποσά τα οποία όφειλε καταβλήθηκαν, ως αναφέρει πιο πάνω και στην καταβολή των οποίων υπήρξε απόλυτα συνεπής. Ως εκ τούτου, θεωρεί απαραίτητο και δίκαιο, όπως το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του και εκδώσει σχετικές οδηγίες προς τον δικαστικό επιδότη αναφορικά με την εκτέλεση του εντάλματος, αφού δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 29.10.2014, ουδέν ποσό οφείλεται πλέον από αυτό προς τον Ενάγοντα και γι' αυτό ζητεί οδηγίες του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτέλεση του εντάλματος κινητής περιουσίας αριθμός
- Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η απόφαση, στην αίτηση για αναστολή εκτέλεσης, ημερομηνίας 30.9.2014, ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτεται η συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014, ως Τεκμήριο 3 επισυνάπτεται απόδειξη είσπραξης του ποσού των €184.875, ως Τεκμήριο 4 το τελικό αποτέλεσμα της απόρριψης της Έφεσης στο οποίο φαίνονται και τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου και ως Τεκμήριο 5, ειδοποίηση ημερομηνίας 11.6.2019 από ανώτερο δικαστικό επιδότη. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.39 Κ.1 - 21, Δ.40 Κ.1‑19, Δ.41 Κ.1 ‑ 3, Δ.44 Κ.1‑12, Δ.48 Κ.1‑4
(8)
(1)mm) 9‑13, Δ.57 Κ.1 ‑ 4, Δ.64 Κ.1 και 2, στον φάκελο της υπόθεσης, στις αρχές της νομολογίας, στις αρχές της νομολογία και της επιείκειας, στην αγγλική πρακτική και νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στις 29.10.2019, με την οποίαν προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
(1)η νομική βάση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη,
(2)ο Εναγόμενος δεν έχει εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος περιλαμβανομένου του τόκου που εκδικάστηκε και συνεπώς ο Εναγόμενος κωλύεται να ζητά ή να δικαιούται τις θεραπείες που αιτείται και ότι είναι καταχρηστική, κακόβουλη και κακόπιστη,
(3)η Αίτηση στηρίζεται επί γεγονότων που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα,
(4)ο Εναγόμενος συγχύζει την αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης επί όρων που συμφωνήθηκαν με την αναστολή ισχύος της απόφασης και πολύ δε περισσότερο, με την αναστολή εφαρμογής του επιδικασθέντος ποσού κάτι που ουδέποτε συμφωνήθηκε,
(5)ο Εναγόμενος λανθασμένα καλεί το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την πληρωμή στο Δικαστήριο του οποιουδήποτε ποσού ως αν αποτελεί πληρωμή στον Ενάγοντα και μάλιστα ως τελική αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους κατά τρόπο που να σταματά το δικαίωμα τοκισμού του εξ' αποφάσεως χρέους,
(6)στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και/ή αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτήν παραπλανητική και ελλιπή,
(7)ο Εναγόμενος δεν έχει αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων,
(8)δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, ο οποίος, αφού αναφέρεται στους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Αίτηση, αρνείται αυτούς και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έγινε συμφωνία σχετικά με το χρέος ή με τον τόκο που επιδικάστηκε, αλλά αφορούσε την αναστολή των μέτρων εκτέλεσης και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε πληρωμή ποσού στο Δικαστήριο θα σήμαινε και/ή θα μπορούσε να σημαίνει και πληρωμή σε αυτόν κατά τρόπο που να επιφέρει τελική αποπληρωμή του οφειλόμενου εκ δικαστικής απόφασης χρέους ή και να διακόπτει την αύξηση του χρέους λόγω τόκου. Επαναλαμβάνει ότι η όποια αναστολή αφορούσε μόνο την εκτέλεση της απόφασης και του τόκου και τίποτε περισσότερο. Όσον αφορά τα χρήματα, αυτά κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και όχι στον ίδιο. Με την έκδοση της απόφασης, ζήτησε από τον δικηγόρο του να υπολογίσει τα έξοδα που δικαιούται συμπεριλαμβανομένων των τόκων που μεσολάβησαν για να τα διεκδικήσει καταλλήλως. Καταλήγει ότι δικαιούται στην είσπραξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε και προχώρησε το ένταλμα κατάσχεσης κινητών. Η Ένσταση βασίζεται επί του περί Δικαστηρίων Νόμου άρθρο Ν.14/60 όπως τροποποιήθηκε άρθρο 33, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, άρθρα 14 και 15 και επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.39, Κ.1-21, Δ.40 Κ.1-19, Δ.41 Κ.1-3, Δ.44 Κ.1-12, Δ.48 Θ.1-4, 8,
(1)(mm), 9-13, Δ.57 Κ.1- 4, Δ.64, Κ.1, 2 στον φάκελο της διαδικασίας στις αρχές της Νομολογίας, στις αρχές της Επιείκειας, στην Αγγλική Πρακτική και Νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος του Εναγόμενου στη γραπτή αλλά και προφορική αγόρευση του, ουσιαστικά εκείνο το οποίο επικαλέστηκε ήταν ότι με τη συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014 και την καταβολή του ποσού των €3.000 εξόδων σε σχέση με την Έφεση, εξόφλησε το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό προς τον Ενάγοντα και δεν οφείλει κανένα άλλο ποσό και ως εκ τούτου, ένεκα της συμφωνίας ημερομηνίας 29.10.2014, κωλύεται ο Ενάγοντας από το να διεκδικεί οποιοδήποτε άλλο ποσό. Επικαλέστηκε δε και σχετικές αποφάσεις για κάποια θέματα που έθιξε, ενώ για το ίδιο το αντικείμενο της Αίτησης προέβαλε ότι δεν υπάρχει προηγούμενο. Ζήτησε δε όπως το Δικαστήριο εκδώσει τα επιζητούμενα διατάγματα. Από την άλλην, ο συνήγορος του Ενάγοντα αφού παραθέτει με χρονολογική σειρά, θα έλεγα, τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπό κρίση Αίτηση και με αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, προβαίνοντας και στην ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος, εισηγείται ότι ούτε οι αρχές της επιείκειας εφαρμόζονται, ούτε και κώλυμα (estoppel) υπάρχει και είναι ξεκάθαρο από τη συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014 ότι αφορούσε μόνο την αλλαγή του τρόπου εξασφάλισης του ποσού του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και τίποτε περισσότερο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Από τη νομική βάση της Αίτησης δεν μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει σε ποια από τις Διαταγές και Θεσμούς αυτών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στηρίζεται η Αίτηση του εναγόμενου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να ορίσει σε ποιον από αυτούς τους θεσμούς βασίζεται. Εν πάση περιπτώσει, προβαίνοντας σε μία θεώρηση των πραγμάτων ή και μαντεύοντας, συμπεραίνεται ότι όσον αφορά την Δ.39 ότι προφανώς αναφέρεται στο Θ.2, που σχετίζεται με το ποιος μπορεί να προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει μία αίτηση ή μία ένσταση. Όσον αφορά τη Δ.40, καταγράφονται πάλι οι Θ.1‑19 χωρίς να εξειδικεύεται σε ποιον από αυτούς είναι που βασίζεται η Αίτηση. Στην αγόρευση του συνηγόρου του Εναγόμενου γίνεται αναφορά στην Δ.40 Θ.
- Έτσι φαίνεται να προσδιορίζεται η νομική βάση της Αίτησης στη Δ.40 Θ.15, λαμβανομένου υπόψη των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αίτηση όπως αναφέρθηκε εδράζεται μεταξύ άλλων και στην Δ.40 Θ.7, 11 και
- Η πρόνοια που θέτει σε λειτουργία το μηχανισμό εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης ή διατάγματος είναι η Δ.40 Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: «Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows: (a) If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (b) The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» (c) Σε μετάφραση: «Κάθε πρόσωπο προς το οποίον οιονδήποτε ποσόν ή χρήματα ή έξοδα πρέπει να πληρωθούν σύμφωνα με μια απόφαση ή διάταγμα όταν τα χρήματα ή έξοδα καταστούν πληρωτέα, δικαιούται να αποταθεί για την έκδοση εντάλματος για επιβολή της πληρωμής λαμβανομένων όμως υπόψιν των πιο κάτω: (α) Αν η απόφαση ή το διάταγμα είναι για πληρωμή εντός αναφερομένης περιόδου ουδέν ένταλμα θα εκδίδεται εκτός μόνον αφού παρέλθει η τοιαύτη περίοδος. (β) Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατά ή μετά το χρόνο που δίδει την απόφαση ή το διάταγμα, να αναστείλει την εκτέλεση μέχρι τέτοιου χρόνου που θα ήθελε θεωρήσει πρέποντα.» Είναι με βάση αυτή την πρόνοια που αποτάθηκε ο ενάγοντας για είσπραξη του λαβείν του, η οποία αφορά ειδικά αποφάσεις για συγκεκριμένο ποσό ή έξοδα, (Βλ.Αίτηση Παρασκευούς Μάρκου (Αρ. 1) Barberi v. Papadopoulou
(1982)J.S.C. 308, Thorn Domestic Appliancew (Export) Ltd v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1983)2 J.S.C. 544). Δ.40 Θ11: «Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. Νοείται ότι ο Δικαστήριο ή Δικαστής πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων που έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με την κατάσχεση.» Σε μετάφραση: «Οιοσδήποτε διάδικος που εδόθη απόφαση εναντίον του σε διάταγμα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για αναστολή εκτέλεσης ή άλλη θεραπεία εναντίον της τοιαύτης απόφασης στα γεγονότα που εμφανίσθηκαν πολύ αργά για να αναφερθούν στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να δώσει τέτοια θεραπεία και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι. Νοείται ότι ο Δικαστήριο ή Δικαστής πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων που έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με την κατάσχεση.» Όσον αφορά την Δ.40 Θ.7 όπως έχει λεχθεί στην Barberi v. Papadopoulou
(1982)JCS 308, και επαναλαμβάνεται στην υπόθεση Αντωνίου (Αρ.1)
(2000)1 ΑΑΔ 1868, 1871, ο θεσμός αφορά ειδικά αποφάσεις για συγκεκριμένο ποσό ή για έξοδα. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Πολυδώρου
(2000)1 ΑΑΔ 1422, 1426, αναφέρεται, αφού καταγράφεται η Δ.40 Θ.7 (β), ότι η διαταγή αυτή αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αναστείλει εκτέλεση απόφασης για ποσόν ή χρήματα ή έξοδα. Στην υπόθεση American Express
(1989)1 AAΔ (E) σελ.228, 231 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι σχετικές διατάξεις των θεσμών πολιτικής δικονομίας ιδιαίτερα του Δ.40 Κ.7(β) παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση για χρονικό διάστημα που ήθελε κρίνει σωστό.» Η Δ.40 Θ.11 αφορά αναστολή εκτέλεσης απόφασης με βάση γεγονότα που προέκυψαν καθυστερημένα και δεν μπορούσαν να περιληφθούν στα δικόγραφα. Επιπρόσθετα όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Stavrou and another v. Christopoulos
(1)
(1985)1 CLR 449, η διάταξη αυτή δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλη από εκείνη που αποτελεί το αντικείμενο έφεσης (βλ. Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Αντωνίου (Αρ.1) ανωτέρω και Νικολάου πιο πάνω). Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να διασφαλίζεται η τελεσιδικία των πρωτόδικων αποφάσεων και ο επιτυχών διάδικος να δρέπει τους καρπούς της επιτυχίας του. Σύμφωνα με την Δ.40 Θ.7(β) εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει ή να αρνηθεί αναστολή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται όπου καταδεικνύονται ιδιαίτερες περιστάσεις. Θεωρώ ότι, ενόψει τι ζητείται με τα εκζητούμενα διατάγματα ότι, δεν ζητείται και αναστολή αλλά ζητούνται οδηγίες και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως ο αρμόδιος επιδότης μη εκτελέσει το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με τον αναφερθέντα αριθμό. Δ.40 Θ15: «
- If either the deputy sheriff executing a writ or any person interested in or affected by the execution thereof wishes to have the Court's directions in any matter relating to it, he may apply to the Court out of which the writ issued or to a Judge thereof, for directions to the deputy sheriff; and the Court or Judge may, either ex parte or upon notice given to such person as the Court or Judge may think fit, give such directions as may be just. Directions given to the deputy sheriff on his own application need not be entered as an order. In other cases any person interested in or affected thereby may require the directions to be entered as an order and deliver an office copy of the order to the deputy sheriff for compliance therewith, or may appeal therefrom if dissatisfied : Provided that where the application is made by a person claiming property seized under a writ of execution, directions shall not be given ex parte.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «
- Αν ο εντεταλμένος για την εκτέλεση του εντάλματος ή οιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή πρόσωπο επηρεαζόμενο από την εκτέλεση, επιθυμεί να έχει οδηγίες του Δικαστηρίου σε οιονδήποτε ζήτημα που σχετίζεται με το ένταλμα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα για οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, είτε με μονομερή αίτηση ή κατόπιν ειδοποίησης που θα δοθεί σε τέτοιο πρόσωπο που θα κρίνει ορθό το Δικαστήριο ή Δικαστής να δώσει τέτοιες οδηγίες που θα είναι δίκαιες. Οδηγίες που δίδονται στον Πρωτοκολλητή με δική του αίτηση δεν χρειάζεται να εκδοθούν στο διάταγμα. Στις άλλες περιπτώσεις οιονδήποτε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή επηρεάζεται από την εκτέλεση μπορεί να ζητήσει όπως οι οδηγίες δοθούν υπό τύπο διατάγματος και τότε δίδει αντίγραφο του διατάγματος στον Πρωτοκολλητή για υπακοή ή μπορεί να κάμει έφεση αν δεν ικανοποιηθεί η αίτηση του. Νοείται ότι όπου η αίτηση γίνει από πρόσωπο που διεκδικεί περιουσία που κατασχέθηκε με ένταλμα εκτελέσεως οδηγίες δεν θα πρέπει να δίνονται για μονομερή αίτηση (ex parte).» Αν και από την διατύπωση της Δ.40 Θ.15 φαίνεται η αίτηση να μπορεί να γίνει είτε μονομερώς (ex parte) είτε δια κλήσεως (by summons) εν τούτοις με βάση την Δ.48 Θ.8
(1)(mm) μονομερής αίτηση μπορεί να γίνει μόνο από τον εντεταλμένο για την εκτέλεση του εντάλματος (deputy sheriff) και βεβαίως από τον Πρωτοκολλητή ο οποίος είναι προϊστάμενος του, αφού σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 είναι το αρμόδιο πρόσωπο εκτέλεσης των Δικαστικών αποφάσεων, ενώ μια αίτηση από οιονδήποτε ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο γίνεται δια κλήσεως σύμφωνα με την Δ.48 Θ.9, αλλά και ως αυτονόητη επιταγή που πηγάζει από το άρθρο 30.2 και 3 του Συντάγματος. (Βλ. Γλυκύ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ και Αίτηση Fotiou Bros Shipping Ltd Πολ. Αίτηση 52/17 ημερομηνίας 10.8.17). Επίσης από την διατύπωση της Δ.40 Θ.15 διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο, έχει εξουσία, όταν η Αίτηση γίνεται από τον Πρωτοκολλητή, να δώσει οδηγίες για οιονδήποτε ζήτημα αφορά την εκτέλεση του Εντάλματος. Ενώ όταν η Αίτηση υποβάλλεται από ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο, οι οδηγίες, κατόπιν αιτήματος του προσώπου αυτού, μπορούν να δοθούν υπό μορφή διατάγματος. Σε τέτοια περίπτωση επίσημο αντίγραφο του διατάγματος δίδεται στον εντεταλμένο με την εκτέλεση του εντάλματος για να συμμορφωθεί και να πράξει σύμφωνα με αυτό. Το ουσιαστικότερο για την κρίση αυτής της Αίτησης, είναι το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, το οποίο έχει ως ακολούθως: «Το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 30.9.2014 για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 12.3.2013 μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης, εκ συμφώνου τροποποιείται, ούτως ώστε ο Εναγόμενος Αιτητής αντί να παράσχει τραπεζική εγγύηση προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση/Ενάγοντα για το επίδικο ποσό της απόφασης, να καταβάλει στο Δικαστήριο σήμερα 29.10.2014 το ποσό των €184.875 συμπεριλαμβανομένων των τόκων προς 9% από 11/04/2012. Το εν λόγω ποσό θα καταβληθεί από το Δικαστήριο στον Ενάγοντα και/ή θα εισπραχθεί από τον Καθ' ου η Αίτηση/Ενάγοντα σε περίπτωση που η Έφεση του Εναγόμενου/Αιτητή απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο διατάξει επανεκδίκαση της αγωγής και/ή δώσει δικαίωμα στον Εναγόμενο να καταχωρήσει Υπεράσπιση, τότε το πιο πάνω ποσό θα παραμείνει κατατεθειμένο στο Δικαστήριο μέχρι την ημερομηνία της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης και σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή του Ενάγοντα, θα εισπράξει το εν λόγω ποσό αυτός από το Δικαστήριο, σε περίπτωση όμως που απορριφθεί η αγωγή του Ενάγοντα, τότε το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω, θα το εισπράξει ο Εναγόμενος από το Δικαστήριο. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχτεί την Έφεση του Εναγόμενου/Αιτητή και δεν διατάξει επανεκδίκαση, τότε το πιο πάνω ποσό θα το εισπράξει ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση. Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση, αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα θα καταβάλει σήμερα σε μετρητά στον δικηγόρο του Ενάγοντα το ποσό των €3.990,91 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το ποσό των €421,38 ΦΠΑ και τόκος 5.5% από 11.4.2012 και το εν λόγω ποσό θα επιστραφεί από τον δικηγόρο του Ενάγοντα σε περίπτωση που επιτύχει η Έφεση του Εναγόμενου και/ή θα παραμείνει στα χέρια του δικηγόρου του Ενάγοντα σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο διατάξει επανεκδίκαση της αγωγής ή δώσει δικαίωμα στον Εναγόμενο να καταχωρήσει Υπεράσπιση και θα επιστραφεί στον Εναγόμενο σε περίπτωση που εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση που να απορρίπτει την αγωγή του Ενάγοντα ή θα κριθεί από τον δικηγόρο του Ενάγοντα σε περίπτωση που πετύχει η αγωγή του Ενάγοντα». Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για απλή τροποποίηση του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης από τραπεζική εγγύηση €184.875 προς όφελος του Ενάγοντα, σε πληρωμή στο Δικαστήριο του ποσού των €184.875 συμπεριλαμβανομένων των τόκων προς 9% από 11.4.2012, μέχρι εκείνην την ημέρα που καταβάλλετο. Δεν θα συμφωνήσω με τον κύριο Ανδρέου ότι το ζήτησε ο Ενάγοντας αυτό, αφού πουθενά στον φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει τέτοιο Τεκμήριο ή στοιχείο που να φαίνεται ότι ο Ενάγοντας ζήτησε να αντικατασταθεί η τραπεζική εγγύηση για το συγκεκριμένο ποσό με την καταβολή του ποσού αυτού στο Δικαστήριο. Το επιχείρημα δε του κυρίου Ανδρέου ότι καταβάλλοντας το ποσό αυτό ο εναγόμενος έχανε τόκους, δεν μπορεί να βρει έρεισμα, γιατί, ίσως, προφανώς, ο λόγος που κατατέθηκαν τα μετρητά στο Δικαστήριο, και χωρίς βέβαια να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο στοιχείο με οποιονδήποτε τρόπο, λήφθηκε εκ μέρους του εναγόμενου υπόψη και τι έξοδα θα κατέβαλλε ο εναγόμενος στην τράπεζα για την έκδοση της τραπεζικής εγγύησης. Μόνο τότε το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει αν ο εναγόμενος είχε απολέσει τόκους ή όχι, αν οι τόκοι που θα είσπραττε, ήταν μεγαλύτεροι από το ποσό που θα κατέβαλλε για την τραπεζική εγγύηση που θα του παρείχε η τράπεζα. Επαναλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου περί τούτων και ως εκ τούτου, δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε κανένα συμπέρασμα γι' αυτό ειδικά το θέμα. Η απόφαση που εκδόθηκε ήταν ξεκάθαρη, ότι ήταν για το ποσό των €150.000 πλέον 9% τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής 11.4.2012 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογίζοντο από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνοντο από το Δικαστήριο, επί των οποίων μάλιστα προβλέπεται και τόκος 5.5%, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Οτιδήποτε τροποποιείτο με τη συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014 ήταν ο τρόπος εξασφάλισης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντα της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε το Δικαστήριο υπό τον όρο παροχής τραπεζικής εγγύησης για το ποσό των €184.875, μεταβάλλοντας αυτή την εξασφάλιση οι διάδικοι με συμφωνία κατάθεσης του ποσού των €184.875 σε μετρητά στο Δικαστήριο, όχι στον ενάγοντα. Στην υπόθεση Πελεκάνου κ.ά. ν. Πελεκάνου
(2001)1 ΑΑΔ 1768, είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση για καταβολή συγκεκριμένου ποσού και εξόδων. Στη συνέχεια η απόφαση διαφοροποιήθηκε με συμφωνία των διαδίκων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής απεμπόλησε τα δικαιώματα του και επίσης είχε κώλυμα να επιμένει στην εκτέλεση της αρχικής απόφασης εκ μέρους του εξ αποφάσεως χρεώστη. Εξηγήθηκε, με βάση το δίκαιο της Επιεικείας, τις εφαρμοστέες αρχές για τη θεμελίωση του εξ΄ υποσχέσεως κωλύματος (promissory estoppel), ενώ εξηγείται και η απεμπόληση δικαιώματος (waiver) ότι μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου εφόσον υποδηλώνει αναμφισβήτητα εγκατάλειψη του δικαιώματος. Σε σχέση με το εξ' υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel) και απεμπόληση δικαιώματος (waiver) λέχθηκαν τα εξής: «Στην Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. σελ.542 διαπιστώθηκε ότι δεν είναι πλέον η επικρατούσα αντίληψη πως για τη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος (promissory estoppel) απαιτείται η απόδειξη δυσμενούς επηρεασμού. (Βλ. και Ελληνική Τράπεζα ν. Πολυδωρίδη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530 και W.J. Alan & Co v. El Nasr Export [1972] 2 Q.B. 189). Eξηγήθηκε πως η βάση του διευρύνθηκε και πως αρκεί το ότι θα ήταν ανεπιεικές να εμμένει κάποιος, ενόψει των ρητών ή δια της συμπεριφοράς παραστάσεων του, στα αυστηρά του νομικά δικαιώματα. Μεταφέρομε το σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 553 της απόφασης που εξέδωσε ο Πικής Δ. όπως ήταν τότε. "At one time the view prevailed that for the promisee to rely successfully on promissory estoppel, he had to establish suffering detriment as a result of acting upon the representations of the promisor. That is no longer the case and the proof of detriment as such, is not regarded as indispensable for the application of equitable estoppel. The basis of the doctrine has been broadened; all that the promisee need establish, is that it would be inequitable for the promisor to insist, in view of his representations by word of conduct, on the enforcement of his strict legal rights. Νοουμένου, βεβαίως, πως το μήνυμα της παραίτησης, με την παράσταση, εν προκειμένω δια της συμπεριφοράς, πως δεν θα επιμείνει κάποιος στα δικαιώματά του, θα είναι σαφές και ανεπιφύλακτο. (Βλ. National Bank of Greece v. N.I. Droushiotis (Imports-Exports) Co Ltd
(1975)1 C.L.R. 248· Xenopoulos v. Constantinidou
(1979)1 C.L.R. 519· Rodoulli v. Papasavva & Αnother
(1988)1 C.L.R. 540, Louis Tourist Agency Ltd v. Hλία
(1992)1 A.A.Δ. 98, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 500, Mardorf Peach v. Attica Sea Carriers [1977] 1All ER 545, China National v. Evlogia Shipping [1979] 1All ER 657, Antaios Cia v. Salen Rederierna [1983] 3 All ER 777).» Επομένως δεν τίθεται θέμα εξ υποσχέσεως κωλύματος ή κωλύματος λόγω συμπεριφοράς ή απεμπόλησης δικαιώματος, διότι δεν υπάρχει καμία υπόσχεση ή συμπεριφορά επί της οποίας βασίστηκε ο εναγόμενος και κατέθεσε το ποσό των €184.875 στο Δικαστήριο, με σκοπό την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, που έτσι ή άλλως, ο ενάγοντας, και η τραπεζική εγγύηση να παρέμενε, θα την είσπραττε αν κέρδιζε στην Έφεση που καταχώρισε ο εναγόμενος. Η συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014 είναι ξεκάθαρη, δεν χρειάζεται οτιδήποτε προς διευκρίνιση αφού αφορούσε τον τρόπο εξασφάλισης του εξ΄αποφάσεως χρέους με την έκδοση του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, και η ερμηνεία που έδωσε ο εναγόμενος - αιτητής και ο συνήγορος του στη συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2014, Τεκμήριο 2, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, δεν έχει κανένα απολύτως έρεισμα. Ασφαλώς το ποσό που οφείλεται είναι αυτό που αναφέρεται στην απόφαση ημερομηνίας 12.3.2013 με τους τόκους και τα έξοδα. Αν μου επιτρέπεται να προβώ σε έναν πρόχειρο υπολογισμό, για σκοπούς εξέτασης του θέματος, εξόφλησης του επιδικασθέντος ποσού της απόφασης, θα έλεγα, μαζί με τα έξοδα που επιδικάστηκαν στην Έφεση, ότι το συνολικό χονδρικά, περίπου, ποσό για την περίοδο από 11.4.2012 μέχρι 11.4.2019, δηλαδή για έξι
(6)χρόνια, ανέρχεται στις €235.500 και το ποσό που καταβλήθηκε από τον εναγόμενο σε €187.875. Αφαιρουμένου τούτου, παραμένει ένα ποσό €47.625, χωρίς βέβαια να υπολογίζω τους τόκους επί των εξόδων και οτιδήποτε άλλο, για να καταδείξω ότι παραμένει υπόλοιπο από την απόφαση που εκδόθηκε και τίποτε περισσότερο. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω, κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα €2.000 συν ΦΠΑ υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου. (Υπ.): ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο