ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4288/2013, 7/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A283 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4288/2013 ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα -και-
- XXXXX ΑΡΓΥΡΟΥ
- XXXXX ΑΡΓΥΡΟΥ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: δρ. Α. Ποιητής για Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Χ. Χριστοφή και κα Κ. Καρσού ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Κ.6), το οποίο καταχωρήθηκε στις 15.11.2013, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα, δυνάμει δύο συμβάσεων δανείου ημερομηνίας 14.8.2002 και 7.11.2007 με τον Εναγόμενο 1 και συνεχούς σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 14.8.2002, τα ποσά των €125.170,24 και €82.616,57, τόκους, διατάγματα εκποίησης των ακινήτων των υποθηκών ΥXXXXX/1999, ΥXXXXX/2000, ΥXXXXX/2007 και ΥXXXXX/2007 και έξοδα. Αφού επιδόθηκε η αγωγή στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 26.11.2013 και αυτοί καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 2.12.2013, στη συνέχεια καταχώρισαν έκθεση υπεράσπισης στις 9.12.
- Δεν καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση, οπότε μετά που ορίστηκε για οδηγίες καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 23.4.2014 με την οποία αποκάλυπτε ότι είχε στην κατοχή της είκοσι εννιά
(29)έγγραφα, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στις 7.3.2014 δήλωναν ότι δεν είχαν στην κατοχή τους οιονδήποτε έγγραφο αναφορικά με το επίδικο θέμα ή σε σχέση με την αγωγή. Μετά που ορίστηκε η υπόθεση μερικές φορές για οδηγίες και ακρόαση υποβλήθηκε αίτηση στις 30.9.2016 για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, η οποία, λόγω ένστασης της Ενάγουσας προχώρησε σε ακρόαση και κατόπιν έκδοσης ενδιάμεσης απόφασης από το Δικαστήριο στις 27.3.2017, με την οποία εγκρίθηκε η αίτηση τροποποίησης, καταχωρήθηκε τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης στις 13.4.2017. Ουσιαστικά με την τροποποίηση προστίθετο ο ισχυρισμός ότι ο εκλιπών τα γήινα αδελφός τους XXXXX δεν υπόγραψε τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 14.8.2002 και η υπογραφή του ήταν πλαστογραφημένη και ότι παραπλάνησε ή/και εξαπάτησε ή/και παρέστησε ψευδώς η Ενάγουσα στον Εναγόμενο 2 ότι εγγυητής θα ήταν και ο αδελφός τους XXXXX, γεγονός που δεν πραγματοποιήθηκε και ενόψει τούτων, πρόβαλαν τους αντίστοιχους ισχυρισμούς για άκυρες συμφωνίες. Ούτε στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης καταχωρήθηκε απάντηση. Να σημειωθεί ότι στις 28.12.2017 καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 2 ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων με την οποία αποκαλύπτοντο οκτώ
(8)έγγραφα σχετικά με τον ισχυρισμό για πλαστογραφία της υπογραφής του XXXXX. Με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης αφού εκφράζεται η άγνοια των εναγομένων 1 και 2 για τον ισχυρισμό της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης αρνούνται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των παραγράφων 2-15 αυτής και προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
(1)Οι αναφερθείσες, ως άνω, συμφωνίες είναι άκυρες γιατί εμπεριέχουν καταχρηστικές ρήτρες, ήτοι: (α) ο τερματισμός των συμφωνιών εναπόκειται μόνον στην απόλυτη κρίση της Ενάγουσας, (β) η ενάγουσα δεν επέτρεψε στους εναγόμενους να διαπραγματευτούν τις συμφωνίες, (γ) οι όροι των συμφωνιών δημιουργούν ανισότητες σε βάρος των Εναγομένων και υπέρ της Ενάγουσας, (δ) οι χρεώσεις είναι παράνομες, όπως και ο τόκος αφού έγινε ανατοκισμός και/ή αντισυμβατικά, (ε) η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι παράνομη και αποτελεί ποινική ρήτρα, (στ) επιτρέπεται στην Ενάγουσα να μεταβάλλει αυθαίρετα τις συμφωνίες, (ζ) οι όροι των συμφωνιών μεταβλήθηκαν αυθαίρετα και άδικα και χωρίς τη δέουσα ενημέρωση και (η) η Ενάγουσα αποστέρησε το δικαίωμα των Εναγομένων για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής προ της υπογραφής των συμφωνιών και/ή δεν τους συμβούλεψε προς τούτο.
(2)Οι συμφωνίες υπογράφηκαν από τους Εναγόμενους κατόπιν πιέσεων και/ή εξαναγκασμού και/ή υπό περιστάσεις που υπάγονται σε εξαναγκασμό και/ή παραπληροφόρησης γι΄ αυτές.
(3)Η Ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 5(β) της έκθεσης υπεράσπισης, ήτοι (Ι) η Ενάγουσα δεν αξιολόγησε την πιστοληπτική ικανότητα των Εναγομένων πριν τη σύναψη της συμφωνίας, (ΙΙ) δεν προσδιόρισαν στις επίδικες συμφωνίες (α) τον τύπο της πίστωσης, (β) τη διάρκεια, (γ) το ποσό και τους όρους, (δ) το επιτόκιο, (ε) το ποσό της δόσης, (στ) το δικαίωμα δωρεάν παραλαβής της κατάστασης λογαριασμού, (η) το εφαρμοζόμενο επιτόκιο υπερημερίας, (θ) προειδοποίηση για τις συνέπιες μη καταβολής των δόσεων, (ι) την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης, (ια) το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης, (ιβ) τη διαδικασία για τον τερματισμό των συμφωνιών και (ιγ) την ύπαρξη ή μη εξωδικαστικών διαδικασιών και (ΙΙΙ) η Ενάγουσα παρέλειψε να ενημερώσει τους Εναγόμενους για τις μεταβολές του χρεωστικού επιτοκίου εγγράφως πριν από την έναρξη ισχύος τους.
(4)Οι όροι των συμφωνιών δεν έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια και κατανοητό τρόπο κατά παράβαση του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(ι)/2003, του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(ι)/1996 και των Ευρωπαϊκών Οδηγιών 93/13/ΕΟΚ και 211/83/ΕΕ. Ειδικότερα σε σχέση με τον Ν.197(ι)/2003 η Ενάγουσα παρέλειψε να παραδώσει στους Εναγόμενους επιστολή στην οποία να καταγράφονται τα προβλεπόμενα στο νόμο αυτό.
(5)Διαζευκτικά για τον Εναγόμενο 2 προβάλλεται ότι εάν ήθελε διαφανεί οποιαδήποτε εγγύηση του, αυτή εξασφαλίστηκε κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλαστογραφίας. Ήτοι: (α) η Ενάγουσα ζήτησε και/ή κάλεσε τον Εναγόμενο 2 όπως παραχωρήσει εγγύηση για τον Εναγόμενο 1, (β) ο Εναγόμενος 2 δήλωσε στην Ενάγουσα ότι θα υπέγραφε εγγύηση αν υπέγραφε και ο αδελφός του XXXXX, (γ) η Ενάγουσα του παρουσίασε έγγραφα και/ή τον διαβεβαίωσαν προφορικά ότι ο XXXXX συμφώνησε να υπογράψει, (δ) υπό τις πι πάνω διαβεβαιώσεις ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τις συμβάσεις εγγύησης, (ε) όταν η Ενάγουσα περί το 2012-2013 πληροφόρησε προφορικά τον Εναγόμενο 2 για τα επίδικα δάνεια, τότε επικοινώνησε με τον XXXXX για διευθέτηση των οποίων υποχρεώσεων και τότε πληροφορήθηκε από αυτό ότι δεν υπέγραψε σύμβαση εγγύησης, (στ) όταν έθεσε αυτό το γεγονός υπόψη της Ενάγουσας αυτή αποπειράθηκε να τον εξαπατήσει και/ή να τον εξαναγκάσει να αποδεκτεί τις αναφερθείσες συμφωνίες και (ζ) η Ενάγουσα προέβη σε σοβαρές ατασθαλίες κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων της σχετικά με τις επίδικες συμφωνίες, ως άνω αναφέρεται και επίσης υπήρξε πλαστογραφία της υπογραφής του Παναγιώτη στη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 14.8.2002, προκειμένου να εξασφαλιστεί η υπογραφής της σύμβασης εγγύησης από τον Εναγόμενο 2.
(6)Οι υποθήκες είναι επαχθείς και καταστροφικές για τους Εναγόμενους και η Ενάγουσα παρέλειψε να προτρέψει τους Εναγόμενους να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψουν αυτές. Επίσης αν και γνώριζαν την οικονομική τους κατάσταση και ότι δεν είχαν την ευχέρεια και/ή τα εισοδήματα για να εξασφαλίσουν τις υποχρεώσεις τους, τους έπεισε, τους παραπλάνησε, τους πίεσε και τους εξανάγκασε να υπογράψουν τις υποθήκες.
(7)Δεν έλαβαν τις αναφερθείσες επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού.
(8)Η Ενάγουσα παρέλειψε να εκτελέσει τις υποχρεώσεις που της υποβάλλει η σχετική νομοθεσία και/ή κανονισμός.
(9)Ο υπολογισμός του τόκου είναι αντισυμβατικός και/ή κατά παράβαση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(ι)/1999.
(10)Η Ενάγουσα δεν έθεσε σε ευπρόσιτη και/ή σε κατανοητή μορφή τις σχετικές πληροφορίες των επίδικων συμφωνιών όπως ρητά προνοεί ο περί Υπηρεσιών Πληρωμών Ν.128
(1)/2009.
(11)Ως εκ των πιο πάνω αξιώνουν απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Η Ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερεις
(4)μάρτυρες (στο εξής ΜΕ). Την XXXXX Νικολάου, ΜΕ1, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε γραπτή δήλωση - κατάθεση της, Έγγραφο Α, στην οποία αναφέρεται ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας και υπηρετεί στο τμήμα ανάκτησης χρεών (recoveries). Ένεκα της θέσης της αυτής γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει στην κατοχή της διάφορα έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο που διατηρεί η Ενάγουσα. Κατέθεσε τριάντα
(30)τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω σε άλλο μέρος της απόφασης. Αυτή δεν ήταν παρούσα σε καμιά από τις αναφερθείσες πιο πάνω συμφωνίες, αφού προσλήφθηκε υπάλληλος στην Ενάγουσα τον Ιανουάριο του
- Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Αντωνίου, ΜΕ2, η οποία εξήγησε την διαδικασία που ακολουθούσε η Ενάγουσα για την παραχώρηση δανείου. Ήτοι αφού αποτείνετο ο πελάτης στην Ενάγουσα για δάνειο, αυτή απέστελλε το αίτημα στο αρμόδιο τμήμα και αφού εγκρίνετο και αποστέλλονταν τα έγγραφα από το αρμόδιο τμήμα στη Λευκωσία ειδοποιούντο οι πελάτες για να υπογράψουν τα έγγραφα. Αφού τις υποδείχθηκαν διάφορα έγγραφα αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.11.2007, στο Τεκμήριο 10, το οποίο αποτελεί τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 7.11.2007 την οποία φέρεται να υπόγραψε ο Εναγόμενος 2, στο Τεκμήριο 11 το οποίο είναι η βεβαίωση ημερομηνίας 7.11.2007 του Εναγόμενου 1, σχετικά με την υποθήκη για το ποσό των ΛΚ27.000.-, στο Τεκμήριο 12, το οποίο είναι η βεβαίωση ημερομηνίας 7.11.2007 του Εναγόμενου 1, σχετικά με την υποθήκη για το ποσό των ΛΚ50.000.-, στο Τεκμήριο 13, το οποίο είναι η βεβαίωση ημερομηνίας 7.11.2007 του Εναγόμενου 1 σχετικά με τις υποθήκες υπ΄ αρ. ΥXXXXX/1999 και ΥXXXXX/2000 και στο Τεκμήριο 14, το οποίο αποτελεί τη γενική συμφωνία εκχώρησης εισοδημάτων από πωλήσεις ακινήτων ημερομηνίας 7.11.2007 που υπέγραψε ο Εναγόμενος
- Δεν αναγνώρισε τις υπογραφές στα Τεκμήρια 19 - 28, οι οποίες είναι επιστολές ειδοποίησης καθυστερήσεων πληρωμής (Τεκμήρια 19 - 24), προειδοποιητικές (Τεκμήρια 22 - 24) και τερματισμού (Τεκμήρια 25 - 28). Κατά την αντεξέταση επανέλαβε τη διαδικασία παραχώρησης δανείου, ενώ δεν μπορούσε να γνωρίζει αν έγινε κάποια επεξήγηση, αφού η ίδια ήταν μάρτυρας κατά την υπογραφή των αναφερθέντων, πιο πάνω, εγγράφων, αφού εξέταζε τη ταυτότητα του πελάτη. Επίσης είπε ότι δεν είναι υποχρεωμένος κάποιος να υπογράψει και για να τα υπέγραψαν σημαίνει ότι ήταν εντάξει, ενώ ανέφερε ότι ποτέ δεν πιέζουν κάποιο να υπογράψει. Η XXXXX Ελευθερίου, ΜΕ3, υπάλληλος της Ενάγουσας ανέφερε ότι ασχολείται με τις καθυστερήσεις πληρωμών χρεών. Αφού είδε τις καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 31 και 32 είπε ότι αυτή τις έκανε, αφού αφαίρεσε τα έξοδα λογαριασμού, δικαστικά έξοδα και έξοδα επιστολών, όπως της ζητήθηκε. Κατά την αντεξέταση αναφέρθηκε και στα Τεκμήρια 29 και 30 τα οποία αντιστοιχούν με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 31 και
- Τελευταίος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο XXXXX Ιωάννου, ΜΕ4, ο οποίος ανέφερε ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας από το
- Τα καθήκοντα του τώρα είναι στην διεύθυνση διαχείρισης καθυστερημένων οφειλών. Προέβη σε αναδομημένες καταστάσεις των δυο λογαριασμών με επιτόκιο 6% σύμφωνα με τις οποίες ο μεν ένας λογαριασμός στις 5.3.20019 δείκνυε οφειλόμενο ποσό €174.405,57 και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο 33, ενώ ο άλλος λογαριασμός την ίδια ημερομηνία δείκνυε οφειλόμενο ποσό €113.570,90 και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
- Αφού αναγνώρισε την υπογραφή του στις επιστολές, Τεκμήρια 19 - 28, οι οποίες τοποθετούνται σε συγκεκριμένο σημείο από τα οποίο παραλαμβάνονται και αποστέλλονται, ανέφερε ότι δεν εντόπισε οτιδήποτε από το οποίο να φαίνεται ότι επιστράφηκαν. Κατά την αντεξέταση αφού αναφέρθηκε στις επιστολές Τεκμήρια 19 - 28, στην ημερομηνία τερματισμού, 20.9.2013, στο επιτόκιο που χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί, διαφωνώντας με τη θέση της υπεράσπισης ότι αυτός έπρεπε να είναι σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό επιτόκιο, όπως και στα Τεκμήρια 29 - 34, διαφώνησε με τις διάφορες υποβολές της υπεράσπισης ότι δεν αποστάληκαν οι αναφερθείσες επιστολές, ότι δεν τερματίστηκαν οι συμβάσεις δανείων και επίδικοι λογαριασμοί και ότι τα υπόλοιπα που εμφαίνονται σε αυτές δεν είναι ορθά. Για την υπεράσπιση έδωσαν μαρτυρία οι Εναγόμενοι 1 και 2, ΜΥ1 και 2, των οποίων μέρος της κυρίως εξέτασης τους αποτέλεσαν τα Έγγραφα Β και Γ, αντίστοιχα, ο XXXXX Παναγιώτου ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος για το θέμα της πλαστογραφίας της υπογραφής του XXXXX στη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 3 και η XXXXX Βασιλείου η οποία εργάσθηκε για 32 χρόνια σε τράπεζα και από το 2013 που αφυπηρέτησε είναι χρηματοοικονομικός σύμβουλος στην εταιρεία KNK GNOMON και διαμεσολαβήτρια. Η μαρτυρία της ΜΥ4 για τα οφειλόμενα ποσά έγινε αποδεκτή από το δικηγόρο της Ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 ηλικίας σήμερα 58 ετών, ο οποίος δεν τελείωσε καν την τάξη Γ' γυμνασίου, ακολουθώντας τον πατέρα του στις γεωργικές εργασίες και αφού τέλειωσε την στρατιωτική του θητεία επαγγέλλεται τον γεωργό. Διαμένει, κατ΄ αυτόν, στην οδό XXXXX 23 στο χωριό XXXXX της επαρχίας Λάρνακας. Για να αποδείξει ότι διέμενε και διαμένει στη διεύθυνση που ανέφερε, κατέθεσε ως Τεκμήριο 35 απόδειξη της Αρχής Ηλεκτρισμού στο όνομα του για την κατανάλωση ρεύματος κατά την περίοδο 11.9.2001 - 9.11.
- Είναι οικογενειάρχης με δυο παιδιά ηλικίας 19 και 171/2 ετών και λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας, Τεκμήριο 36, από τις 25.4.2012 αφού έκανε αίτηση στις 8.6.2011, επειδή υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας. Σημειώνεται ότι η διεύθυνση που αποστάληκαν οι δύο επιστολές, ημερομηνίας 12.7.2012 και 25.1.2019, Τεκμήριο 36, από το τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι η ως άνω διεύθυνση που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Είχε δάνεια στην ALPHA BANK LTD, όπως και ένα δάνειο στην ALPHA BANK CYPRUS LTD, όμως, ως ο ισχυρισμός του, δεν οφείλει κανένα ποσό όσον αφορά τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 2, γιατί δεν έκανε κανένα δάνειο (εννοεί τότε) από την Ενάγουσα. Κατά τον ισχυρισμό του όλες τις συμφωνίες δανείου και εγγυήσεων και όλες τις συναλλαγές για το δάνειο του 2002 τις έκανε με κάποιο XXXXX Βασιλείου ο οποίος παρουσιαζόταν ως υπεύθυνος της ALPHA BANK LTD. Αυτός, δηλαδή ο Εναγόμενος 1, πήγαινε σε αυτούς του έβαζαν ένα «Χ» σε κάποιο σημείο των εγγράφων και έθετε την υπογραφή του σε αυτό το σημείο, χωρίς να του διαβάζουν ή να του εξηγούν οτιδήποτε, ενώ γνώριζαν πολύ καλά την άσχημη οικονομική του κατάσταση. Του έλεγαν μόνο ότι θα ενέκριναν το ποσό των ΛΚ67.000, μη φοβάσαι δεν έχεις κανένα πρόβλημα και έχεις πολλά ακίνητα εσύ και η οικογένεια σου. Το ποσό δε του δανείου αυτού δόθηκε για την αποπληρωμή άλλων δανείων του. Το ίδιο έγινε και με την άλλη τράπεζα, εννοώντας την Ενάγουσα, το 2007, αλλά με άλλο τραπεζικό υπάλληλο του οποίου δεν θυμόταν το όνομα του. Τα έγραφα δε αυτά, τα οποία ήταν τυποποιημένα, ακόμη και να τα διάβαζε δεν θα καταλάβαινε οτιδήποτε αφού δεν είναι σπουδασμένος και το λεξιλόγιο σε αυτά είναι ακατανόητο για αυτό. Όσον αφορά το δάνειο του 2002, Τεκμήριο 2, του ζήτησαν να βάλει εγγυητές τα τρία αδέλφια του, ήτοι τον Εναγόμενο 2, τον Κώστα και τον Παναγιώτη και να συνεχίσουν να είναι υποθήκη τα ακίνητα του τα οποία υποθηκεύθηκαν ως εξασφάλιση άλλων δανείων του τα οποία είχε πληρώσει με το δάνειο Τεκμήριο 2, ως φαίνεται από την προσφορά ημερομηνίας 28.1.2002, Τεκμήριο 1, που έγινε σε αυτό μετά την αίτηση του ημερομηνίας 15.1.2002, αλλά και από τις υποθήκες, Τεκμήρια 15, 16, 17 και 18, που είναι προγενέστερες από το δάνειο Τεκμήριο
- Τέλος ως υποψιάσθηκαν το 2013, λόγω τηλεφωνημάτων που έκανε η Ενάγουσα μόνο στον Εναγόμενο 2, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κατόπιν επιστολής του δικηγόρου τους ημερομηνίας 26.4.2016, Τεκμήριο 37, με την οποία ζήτησαν την επιθεώρηση των εγγράφων και αρνήθηκε η Ενάγουσα, Τεκμήριο 38, και έλαβαν τα έγγραφα κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, διαπίστωσαν ότι ο αδελφός τους XXXXX δεν υπέγραψε ως εγγυητής και η υπογραφή του XXXXX ήταν πλαστογραφημένη. Έτσι κατάγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία, ως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο
- Σημειώνεται ότι ο XXXXX έφυγε από τη ζωή στις 10.9.
- Στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων 1 και
- Κατά την αντεξέταση όταν του υποδείχθηκε η διεύθυνση XXXXX 5, XXXXX XXXXX, στη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτή. Στην υπόδειξη ότι αυτός υπέγραψε γι΄ αυτή την διεύθυνση, απάντησε ότι δεν ήξερε τι ήταν και ότι του έβαζαν «Χ» του έλεγαν να υπογράψει και υπέγραφε. Όμως συμφώνησε ότι δεν υπήρχε κάποιο «Χ», για να πει σε κατοπινό στάδιο για άλλη υπογραφή ότι το «Χ» ήταν με μολύβι και το έσβησαν. Στην παρατήρηση ότι η διεύθυνση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 35 είναι του 2001 και αν έψαξε να βρει και του 2003 και του 2004 τους λογαριασμούς της ΑΗΚ, απάντησε αν χρειαστεί θα φέρει, όμως δεν έψαξε να βρει και γι΄ αυτές τις χρονιές. Αφού του υποδείχθηκε η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.11.2007, Τεκμήριο 8, αναγνώρισε την υπογραφή του που είναι απέναντι από το όνομα του και τη διεύθυνση του. Επίσης συμφώνησε ότι με δική του πρωτοβουλία πήγε στην τράπεζα. Αν και είπε ότι δεν πήρε τις ΛΚ67.000.- με οποιοδήποτε τρόπο, στη συνέχεια συμφώνησε ότι η τράπεζα τις χρησιμοποίησε για άλλα δάνεια που είχε για τα ποία η τράπεζα δεν του κίνησε αγωγή. Όσον αφορά το άλλο δάνειο των ΛΚ60.000.- συμφώνησε ότι έγινε το ίδιο, ως ανωτέρω, όμως επειδή είναι αγράμματος αφού του τηλεφώνησαν (εννοείται από την τράπεζα), πήγαινε, του έλεγαν να υπογράψει σε συγκεκριμένο σημείο, υπέγραφε και έφευγε. Τα δε δάνεια έγιναν από δύο διαφορετικές τράπεζες και όχι από μία. Γνώριζε όμως ότι για να λάμβανε δάνειο χρειαζόταν εγγυητές και είχε μιλήσει με τον εναγόμενο 2 και τον XXXXX, όπως και με τον XXXXX. Η απάντηση δε του XXXXX και του XXXXX ήταν αρνητική, γεγονός που ανέφερε στην τράπεζα. Όμως νόμιζε ότι ο XXXXX ήταν εγγυητής γιατί έτσι του είχε αναφέρει ο XXXXX Βασιλείου, αλλά δεν θυμόταν αν ήταν πριν ή μετά από την υπογραφή. Τα ίδια τα αδέλφια του όμως δεν τα ρώτησε καμιά φορά αν υπέγραψαν, έστω και αν βρίσκονταν μεταξύ τους σχεδόν καθημερινά, γεγονός που βγήκε στην επιφάνεια 15 χρόνια σχεδόν μετά, ενώ στη συνέχεια είπε 1-2 χρόνια μετά. Το γεγονός ότι υπόγραψε ένας αντί δυο όπως είπε τον επηρέαζε, αφού άλλο είναι να υπογράψουν δύο εγγυητές, όπως ήθελε η τράπεζα, και άλλο ένας εγγυητής. Αφού είδε τα Τεκμήρια 5, 6, 7, και 11 - 18 αναγνώρισε την υπογραφή του ενώ όσον αφορά τα Τεκμήρια 19 - 23 είπε ότι δεν τα παρέλαβε ποτέ, όπως δεν πήρε ούτε τα Τεκμήρια 25 -
- Όσον αφορά το χρόνο που κατάγγειλαν στην αστυνομία για την πλαστογραφία της υπογραφής του αδελφού του XXXXX δεν θυμόταν πότε έγινε αυτή. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήρια 40 και 41 αποδείξεις πληρωμής στην τράπεζα για το πρώτο δάνειο €68.893,62 και για το δεύτερο €55.948,19, καθώς και το Τεκμήριο 42, που αποτελείται από μια σελίδα, στην οποία καταγράφονται κάποια ποσά που ανέφερε στη δικηγόρο του. Ο Εναγόμενος 2, ΜΥ2, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε γραπτή δήλωση - κατάθεση του, Έγγραφο Γ, ανέφερε ότι σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 3, του τηλεφώνησαν από την ALPHA BANK LTD να μεταβεί να την υπογράψει και όταν πήγε εκεί, χωρίς να τον πληροφορήσουν ή να του εξηγήσουν τους όρους της του είπαν να υπογράψει όπου έχει το σημείο «Χ», όπως και έκανε και στη συνέχεια έφυγε. Όμως είχε δηλώσει στον Βασιλείου ότι θα υπόγραφε ως εγγυητής υπό τον όρο ότι θα υπέγραφε ως εγγυητής και ο αδελφός του ο Κώστας, για τον οποίο του ανέφερε ότι συμφώνησε να υπογράψει και υπέγραψε ως εγγυητής. Μάλιστα του υπέδειξε και ένα έγγραφο που αναφερόταν το όνομα του αδελφού του και έτσι τον πίστεψε. Πριν το έτος 2012-2013, όταν έλαβε σχετικές προφορικές ειδοποιήσεις, από την τράπεζα για τα δάνεια, επικοινώνησε με τον αδελφό του XXXXX για να προχωρήσουν στη διευθέτηση τους. Τότε του ανέφερε ο XXXXX ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής. Ως εκ τούτου επικοινώνησε με την τράπεζα και αφού τους ανέφερε τα πιο πάνω τους είπε ότι τον εξαπάτησαν. Τα υπόλοιπα ουσιαστικά είναι αυτά που ανέφερε και ο ΜΥ
- Κατά την αντεξέταση αφού ανέφερε ότι ξέρει ότι εγγυητής σημαίνει και καλοπληρωτής και, μετά από υπεκφυγές, ότι τον είχε ενημερώσει ο Εναγόμενος 1 ότι θα ήταν εγγυητής του, πριν του τηλεφωνήσουν από την τράπεζα να μεταβεί για να υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, όταν πήγε του είπαν υπέγραψε στο σημείο «Χ» που ήταν με μολύβι, πράγμα που έκανε. Αφού είδε τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 9, αναγνώρισε τα αρχικά και την υπογραφή του και είπε ότι το «Χ» που ήταν με μολύβι φαίνεται να το έσβησαν. Σε σχέση με τις ειδοποιήσεις Τεκμήρια 21 και 24 και τις επιστολές τερματισμού Τεκμήρια 27 και 28, αφού του υποδείχθηκαν ανέφερε ότι δεν τα έλαβε ποτέ. Όταν ο συνήγορος επανέφερε το μάρτυρα στο θέμα του καλέσματος του τηλεφωνικά για να υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, είπε ότι τον κάλεσε τηλεφωνικά (εννοώντας το Βασιλείου) να πάει στην τράπεζα να υπογράψει. Αυτός τον ενημέρωσε ότι θα υπογράψει όταν θα υπογράψει και ο XXXXX, και τότε, αφού του έδειξε κάτι έγγραφα, συμφωνίες δανείου που έγραφε πάνω XXXXX Αργυρού, τον έπεισε και υπόγραψε. Όμως του είχε αναφέρει ο εναγόμενος 1 ότι θα υπέγραφε και ο XXXXX ως εγγυητής. Με τον XXXXX μίλησε μετά που τους κάλεσε η τράπεζα και δεν κατέληξαν (εννοώντας σε συμβιβασμό), δηλαδή περί το 2012-2013, όταν τους πήραν τηλέφωνο από την τράπεζα και τους είπαν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε τις δόσεις. Στην ερώτηση αν ο Βασιλείου του είπε ότι θα έρθει και ο XXXXX να υπογράψει, απάντησε ναι. Αν και με τον Εναγόμενο 1 βρίσκονταν στο καφενείο του Μαζωτού όπου διέμεναν τόσο αυτοί όσο και ο Κώστας, με τον οποίο βρίσκονταν κάθε μήνα, δεν μίλησαν για το θέμα αυτό πριν από το 2012-
- Στην ερώτηση αν μίλησε με τον Παναγιώτη περί το 2002-2004, πριν αποβιώσει, είπε ότι ο Παναγιώτης δεν θα ήταν εγγυητής και μετά ήθελε η τράπεζα να είναι εγγυητές και οι τρεις για να απαλλάξει τον Εναγόμενο 1 από τα ακίνητα (εννοώντας τις υποθήκες). Αν και υπέκφευγε να απαντήσει, αν από την τράπεζα του είπαν ότι είναι εγγυητής και ο XXXXX, τελικά απάντησε καταφατικά. Έτσι ο δικηγόρος της Ενάγουσας τον ρώτησε αν μίλησε με τον XXXXX για να μάθει αν υπέγραψε. Αφού άρχισε τις υπεκφυγές, λέγοντας ότι δεν ζούσε στο Μαζωτό επειδή ήταν ελεύθερος και αφού τελικά κατέληξε ότι διέμενε στο Μαζωτό με τους γονείς του, συμφώνησε ότι το έμαθε από τον Εναγόμενο 1 ότι θα υπέγραφε και ο XXXXX, αλλά δεν ήξερε αν υπέγραψε. Στην υποβολή ότι ο Παναγιώτης ουδέποτε έκανε παράπονο ότι δεν ήταν η υπογραφή του στη σύμβαση εγγύησης, απάντησε ότι την υπογραφή του XXXXX την είδαν το 2016 μετά που ζήτησαν τα έγγραφα και τα είδαν και φάνηκε ότι ήταν πλαστή. Τέλος στην υποβολή ότι γνώριζε ότι υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης ο XXXXX και ότι γι΄ αυτό δεν έκανε κανένα διάβημα 12 χρόνια μέχρι πριν την αγωγή και 3 χρόνια μετά την αγωγή, απάντησε ότι δεν το ήξερε, αφού δεν τον είδε να υπογράφει. Ο XXXXX Παναγιώτου, ΜΥ3, εμπειρογνώμονας γραφολόγος κατάθεσε ως Τεκμήριο 43 την έκθεση που ετοίμασε για το θέμα της υπογραφής του XXXXX στη σύμβαση εγγύησης, ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 3, σύμφωνα με την οποία η υπογραφή σε αυτή δεν είναι του XXXXX. Αν και συμφώνησε σχεδόν σε όλες τις παρατηρήσεις για διαφορές κάποιων γραμμάτων από τα έγγραφα που σύγκρινε και έφεραν την υπογραφή του XXXXX με φόντο και κάποιες σελίδες από το βιβλίο που χρησιμοποίησε Τεκμήριο 43Α, εντούτοις επέμενε στην αρχική του κατάληξη. Για την XXXXX Σάββα, ΜΥ4 δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε, αφού η μαρτυρία της για το ύψος των οφειλόμενων ποσών και τόκου επί αυτών έγινε αποδεκτή από το δικηγόρο της Ενάγουσας και κρίνεται αξιόπιστη και από το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας με αναφορά στη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας και της αποδοχής εκ μέρους του της μαρτυρίας της ΜΥ4, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, εισηγήθηκε ότι παρέμεινε προς εξέταση (α) αν η υπογραφή του XXXXX είναι πλαστογραφημένη, (β) σε περίπτωση καταφατικής απάντησης ποια η σημασία επί της εγκυρότητας των συμβάσεων δανείου και εγγυήσεως για τους Εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα και (γ) ποιο είναι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Έτσι εισηγήθηκε ότι, με βάση τη μαρτυρία των ΜΕ1-4, πλην της μαρτυρίας, ως εκλαμβάνεται από το Δικαστήριο, που είναι σε αντίθεση με τη μαρτυρία της ΜΥ4 που σχετίζεται με το ύψος του οφειλόμενου ποσού και του τόκου επί αυτού για κάθε ένα από τα δυο δάνεια που έγινε αποδεκτή εκ μέρους της Ενάγουσας, οι οποίοι μετέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια των γεγονότων, αφού δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, ούτε κλονίσθηκε η μαρτυρία τους και πρέπει να κριθούν αξιόπιστοι, σε αντίθεση με τη μαρτυρία των Εναγομένων 1 και 2, ΜΥ1 και 2, οι οποίοι διαφάνηκε ότι έλεγαν ψέματα προκειμένου να απαλλαγούν των ευθυνών τους, παραπέμποντας και σχολιάζοντας συγκεκριμένες αναφορές από τη μαρτυρία τους και τη μαρτυρία του ΜΥ3, ο οποίος καταδεικνύεται ότι δεν έπεισε για την ορθότητα της κατάληξης του ότι υπήρξε πλαστογραφία με υπόδειξη συγκεκριμένων απαντήσεων του επί των παρατηρήσεων και υποβολών που τέθηκαν σε αυτόν, αλλά και σε σύγκριση με το βιβλίο που έλαβε υπόψη για να προβεί στην έκθεση του, η Ενάγουσα απόδειξε την υπόθεση της και δικαιούται σε έκδοση απόφασης υπέρ της και σε βάρος των Εναγομένων 1 και
- Από την άλλη η συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2, με αναφορά στο βάρος απόδειξης που έχει η Ενάγουσα προκειμένου να εκδοθεί απόφαση υπέρ της και με φόντο τη μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα, εισηγήθηκε ότι η ΜΕ1, απλώς, ως υπάλληλος της Ενάγουσας ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα Τεκμήρια 1-30, αφού η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που περιστοιχίζουν την υπόθεση, ενώ ως προς τους υπόλοιπους μάρτυρες ανέφερε ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν ικανή να τεκμηριώσει την αξίωση της Ενάγουσας, παραπέμποντας, σε αδρές γραμμές, στη μαρτυρία του κάθε ενός από αυτούς, αφού (α) δεν αποδείχθηκε η σχέση της ALPHA BANK LTD με την ALPHA BANK CYPRUS LTD, δηλαδή ότι είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο αυτό που φαίνεται και σχετίζεται με τις συμφωνίες και υποθήκες πριν και κατά το 2002 και επομένως δεν έχει logus standi σε σχέση με αυτές τις συμφωνίες η Ενάγουσα, (β) δεν γνώριζαν τις συνθήκες πριν και κατά την υπογραφή των αναφερθεισών συμφωνιών, (γ) δεν αποδείχθηκαν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά, (δ) η πλαστογραφία της υπογραφής του Παναγιώτη οδηγεί στην απαλλαγή των Εναγομένων 1 και 2, (ε) ουδέποτε αποστάληκαν οι επιστολές Τεκμήρια 19 - 28 και επομένως ουδέποτε τερματίστηκαν οι συμφωνίες, (στ) η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 7.11.2007, Τεκμήριο 10, θα πρέπει να αγνοηθεί γιατί δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός, αλλά μόνο για τη συμφωνία εγγύησης, Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 14.8.2002 στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, (ζ) αναφορικά με το Τεκμήριο 15 φαίνεται να είναι διαφορετικός ο αριθμός τεμαχίου από αυτό της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης, όπως συμβαίνει και με τις παραγράφους 8, 10 και 11 της έκθεσης απαίτησης, οι οποίες δυο τελευταίες αντιστοιχούν με τα Τεκμήρια 17 και 18 και τέλος (η) η Ενάγουσα, και σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που προσκόμισε, δεν απέδειξε την οντότητα της, αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης της, προβάλλουν τον ισχυρισμό της άγνοιας και της άρνησης του ισχυρισμού της Ενάγουσας στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης ότι αυτή είναι τράπεζα νομοτύπως εγγεγραμμένη που διεξήγαγε και διεξαγάγει κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή χρόνο τραπεζικές εργασίες. Σκόπιμα δεν αναφέρομαι σε όλη την έκταση των αγορεύσεων των δικηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες διάβασα και μελέτησα με μεγάλη προσοχή, γιατί για το μεγαλύτερο μέρος αυτών θα ασχοληθεί το Δικαστήριο στα διάφορα μέρη της απόφασης που θα ακολουθήσουν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P. Ergatides Motors Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000).» Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους ΜΕ1, 2, 3 και 4, εκ των οποίων, της ΜΕ 1 μέρος της κυρίως εξέτασης της, ως ήδη λέχθηκε, αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση της, καθώς και τους ΜΥ1, 2, 3 και 4, εκ των οποίων μέρος της κυρίως εξέτασης των ΜΥ1 και 2 αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση τους, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνεια τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Όλοι οι ΜΕ1 - 4 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινείς, ευθείς και σαφείς για όσα έκαστος εξ΄ αυτών γνώριζε με βάση τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση και τα επίδικα θέματα. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, ούτε κλονίσθηκε η μαρτυρία τους, αν και οι ΜΕ2, 3 και 4 αναφέρθηκαν σε διαφορετικά ποσά, γιατί ήταν διαφορετικά τα δεδομένα που έθετε ο κάθε ένας από αυτούς για να εξάγει το υπόλοιπο των δύο λογαριασμών και σε διαφορετικούς χρόνους. Όμως με την αποδοχή εκ μέρους του δικηγόρου της Ενάγουσας της μαρτυρίας της ΜΥ4, ως εξηγείται ανωτέρω, το θέμα τούτο τελειώνει εδώ ως προς το ύψος των οφειλόμενων ποσών και του τόκου επί τούτων. Ενόψει της αναφοράς στην ΜΥ4 το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως αναφερθεί από τώρα στη μαρτυρία της ΜΥ4 για να τονισθεί ότι και αν ακόμη ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν δήλωνε ότι αποδέχεται τη μαρτυρία της, οι εκθέσεις αναλύσεις της, Τεκμήρια 44 - 47, είναι τόσο εμπεριστατωμένες και τεκμηριωμένες που χωρίς δισταγμό και αμφιβολία αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Έτσι, με αυτά υπόψη, οι ΜΕ1 - 4, πλην του ως αναφερθέντος θέματος, κρίνονται αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους αποδεκτή. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2, ΜΥ1 και 2, ήταν κάτι παραπάνω από ορατή και εξόφθαλμη η απέλπιδα προσπάθεια που κατέβαλλαν να αποποιηθούν και να αποτινάξουν από τους ώμους τους το βάρος των συνεπειών των συμβάσεων των δανείων και εγγυήσεων που φέρεται να υπέγραψαν, χρησιμοποιώντας κάθε ισχυρισμό, μερικές φορές και αντίθετων μεταξύ τους, που κατά την άποψη τους θα τους απάλλασσε από αυτές, μη διστάζοντας να πουν ψέματα στο Δικαστήριο, που οι ίδιοι δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπέγραψαν, υπό τις συνθήκες που τώρα προβάλλουν. Συγκεκριμένα, ενώ σε ένα από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και δη στην παράγραφο 2 αναφέρεται ότι αρνούνται τις παραγράφους 2 - 5 της έκθεσης απαίτησης και εννοείται ότι δεν υπέγραψαν τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης και από την άλλη στην παράγραφο 5(α) αναφέρεται ότι οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία και/ή εγγύηση και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν υπογραφεί αυτό έγινε υπό παράνομες συνθήκες, οι Εναγόμενοι 1 και 2 στη γραπτή δήλωση-κατάθεση τους, Έγγραφα Β και Γ, δηλώνουν ότι υπέγραψαν τις συβάσεις δανείου και εγγύησης, άσχετα με τις κατ΄ ισχυρισμό δικαιολογίες και περιστάσεις που έγινε αυτό και για παρανομίες εκ μέρους της Ενάγουσας. Με βάση τη μαρτυρία των ΜΕ 2 και 4 που έγινε αποδεκτή και την παραδοχή πλέον των ιδίων των εναγομένων ότι υπέγραψαν τις αναφερθείσες συμβάσεις δανείου και εγγύησης το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δεν υπέγραψαν τις συμβάσεις δανείων και εγγυήσεων. Στην υπόθεση Χαρούς ν. Χαρούς κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 267 η Ενάγουσα είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι ποτέ δεν είχε κάνει τέτοια πληρεξούσια και από την άλλη ζήτησε αν το Δικαστήριο δεν την πιστέψει να εξετάσει αν έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες στον εναγόμενο 1 να προβεί στις μεταβιβάσεις που έγιναν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αποδοχή και η εξέταση τέτοιας εισήγησης θα ήταν ανακόλουθη με ότι διαπιστώθηκε και αντινομική και η διαζευκτική θέση δεν μπορούσε να εξεταστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε την πιο πάνω αντιμετώπιση του θέματος ορθή. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχαήλ
(2012)1 ΑΑΔ 41 αναφέρθηκε ότι ένας διάδικος ο οποίος απευθύνεται στο Δικαστήριο, προτάσσοντας και προωθώντας μια πλαστή εκδοχή, σε περίπτωση απόρριψης της εκδοχής αυτής, δεν μπορεί να επιζητεί απονομή δικαιοσύνης, σε βάση άλλη από εκείνη που κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί. Αν μετά την κατάρρευση της μόνης προωθηθείσας αξίωσης τους, επιτρέποντας στους εφεσείοντες να προβάλουν τις άλλες δικογραφηθείσες διαζευκτικές αξιώσεις τους, που δεν συναρτούνταν προς δικό τους υπόβαθρο γεγονότων και οι οποίες δεν είχαν υποστηριχθεί από μαρτυρία, αυτό θα ήταν και αντινομικό αλλά και άδικο για τον εφεσίβλητο ο οποίος ουδέποτε είχε την ευκαιρία να αντικρούσει τις άλλες διαζευκτικές εκδοχές. Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Χαραλάμπους
(2012)1 ΑΑΔ 507, στην οποία αναφέρθηκε ότι ένας διάδικος οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου
(2012)1 ΑΑΔ 2637. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ερώτημα είναι κατά πόσο πλέον το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση του άλλου, αντίθετου, ισχυρισμού, που είναι γεγονός ότι προώθησαν και κατά την αντεξέταση των Μ.Ε., σύμφωνα με τον οποίο υπέγραψαν τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης αλλά υπό συνθήκες που κατά την θέση τους αποτελούν απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση, εξαναγκασμό, δόλο, πλάνη και κατά παράβαση του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197
(1)/2003 και άλλων νομοθεσιών ή Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Η διαφορά αυτής της υπόθεσης από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρθηκαν ανωτέρω έγκειται, πρώτο στο γεγονός ότι η συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 έθεσε κατά την αντεξέταση των ΜΕ την εκδοχή που αναφέρθηκε αμέσως πριν και δεύτερο κατά την παρουσίαση της υπεράσπισης τους δήλωσαν ότι υπέγραψαν τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης υπό τις συνθήκες βέβαια που ισχυρίστηκαν. ΚΩΛΥΜΑ (ESTOPPEL) Σύμφωνα με το Noke΄s Introduction to Evidence 3rd edition p.208 το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός, ενώ σύμφωνα με τον Phipson on Evidence 12th Edition p.912 είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από το να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μία από τις πιο κάτω μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record) (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct). Γίνεται κατανοητό ότι μας ενδιαφέρει η μορφή (β). ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΩΝ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ. Όταν ένας διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως μία δέσμευση δεν μπορεί αργότερα να ισχυρισθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο δεν είναι σωστά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 1 στις 14.8.2002 υπέγραψε την αποδοχή της πρότασης της Ενάγουσας ημερομηνίας 28.1.2002, Τεκμήριο 1, στην αίτηση του ημερομηνίας 25.1.2002, για νέα σύμβαση δανείου, και ακολούθως τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 2, για το ποσό των ΛΚ67.000.-, με τους όρους που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Επομένως δεν μπορεί να προβάλλει ότι τα γεγονότα σε σχέση με αυτό το θέμα είναι διαφορετικά. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2, στη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 3, ξεκάθαρα αυτός δηλώνει ότι μελέτησε και κατανόησε πλήρως τις πρόνοιες της και ελεύθερα υπέγραψε. Πουθενά δεν αναφέρεται το όνομα του Κώστα ότι θα ήταν και αυτός εγγυητής ως διατείνεται, ειδάλλως δεν θα ίσχυε γι΄ αυτό η σύμβαση εγγύησης. Σημειώνεται ότι στην σελίδα 4 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, φαίνεται εκτός της υπογραφής του Εναγόμενου 2 και η υπογραφή του Παναγιώτη κατά την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 14.8.
- Τονίζεται δε ότι στο Τεκμήριο 1 ως εξασφάλιση ήταν οι υφιστάμενες απεριόριστες προσωπικές εγγυήσεις του Κώστα Αργυρού και του Εναγόμενου 2, ενώ οι προσφερόμενες εγγυήσεις για τη σύβαση δανείου ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 2, ήταν εκ μέρους του Παναγιώτη και του Εναγόμενου 2 και όχι του Κώστα. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να προβάλλει ότι τα γεγονότα είναι διαφορετικά από αυτά που διαλαμβάνονται στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3 και στο Τεκμήριο
- Σε σχέση με τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 7.11.2007, Τεκμήριο 8, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 7.11.2007 την αποδοχή της πρότασης της Ενάγουσας, ημερομηνίας 31.10.2007, Τεκμήριο 7, αφού, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 7, αυτή δόθηκε και προηγουμένως στις 2.10.2007 και 19.10.2007, κατόπιν εξέτασης της αίτησης του ημερομηνίας 25.9.2007 για νέα σύμβαση δανείου, και ακολούθως τη σύμβαση δανείου, ημερομηνίας 7.11.2007, Τεκμήριο 8, για το ποσό των ΛΚ60.000.- με τους όρους που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Οι εξασφαλίσεις δε που ζητούνταν ήταν οι υφιστάμενες υποθήκες και οι υφιστάμενες απεριόριστες προσωπικές εγγυήσεις του XXXXX, του XXXXX και του Εναγόμενου 2 και οι προσφερόμενες που συνίσταντο σε νέα υποθήκη, γενική εκχώρηση εισοδημάτων και χρεών, δήλωση ενυπόθηκου οφειλέτη και μόνο την προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου
- Επομένως δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα είναι διαφορετικά από αυτά που περιέχονται στη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 8 και στο Τεκμήριο
- Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, αυτός υπέγραψε γραπτή βεβαίωση, ως προτιθέμενος εγγυητής, ότι παρέλαβε δια χειρός, Τεκμήριο 9, στην οποία αναφέρεται ρητά τούτο, πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 10, ότι παρέλαβε αυτοπροσώπως γραπτή ενημερωτική επιστολή, σύμφωνα με το Ν.197(ι)/2003, στην οποία αναφέρεται το είδος της τραπεζικής διευκόλυνσης, το ποσό του δανείου, ο τόκος, ο τρόπος πληρωμής, ο χρόνος αποπληρωμής και ο τόκος υπερημερίας, και γραπτή δήλωση της περιουσιακής κατάστασης του Εναγόμενου 1 υπογεγραμμένη από τον τελευταίο, στην οποία περιγράφονται και οι επιβαρύνσεις της περιουσίας του προς όφελος της Ενάγουσας, που καλύπτουν τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την πιστωτική διευκόλυνση. Επομένως δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα είναι διαφορετικά από αυτά που καταγράφονται στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 10 και στο Τεκμήριο
- ΕΞΩΓΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Στην υπόθεση Maroulla Stylianou Polykarpou v. Savvas Polykarpou,
(1982)1 CLR 182, 196, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι ένας πολύ παλιός κανόνας στο νόμο της απόδειξης που δεν επιτρέπει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου. Ο κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει μια βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές.» Ο κανόνας αυτός όμως δεν θα μπορούσε να είναι άκαμπτος γιατί τότε θα οδηγούσε σε αδικίες. Γι΄ αυτό και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Συμβιβάζοντας τον κανόνα με τις εξαιρέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίζει (α) την ανάγκη για τη βεβαιότητα στη διεκπεραίωση των ανθρωπίνων σχέσεων και (β) την ανάγκη για την απρόσκοπτη επιδίωξη της αλήθειας (βλ. Maroulla Stylianou Polykarpou v. Savvas Polykarpou (ανωτέρω), Α. Χρ. Σολομωνίδης & Αδελφοί Λτδ v Tsouris Constructions and Estates Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 355, Victor Onega A.G. v Του πλοίου Μ/V Girvas κ.ά.
(2000)1 AAΔ 16 και Belcy Company Ltd v. Ζένιου Λουκά
(2003)1(Β) ΑΑΔ 871, 881). Οι εξαιρέσεις, αν και δύσκολο να καθοριστούν, μπορούν να ταξινομηθούν σ΄ αυτές που αναφέρονται: (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στην πραγματική φύση της συναλλαγής (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία ενός εγγράφου. Ίδια ήταν η αντιμετώπιση και στην υπόθεση Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 ΑΑΔ 383, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν μια συμφωνία διατυπωθεί σε γραπτό κείμενο, όπως έγινε εδώ με την υποβολή και αποδοχή της αίτησης, Τεκμ. 5, ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα από τα δύο μέρη να διαφοροποιήσει τη συμφωνία. Πρόκειται για τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Σκοπός του κανόνα είναι η διασφάλιση της βεβαιότητας των συναλλαγών. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει ότι αυστηρή εφαρμογή του κανόνα πολλές φορές οδηγεί σε αδικία, ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μη φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd. v. Andrea Merzario Ltd. [1976] 2 All E.R. 930, στη σελίδα 935:- «The court is entitled to look at and should look at all the evidence from start to finish in order to see what the bargain was that was struck between the parties.» Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:- «Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει και οφείλει να εξετάζει όλη τη μαρτυρία από την αρχή μέχρι το τέλος ούτως ώστε να διαπιστώσει τι συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ των μερών.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, την αξιόπιστη μαρτυρία, όπως και τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν, δεν μπορεί να βρουν έρεισμα όσα οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικαλούνται ότι συμφωνήθηκαν με την Ενάγουσα διά μέσου του Βασιλείου για τη σύμβαση δανείου και εγγύησης του 2002 ή μεταγενέστερα για τις συμφωνίες δανείου και εγγύησης του 2007 με άλλο πρόσωπο, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται είτε στη συμφωνία δανείου, είτε στη σύμβαση εγγύησης, γιατί από τη μια η συμφωνία δανείου ήταν ξεκάθαρο τι απέβλεπε και αν ήθελε ο Εναγόμενος 1 να προσθέσει οτιδήποτε άλλο θα το ζητούσε με την αίτηση δανείου, είτε ακόμη και πριν την υπογραφή της στις 14.8.2002 και 7.11.2007, Τεκμήρια 1 και 7 και από την άλλη ο Εναγόμενος 2 γνώριζε ότι κάθε συμβαλλόμενος σε μια συμφωνία μπορεί και δύναται να ζητήσει να καταγραφεί οιοσδήποτε νόμιμος όρος σε αυτή. Εξετάζοντας μία προς μία τις πιο πάνω εξαιρέσεις κρίνω ότι δεν μπορεί, τα δήθεν προφορικά συμφωνηθέντα και έξω από τα καταγραφέντα στις συμβάσεις εγγύησης και στις συμβάσεις δανείου, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να ενταχθούν σε αυτές. Περαιτέρω σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 1, ΜΥ1, αρχίζοντας από τον ισχυρισμό ότι η διεύθυνση διαμονής του είναι στην οδό XXXXX 23, XXXXX, XXXXX εδώ και 20 χρόνια, πράγματι τόσο από το Τεκμήριο 35 που αποτελεί λογαριασμό κατανάλωσης ρεύματος της ΑΗΚ για την περίοδο 11.9.2001-9.11.2011, όσο και από το Τεκμήριο 36, που αποτελείται από δύο επιστολές του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 12.7.2012 και 25.1.2019, αυτά έχουν ως διεύθυνση του Εναγόμενου 1, την ως άνω διεύθυνση. Όμως από το Τεκμήριο 1, ημερομηνίας 28.1.2002, το Τεκμήριο 2 ημερομηνίας 14.8.2002, στο οποίο στην τρίτη σελίδα κάτω από το όνομα του και δίπλα από την υπογραφή του, φαίνεται η διεύθυνση του οδός XXXXX 5, XXXXX XXXXX, Λάρνακα, το Τεκμήριο 3 ημερομηνίας 14.8.2002, στο οποίο φαίνεται η ίδια διεύθυνση, το Τεκμήριο 4 ημερομηνίας 13.12.2005, το Τεκμήριο 7 ημερομηνίας 31.10.2007, το οποίο υπέγραψε, το Τεκμήριο 8 ημερομηνίας 7.11.2007, στο οποίο στην τρίτη σελίδα κάτω από το όνομα του και δίπλα από την υπογραφή του, φαίνεται επίσης η ίδια διεύθυνση, όπως και στο παράρτημα, σελίδα 4 του Τεκμηρίου 8, τα Τεκμήρια 10 και 14, ημερομηνίας 7.11.2007, το Τεκμήριο 15 ημερομηνίας 15.12.1999, το Τεκμήριο 16 ημερομηνίας 9.11.2002 και τα Τεκμήρια 17 και 18 ημερομηνίας 8.11.2007, διαπιστώνεται ότι διαχρονικά αυτή τη διεύθυνση δήλωνε ο Εναγόμενος
- Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε τεκμήριο ή στοιχείο ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε ή πληροφόρησε την Ενάγουσα για άλλη διεύθυνση, ήτοι αυτή που φαίνονται στα Τεκμήρια 35 και
- Θα αναμένετο όσον αφορά το Τεκμήριο 35 να προσκόμιζε και άλλους λογαριασμούς της ΑΗΚ από τότε μέχρι, ίσως, και σήμερα για να καταδείξει τον ισχυρισμό του για διαμονή σε εκείνη τη διεύθυνση. Η αποστολή των επιστολών του Τεκμηρίου 36 σε εκείνη τη διεύθυνση δεν αποδεικνύει την διαμονή του σε εκείνη τη διεύθυνση για 20 χρόνια ως ο ισχυρισμός του. Η κυριότερη, βασικότερη και ουσιαστικότερη μαρτυρία, την οποία θα μπορούσε να προσκομίσει, με μεγάλη ευκολία, ήταν από το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXXX, πράγμα που δεν έπραξε. Όμως στο τέλος αυτό που προσμετρά είναι ότι η Ενάγουσα η διεύθυνση που είχε δυνάμει δήλωσης του Εναγόμενου 1 ήταν αυτή που αναφέρεται στα αναφερθέντα, πιο πάνω, τεκμήρια και την ευθύνη σε περίπτωση αλλαγής διεύθυνσης την είχε ο Εναγόμενος
- Εάν δε το έκανε για άλλους λόγους να δηλώσει τη διεύθυνση που φαίνεται στα εν λόγω τεκμήρια ως χώρο διαμονής του, έτι χειρότερο γι΄ αυτό. Ως εκ των πιο πάνω απορρίπτεται και δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του αυτός. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για τα δάνεια, «της μιας ή της άλλης τράπεζας» όπως το έθεσε, ότι ουσιαστικά δεν καταλάβαινε και δεν γνώριζε τι γινόταν επειδή δεν σπούδασε και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται στις συμφωνίες δανείου ήταν δύσκολο και ακατανόητο γι΄ αυτό, πέραν των όσων ήδη έχουν αναφερθεί ανωτέρω, να λεχθεί ότι όταν λάμβανε τα χρήματα, αρχικά για σκοπούς δικούς του και αργότερα για αποπληρωμή των δανείων που έκανε, ουσιαστικά ως ανανέωση ή παράταση τους για να του δίδεται χρόνος να εξοφλήσει τούτα, και δη κατόπιν δικών του αιτήσεων, δεν έθεσε θέμα κατανόησης των συμφωνιών, τώρα όμως που καλείται να αναγνωρίσει αυτές και να εξοφλήσει τα δάνεια δεν μπορεί να αντιληφθεί τι σημαίνει δάνειο για συγκεκριμένο ποσό, δόσεις, τόκους, κλπ. Ένας τέτοιος, όμως ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει πιστευτός αφού δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη λογική. Ισχυρίζεται επίσης ότι η τράπεζα εξαπάτησε τόσο αυτό όσο και τον Εναγόμενο 2 να υπογράψουν τις αναφερθείσες συμφωνίες, επειδή δήθεν ότι η παροχή του δανείου ήταν υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι εγγυητής θα ήταν και ο αδελφός του, ο Κώστας. Όμως σε κανένα τεκμήριο από αυτά που κατατέθηκαν δεν υπάρχει τέτοιος όρος ή τέτοια προϋπόθεση, ούτε και παρουσιάστηκε οιονδήποτε άλλο απτό στοιχείο που να υποστηρίζει αυτό τον ισχυρισμό. Απεναντίας από το Τεκμήριο 1, διαπιστώνεται ότι το όνομα XXXXX περιλαμβάνετο στις υφιστάμενες εξασφαλίσεις, ενώ στις προσφερόμενες εξασφαλίσεις αναφέρονταν τα ονόματα του XXXXX και του Εναγόμενου 2 και από το Τεκμήριο 7 καταδεικνύεται ότι το όνομα του XXXXX και του XXXXX περιλαμβάνονταν στις υφιστάμενες εξασφαλίσεις και μόνο το όνομα του Εναγόμενου 2 περιλαμβάνετο στις προσφερόμενες εξασφαλίσεις, για τις συμβάσεις δανείων ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 2 και 7.11.2007 Τεκμήριο
- Εκείνο δε που δεν εξήγησε, ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, είναι πως επηρεάζεται αυτός ως πρωτοφειλέτης από τη μη εγγύηση του αδελφού του, αφού έλαβε το δάνειο χωρίς την εγγύηση του τελευταίου. Αν κάποιος, ίσως, επηρεάζεται είναι η Ενάγουσα, που δυνατό να μην κατορθώσει να λάβει τα χρήματα που δάνεισε σε αυτό. Πρέπει να σημειωθεί ότι αν και δεν σπούδασε, και εκ τούτου γι΄ αυτόν δεν ήταν κατανοητό το περιεχόμενο των διάφορων εγγράφων που υπόγραφε, την νομική διαφορά της ALPHA BANK LTD με την ALPHA BANK CYPRUS LTD την κατανόησε χωρίς κανένα πρόβλημα για να ισχυρισθεί ότι δεν υπέγραψε καμία συμφωνία με την Ενάγουσα το
- Επίσης για να πείσει το Δικαστήριο, ό,τι του έλεγαν από την τράπεζα το έκανε χωρίς να καταλαβαίνει τι υπέγραφε, ανέφερε ότι του υποδείκνυαν να υπογράψει εκεί που ήταν τοποθετημένο το σημείο «Χ» και έτσι έκανε. Στην υπόδειξη ότι σε κανένα έγγραφο δεν φαίνεται τέτοιο χαρακτηριστικό, τότε εφεύρε, όπως και ο ΜΥ2, ότι ήταν με μολύβι και το έσβησαν. Ένα ακόμη στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο είναι ότι κατά τη θέση του αν και του είπαν από την τράπεζα ότι ήθελαν τρεις εγγυητές και ο Κώστας και ο Παναγιώτης του αρνήθηκαν, στη συνέχεια και μετά που υπέγραψε αυτός τη σύμβαση δανείου και ο ΜΥ2 ως εγγυητής και αφού έλαβε το δάνειο, νόμιζε ότι ο Κώστας ήταν εγγυητής γιατί έτσι του είχε αναφέρει ο Βασιλείου, αλλά δεν ενθυμείτο πότε του ανέφερε τούτο ο Βασιλείου, αν ήταν δηλαδή πριν ή μετά την υπογραφή. Τα ίδια δε τα αδέλφια του δεν τα ρώτησε καμιά φορά αν υπέγραψαν, έστω και αν συναντιόντουσαν μεταξύ τους σχεδόν καθημερινά. Αυτός όμως ο ισχυρισμός του δεν μπορεί να αντέξει στη λογική γιατί πως ήταν δυνατό να του αρνήθηκαν τα αδέλφια του, να του είπε ο Βασιλείου ότι υπέγραψε ο XXXXX και να μην ρώτησε τον XXXXX πώς και γιατί άλλαξε τη στάση του ή δεν διερωτήθηκε γιατί η τράπεζα του παραχώρησε το δάνειο όταν ήθελε τρεις εγγυητές και ο XXXXX, κατά την εντύπωση του, αφού του αρνήθηκε να υπογράψει ως εγγυητής, δεν είχε υπογράψει και πολύ περισσότερο δεν ρώτησε ούτε αυτό γιατί υπέγραψε. Τέλος πώς ήταν δυνατό κατά το πρώτο διάστημα ή έστω τα πρώτα χρόνια να μην συζήτησε ποτέ με τον XXXXX και τον XXXXX τι ήταν αυτό που τους οδήγησε να υπογράψουν, κατά τη θέση του, εγγυητές, αφού ήταν απαραίτητη η εγγύηση εκ μέρους τους για να του δοθεί το δάνειο, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, αλλά μετά την παρέλευση πολύ περισσοτέρων ετών, επειδή κατά τον ισχυρισμό του ειδοποιούσαν μόνο τον ΜΥ2, να τους οδηγήσει τούτο να ερευνήσουν το θέμα, οπότε ανακάλυψαν ότι ο XXXXX δεν υπέγραψε και η υπογραφή του XXXXX ήταν πλαστογραφημένη. Μία εξήγηση που μπορεί να δοθεί γιατί δεν ρώτησε ποτέ τον XXXXX για το θέμα της εγγύησης, είναι γιατί δεν του ζήτησε η τράπεζα να υπογράψει και αυτός εγγυητής, κάτι άλλωστε που διαπιστώνεται από τη μη ύπαρξη οιουδήποτε εγγράφου που να επιβεβαιώνει τούτο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο Εναγόμενος 1, ΜΥ1, κρίνεται αναξιόπιστος. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, ΜΥ2, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι όταν τον κάλεσαν από την τράπεζα να υπογράψει ως εγγυητής και μετέβη στην τράπεζα τον έβαλαν και υπέγραψε χωρίς να τον πληροφορήσουν ή να του εξηγήσουν τους όρους της εγγύησης, ήδη απαντήθηκε προηγουμένως και δείχνει το ψεύδος του. Όσον αφορά ότι του υποδείκνυαν το σημείο «Χ» στο οποίο έθετε την υπογραφή του και ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας έσβησαν το σημείο «Χ» γιατί ήταν με μολύβι, ισχύουν τα ίδια που αναφέρθηκαν και για τον Εναγόμενο 1, αμέσως πιο πριν. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι θα υπέγραφε ως εγγυητής αν υπέγραφε και ο αδελφός του ο XXXXX, πέραν του γεγονότος ότι δεν υπάρχει οιονδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό του, ο ισχυρισμός ότι ο Βασιλείου του ανέφερε ότι συμφώνησε να υπογράψει και υπέγραψε ο XXXXX ως εγγυητής και μάλιστα του υπέδειξε και ένα έγγραφο που αναφερόταν ο XXXXX δεν μπορεί να αντέξει στη βάσανο της λογικής γιατί πρώτον θα φαινόταν η υπογραφή του στη συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε και αυτός και δεύτερο θα μπορούσε να το επιβεβαιώσει ρωτώντας τον ίδιο τον αδελφό του αν υπέγραψε και μετά να υπογράψει. Επίσης από την ίδια την απάντηση του κατά την αντεξέταση καταδεικνύεται η αντίφαση που έθεσε γι΄ αυτό το θέμα, αφού πρώτα είπε ότι του έδειξε κάποια έγγραφα με την υπογραφή του Κώστα, ενώ μετά είπε ότι ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι θα υπέγραφε και ο XXXXX. Ο ισχυρισμός του ότι τότε επικοινώνησε με τον XXXXX, όταν προφορικά ειδοποιήθηκε για διευθέτηση του δανείου του Εναγόμενου 1, περί τα έτη 2012-2013, οπότε έμαθε από αυτόν ότι δεν υπέγραψε, καταδεικνύει και την αναλήθεια του ισχυρισμού του, γιατί αφού έθεσε ως όρο μόνο αν υπέγραφε ο XXXXX ως εγγυητής θα υπέγραφε και αυτός, θα διαπίστωνε πρώτα την εκπλήρωση του όρου του και μετά θα υπέγραφε και εν πάση περιπτώσει αν θα αναζητούσε να μάθει αν υπέγραψε ο XXXXX θα το έκανε τότε και όχι δήθεν όταν τον ειδοποίησαν προφορικά για την διευθέτηση του δανείου. Ο άλλος δε ισχυρισμός του ότι αν και διέμεναν στο ίδιο χωριό και συναντιόντουσαν στο καφενείο του χωριού τους τόσο με τον Εναγόμενο 1 όσο και με τον XXXXX, με τον οποίο βρισκόταν κάθε μήνα, δεν μίλησαν για το θέμα της εγγύησης, δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη λογική γιατί δεν είναι δυνατό να έθεσε ως όρο ότι αν δεν υπέγραφε ο XXXXX ως εγγυητής δεν θα υπέγραφε ούτε αυτός και να μην το ρωτούσε τότε αν υπέγραψε. Παρόλες τις υπεκφυγές του σχετικά με το κατά πόσο υπέγραψε και ο XXXXX ως εγγυητής και από πού το πληροφορήθηκε, αν και αρχικά ανέφερε ότι του το είπαν από την τράπεζα, τελικά ανέφερε ότι το έμαθε από τον Εναγόμενο 1 ότι θα υπέγραφε και ο Παναγιώτης. Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνεται αναξιόπιστος. Ο ΜΥ3 έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας - γραφολόγος. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα, αξιoλογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες, (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1414 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Η συμπεριφορά ενός μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του. (βλ. Star Fiberglass Ltd ν. Elneda Trading Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 875). Όσον αφορά το μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του και ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του. Παρόλα αυτά, αφού εξέτασα το επάγγελμα, την εκπαίδευση, τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, όπως άλλωστε σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 195/88 κηρύχθηκε επιστήμονας εμπειρογνώμονας στην εξέταση εγγράφων (γραφογνωμία) και παραχάραξη χαρτονομισμάτων, κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας, στην ειδικότητα που έχει ως γραφολόγος (βλ. υπόθεση Christakis Evangelou a.a. ν. Stavros G. Ambizas a.a.
(1982)1 CLR 41, Θεοσκέπαστη Φαρμ κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, R.Κ.Β. Leathergoods Limited ν. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071, Μαρία Στεφάνου Παπαχριστοφόρου ν. Τάκη Κυριάκου Καπνίση κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 244, Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1285 και Kayat Trading Limited v. Genzreme Corporation
(2013)1 ΑΑΔ 438). Επομένως, η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητας του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cement Works Ltd ν. Christos Stavrou
(1978)1 CLR 389 και Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Σ' αυτή την περίπτωση, ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Davie ν. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Andreas Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, Renos Philippou ν. Christoforos Odysseos
(1989)1 CLR 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Ρίτσας Χριστοδουλίδου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 926, Παναγιώτης Νεοφύτου ν. Μαριάννας Ανδρέου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 692, Cybarco Ltd v. Silvia Korascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298, Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική έφεση αρ. 386/2010 ημερομηνίας 15.11.2016 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 162/2014 ημερομηνίας 2.5.2017). Όσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μια υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψη του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους (βλ. Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 AAΔ 746). Η εισήγηση του δικηγόρου της Ενάγουσας για απόρριψη της μαρτυρίας του δεν έχει σχέση με τη συμπεριφορά του, όπως π.χ. τον αυθορμητισμό ή την αμεσότητα των απαντήσεων του, αλλά εδράζεται στις εκτεθείσες από αυτό θέσεις και απόψεις του που στήριξε στο βιβλίο του Βέννη, που σχετίζονται με τη χρήση φωτοτυπίας εγγράφου αντί του πρωτότυπου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στην καταγραφή, έστω και μερικών, αποσπασμάτων από την γραφολογική έκθεση του για να καταστεί ευκολότερη η κατανόηση της μαρτυρίας του. Αναφέρει τα εξής στις σελίδες 2-6 και 9-11 της έκθεσης του. (Διευκρινίζω μόνο ό,τι είναι με έντονο μαύρο χρώμα, είναι δικός του τονισμός και όχι του Δικαστηρίου): «Για να καταστεί δυνατή η ανεύρεση όλων των λεπτομερειών/γραφολογικών χαρακτηριστικών πρέπει η γραφολογική έρευνα να γίνεται μεταξύ πρωτοτύπων εγγράφων (ORIGINALS) και όχι φωτοτυπημένων ή αντιγράφων, για τους πιο κάτω λόγους: · Μια γραφολογική έρευνα σε φωτοτυπίες είναι επισφαλής γιατί οι επί μέρους λεπτομέρειες της γραφής δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια. · Ορισμένα χαρακτηριστικά του πρωτοτύπου, πιθανό να απουσιάζουν από μια φωτοτυπία ή ένα αντίγραφο. · Η φωτοτυπία γενικά είναι απρόσφορο μέσο για εξακρίβωση της πλαστότητας, κυρίως όσον αφορά τις υπογραφές, γιατί εύκολα μπορεί να γίνει μεταφορά μιας υπογραφής από ένα έγγραφο σε άλλο. Δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί απόλυτα η γνησιότητα μιας υπογραφής όταν το πρωτότυπο δεν παρουσιάζεται. Σύμφωνα με την πιο πάνω μεθοδολογία και την επιστήμη της Δικαστικής Γραφολογίας έγινε η παρούσα γραφολογική διερεύνηση, αξιολογήθηκαν τα ευρήματα που προέκυψαν και το αποτέλεσμα που διαμορφώθηκε περιγράφεται στο τελικό συμπέρασμα. ΓΡΑΦΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΕΥΡΕΥΝΗΣΗ
- Αξιολόγηση αμφισβητουμένης υπογραφής Η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι φωτοτυπία και όχι πρωτότυπη. Στις περιπτώσεις φωτοτυπιών η εκφορά απόλυτης γνώμης δεν είναι δυνατή, γιατί δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια όλες οι λεπτομέρειες και άλλα γραφολογικά χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για σκοπούς σύγκρισης. Η φωτοτυπία γενικά είναι απρόσφορο μέσο για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός εγγράφου. Με τη φωτοτυπία δεν μπορεί να διαπιστωθεί η γραφική πίεση, η ταχύτητα και εξαφανίζονται αντικειμενικά ίχνη πλαστογράφησης όπως ξυσίματα, διορθώσεις, αλλοιώσεις ή ίχνη αντιγραφής ή απομίμησης. Δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί με πειστικό τρόπο η γνησιότητα μιας υπογραφής εφόσον δεν προσάγεται το πρωτότυπο. Ένα φωτοαντίγραφο χάνει πολλά από τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά της υπογραφής και δυσκολεύει την εξακρίβωση της γνησιότητας ή της πλαστότητας του. Η διαδικασία αναπαραγωγής φωτοαντιγράφου από ένα έγγραφο δημιουργεί ατέλειες και δεν αποδίδει όλα τα χαρακτηριστικά του εγγράφου, γιατί ανάλογα με την ποιότητα του φωτοτυπικού μηχανήματος και τη διαδοχική σειρά φωτοτύπησης του φωτοαντιγράφου, αλλοιώνονται πολλά από τα χαρακτηριστικά της υπογραφής όπως · Η ποιότητα γραμμής χάραξης παραμορφώνεται · Η γραφική πίεση δεν διακρίνονται οι μεταβολές της. Οι χαράξεις ελαφριάς πίεσης αναπαράγονται είτε σαν διακεκομμένες γραμμές είτε δεν εμφανίζονται καθόλου · Τα σημεία έναρξης και κατάληξης αλλοιώνεται η μορφή τους γεγονός που δυσχεραίνει την εκτίμηση της ταχύτητας. · Η διστακτικότητα, αβεβαιότητα και οι συνδέσεις δεν διακρίνονται σε μια φωτοτυπία. Επίσης δεν μπορεί να γίνει εξέταση ενός φωτοαντιγράφου με την Ηλεκτροστατική Συσκευή Ανίχνευσης (ES.D.A) ή με τη χρήση υπέρυθρου ή υπεριώδους φωτισμού, για τυχόν ανεύρεση αποτυπωμάτων γραφής (INTENDATION) σε περιπτώσεις πλαστογράφησης υπογραφής με τη μέθοδο της ιχνογράφησης αλλά ούτε και με μικροσκόπιο μπορεί να γίνει η εξέταση ενός φωτοαντιγράφου. Με τα σύγχρονα διαθέσιμα μέσα ψηφιακής επεξεργασίας είναι πολύ εύκολο να κατασκευαστεί ένα έγγραφο και να παρουσιάζεται ως αντίγραφο ενός μη υπαρκτού αυθεντικού εγγράφου που οπτικά δεν παρουσιάζει στοιχεία πλαστότητας. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω δεδομένα αυτό που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι σε ένα φωτοαντίγραφο υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά πλαστότητας που δεν είναι ορατά. Ένας αντικειμενικός Δικαστικός Γραφολόγος για να είναι σε θέση να εκφέρει μια ασφαλή γνώμη σχετικά με την γνησιότητα ή την πλαστότητα ενός εγγράφου θα πρέπει πάντοτε να εξετάζει το πρωτότυπο έγγραφο. Η εκφορά γνώμης δεν επιτρέπεται από τους κανόνες της Δικαστικής Γραφολογίας, αλά ούτε και από την πάγια Δικαστική πρακτική σε περιπτώσεις φωτοτυπιών. Στο επιστημονικό σύγγραμμα του Κωνσταντίνου ΒΕΝΝΗ Ειδικού Δικαστικού Γραφολόγου «Γραφή με το χέρι και Πλαστογραφία» στις σελίδες 56 και 57 το οποίο επισυνάπτεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 'Β' αναφέρεται ότι η εξέταση και σύγκριση φωτοτυπιών είναι εφικτή κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, αλλά πάντοτε με μεγάλη επιφύλαξη. α. Να υπάρχουν φωτοτυπίες καλής και ευκρινούς εκτύπωσης που να διακρίνονται τα χαρακτηριστικά και τα ιδιαίτερα δομικά γραφολογικά στοιχεία για να μπορεί να γίνει σύγκριση με τα αντίστοιχα των γνησίων. β. Να υπάρχουν συγκριτικά δείγματα σε ανύποπτο χρόνο και αν είναι δυνατό πλησιόχρονα προς τα αμφισβητούμενα έγγραφα. γ. Η αντιπαραβολή των εγγράφων θα γίνει με την προϋπόθεση ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι σαφώς διαφορετική από τις γνήσιες υπογραφές και η διαφορετικότητα φαίνεται με γυμνό οφθαλμό (μακροσκοπικά). δ. Οποιοδήποτε γραφολογικό συμπέρασμα θα είναι πάντοτε με την επιφύλαξη ότι η έρευνα έγινε από φωτοτυπία και δυνατό το συμπέρασμα να αλλάξει αν η έρευνα γίνει από το πρωτότυπο. Η αμφισβητούμενη υπογραφή παρά το γεγονός ότι είναι φωτοτυπία πληροί όλες τις προϋποθέσεις όπως αυτές αναφέρονται στο επιστημονικό σύγγραμμα του Ειδικού Δικαστικού Γραφολόγου Κωνσταντίνου ΒΕΝΝΗ και ως εκ τούτου μπορεί να γίνει γραφολογική εξέταση σε κάποιο βαθμό πάντοτε όμως με την επιφύλαξη εξέτασης της πρωτότυπης υπογραφής.
- Αξιολόγηση δειγμάτων Για σκοπούς σύγκρισης της αμφισβητούμενης υπογραφής στο όνομα «Παναγιώτης Αργυρού» υποβλήθηκαν συνολικά δέκα
(10)υπογραφές από τις οποίες οι οκτώ
(8)υπογραφές περιλαμβάνονται στο βιβλιάριο Άδειας Οδηγού, καθώς και δύο υπογραφές στα Διαβατήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας με αριθμούς Β.290508 και C.
- Τα πιο πάνω δείγματα δόθηκαν σε ανύποπτο χρόνο και χρονολογούνται από το 1985-1999 δηλαδή είναι προγενέστερης ημερομηνίας από την αμφισβητούμενη υπογραφή η οποία φέρει ημερομηνία 14.8.
- Τα δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου έχουν μεγαλύτερη γραφολογική αξία από άλλα δείγματα τα οποία λαμβάνονται από ένα πρόσωπο στο πλαίσιο εξέτασης οποιασδήποτε υπόθεσης, γιατί κατά το χρόνο που δόθηκαν αυτά τα δείγματα δεν ήταν δυνατό να υπήρχε υπόνοια για δόλια προαίρεση με σκοπό να αμφισβητηθούν εκ των υστέρων. Αυτά χαρακτηρίζονται επαρκή σε ποσότητα και ποιοτικά κρίνονται κατάλληλα για γραφολογική εξέταση. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω δείγματα που καλύπτουν μεγάλη χρονική περίοδο (δεκατέσσερα χρόνια περίπου) και να εντοπίσω μορφολογικές παραλλαγές οι οποίες δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Παρόλα αυτά τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά παραμένουν αμετάβλητα και επαναλαμβάνονται σε όλα τα δείγματα. Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω υπογραφών μεταξύ τους προέκυψε ομοιογένεια και ομοιομορφία των γραφολογικών τους χαρακτηριστικών με φυσιολογικές μορφολογικές διαφοροποιήσεις ώστε να προκύπτει ότι έχουν χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο.
- Ευρήματα διαπιστώσεις Η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι φωτοτυπία και σε αυτές τις περιπτώσεις η εκφορά θετικής γνώμης δεν μπορεί να είναι ΑΠΟΛΥΤΗ. Παρόλο τούτου σύμφωνα με το σύγγραμμα του Κωνσταντίνου ΒΕΝΝΗ «Γραφή με το χέρι και Πλαστογραφία» η σύγκριση της είναι εφικτή αφού η αμφισβητούμενη υπογραφή πληροί όλους τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται και έτσι η σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα μπορεί να γίνει, αλλά το οποιοδήποτε αποτέλεσμα θα είναι με την επιφύλαξη μέχρι την εξέταση του πρωτοτύπου εγγράφου. Με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες οδηγίες από την αντιπαραβολή της αμφισβητούμενης υπογραφής με τα αντίστοιχα δείγματα που αποδίδονται στο Παναγιώτη Αργυρού, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, ώστε να προκύπτει ότι αυτή πιθανό να μην είναι γνήσια υπογραφή του Παναγιώτη Αργυρού. Η εκφορά γνώμης γίνεται πάντοτε με επιφύλαξη ότι η έρευνα έγινε από φωτοτυπία και δυνατό το συμπέρασμα να αλλάξει αν η έρευνα γίνει από το πρωτότυπο. Οι διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και των δειγμάτων που αποδίδονται στον XXXXX Αργυρού είναι οι ακόλουθες: Διαφορά στη γενική εμφάνιση. Διαφορά στη μορφή. Διαφορά στη δομή και τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων. Διαφορά στο ρυθμό χάραξης. Διαφορά στη ποιότητα γραμμής χάραξης. Διαφορά στις συνδέσεις των γραμμάτων. Διαφορά στο είδος και τρόπο σύνδεσης. ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Μετά από την εξέταση ανάλυση και διερεύνηση της αμφισβητούμενης υπογραφής και των δειγμάτων του συγκριτικού υλικού και την αξιολόγηση των ευρημάτων με την βοήθεια τεχνικών και επιστημονικών μέσων και σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την Επιστήμη της Δικαστικής Γραφολογίας και με την επιβεβλημένη δεοντολογική επιφύλαξη εξέτασης της πρωτότυπης υπογραφής πιθανολογείται το συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του XXXXX Αργυρού.» Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε και τα εξής: «Εξέτασα την εν λόγω αμφισβητούμενη υπογραφή και τη σύγκρινα με τα αντίστοιχα δείγματα υπογραφών. Τα παρέλαβα από το γραφείο Δημητρίου και Δημητρίου στη Λάρνακα. Ενόψει του γεγονότος ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι original, δεν είναι πρωτότυπη αλλά φωτοτυπία, σαν δικαστικός γραφολόγος δεν μπορώ να καταλήξω σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα. Παρόλα αυτά προχώρησα σε σύγκριση με τα δείγματα και σύμφωνα με τους κανόνες και θεσμούς όπως αναφέρονται στο σύγγραμμα του Κωνσταντίνου Βέννη, διάσημου γραφολόγου. Είναι Παράρτημα Β στην έκθεση μου. Όπως αναφέρει ο γραφολόγος Βέννης σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι εφικτή η εξέταση φωτοτυπημένου εγγράφου, όταν πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: Δηλαδή να είναι καλής ποιότητας φωτοτυπία, να υπάρχουν αντιπροσωπευτικά δείγματα για σύγκριση. Μπορεί να γίνει οποιαδήποτε εξέταση με επιφύλαξη όμως ότι πρέπει να εξεταστεί το πρωτότυπο. Με αυτό τον λόγο και η αμφισβητούμενη υπογραφή στην παρούσα περίπτωση πληρεί τις προϋποθέσεις και ως εκ τούτου προέβηκα σε γραφολογική σύγκριση. Από τη γραφολογική σύγκριση που έκαμα προέκυψε ότι η υπογραφή αυτή παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές με τα αντίστοιχα δείγματα και ως εκ τούτου η υπογραφή αυτή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Παναγιώτη Αργυρού. Αυτό είναι το πόρισμα της δικής μου έκθεσης.» Κατά την αντεξέταση με παραπομπή στις σελίδες 55-57 του Τεκμηρίου 43 και στη σελίδα 58, Τεκμήριο 43 Α, από το βιβλίο του Βέννη και με υποδείξεις σε γραφολογικές διαφορές των υπογραφών που έλαβε προς σύγκριση με αυτή του Τεκμηρίου 3, ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέδειξε στον μάρτυρα ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία της κατάληξης του με ό,τι ο Βέννης αναφέρει στις σελίδες που αναφέρθηκαν προηγουμένως για το σχετικό υπό συζήτηση θέμα της χρήσης φωτοτυπίας και ως εκ τούτου είναι λανθασμένη η κατάληξη του ότι «... πιθανολογείται το συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Παναγιώτη Αργυρού». Από την ίδια την γραφολογική έκθεση του διαπιστώνεται ότι δίνει έμφαση στα ακόλουθα: (α) Για να καταστεί δυνατή η ανεύρεση όλων των λεπτομερειών γραφικών χαρακτηριστικών πρέπει η γραφολογική έρευνα να γίνεται μεταξύ πρωτοτύπου και όχι φωτοτυπημένων ή αντιγράφων (εξηγεί τους λόγους) και (β) δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί απόλυτα η γνησιότητα μιας υπογραφής όταν το πρωτότυπο δεν παρουσιάζεται. Αξιοσημείωτα είναι όσα καταγράφονται στην αξιολόγηση της αμφισβητούμενης υπογραφής στις σελίδες 3 και 4 της γραφολογικής έκθεσης του στις οποίες αναφέρονται χαρακτηρισμοί όπως «στις περιπτώσεις φωτοτυπιών η εκφορά απόλυτης γνώμης δεν είναι δυνατή», «Η φωτοτυπία γενικά είναι απρόσφορο μέσο για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός εγγράφου», «Δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί με πειστικό τρόπο η γνησιότητα μιας υπογραφής εφόσον δεν προσάγεται το πρωτότυπο». «Ένα φωτοαντίγραφο χάνει πολλά από τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά της υπογραφής και δυσκολεύει την εξακρίβωση της γνησιότητας ή της πλαστότητας του». Χαρακτηριστικά για τα οποία δίνει εξήγηση. Στη συνέχεια, με παραπομπή στις σελίδες 56 και 57 του βιβλίου του Βεννη αναφέρει τις τέσσερεις
(4)προϋποθέσεις που είναι εφικτή η εξέταση και σύγκριση φωτοτυπιών, οι οποίες καταγράφονται ανωτέρω. Το εγχείρημα του βασίζεται σε 8 υπογραφές από το βιβλιάριο της άδειας οδηγού και δυο από τα διαβατήρια του, τα οποία δείγματα χρονολογούνται από τα έτη 1985-1999. Από την αντιπαραβολή αυτών προκύπτει ότι αυτές έχουν χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο. Ενώ οι διαφορές που εντοπίζει μεταξύ τη αμφισβητούμενης υπογραφής και των δειγμάτων είναι
(1)στη γενική εμφάνιση,
(2)στη μορφή,
(3)στη δομή και τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων,
(4)το ρυθμό χάραξης,
(5)την ποιότητα γραμμής χάραξης,
(6)στις συνδέσεις των γραμμάτων και
(7)στο είδος και τρόπο σύνδεσης. Αν και δεν εξηγεί για κανένα από αυτά τι εννοείται ή τι σημαίνει, δεν εξήγησε πως πληρούνται οι τέσσερεις
(4)προϋποθέσεις αφού εκείνο που ανέφερε ήταν ότι η φωτοτυπία πληροί όλες τις προϋποθέσεις. Τις επισημάνσεις δε που του ανέφερε ο δικηγόρος της Ενάγουσας τις οποίες χαρακτήρισε διαφορές μεταξύ των δειγμάτων, ο μάρτυρας τις χαρακτήρισε μορφολογικές παραλλαγές, αλλά χωρίς πάλι να επεξηγήσει αυτή τη θέση του, εκτός σε κάποιες από τις επισημάνσεις του δικηγόρου της Ενάγουσας, ενώ στις άλλες συμφώνησε και μάλιστα τουλάχιστο σε μια από αυτές ανέφερε ότι δεν ήξερε κατά πόσο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Το ουσιαστικότερο όμως ήταν η τελευταία απάντηση του ότι «με την επιβεβλημένη δεοντολογική επιφύλαξη και κάθε λογική πιθανότητα ότι οι υπογραφές αυτές, η υπογραφή αυτή δεν είναι γνήσια υπογραφή». Έχοντας κατά νου ότι θα έπρεπε οι υπογραφές που λάμβανε υπόψη να ήταν όσο το δυνατό σε πλησιέστερο χρόνο από αυτή που αμφισβητείται ότι είναι γνήσια και αυτές που έλαβε υπόψη ήταν από το 1985-1999, δηλαδή η πλησιέστερη τρία
(3)χρόνια από αυτή που αμφισβητείται, ότι ο Παναγιώτης από τις 14.8.2002 έως τις 10.9.2004 που απεβίωσε δεν αμφισβήτησε με παραστάσεις προς την τράπεζα την υπογραφή του, για τόσα πολλά χρόνια ουδέποτε ηγέρθηκε αυτό το θέμα από τους Εναγόμενους 1 και 2, και όλα τα γεγονότα και περιστάσεις που αναφέρονται προηγουμένως, ότι υπήρχε η δυνατότητα να ληφθεί το πρωτότυπο από την αστυνομία και να γίνει η σύγκριση του και οι ελλείψεις στην εξήγηση για τις διάφορες θέσεις του και τελική κατάληξη του με επιφύλαξη, βρίσκω ότι δεν τεκμηρίωσε στον απαιτούμενο βαθμό τη γνώμη του. Με όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του και απορρίπτεται. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Τούτο, αν και με την παράγραφο 1 της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 τίθεται υπό αμφισβήτηση, αφού ισχυρίζονται ότι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, αποδεικνύεται από τη μαρτυρία της ΜΕ1, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, και δη από την παράγραφο 1 της γραπτής δήλωσης-κατάθεσης της, Έγγραφο Α, στην οποία αναφέρεται ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας τράπεζας και δεν αντεξετάστηκε επί αυτού, ούτε αμφισβητήθηκε τούτο. Επειδή στην αγόρευση της η συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκε ότι δεν έκανε δάνειο από την Τράπεζα ALPHA BANK LTD ο Εναγόμενος 1, αφού κατά τη θέση της δεν καταδείχθηκε ότι η Ενάγουσα ALPHA BANK CYPRUS LTD είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την ALPHA BANK LTD, κρίνεται ορθό να ξεκαθαριστεί τούτο από τώρα. Πράγματι στα Τεκμήρια 1-6 και 15 και 16 φαίνεται ως Τράπεζα η ALPHA BANK LTD, ενώ στα Τεκμήρια 7-14 και 17-28 φαίνεται ως Τράπεζα η ALPHA BANK CYPRUS LTD. Όμως από τα Τεκμήρια 29-34 που αποτελούν τις καταστάσεις λογαριασμών των δύο συμβάσεων δανείων, Τεκμήρια 2 και 8, δηλαδή ημερομηνίας 14.8.2002 που έγινε μεταξύ της Τράπεζας ALPHA BANK LTD και του Εναγόμενου 1, Τεκμήριο 2, και της 7.11.2007 που έγινε μεταξύ της τράπεζας ALPHA BANK CYPRUS LTD, Τεκμήριο 8, εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο λογαριασμός, Τεκμήριο 29 που ανοίχθηκε με βάση τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 2, ανήκει στην Ενάγουσα Τράπεζα, αφού στο κάτω μέρος της κάθε σελίδας του λογαριασμού αυτού που αρχίζει από τις 14.8.2002 και φθάνει μέχρι τις 23.9.2013 και το Τεκμήριο 32 μέχρι τις 13.11.2018, φέρουν τη σφραγίδα της Ενάγουσας Τράπεζας ALPHA BANK CYPRUS LTD, που χωρίς αμφιβολία και η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 2 και ο λογαριασμός που ανοίχθηκε γι΄ αυτή Τεκμήρια 29, 32 και 33 είναι περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας Τράπεζας. Εκτός αυτού ο λογαριασμός που αρχίζει από τις 14.8.2002 και έχει αριθμό XXXXX403-1 (old) συνεχίζει με τον αριθμό XXXXX464-0 (new). Εκτός αυτού η ΜΕ4 ανέφερε ότι είναι υπάλληλος της ALPHA BANK LTD από το
- Δεν αντεξετάστηκε επί τούτου, ούτε αμφισβητήθηκε το γεγονός που εξάγεται από τη μαρτυρία αυτή ότι η ALPHA BANK LTD και η ALPHA BANK CYPRUS LTD είναι μία και η αυτή, αφού εργαζόταν για την ALPHA BANK LTD από το 2002 και εννοείται μέχρι την ημέρα που έδινε τη μαρτυρία της στην ALPHA BANK CYPRUS LTD. Επομένως η σχετική εισήγηση απορρίπτεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ALPHA BANK LTD και η ALPHA BANK CYPRUS LTD είναι η ίδια τράπεζα. Στα πλαίσια των εργασιών της, κατόπιν αίτησης του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 15.1.2002 που εγκρίθηκε στις 25.1.2002 και στάληκε επιστολή ημερομηνίας 28.1.2002 την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 στις 14.8.2002, Τεκμήριο 1, δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 14.8.2002, Τεκμήριο 2, την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις ΛΚ67.000 σε αυτό, αφού ο Εναγόμενος 2 και ο XXXXX Αργυρού υπέγραψαν γραπτή σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 14.8.2002, ενώ ο Εναγόμενος 1 για επιπρόσθετη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του προς την Ενάγουσα είχε υπογράψει σύμβαση υποθήκης στις 15.12.1999 η οποία επισυνάφθηκε με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου ΥXXXXX/1999, ημερομηνίας 15.12.1999, Τεκμήριο 15 και σύμβαση υποθήκης ημερομηνίας 9.11.2000 η οποία επισυνάφθηκε με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου ΥXXXXX/2000 ημερομηνίας 9.11.2000, Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1, δυνάμει σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, ουδέποτε υπεβλήθη από το δικηγόρο του Εναγομένου 2 ότι δεν ήταν η υπογραφή του στη σύμβαση εγγύησης, η οποία κατατέθηκε και επίσης η ΜΕ2 ανέφερε στη μαρτυρία της ότι η ίδια προσωπικά ήταν μάρτυρας των υπογραφών της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 2, και της συμφωνίας εγγύησης, Τεκμήριο
- Άλλωστε και ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε και συμφώνησε κατά την αντεξέταση του ότι υπέγραψε το Τεκμήριο
- Άλλο θέμα οι ισχυρισμοί για τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε. Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τα δύο έγγραφα υποθήκης και σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου, Τεκμήρια 15 και 16 που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Το συνολικό επιτόκιο που χρεώνετο το δάνειο, Τεκμήριο 2, ανέρχετο στο 8%. Η συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 2, έτυχε παράτασης στις 13.12.2005, Τεκμήριο 4, καθώς και βεβαιώσεων για την εξασφάλιση με τις αναφερθείσες υποθήκες του δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού, ημερομηνίας 13.12.2005, Τεκμήρια 5 και 6, από τον Εναγόμενο
- Επίσης κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 25.9.2007 η οποία εγκρίθηκε στις 2.10.2007, 19.10.2007 και 31.10.2007 και στάληκε επιστολή ημερομηνίας 31.10.2007, την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 στις 7.11.2007, Τεκμήριο 7, δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.11.2007, Τεκμήριο 8, την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις ΛΚ60.000 σε αυτό, ενώ ο Εναγόμενος 2 για εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του προς την Ενάγουσα, κατόπιν που υπέγραψε βεβαίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197(Ι)/2003 και ότι παρέλαβε δια χειρός πρωτότυπο ενημερωτικής επιστολής από την Ενάγουσα για το είδος της πιστωτικής διευκόλυνσης, το ποσό του δανείου, τον τόκο, τον τρόπο πληρωμής, το χρόνο αποπληρωμής και τον τόκο υπερημερίας και δήλωση περιουσιακής κατάστασης του Εναγόμενου 1 υπογραμμένη από αυτό, στην οποία περιγράφονται οι επιβαρύνσεις της περιουσίας του προς την Ενάγουσα που καλύπτουν τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την τραπεζική διευκόλυνση με τις λεπτομέρειες που αναφέρονται σε αυτή και καταγράφονται στην επιστολή, Τεκμήριο 9, ως αναφέρονται προηγουμένως, υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 7.11.2007, Τεκμήριο 10, ενώ ο Εναγόμενος 1 για επιπρόσθετη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του προς την Ενάγουσα υπέγραψε δυο συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκευσης ακινήτου με έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 8.11.2007 και οι δυο, με αρ. ΥXXXXX/2007 και ΥXXXXX/2007, Τεκμήρια 17 και
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αφού είδαν τα Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10, αναγνώρισε ο κάθε ένας από αυτούς, αναλόγως του τεκμηρίου, την υπογραφή του σε αυτά. Άλλο θέμα οι ισχυρισμοί που προέβαλαν για τους λόγους που υπέγραψαν. Την υπογραφή τους αναγνώρισε και η ΜΕ2 ως μάρτυρας των υπογραφών σε αυτές. Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τις συμφωνίες της δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου και τα δύο έγγραφα υποθήκης, Τεκμήρια 17 και 18 που αναφέρθηκαν πιο πριν. Το συνολικό επιτόκιο που χρεώνετο το δάνειο ανήρχετο σε 7%. Για τα δύο δάνεια δόθηκαν δύο βεβαιώσεις ως προς την εξασφάλιση τους με τις υποθήκες που αναφέρθηκαν, με επιστολές ημερομηνίας 7.11.2007 και οι δύο, Τεκμήρια 11, 12 και 13 από τον Εναγόμενο
- Επιπλέον ο Εναγόμενος 1 για περαιτέρω εξασφάλιση στις 7.11.2007 υπέγραψε γενική συμφωνία εκχώρησης εισοδημάτων από πωλήσεις ακινήτων, Τεκμήριο
- Επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν τήρησε τους όρους που προβλέπονται στις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, η Ενάγουσα, αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 8.11.2012 προς τους Εναγομένους 1 και 2, Τεκμήρια 19, 20, 21 και 22, αντίστοιχα, και τις προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 28.11.2012 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήρια 23 και 24 αντίστοιχα, τερμάτισε αυτές με επιστολές ημερομηνίας 20.9.2013, Τεκμήρια 25-28 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, αντίστοιχα, ακολούθως επειδή ο Εναγόμενος 1 ή και ο Εναγόμενος 2 δεν εξόφλησαν τις οφειλές τους προς την Ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τις καταστάσεις των δύο λογαριασμών, που ετοίμασε η ΜΥ4, Τεκμήρια 44, 45, 46 και 47, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό στις 30.6.2013 ανήρχετο στις €100.837, για το λογαριασμό της σύμβασης δανείου Τεκμήριο 2, με τόκο 6.1% από 23.9.2013, που τερματίστηκε ο λογαριασμός, σύμφωνα με την καταγραφή που φαίνεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 44 ημερομηνίας 20.9.2013, με ένδειξη τερματισμός 0.5 + 3.6 + 2 = 6.1% μέχρι 12.11.2013 και ακολούθως με τόκο 5.85% από 13.11.2013 μέχρι 10.6.2014, 5.75% από 11.6.2014 μέχρι 9.9.2014, 5.65% από 10.9.2014 μέχρι 15.3.2015 και 5.6% από 16.3.2016 μέχρι εξόφλησης. Σε ότι αφορά το λογαριασμό της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 8, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό στις 30.6.2013 ανήρχετο στις €66.710, με τόκο 5.00% από 23.9.2013, που τερματίστηκε ο λογαριασμός, σύμφωνα με την καταγραφή του Τεκμηρίου 45 ημερομηνίας 20.9.2013, με ένδειξη, τερματισμός 0.5 + 2.5 + 2 = 5% μέχρι 12.11.2013 και ακολούθως με τόκο 4.75% από 13.11.2013 μέχρι 10.6.2014, 4.65% από 11.6.2014 μέχρι 9.9.2014, 4.55% από 10.9.2014 μέχρι 15.3.2015 και 4.5% από 16.3.2016 μέχρι εξόφλησης. Ο Εναγόμενος πριν τις ημερομηνίες που αναφέρονται ανωτέρω ως τελευταίες ημερομηνίες καταβολής κάποιου ποσού, κατέβαλε για το μεν λογαριασμό της σύμβασης δανείου Τεκμήριο 2, τα ποσά που φαίνονται στις αποδείξεις που αποτελούν το Τεκμήριο 41, πλην της τέταρτης απόδειξης όπως τις έχει τοποθετήσει το Δικαστήριο και αφορά επιταγή άλλου προσώπου που φαίνεται άλλος λογαριασμός για πίστωση και οι οποίες αποδείξεις εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 29, και για το λογαριασμό της σύμβασης δανείου Τεκμήριο 8, κατέβαλε τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 40, τα οποία εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Οι εναγόμενοι μετά την έγερση της αγωγής ουδέν ποσό κατέβαλαν μέχρι σήμερα. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΞΙΩΣΗΣ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση οι συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκαν οι δύο συμβάσεις δανείου, οι δυο συμβάσεις εγγύησης και οι υποθήκες, με αναφορά στο παράνομο τρόπο, κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, της υπογραφής τους. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Όσον αφορά τις συνθήκες κατάρτισης των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 2 και 8, καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 1 και 7 ότι υπήρξε συζήτηση για δανειοδότηση του εναγομένου 1 πριν τις δυο ημερομηνίες κατά τις οποίες υπογράφηκαν οι δύο συμβάσεις δανείου και επίσης ότι από τα Τεκμήρια 1 και 7, ημερομηνίας 28.1.2002 και 31.10.2007, αντίστοιχα, φαίνονται ξεκάθαρα οι όροι υπό τους οποίους θα παραχωρούντο τα δάνεια, όπως το ποσό, η δόση, ο χρόνος αποπληρωμής, το επιτόκιο και όσον αφορά τις εξασφαλίσεις οι υφιστάμενες υποθήκες και οι υφιστάμενες προσωπικές εγγυήσεις του Κώστα και του Εναγόμενου 2 και οι προσφερόμενες προσωπικές εγγυήσεις του Εναγόμενου 2 και του Παναγιώτη για τη σύμβαση του Τεκμηρίου 2 και όσον αφορά τη σύμβαση δανείου του Τεκμηρίου 8 τις υφιστάμενες υποθήκες, Τεκμήρια 15 και 16, και άλλες προφερόμενες, Τεκμήρια 17 και 18 και την προσωπική προσφερόμενη εγγύηση του Εναγόμενου 2 και τις υφιστάμενες του Κώστα, του Παναγιώτη και του Εναγόμενου 2. Για να ήταν παρόντες στα γραφεία της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι 1 και 2 στις 14.8.2002 και 7.11.2007 που υπέγραψαν ο Εναγόμενος 1 τις συμβάσεις δανείου και ο Εναγόμενος 2 τις συμβάσεις εγγύησης, ως κατωτέρω εξηγείται, πρέπει να ενημερώθηκαν περί τούτου τουλάχιστον ο Εναγόμενος 1 πριν τις δύο ημερομηνίες που αναφέρονται ανωτέρω και ο Εναγόμενος 2 στις δυο ως άνω ημερομηνίες αλλά σίγουρα πριν την υπογραφή των δύο συμβάσεων δανείου και εγγυήσεως, Τεκμήρια 2, 3, 8 και 10, αντίστοιχα. Επομένως ο εναγόμενος 1 λαμβανομένων υπόψη των όσων αναγράφονται στη σελίδα 2 του Τεκμηρίου 1 και δη της ημερομηνίας 28.1.2002 που αναγράφεται στο πάνω μέρος αυτού και του περιεχομένου της πρώτης παραγράφου αυτού και της τελευταίας, αμέσως πάνω από τη λέξη "αποδέχομαι", και του περιεχομένου της σύμβασης δανείου Τεκμήριο 2 έλαβε γνώση του περιεχομένου της σύμβασης δανείου, για την οποία του δίδετο χρονικό περιθώριο τριάντα
(30)ημερών αν αποδέχετο την σύμβαση δανείου να επέστρεφε το Τεκμήριο 1 υπογραμμένο. Έτσι και αν ακόμα δεν είναι ορθό το πιο πάνω συμπέρασμα, ο εναγόμενος 1 έλαβε γνώση του περιεχομένου της σύμβασης δανείου τουλάχιστον πριν υπογράψει στις 14.8.2002 και 7.11.2007 τις συμβάσεις δανείου Τεκμήρια 2 και
- Επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει η θέση και η εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για μη γνώση ή ενημέρωση του περιεχομένου των δυο συμβάσεων δανείου, Τεκμήριο 2 και 8 και ως εκ τούτου ουδέν μεμπτό εκ μέρους της ενάγουσας όσον αφορά τις συνθήκες κατάρτισης αλλά και τις συνθήκες πριν την υπογραφή των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 2 και
- Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 1 Σε σχέση με την υπογραφή των δύο συμβάσεων δανείου ημερομηνίας 14.8.2002 και 7.11.2007, Τεκμήρια 2 και 8, από τον εναγόμενο 1, η ΜΕ2 ήταν σαφής, κάθετη και κατηγορηματική ότι υπέγραψε ο εναγόμενος 1 και μετά υπέγραψε αυτή ως μάρτυρας της υπογραφής του. Άλλωστε και ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 2 και
- Ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι ο εναγόμενος 1 που υπέγραψε τις δύο συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 2 και
- Κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί η εγκυρότητα των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 2 και 8, ήτοι το στοιχείο Α, από τα τέσσερα (Α-Δ) στοιχεία που πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα, για να αποδείξει την αξίωσή της. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Παπαγεωργίου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 961 λέχθηκε ότι «η παράλειψη καταβολής των προβλεπόμενων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ΄ εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιες της.» Η παράβαση όρου των δύο συμβάσεων δανείου ημερομηνίας 14.8.2002 και 7.11.2007, Τεκμήρια 2 και 8, επήλθε επειδή, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 29 και 30, μετά τις 14.9.2011 και 6.7.2011, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν τα ποσά των €960 και €6.160, στους λογαριασμούς Τεκμήρια 29 και 30 των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 2 και 8, αντίστοιχα, δεν έγινε οιαδήποτε άλλη κατάθεση κατά παράβαση του όρου 3 των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 2 και 8, ο οποίος όρος 3 του Τεκμηρίου 8 παραπέμπει στο επισυνημμένο παράρτημα της σύμβασης δανείου, Τεκμήρια 8, δηλαδή δεν κατέβαλλε την προβλεπόμενη και συμφωνημένη δόση του. Συνεπώς έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Β, από τα, ως άνω, τέσσερα στοιχεία Α-Δ. Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Σε σχέση με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή και παραλαβή των επιστολών ειδοποίησης και προειδοποίησης τερματισμού, Τεκμήρια 19-24 και τερματισμού, Τεκμήρια 25-28, αφού δεν παρουσιάστηκε, θετική και ικανοποιητική μαρτυρία προς τούτο. Σύμφωνα με τους όρους 3 και 5 των συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 2 και 8, και το παράρτημα του Τεκμηρίου 8, η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τις συμβάσεις δανείου και να απαιτήσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Συγκεκριμένα στον όρο 5 των δυο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 2 και 8, προνοείται: «Μόλις το ρηθέν δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ήθελε ζητηθεί από την Τράπεζα, θα καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο και θα εξοφλείται και ο Οφειλέτης υποχρεούται να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, Βασικού Επιτοκίου, Προσαύξησης, του Σταθερού Επιτοκίου, του Μεταβλητού Επιτοκίου, Τόκου Υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του Οφειλέτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως τη πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης.» Ως εκ των πιο πάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενάγουσα, η οποία είχε το δικαίωμα να τερματίσει τους λογαριασμούς των συμβάσεων δανείου, για να δικαιούταν να προχωρήσει σε αγωγή έπρεπε, όπως και ορθώς έπραξε, ως διεφάνη, ως άνω, να ζητήσει και ζήτησε δια των ως άνω επιστολών, από τους Εναγόμενους 1 και 2 να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Η παράλειψη δε των Εναγομένων να προβούν σε εξόφληση των χρεών, έδωσε το δικαίωμα στην ενάγουσα να απαιτήσει τούτα δικαστικώς. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Είναι γεγονός ότι ο ΜΕ4 δεν είπε ότι αυτός ετοίμασε και απέστειλε τις επιστολές Τεκμήρια 19-28, αλλά είπε ότι τις ετοίμασε λειτουργός της τράπεζας και αυτός αφού τις ήλεγξε τις υπέγραψε μαζί με το λειτουργό και ο τελευταίος τις έβαλε σε συγκεκριμένο σημείο από το οποίο παραλαμβάνονταν και αποστέλλονταν. Δεν εντόπισε οτιδήποτε στο φάκελο που διατηρεί η Ενάγουσα που να καταδεικνύει ότι επιστράφηκαν. Κάτι που θεώρησε ότι έγινε και σε αυτήν την περίπτωση, δηλαδή δεν επιστράφηκαν πίσω οι επιστολές. Η μαρτυρία για την αποστολή τόσο των ειδοποιήσεων και προειδοποιητικών επιστολών, Τεκμήρια 19-24, όσο και των επιστολών τερματισμού των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 25-28 είναι εξ ακοής μαρτυρία αφού αυτές κατατέθηκαν από την ΜΕ1 ως η υπάλληλος της ενάγουσας, η οποία χειρίζεται και έχει στην κατοχή της το φάκελο του εναγομένου 1 γι΄ αυτές τις συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 2 και 8 και οτιδήποτε άλλο έγγραφο ή συμφωνία σχετίζεται με αυτές, μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 19-28. Ήταν υπό αυτή την ιδιότητα που κατατέθηκαν τα εν λόγω Τεκμήρια από την ΜΕ1 και όχι βέβαια ως η συντάξασα και η αποστείλασα αυτά ή κάτω από τις οδηγίες της. Όμως ο ΜΕ4 αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτές τις επιστολές, Τεκμήρια 19-28 και ανέφερε ότι δεν εντόπισε οτιδήποτε στο φάκελο του Εναγόμενου 1 που διατηρεί η Ενάγουσα που να δεικνύει ότι επιστράφηκαν. Έχοντας κατά νου το άρθρο 27
(1)και
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9 και τη σχετική νομολογία, όπως την υπόθεση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Έφ. Αρ. 294/12 ημερομηνίας 18.6.2019 και δη το γεγονός ότι οι επιστολές αυτές, ήτοι τα Τεκμήρια 19-28, αποτελούν μέρος του φακέλου της ενάγουσας που διατηρεί για τον εναγόμενο 1, όπως παρόμοιο φάκελο διατηρεί και για κάθε πελάτη της, ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η ενάγουσα διατηρεί φάκελο για τον εναγόμενο 1, ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στις επιστολές, Τεκμήρια 19-28, είναι η διεύθυνση που αναγράφεται και στις δύο συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 2 και 8 και συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήρια 3 και 10, αντίστοιχα και τέλος ότι ουδέποτε υποβλήθηκε ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη μαρτυρία, αλλά ούτε και διαφάνηκε με οιονδήποτε τρόπο να είναι τέτοια, ως εκ των υστέρων σκέψη, καθώς και την υπόθεση Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση αρ. 263/2010 ημερομηνίας 5.5.2015, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τελευταίος λόγος έφεσης αφορά στα τεκ. 3-7, τα οποία παρουσιάστηκαν από τη Μ.Ε.1 η οποία ανέφερε ότι είναι στην Υπηρεσία των εναγόντων-εφεσιβλήτων, στο Τμήμα Εισπράξεως Χρεών, και τα είχε στην κατοχή της. Το τεκ. 3 είναι η αίτηση ημερ. 29.4.2002 για παραχώρηση πιστωτικής κάρτας, το τεκ. 4 είναι αναλυτική κατάσταση της κίνησης του λογαριασμού της εφεσείουσας, το τεκ. 5 είναι αντίγραφο επιστολής των εφεσιβλήτων ημερ. 13.8.2004 με την οποίαν οι εφεσίβλητοι ενημέρωναν την εφεσείουσα για το τότε ισχύον χρεωστικό επιτόκιο (που δεν έχει σημασία εφόσον τελικά η απαίτηση των εφεσιβλήτων περιορίστηκε μόνο σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης). Το τεκ. 6 είναι επιστολή των εφεσιβλήτων ημερ. 8.9.2004 με την οποίαν ζητούσαν από την εφεσείουσα την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού και το τεκ. 7 είναι επιστολή ημερ. 9.3.2005 με την οποίαν επίσης καλούσαν την εφεσείουσα να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της κάρτας της. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην παρουσίαση εκ μέρους της Μ.Ε.1 των προαναφερόμενων τεκμηρίων αλλά ούτε και υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην απόδοση βαρύτητας εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου στα προαναφερόμενα έγγραφα, δεδομένου ότι η εφεσείουσα ούτε τα αμφισβήτησε, ούτε τα αντέκρουσε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Η παρουσίαση εξ ακοής μαρτυρίας είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το νόμο και σ΄ αυτήν αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα από το δικαστήριο, σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζει, όχι εξαντλητικά, ο νόμος. Δεν βρίσκουμε ούτε σ΄ αυτό το λόγο έφεσης οποιαδήποτε αιτία για επέμβαση του Εφετείου.», όπως και τη μαρτυρία του ΜΕ4, αποδέχομαι ότι οι επιστολές Τεκμήρια 19-28 αποστάληκαν στους εναγομένους 1 και 2 στις αναφερθείσες διευθύνσεις, οι οποίες διευθύνσεις είναι αυτές που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2, 3, 8 και 10 και αποτελούν την τελευταία γνωστή διεύθυνση που μπορούσε να αποσταλούν οι επιστολές με βάση τον όρο 9 του Τεκμηρίου 2 και 15 του Τεκμηρίου 8 και όρου 10 του Τεκμηρίου 3 και 11 του Τεκμηρίου 10. ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επιστολές αυτές επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθύνονταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ
- Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι, που επικαλούνται τη μη παραλαβή τους που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Ως εκ των πιο πάνω έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Γ από τα τέσσερα στοιχεία Α-Δ. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΑ ΠΟΣΑ Το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερ. 17.10.2014, λέχθηκε ότι η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι παρουσίασαν μαρτυρία, ΜΥ4, για να καταδείξουν ότι τα ποσά ήταν μικρότερα από αυτά που εμφαίνονταν στα Τεκμήρια 29-34 που παρουσίασε η Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχθηκε την ορθότητα των ποσών των δύο λογαριασμών για τις δύο πιστωτικές διευκολύνσεις όπως τα παρουσίασε η ΜΥ4, έχει αποδειχθεί ότι τα οφειλόμενα ποσά είναι αυτά που κατέληξε η ΜΥ
- Ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Δ από τα τέσσερα στοιχεία Α-Δ. Συνεπώς ως εκ των πιο πάνω η Ενάγουσα απέδειξε τα οφειλόμενα ποσά προ αυτήν από τους Εναγόμενους 1 και
- Επομένως οτιδήποτε σχετίζεται με καταχρηστικές ρήτρες που αφορούν αυτή την πτυχή, δεν έχουν πλέον βάση για εξέταση. Επίσης σίγουρα αυτές δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακύρωση των δύο συμβάσεων δανείου. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τις συμφωνίες δανείου κατόπιν πιέσεων και/ή εξαναγκασμού και/ή υπό περιστάσεις που υπάγονται σε εξαναγκασμό και/ή παραπληροφόρησης γι΄ αυτές, θα εξεταστεί στο μέρος που αφορά αυτό τον ισχυρισμό και για τον Εναγόμενο 2 στη συνέχεια. ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος 2 ενημερώθηκε με επιστολές, Τεκμήρια 27 και 28, για τον τερματισμό των δύο συμβάσεων δανείου και των λογαριασμών που διατηρούντο γι΄ αυτό τον σκοπό, ως ανωτέρω εξηγήθηκε, αφού η δική του μαρτυρία περί του αντιθέτου απορρίφθηκε επειδή κρίθηκε αναξιόπιστος, σύμφωνα με τους όρους 10 των συμβάσεων εγγύησης, Τεκμήρια 3 και 10, αντίστοιχα, στους οποίους αναφέρεται ότι θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο προς αυτόν η γραπτή ζήτηση αν δοθεί επιστολή η οποία αποστέλλεται με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία εγγύησης. Η υποχρέωση για ειδοποίηση υφίσταται όταν προβλέπεται στη σύμβαση εγγύησης ή στη σύμβαση υποθήκης, βλ. υπόθεση Lombard, ανωτέρω. Η ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΓΓΥΗΣΗΣ Σε σχέση με τη θέση για μη τήρηση εκ μέρους της Ενάγουσας της υποχρέωσης για προσυμβατικό έλεγχο, πρώτα να λεχθεί ότι η Οδηγία 2008/48/ΕΚ δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής. Τονίζεται ότι η μια σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 2, έγινε στις 14.8.2002 και η άλλη, Τεκμήριο 8, έγινε στις 7.11.2007, δηλαδή πριν την Οδηγία αυτή και άρα δεν ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί. Όσον αφορά τις συνθήκες πριν και κατά την υπογραφή των δυο συμβάσεων εγγυήσης από τον Εναγόμενο 2 η ΜΕ2 ανέφερε ότι υπέγραψε στην παρουσία της και ουδεμία πίεση ασκήθηκε σε αυτόν. Στην παράγραφο 20 του Τεκμηρίου 3 δηλώνεται εκ μέρους του Εναγομένου 2 ότι του εξηγήθηκε ότι μπορούσε να συμβουλευθεί και έτσι να είχε τις υπηρεσίες δικηγόρου της επιλογής του. Περαιτέρω δηλώνει ότι μελέτησε και κατανόησε πλήρως τις πρόνοιες της και ελεύθερα και εθελούσια υπογράφει αυτή. Επομένως ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της και με ελεύτερη βούληση υπέγραψε αυτή. Σημειώνεται ότι αυτή υπεγράφη πριν τις πρόνοιες του Ν.197(Ι)/
- Όσον αφορά τη σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 10, πέραν του όρου 21 αυτής ,που είναι ίδια με αυτή που αναφέρθηκε αμέσως πριν, ο Εναγόμενος 2 παρέλαβε δια χειρός την επιστολή Τεκμήριο 9, η οποία περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο Ν.197(Ι)/2003 και υπέγραψε βεβαίωση ότι παρέλαβε την επιστολή αυτή, καθώς και δήλωση περιουσιακής κατάστασης του Εναγόμενου
- Όλοι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 2, περί δήθεν άλλων συνθηκών απορρίφθηκαν αφού κρίθηκε αναξιόπιστος. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι δεν του δόθηκε από την Ενάγουσα το δικαίωμα για ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψει τις συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήρια 3 και
- Στην υπόθεση Alpha Bank v. Στεφάνου
(2003)1 ΑΑΔ 1101 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι δεν έτυχε νομικής συμβουλής ούτε της εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλάμβανε κατά το χρόνο της υπογραφής των εγγράφων, εξετάστηκε πρωτοδίκως με αναφορά στις αρχές του δικαίου της επιείκειας που το Δικαστήριο θεώρησε ότι κατ' ουσίαν επικαλέστηκε η εφεσίβλητη. Κρίθηκε πως όταν μια τράπεζα ή πιστωτικός οργανισμός ζητά εγγύηση από κάποιο πρόσωπο σε μη εμπορική υπόθεση (non commercial case), η εν λόγω τράπεζα κλπ τίθεται ταυτόχρονα σε εγρήγορση (put on inquiry) και έχει υποχρέωση δυνάμει του δικαίου της επιείκειας να προειδοποιήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντα του εγγυητή όπου η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική. Βλ. Royal Bank of Scotland v. Etridge (No. 2) [2001] 4 All E.R. 440, Barclays Bank PLC v. O' Brian [1993] 4 All ER 417 και Credit Lyonnais Bank Netherland NV v. Burch [1997] 1 All E.R. 144.» Στην υπόθεση Μαυροσκούφη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολιτική Έφεση 352/2008 ημερ. 16.4.2014 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που η εφεσίβλητη είχε δώσει στην εφεσείουσα αντίγραφα των εγγυήσεων για να τα μελετήσει πριν υπογράψει, δεν είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι είχε λάβει και ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής της με παραπομπή στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 951 και Κούντουρου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ
- Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Διονυσίου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ ECLI:CY:AD:2019:A241, Πολιτική Έφεση αρ. 450/2012 και 452/2012 ημερ. 26.6.
- Η υπό κρίση περίπτωση διαφέρει από την ως άνω υπόθεση Alpha Bank Ltd πρώτο γιατί η Ενάγουσα, διά των ΜΕ, αμφισβήτησε ότι δεν δόθηκε το δικαίωμα στον Εναγόμενο 3 για ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψει τις δύο συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήριο 3 και 10, αφού ουδέποτε τους ζήτησε κάτι τέτοιο και του το αποστέρησαν και δεύτερο είχε το χρόνο, αν επιθυμούσε, να ζητήσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή από δικηγόρο της επιλογής του. Στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση στην παράγραφο 20 του Τεκμηρίου 3 αναφέρεται «Δηλώνω ότι μου εξηγήθηκε και κατανοώ πλήρως το δικαίωμα μου όπως συμβουλευτώ δικηγόρο της επιλογής μου, για τις πρόνοιες του παρόντος εγγράφου και ότι είχε την ευκαιρία να τον συμβουλευτώ. Περαιτέρω δηλώνω ότι μελέτησα και κατανόησα πλήρως τις πρόνοιες αυτές και ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω το παρόν έγγραφο εν γνώσει των όσων προνοεί». Όσον αφορά τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 7.11.2007, Τεκμήριο 10, η Ενάγουσα συμμορφούμενη με τις πρόνοιες του Ν.197(Ι)/2003 παρέδωσε δια χειρός επιστολή στην οποία φαίνεται το είδος της τραπεζικής διευκόλυνσης, το ποσό του δανείου, ο τόκος, ο τρόπος πληρωμής, ο χρόνος πληρωμής και ο τόκος υπερημερίας μαζί με περιουσιακή δήλωση του Εναγόμενου 1, υπογραμμένη από τον τελευταίο, στην οποία φαίνονται και οι επιβαρύνσεις της περιουσίας του προς όφελος της Ενάγουσας. Στον όρο 21 της σύμβασης εγγύησης Τεκμήριο 10, προβαίνει στην ίδια δήλωση που αναφέρεται και στο Τεκμήριο
- Επομένως η θέση αυτού του Εναγόμενου 2 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Στην υπό κρίση περίπτωση τα γεγονότα είναι διαφορετικά από την Alpha Bank, ανωτέρω, και πιο κοντά και πιο ισχυρά από την υπόθεση Μαυροσκούφη, ανωτέρω, αφού προβαίνει στην πιο πάνω δήλωση όχι μόνο για το δικαίωμα του να συμβουλευτεί δικηγόρο αλλά και για το περιεχόμενο των συμβάσεων εγγύησης, Τεκμήριο 3 και 10, των οποίων το περιεχόμενο αντιλήφθηκε, του παραδόθηκαν οι συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήριο 3 και 10 και είχε το χρόνο να τις διαβάσει και αν επιθυμούσε να μην τις υπογράψει και να ζητήσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, έστω και την τελευταία στιγμή, και ακολούθως υπέγραψε τις συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήριο 3 και
- Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΕΓΙΝΕ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 149 Ότι απομένει, σε σχέση με την εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης, είναι η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι αυτή έγινε κατά παράβαση της νομοθεσίας που αναφέρθηκε ανωτέρω. Σε σχέση με τον Περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149 η σύμβαση εγγύησης διέπεται από το άρθρο 84 του ΚΕΦ.
- Στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 18, παρ. 767 δίνεται ο ορισμός της σύμβασης εγγύησης ως "Εγγύηση είναι μια παρεπόμενη σύμβαση με την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει να καταστεί υπόλογος έναντι του πιστωτή για την οφειλή, παράλειψη ή απώλεια άλλου προσώπου, του οποίου η πρωταρχική ευθύνη προς τον πιστωτή πρέπει να υπάρχει ή να αναμένεται". Στην υπόθεση Lakeman v. Mounstephen
(1874)L.R.7H.L.17 στις σελίδες 24 και 25 αναφέρεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση εκτός αν υπάρξει πρωτοφειλέτης, ο οποίος, όμως δύναται να καταστεί τέτοιος στην πορεία μιας συναλλαγής από ζητήματα Ex Post Lacto, αλλά μέχρις ότου υπάρξει πρωτοφειλέτης δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση. Αν και παρεπόμενη, έχει τη δική της αυτοτέλεια η σύμβαση εγγύησης, αλλά επηρεάζεται άμεσα από την κύρια σύμβαση μεταξύ του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη και ως εκ τούτου π.χ. αν η κύρια σύμβαση τερματιστεί, τερματίζεται και η σύμβαση εγγύησης, Stacey v. Hill
(1901)1 Κ.Β. 660, C.A.P. Morris & Sons Ltd v. Jeffreeys
(1932)148 L.T. 56, Re Lennard, Lennard's Trustee v. Lennard
(1934)Ch. 235, σελ. 242, 243, Re Moss, Ex Parte Halled
(1905)2 K.B. 307, Hastings Corporation v. Leuton
(1908)1 KB
- Η σύμβαση εγγύησης προϋποθέτει έγκυρη οφειλή, γι΄ αυτό ο πιστωτής δεν μπορεί να στηριχτεί στη σύμβαση εγγύησης εναντίον του εγγυητή όταν η κύρια σύμβαση με τον πρωτοφειλέτη είναι άκυρη, αφού δεν μπορεί να εγγυηθεί οφειλή άκυρη ή παράνομη. Ως προς τους άλλους ισχυρισμούς για εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, δόλος, πλάνη, απόκρυψη και οικονομικό εξαναγκασμό, χρήζουν αναφοράς οι σχετικοί, με τις πιο πάνω θέσεις, ορισμοί, όπως προνοούνται στον Περί Συμβάσεων Νόμο, ΚΕΦ.
- Ορισμός "συναίνεσης"
- Δύο οι περισσότεροι θεωρούνται ότι συναινούν, όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια. Ορισμός "ελεύθερης συναίνεσης"
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Ορισμός "εξαναγκασμού" 15.-
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός. Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Ορισμός "απάτης" 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Ορισμός "ψευδούς παράστασης" 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Ακυρώσιμο συμφωνιών που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση 19.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Εξουσία ακύρωσης σύμβασης που συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης 20.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί είτε απόλυτα είτε, αν το μέρος που δικαιούται σε ακύρωση αποκόμισε δυνάμει αυτής οποιοδήποτε όφελος, με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να επιβάλει. Συμφωνία καθίσταται άκυρη αν και τα δύο μέρη τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Συνέπειες νομικής πλάνης 21.-
(1)Αν και τα δύο μέρη της συμφωνίας τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός, ουσιώδες στη συμφωνία, η συμφωνία είναι άκυρη. Πεπλανημένη αντίληψη αναφορικά με την αξία του αντικειμένου της συμφωνίας, δεν θεωρείται ως πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.
(2)Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη επειδή συνάφθηκε συνεπεία πλάνης αναφορικά με οποιοδήποτε νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία~ πλάνη όμως για νόμο που δεν ισχύει στη Δημοκρατία επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, όπως και η πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Σύμβαση που συνάφθηκε συνεπεία πλάνης ενός από τους συμβαλλόμενους για πραγματικό γεγονός 22. Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνο το λόγο ότι συνάφθηκε από ένα από τους συμβαλλόμενους ο οποίος τελούσε σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ - ΨΥΧΙΚΗ ΠΙΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΦΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΗΣ Ο Εναγόμενος 1 προβάλλει, όπως αναφέρεται πιο πάνω, με την υπεράσπιση του, ότι η υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 8 επήλθε κατόπιν εξαναγκασμού και/ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε αυτά. Ο Εναγόμενος 2, όπως αναφέρεται πιο πάνω, με την υπεράσπιση του, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι η υπογραφή των Τεκμηρίων 3 και 10 επιτεύχθηκε συνέπεια εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Ο εξαναγκασμός σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφ. 149 προϋποθέτει την ύπαρξη πρόθεσης να εξαναγκαστεί άλλος να συνάψει σύμβαση υπό την απειλή της διάπραξης μίας πράξης που συνιστά ποινικό αδίκημα ή παράνομη κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου. Η ψυχική πίεση βάσει του άρθρου 16 του Κεφ. 149 αφορά σε μια σχέση επιρροής η οποία ασκείται πάνω στη βούληση του αντισυμβαλλόμενου, η οποία του στερεί την πραγματική ελευθερία απόφασης. Η επίκληση νόμιμων μέτρων, έστω και υπό τη μορφή άμεσης απειλής, σε αντιδιαστολή προς μία άνομη απειλή, δεν συνιστά κατ΄ αρχήν εξαναγκασμό, αλλά, κατ΄ εξαίρεση, όταν από το σύνολο των περιστάσεων κρίνεται παράλογη (R. ν. Attorney General). Στην Αρέστης Μιχαήλ Ιωάννου v. Άννας Ανδρέα Χαραλαμπίδου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 555 λέχθηκε ότι όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης βαραίνει το διάδικο που την επικαλείται. Όπως προνοείται στο άρθρο 20 του ΚΕΦ. 149, το οποίο καταγράφηκε ανωτέρω, αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί και εφόσον, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 721, αποδειχθεί ψυχική πίεση, οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Η έννοια του εξαναγκασμού και της ψυχικής πίεσης έτυχε πραγμάτευσης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων είναι οι Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1102, Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 ΑΑΔ 750, Μαρκίδου ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2069, Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σία Λτδ. κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 1070, Δημητρίου ν. Κωνσταντινίδη
(2002)1 ΑΑΔ 1503, Σοφοκλέους ν. Κωνσταντίνου
(2003)1 ΑΑΔ 401]. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1602, αναφέρονται τα ακόλουθα, σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ψυχική πίεση στην εγκυρότητα μας σύμβασης: «Εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεση