Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. ΚΑΙΛΗ, Αρ. Αγωγής: 1435/2019, 7/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A298 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1435/2019 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Ενάγουσα -και- XXXXX XXXXX ΚΑΙΛΗ Εναγόμενης ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4.10.2019 ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κα Θεοδούλου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για την εναγόμενη - καθ΄ ης η αίτηση: κα Θωμά για Θ. Θωμά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Η Ενάγουσα καταχώρησε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ 6), με το οποίο εξαιτείται 3 διατάγματα, τα οποία ουσιαστικά απολήγουν στο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη και/ή σε αντιπροσώπους της ή και σε οποιαδήποτε πρόσωπα που ενεργούν γι' αυτήν, (α) να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο, κατέχουν, χρησιμοποιούν, καθώς και να εισέρχονται στην κατοικία αριθμός 3 που βρίσκεται το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, φύλλο σχέδιο 50/38, τμήμα 0, τεμάχιο XXXXXX, στην τοποθεσία Μελισσάρης στο χωριό Κίτι της επαρχίας Λάρνακας, (β) μετακινήσουν οποιαδήποτε αντικείμενα έχουν τοποθετήσει σε αυτή και (γ) παύσης επέμβασης και εκκενώσουν και παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή τούτης ενώ επίσης αξιώνει το ποσό των €800 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη, από 16.03.2018, μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης της αναφερθείσας κατοικίας, καθώς και γενικές ή ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην αναφερθείσα κατοικία, νόμιμο τόκο και έξοδα. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, δηλαδή στις 4.10.2019, καταχωρήθηκε και η υπό κρίση διά κλήσεως αίτηση, με την οποία επιζητείται η έκδοση 4 διαταγμάτων, που απολήγουν ουσιαστικά ή και είναι τα ίδια με τα διατάγματα που ζητούνται και στην αγωγή, ως κατωτέρω. Α) Ενδιάμεσο και/ή προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στην Καθ' ης η Αίτηση ή και αξιωματούχους υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτής ή/και οιωνδήποτε προσώπων, ενεργούν κατόπιν εντολών της, να επεμβαίνουν ή/και να παρεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο ή/και να χρησιμοποιούν ή/και να κατέχουν με οποιονδήποτε τρόπο ή/και να εισέρχονται ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να καρπούνται με οποιονδήποτε τρόπο την κατοικία με αριθμό 3 που βρίσκεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, φύλλο σχέδιο 50/38, τμήμα 0, τεμάχιο XXXXX, στην τοποθεσία Μελισσάρης, στο χωριό Κίτι, της επαρχίας Λάρνακας, μέχρι την αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Να απομακρύνουν όλα τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εντός της αναφερθείσας κατοικίας. Γ) Απαγόρευση τοποθέτησης εντός της αναφερθείσας κατοικίας οποιουδήποτε αντικειμένου ή και κατασκευής. Δ) Παράδοση ελεύθερης και κενής της κατοχής της εν λόγω κατοικίας εντός 7 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, βασίζονται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Ενάγουσας που συνοδεύει αυτή, με την οποία επισυνάπτονται 5 τεκμήρια. Η ουσία του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα: Η Ενάγουσα κατέστη κύριος της επίδικης κατοικίας στις 16.03.2018, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η εν λόγω κατοικία εμφαίνεται στο Τεκμήριο 2. Η Αιτήτρια, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 7.05.2019, Τεκμήριο 3, κάλεσε την Καθ' ης η Αίτηση όπως επικοινωνήσει με τους δικηγόρους που συνέταξαν την επιστολή, για να διευκρινιστεί το καθεστώς υπό το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση κατείχε και διέμενε σε αυτήν. Φαίνεται, κατά τον ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι έγινε μια τέτοια συνάντηση, ενώ απάντηση σε αυτήν την επιστολή δόθηκε μέσω των δικηγόρων της με φαξ, ημερομηνίας 9.08.2019, Τεκμήριο 4. Αυτή απαντήθηκε από τους δικηγόρους της Αιτήτριας στις 19.08.2019, Τεκμήριο 5 και προφανώς επειδή το θέμα δεν έτυχε κάποιας διευθέτησης, ακολούθησε η παρούσα αγωγή και η υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 21, 29 ‑ 32, και 47
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/1960, στα άρθρα 3 ως 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.6, στη Δ.48, θ.1 έως 4, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ.148, στις αρχές Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στα άρθρα 23, 25, 26, 30 και 35 του Συντάγματος και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρησε ένσταση στις 31.10.2019, με την οποία προβάλλονται 21 λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
(1)Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση,
(2)με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης δεν δικαιούται η Αιτήτρια της θεραπείας που επιζητεί,
(3)δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια,
(4)η αίτηση είναι αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη, εκβιαστική και καταχρηστική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων,
(5)το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση,
(6)σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων πλήττεται η απονομή της δικαιοσύνης,
(7)επηρεάζονται τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτησης,
(8)η μαρτυρία που έχει θέσει η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ικανοποιεί το κατ' επείγον,
(9)το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκές,
(10)η ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται με ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται με αυτήν, δεν είναι νομικά και ουσιαστικά αρκετά για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων,
(11)τα αιτούμενα διατάγματα εκδίδονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις,
(12)τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση των πραγμάτων (Status Quo),
(13)η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν συνιστά προσωρινό μέτρο, αλλά αναπτύσσει έννομες συνέπειες στο διηνεκές,
(14)θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η Καθ' ης η Αίτηση, αφού αντίκειται προς το συμφέρον των 2 ανήλικων τέκνων της,
(15)δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν,
(16)η δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού δεν έχει αποδείξει η Αιτήτρια ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και το ισοζύγιο κλίνει υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση,
(17)αποτελεί η υπό κρίση αίτηση μοχλό εξάσκησης πίεσης και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και
(18)υπάρχει συμφωνία ενοικίασης με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια εταιρεία με την Καθ' ης η Αίτηση, με αποτέλεσμα να είναι αναρμόδιο το Δικαστήριο αυτό να εξετάσει την αίτηση και αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση, με την οποία ουσιαστικά προβάλλονται σε μεγαλύτερη έκταση και με περισσότερες λεπτομέρειες και στοιχεία οι λόγοι ένστασης. Όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα, γύρω από την κατοχή της κατοικίας εκ μέρους της, ισχυρίζεται ότι ενοικιάζεται αυτή από το 2012, από την εταιρεία A. H. Home Site Ltd, στην οποία καταβάλλετο αρχικά το ποσό των €300 μηνιαίως και στη συνέχεια αυξήθηκε σε €450 μηνιαίως, όπως είχε συμφωνήσει τούτο ο πρώην σύζυγος της, αφού εκδόθηκε διαζύγιο μεταξύ τους, στις 4.07.2018 ως φαίνεται από το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Προς υποστήριξη των όσων αναφέρει που σχετίζονται με την κατοχή της κατοικίας εκ μέρους της, στην οποία παρέμεινε με τα παιδιά της μετά την έκδοση του διαζυγίου, κατάθεσε ως Τεκμήριο Β, διάφορες αποδείξεις της Υδατοπρομήθειας του Κοινοτικού Συμβουλίου Κιτίου, όπου φαίνεται το όνομα της Καθ' ης η Αίτηση ως υπεύθυνη πληρωμής για την κατανάλωση νερού για την εν λόγω κατοικία, η οποία βρίσκεται στην Αγίας Αικατερίνης 2 στο Κίτι, διεύθυνση που δίδει και η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, σε χρόνο που αρχίζει από τον Φεβρουάριο του 2012 μέχρι και τον Ιούνιο του 2019. Επισυνάπτονται επίσης, ως Τεκμήριο Γ, διάφορες αποδείξεις της ΑΗΚ, για το ηλεκτρικό ρεύμα, από τις οποίες φαίνεται ότι παρέμεινε τούτο στο όνομα της εν λόγω εταιρείας, που όπως η ίδια ανέφερε, τούτο έγινε για να μην χρειαστεί να καταβάλει στην Α.Η.Κ το ποσό της εγγύησης που χρειάζεται σε μια τέτοια περίπτωση. Τέλος, ως Τεκμήριο Δ, επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, έρευνα στην οποία φαίνεται η εγγραφή της εν λόγω εταιρείας στις 21.12.2006, με διευθυντή και γραμματέα κάποιον XXXXX Α. Βαρνάβα. Στην ένορκη δήλωση της η Καθ' ης η Αίτηση διευκρίνισε ότι το ποσό το οποίο έχει συσσωρευτεί από το Μάρτιο του 2018 μέχρι και σήμερα, το οποίο δικαιούται η Αιτήτρια ως ιδιοκτήτρια, μπορεί να καταβληθεί ανά πάσα στιγμή, ενώ μπορεί να αποζημιώσει οποιαδήποτε ζημιά σε επίπεδο ενοικιαστικής αξίας της κατοικίας, αφού λαμβάνει €1.500 μισθό και €700 διατροφή από τον πρώην σύζυγό της, διευκρινίζοντας, όπως άλλωστε φαίνεται από το σύνολο των ισχυρισμών της, ότι τα ενοίκια πάντοτε καταβάλλοντο από τον πρώην σύζυγό της. Να σημειωθεί ότι στην παράγραφο 16, γίνεται αναφορά σε ενοικιαστήριο το οποίο είχε υπογραφεί μεταξύ του πρώην συζύγου της και της αναφερθείσας εταιρείας. Δικαιολόγησε τη συσσώρευση της μη καταβολής των ενοικίων, στο γεγονός ότι αν και πλειστάκις προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον διευθυντή της αναφερθείσας εταιρείας, δεν κατέστη δυνατό από μια συγκεκριμένη ημερομηνία και μετά. Η ένσταση βασίζεται στους ίδιους νόμους και Άρθρα που στηρίζεται και η αίτηση και δεν χρειάζεται να καταγραφεί η νομική της βάση. Η δικηγόρος που παρουσιάστηκε για το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, στην ενδιαφέρουσα και καλά μελετημένη αγόρευσή της, η οποία αποτελείται από 24 σελίδες, καταπιάνεται με όλα τα θέματα που σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση, αρχής γενομένης με ένα σύντομο ιστορικό της διαδικασίας, τι ζητείται με την αίτηση και τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, τα διαλαμβανόμενα στην ένσταση και δη στους λόγους ένστασης και τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, για να υποδείξει με συγκεκριμένες αναφορές επί αυτών, ότι δεν ευσταθούν τα όσα εισηγείται η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, με αναφορά τόσο στα γεγονότα της κατοχής της εν λόγω κατοικίας από την Καθ΄ ης η Αίτηση και δη στη μη προσκόμιση ενοικιαστηρίου εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού στοιχείου περί τούτου, ή μη προσκόμισης οποιασδήποτε απόδειξης καταβολής ενοικίου, ή αντιφατική αναφορά, του λόγου (Υ) της ένστασης με την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, για το ποιος ενοικίαζε την κατοικία από την αναφερθείσα προηγουμένως εταιρεία, αν ήταν δηλαδή αυτή ή ο πρώην σύζυγος της, τις συνθήκες υπό τις οποίες συνεχίζει να κατέχει την εν λόγω κατοικία, τη μη ύπαρξη καμιάς συμβατικής σχέσης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση, έτσι ώστε να διαφανεί το όποιο δικαίωμα για κατοχή της που σχετίζεται με την ιδιοκτησία, από την ημέρα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας μέχρι σήμερα και όλους τους άλλους λόγους ένστασης και αναφορές από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή. Αφού μάλιστα κατηγοριοποίησε τους λόγους ένστασης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση, όχι μόνο στο γεγονός ότι πληρούνται οι 2 πρώτες προϋποθέσεις, αλλά και όσο, ιδίως, της τρίτης προϋπόθεσης, όπου αναφέρεται ότι με όσα ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, διαφαίνεται ότι δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί η Αιτήτρια από την Καθ' ης η Αίτηση, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αφού ο μισθός τον οποίο αναφέρει ότι παίρνει, δεν τεκμηριώνεται και από κάποιο ανάλογο Τεκμήριο, που εν πάση περιπτώσει, δεν είναι μόνο το κατά πόσο μπορεί να αποζημιωθεί ή μπορεί να εκτιμηθεί σε χρήμα η ζημιά που επέρχεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά και η προσβολή του δικαιώματος του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που επιφέρει η κατοχή από την Καθ' ης η Αίτηση, ήτοι η μη απόλαυση, μη κατοχή και μη εκμετάλλευση από την Αιτήτρια της ιδιοκτησίας της, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για όλα όσα εισηγήθηκε, επικαλέστηκε σχετική Νομολογία, μεταξύ της οποίας και αποφάσεις, όπου αναγνωρίζεται ότι έστω και αν από τη Νομολογία φαίνεται να μην εκδίδονται διατάγματα και δη προστακτικά, όταν με αυτά επιζητείται η ίδια θεραπεία με την αγωγή, υπάρχουν περιπτώσεις όπου, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι τόσο καθαρή κατά την άποψη της η υπόθεση, που το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ανέφερε επίσης και πρωτόδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, για να δείξει ότι τέτοιου είδους διατάγματα εκδόθηκαν και από το Δικαστήριο αυτό. Από την άλλη, η συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, αφού αναφέρθηκε πολύ σύντομα στα γεγονότα της υπόθεσης και στη νομική πτυχή αυτής, με αναφορές από την ένορκη δήλωση και τους λόγους ένστασης, χωρίς βέβαια να παραλείπει να αναφερθεί και στα όσα διαλαμβάνονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν, εισηγήθηκε, με εντελώς αντίθετα επιχειρήματα, ότι η παρούσα περίπτωση, είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις, όπου δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αφού δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, αλλά και το εύλογο και δίκαιο και δη η αλλαγή του Status Quo και τα όσα θα επακολουθήσουν γι' αυτήν και τα παιδιά της, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρέπεμψε και αυτή, σε σχέση με το θέμα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, σε σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ‑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ας σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση. Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, κάτι βέβαια που εδώ δεν συμβαίνει. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της Αίτησης τα άρθρα 4 και 5 του ΚΕΦ. 6, ότι το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν.14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14). Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015.) Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, όπου λέχθηκε ότι: «.. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIONS» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, αναφέρονται τα εξής στη σελ. 152: "
(11)Όταν η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής Ορισμένες φορές η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος στην ουσία διεκπεραιώνει και ολόκληρη την αγωγή ή ένα ουσιαστικό μέρος της. Αυτό οφείλεται στην ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Το θέμα δεν έχει σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η περίπτωση προϋποθέτει ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Επομένως, το θέμα μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά το τελικό στάδιο στάθμισης των διαφόρων παραγόντων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αυστηρά ομιλούντες, το θέμα δεν σχετίζεται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό αυτές τις συνθήκες, και με βάση το ισοζύγιο, ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της αγωγής χωρίς δίκη. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc, στην οποία θεωρήθηκε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποφεύγει κατά το δυνατό να προκαλέσει αδικία στη μια ή στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α. το εφετείο, διαφοροποιούμενο από προηγούμενη νομολογία έκρινε ότι «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το «ανεπιθύμητο», πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση»." Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734, αναφέρθηκαν τα εξής: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστατικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37).» Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.» Αρχίζοντας από τους λόγους ένστασης, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, αφού αναφέρεται τόσο το Άρθρο 32 του Ν.14/1960, όσο και το Άρθρο 4 του ΚΕΦ.6. Επίσης δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι είναι νομικά αβάσιμη ή αντικανονική ή παράτυπη, ή ότι είναι εκβιαστική. Επίσης δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, που θα μπορούσε να κρίνει για την μη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αυτού, ως εισηγείται η Καθ' ης η Αίτηση. Ούτε ισχύει βέβαια αυτό που αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση, ότι η Αιτήτρια δεν ήρθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, αφού πρόκειται για αίτηση διά κλήσεως. Εν πάση περιπτώσει, η μη αναφορά στον τρόπο με τον οποίο κατέστη η Αιτήτρια ιδιοκτήτρια, δεν είναι άμεσα και επιτακτικά γεγονός που θα οδηγούσε σε συμπέρασμα μη αποκάλυψης όλων των γεγονότων. Ούτε βέβαια και μπορεί να ισχύσει η θέση της για το κατεπείγον, αφού όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, πρόκειται για αίτηση διά κλήσεως. Ερχόμενος στην πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καταδεικνύεται ότι η Αιτήτρια στηρίζει την αγωγή της στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, όπως άλλωστε φαίνεται αυτό στη νομική βάση της αίτησης, στην οποία αναφέρεται το Άρθρο 43 του ΚΕΦ.148, το οποίο δημιουργήθηκε με την έκδοση τίτλου επ' ονόματι της στις 16.03.2018, γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, τίτλος ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 1, στον οποίο εμφαίνεται ως ιδιοκτήτρια η Αιτήτρια, από την ημερομηνία που έχει αναφερθεί. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια, απέστειλε για πρώτη φορά επιστολή στην Καθ' ης η Αιτηση, στις 7.05.2019, Τεκμήριο 3, δηλαδή 14 περίπου μήνες μετά που κατέστη κύριος της συγκεκριμένης κατοικίας. Διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αλλά και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι υπήρξε επικοινωνία της Καθ' ης η Αίτηση με τους δικηγόρους της Αιτήτριας γι' αυτό το θέμα, επομένως, τόσο η ιδιοκτησία της Αιτήτριας για την εν λόγω κατοικία, όσο και η κατοχή εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, είναι γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, όπως επίσης και ότι δεν υπάρχει καμία συμβατική σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση, για την κατοχή της αναφερθείσας κατοικίας. Εν όψει των πιο πάνω, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής επιτυχίας της αγωγής, διαφαίνεται από τα πιο πάνω, που είναι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, και υποστηρίζονται από τα επισυνημμένα τεκμήρια, όπως το επισυνημμένο Τεκμήριο Α, ότι ουδέποτε έδωσε οποιοδήποτε δικαίωμα κατοχής της εν λόγω κατοικίας στην Καθ' ης η Αίτηση. Άλλωστε δεν ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η Καθ' ης η Αίτηση ότι υπάρχει τέτοια συμβατική σχέση μεταξύ τους. Ό, τι είναι που ισχυρίζεται, είναι ότι υπήρχε συμβατική σχέση ενοικίασης με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια και είναι επί τούτου που έλκει τη θέση της για δικαίωμα της να συνεχίσει να κατέχει την εν λόγω κατοικία. Το Δικαστήριο βέβαια τώρα, δεν θα σταθμίσει και να αξιολογήσει το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του για να βγάλει τελικά συμπεράσματα, έργο το οποίο ανήκει στο Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την υπόθεση, αφού ακούσει και αξιολογήσει όλη τη σχετική μαρτυρία και προβεί σε ευρήματα για έκδοση της απόφασης του. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο προβαίνει σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση και προσέγγιση του πράγματος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταδεικνύεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ζημιά αποτιμάται σε χρήμα. Άλλωστε, στην αγωγή της η Αιτήτρια, επιδιώκει και απόφαση για ενδιάμεσα οφέλη από την ημερομηνία που κατέστη ιδιοκτήτρια, μέχρι και την ημέρα που θα της δοθεί ελεύθερη και κενή ή κατοχή της κατοικίας. Ως προς το θέμα κατά πόσο η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίο της να ικανοποιήσει αυτήν, έχοντας κατά νου ότι ανέφερε ότι λαμβάνει το ποσό των €1.500 μηνιαίως, ως μισθό και €700 ως διατροφή από τον σύζυγό της, χωρίς να παραγνωρίζω την εισήγηση της κυρίας Θεοδούλου ότι δεν προσκόμισε και ανάλογο τεκμήριο που να αποδεικνύει ότι λαμβάνει τέτοιο μισθό, από την άλλη όμως, ότι δεν διεφάνη με κάποιο τρόπο το αντίθετο και ότι δεν ζητήθηκε να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση που να ανατρέπει αυτό το γεγονός ή αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση επί τούτου, την επισήμανση που προέβη η κα Θεοδούλου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι δεν ζήτησε η Καθ΄ ης η αίτηση να αλλάξει το ονοματεπώνυμο στην Α.Η.Κ της αναφερθείσας εταιρείας με το δικό της, για να μην καταβάλει το ποσό της εγγύησης, για την οποία βρίσκω ότι δεν αποδεικνύει, εκ τούτου, ότι δεν μπορούσε να καταβάλει εκείνο το ποσό, ή δεν μπορεί να καταβάλει οποιοδήποτε ενοίκιο η ίδια, που ως ανέφερε, τούτο το αναλάμβανε πάντα ο σύζυγος της και εν πάση περιπτώσει, λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση, κρίνω ότι, με βάση τα ολικά της εισοδήματα, μπορεί να αποζημιώσει την Αιτήτρια σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον της με το ανάλογο ποσό της ενοικιαστικής αξίας της κατοικίας, ως μηνιαία αποζημίωση. Είναι ορθό βέβαια, αυτό που τόνισε η κυρία Θεοδούλου στην αγόρευσή της ότι στην έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως τα δικαιώματα που έχει ένας ιδιοκτήτης στην ιδιοκτησία του και δικαιούται χωρίς αμφιβολία στην κατοχή, απόλαυση και εκμετάλλευση της ακίνητης του ιδιοκτησίας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένεκα της κατοχής της κατοικίας από την Καθ' ης η αίτηση, η Αιτήτρια δεν τα έχει. Όμως ψηλαφίζοντας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ανατρέχοντας στα τεκμήρια, δεν βρήκα οτιδήποτε που το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε αυτό που εισηγήθηκε η κυρία Θεοδούλου στην αγόρευσή της, ότι σε περίπτωση που συνεχίσει να παραμένει η Καθ' ης η αίτηση στην κατοικία, δεν θα μπορεί να την πωλήσει, ή εν πάση περιπτώσει θα είναι ανασταλτικός παράγοντας τούτο, αφού δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά ότι υπήρχε οποιαδήποτε πρόταση για αγορά του και τέθηκε ένα τέτοιο ζήτημα. Αντίθετα από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση, διαφαίνεται ότι οι άλλες 2 κατοικίες που είναι δίπλα από αυτήν και φαίνεται να ήταν της εταιρείας από την οποία ενοικιάζετο η συγκεκριμένη κατοικία, να μην έχουν αναζητηθεί για αγορά. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θα ανέμενε ότι θα προβάλλοντο συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδείκνυαν κάτι τέτοιο. Η κυρία Θεοδούλου αναφέρθηκε σε 3 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, όπου εξέδωσε παρόμοια διατάγματα. Πλην όμως και στις 3 εκείνες υποθέσεις, τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από την παρούσα, τα οποία δεν χρειάζεται τώρα να καταγραφούν. Δεν έχω πειστεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδίδοντο τα αιτούμενα διατάγματα, λαμβανομένου υπόψιν ότι και η ίδια η Αιτήτρια από τότε που κατέστη ιδιοκτήτρια 16.03.2018, μέχρι την πρώτη όχληση της Καθ' ης η Αίτηση στις 7.5.2019, πέρασαν 14 μήνες και μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, 19 μήνες περίπου. Εάν σε αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα δεν επήλθε, ή δεν έκρινε η ίδια η Αιτήτρια ότι επέρχετο οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά, πώς τώρα προβάλλει έναν τέτοιο ισχυρισμό, ή ότι θα επέρχοντο τέτοιες δυσμενείς καταστάσεις στα όποια συνταγματικά δικαιώματα της που να καθιστούσαν αναγκαία την έκδοση των διαταγμάτων, γιατί θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδίδοντο τα αιτούμενα διατάγματα, έχοντας κατά νου βέβαια και το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση προέβαλε ένα δικαίωμα που βασίζεται σε σύμβαση ενοικίασης με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια. Κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω. Αν και το δίκαιο και εύλογο εξετάζεται μόνο όταν πληρούνται οι 3 προϋποθέσεις, θα ήθελα να σημειώσω εδώ, ότι και αν ακόμα έκρινα ότι πληρείτο και η τρίτη προϋπόθεση και προχωρούσα να εξετάσω το εύλογο και δίκαιο, τόσο ένεκα της καθυστέρησης εκ μέρους της Αιτήτριας να προχωρήσει στην όχληση και καταχώρηση αγωγής και καταχώρηση αίτησης για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος άμεσα, για παράνομη επέμβαση, όσο έχοντας υπόψη και το θέμα των αποζημιώσεων, που είναι ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, διαφαίνεται ότι τυχόν ζημιές που θα υπόκειτο η Αιτήτρια, να μπορούσαν να αποζημιωθούν από την Καθ' ης η αίτηση, καθώς και έναν άλλο παράγοντα, όπου φαίνεται να είναι ισοσταθμισμένοι οι άλλοι παράγοντες που συνήθως λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, ήτοι η διατήρηση του Status Quo, που στη συγκεκριμένη περίπτωση η ίδια η Αιτήτρια αποδέχθηκε το Status Quo για 14 και πλέον μήνες μέχρι την πρώτη όχληση και 19 μήνες περίπου μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης, όπως επίσης και την κατάσταση που θα δημιουργείτο από την έκδοση των διαταγμάτων σε βάρος της Καθ' ης η Αίτηση και των παιδιών της, αφού θα ανατρέπετο η ζωή τους από την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, αυτή τη στιγμή και την πορεία αλλαγής που φαίνεται να έχει λάβει η απονομή της δικαιοσύνης, η οποία όντως μέχρι τώρα καθυστερούσε, ότι αυτή πλέον θα απονέμεται σε σύντομο χρονικό διάστημα, βρίσκω ότι θα ήταν πιο ορθό να παραμείνει το Status Quo ως έχει. Όλα αυτά βέβαια στην προσπάθεια του το Δικαστήριο να ισοζυγήσει τη ζημιά που θα επέλθει στη μια ή στην άλλη πλευρά, κρίνοντας ότι από τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η ζημιά που θα επέλθει στην Καθ' ης η Αίτηση και τα παιδιά της, υπό τις δοσμένες συγκεκριμένες περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, είναι μεγαλύτερη σε αυτή, παρά στην Αιτήτρια. Επομένως θα έβρισκα ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, θα έκλινε υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται πλέον €2.000 έξοδα συν ΦΠΑ υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο