ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΩΣΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 170/2012, 13/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 170/2012 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσα -και- 1.XXXXX XXXXX ΧΡΙΣΤΑΚΗ - ΚΩΣΤΑ
- XXXXX XXXXX ΑΧΙΛΛΕΩΣ
- XXXXX XXXXX XXXXX ΚΩΣΤΑ
- XXXXX ΚΩΣΤΑ
- GREENWAY PROPERTIES LTD Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Δρ. Α. Ποιητής μαζί με την κα Χ»Νικολή για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1: κ. Α. Κασιανής για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνης & Σία Για Εναγόμενους 2, 3 και 4: κ. Α. Κασιανής για κ. Γ. Κούμα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6) αξιώνει, εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4, και 5, ομού και κεχωρισμένα, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.12.2009 με την εναγόμενη 1 και σύμβασης εγγύησης ίδιας ημερομηνίας με τους εναγόμενους 2, 3 και 4, Τεκμήριο 2, το ποσό των €335.874,10 πλέον τόκο 9,75% ετησίως από 29.7.2011 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιουμένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και εναντίον της εναγομένης 5 ως το Αιτητικό Β, διάταγμα εκποίησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX , Φ/Σχ. 30/29.W.1, τεμάχιο XXXXX στο Τσέρι, Λευκωσία και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/ XXXXX , Φ/Σχ 30/29 W.1, Τεμάχιο αρ. XXXXX , Τσέρι, Λευκωσία, τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη αριθμός ΥXXXXX /2009, δυνάμει σύμβασης υποθήκης ημερομηνίας 7.12.2009 και σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ακινήτου ημερομηνίας 9.12.2009, Τεκμήριο
- Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 παραδέχονται την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε συμφωνία δανείου όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά υπό την επιφύλαξη των περαιτέρω υπερασπίσεων τους αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των υπολοίπων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης που σχετίζονται με τη σύμβαση δανείου, σύμβαση εγγύησης και σύμβαση υποθήκης, ως παράνομες, άκυρες για τους λόγους που εξηγούν, αν και παραδέχονται την ύπαρξη τους. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ο όρος 3(δ) της σύμβασης δανείου είναι άκυρος για το λόγο ότι είναι καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος. Αν και παραδέχονται την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρίζονται ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη γιατί οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 βασίστηκαν στην εγκυρότητα της υποθήκης για την οποία, αν και παραδέχονται την ύπαρξη της, ισχυρίζονται ότι αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/1965, αφού μεταξύ άλλων το επιτόκιο δεν είναι καθορισμένο σε ποσοστό ή συνημμένο να προσδιορισθεί, ενώ η εναγόμενη 5 ισχυρίζεται ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε χωρίς νόμιμη ή έγκυρη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και καθ΄ υπέρβαση και εκτός των σκοπών της και αντίθετα με τα συμφέρονται της. Να σημειωθεί ότι ο δικηγόρος των εναγομένων κατά την αντεξέταση, προώθησε συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι θα αναφερθούν στη συνέχεια σε άλλο μέρος της απόφασης. Ζητούν δε απόρριψη της αγωγής. Ανταπαιτητικά η εναγόμενη 5 αξιώνει δήλωση και διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η ως άνω σύμβαση υποθήκης Υ1438/2009 είναι ανεφάρμοστη και πρέπει να εξαλειφθεί και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ότι η εγγύηση είναι άκυρη. Με την απάντηση της, στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Ουσιαστικά δε παραπέμπει σε όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τέσσερεις
(4)μάρτυρες, την XXXXX XXXXX Χριστοφόρου (ΜΕ1), της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε δήλωση-κατάθεση της ως Έγγραφο Α, στην οποία ανέφερε ότι για αρκετά χρόνια μέχρι και την 31.1.2018 ήταν λειτουργός στο τμήμα παρακολούθησης και ανάκτησης χρεών της ενάγουσας και από την 1.2.2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, (στο εξής Altamira), δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της ενάγουσας και της Altamira. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί διά λογαριασμό της ενάγουσας και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας και συναφών θεμάτων μεταξύ των οποίων και η παρούσα σύμβαση δανείου. Είναι δε εξουσιοδοτημένη τόσο από την ενάγουσα όσο και από την Altamira να προβεί στην παρούσα δήλωση. Επίσης εξήγησε τις διάφορες συγχωνεύσεις και επονομασίες που έλαβε η ενάγουσα μέχρι την ημέρα που έδινε την μαρτυρία της. Η ενάγουσα κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1, ημερομηνίας 30.10.2009, Τεκμήριο 9, παραχώρησε δάνειο ύψους £300.000 Λ.Κ., δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.12.2009, στην εναγόμενη 1, Τεκμήριο 1. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 για περαιτέρω εξασφάλιση υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2. Η εναγόμενη 5 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 7.12.2009, κατόπιν απόφασης της ημερομηνίας 3.12.2009, Τεκμήριο 13 και ενέγραψε δυνάμει σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ακινήτου στις 9.12.2009 την υποθήκη με αρ. ΥXXXXX/2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 3. Η εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε την ενάγουσα και ποσό €80.000 δόθηκε στην Eurobank Ltd με τραπεζική εγγύηση και το ποσό των €215.426,72, με τον ίδιο τρόπο στην εναγόμενη 5, Τεκμήριο 12. Η εναγόμενη 1 δυνάμει του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197
(1)/2003 υπέγραψε δήλωση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη για παράδοση της δήλωσης των περιουσιακών της στοιχείων στους προτιθέμενους εγγυητές, Τεκμήριο
- Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 δυνάμει του ιδίου νόμου υπέγραψαν δήλωση προτιθέμενου εγγυητή με την οποία δήλωσαν ότι παρέλαβαν αυτοπροσώπως γραπτή ενημερωτική επιστολή και τη γραπτή δήλωση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1, Τεκμήριο
- Επειδή οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, η ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 29.7.2011, Τεκμήριο 4, προς όλους τους εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και
- Στη συνέχεια αφού έστειλε επιστολή ημερομηνίας 3.8.2011 με την οποία τους ενημέρωνε για την μη πληρωμή των δόσεων, Τεκμήριο 5, μέσω των δικηγόρων της, στη συνέχεια τερμάτισε αυτή με επιστολή πάλι των δικηγόρων της ημερ. 10.1.2012, Τεκμήριο 6, προς τους εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 5 και ακολούθησε η παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνεται το ποσό των €355.874,10 εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 και εκποίηση της υποθήκης εναντίον της εναγομένης
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήρια 8 αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με επιτόκιο 8%. Μετά την έγερση της αγωγής δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Ως εκ τούτου αξιώνεται το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό €355.874,10 πλέον τόκο 8% από 10.1.2012 μέχρι εξόφλησης των τόκων κεφαλαιοποιημένων κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, το διάταγμα που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και τα δικηγορικά έξοδα. Κατά την αντεξέταση της σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν η ενάγουσα έχει άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών, δεν εργάσθηκε ποτέ στην ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ και δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των εγγράφων. Ξεκαθάρισε ότι το δάνειο και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι πριν από τον τερματισμό της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού, αυτό χρεώνετο με επιτόκιο 8% ενώ μετέπειτα με επιτόκιο ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 7, για το οποίο όμως ετοίμασε η ίδια αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού στις 8.11.2018, Τεκμήριο 8, στη βάση των 365 ημερών, με επιτόκιο που τελικά περιόρισε την αξίωση της ενάγουσας σε 8% επί του οφειλόμενου, κατ΄ αυτήν, ποσού, που εμφαίνεται στο Τεκμήριο
- Ως ΜΕ3 κάλεσε την XXXXX Χαννίδου η οποία εργαζόταν από 1982-2014 στην ΣΠΕ Κοντέας και αφυπηρέτησε πρόωρα από τον Αύγουστο του
- Ανέφερε ότι ασχολείτο με τα δάνεια και αφού είδε τα Τεκμήρια 1, 2 και 3 αναγνώρισε την υπογραφή της επί αυτών όπως και συναδέλφου της ως μάρτυρες των υπογραφών των συμβαλλομένων. Εξήγησε δε ότι πριν υπογράψει ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής εξετάζουν τις ταυτότητες τους. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι παρελάμβαναν τις αιτήσεις εγκριμένες από την Επιτροπή και τον γραμματέα και αφού τις μελετούσαν ενημέρωναν τον οφειλέτη ότι είχε εγκριθεί. Αν ήταν όλα εντάξει προχωρούσαν και ετοίμαζαν τα έγγραφα και όταν ήταν έτοιμα έπαιρναν τηλέφωνο τον οφειλέτη, ερχόταν και υπέγραφε πρώτα ο οφειλέτης και μετά οι εγγυητές. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι εξηγούσαν στον οφειλέτη και τους εγγυητές τι υπέγραφαν, το ποσό, τις δόσεις, τις εγγυήσεις. Περαιτέρω εξήγησε ότι το βασικό επιτόκιο καθορίζεται με βάση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσον αφορά το Τεκμήριο 10 ανέφερε ότι το συμπλήρωσε ο πρωτοφειλέτης. Το Τεκμήριο 11 αφού πρώτα το εξηγούσαν στους εγγυητές προφορικά και τους έδιναν τη δήλωση του πρωτοφειλέτη στη συνέχεια αυτοί το υπέγραφαν. Σε ότι αφορά την υποθήκη είπε ότι αυτή υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της εναγόμενης 1, τον εναγόμενο 4, ο οποίος πήγε και στο Κτηματολόγιο όπου ελέγχουν την ταυτότητα των συμβαλλομένων. Ως ΜΕ2 κάλεσε την XXXXX Κονναρή, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα από το 1995, η οποία επιβεβαίωσε ότι αφού ετοιμάστηκαν οι επιστολές, Τεκμήρια 5 και 6 από άλλη υπάλληλο, αποστάληκαν από αυτή με συνηθισμένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 που δήλωσαν. Οι επιστολές αυτές, Τεκμήριο 5 και 6 δεν επιστράφηκαν πίσω. Ως ΜΕ4 κατέθεσε η XXXXX Ζενιέρη η οποία εργάζεται στο Κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας στον κλάδο μεταβιβάσεων και υποθηκεύσεως από το 1992, η οποία ανέφερε ότι ελέγχει τα έγγραφα υποθήκης, τις υπογραφές, ρωτώντας τους παρευρισκόμενους αν είναι η υπογραφή τους στα έγγραφα και βλέπουν την ταυτότητα τους. Αφού είδε το Τεκμήριο 3 είπε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο υπέγραψε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου αριθμός 986/
- Οι εναγόμενοι δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Η θέση του δικηγόρου της ενάγουσας είναι ότι με βάση την προφορική και γραπτή μαρτυρία που παρουσίασε η ενάγουσα έχει αποδειχθεί η σύμβαση δανείου, ο τερματισμός της, το οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού και το επιτόκιο το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός, το οποίο ήταν σύμφωνα με τους σχετικούς όρους της συμφωνίας δανείου, γι΄ αυτό και θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε από την μαρτυρία των ΜΕ1 και 3, καθώς και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Δεν παρέλειψε όμως να θέσει και την δική του άποψη σε όσα ο συνήγορος των εναγομένων ανέφερε στην αγόρευσή του για το θέμα του επιτοκίου που θα έπρεπε να χρεωνόταν ο λογαριασμός της εναγόμενης 1 από την ενάγουσα, όπως και για την ισχυριζόμενη παρανομία και ακυρότητα των συμβάσεων δανείου, εγγύησης και υποθήκης. Από την άλλη, ο συνήγορος των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 επικέντρωσε την προσοχή του και προώθησε με ανάλογη επιχειρηματολογία, την, κατά την άποψη του, μη απόδειξη του οφειλόμενου ποσού, αφού δεν κατατέθηκαν καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες να πληρούν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9 και δεν αποδείχθηκε το ορθό και νόμιμο της χρέωσης του επιτοκίου που επέβαλλε η ενάγουσα στο λογαριασμό της εναγόμενης
- Με αναφορά στο άρθρο 22 του ΚΕΦ. 9 επισήμανε και εξήγησε ότι η ΜΕ1 (α) δεν είναι υπάλληλος της ενάγουσας αλλά της Altamira, (β) δεν ανέφερε ότι κατά το χρόνο της καταχώρισης των χρεοπιστώσεων στο τραπεζικό βιβλίο της ενάγουσας, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας και η καταχώρηση έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της και (γ) δεν προέβη σε σύγκριση των καταστάσεων λογαριασμού που κατέθεσε με το τραπεζικό βιβλίο της ενάγουσας, που ανέφερε ότι αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της, αλλά ανέφερε ότι τέτοια σύγκριση έγινε αναφορικά με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των εναγομένων. Επίσης, με αναφορά στα Τεκμήρια 7 και 8, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το νόμιμο ισχυριζόμενο υπόλοιπο οφειλής ή το ύψος του υπολοίπου αφού χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με μη ορθό και νόμιμο επιτόκιο. Επίσης εισηγήθηκε ότι αφού κριθεί άκυρη η σύμβαση υποθήκης έπεται ότι καθίσταται ανίσχυρη και η σύμβαση εγγύησης, αφού υπέγραψαν αυτή, ενόψει έγκυρης υποθήκης. Όσον αφορά την υποθήκη εισηγήθηκε ότι αν και η απόφαση της εναγόμενης 5 για παραχώρηση της υποθήκης ήταν όπως υπογράψουν και τα τρία
(3)αναφερόμενα άτομα σε αυτή, τελικά υπέγραψαν μόνο το έγγραφο υποθήκης, ενώ τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης υπέγραψε ο εναγόμενος 4 ως πληρεξούσιος της εναγόμενης 5 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου με αριθμό 645/95, σε αντίθεση με την απόφαση της εναγόμενης 1, Τεκμήριο 13. Επί πλέον ανάφερε ότι η εν λόγω υποθήκη καταρτίστηκε κατά παράβαση των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, καθότι
(1)το κεφαλαίο που καλύπτει η υποθήκη δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να προσδιορισθεί,
(2)ο τόκος δεν είναι καθορισμένος ή δυνάμενος να προσδιορισθεί και
(3)η υποθήκη δύναται να εξασφαλίζει πέραν του ποσού και του τόκου, επιπλέον νόμιμα έξοδα, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση μας αφού υπάρχουν παράνομες χρεώσεις που δεν είναι νόμιμα έξοδα, όπως προμήθειες, τόκος υπερημερίας, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών, ασφάλιση κλπ. Ως εκ τούτων ζητείται η απόρριψη της αγωγής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000).» Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. "» Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους ΜΕ1, 2, 3 και 4, εκ των οποίων της ΜΕ1 μέρος της μαρτυρίας της αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση της, Έγγραφο Α και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνεια τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, και όσον αφορά την ΜΕ1 η αντεξέταση της οποίας, κυρίως, μεταξύ άλλων, στόχευσε στα όσα προβλέπονται στο άρθρο 22 του ΚΕΦ.9 και το επιτόκιο που χρέωνε η ενάγουσα, δεν ήταν ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της. Άλλο θέμα είναι αν αυτά που ανέφερε είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν και να τεκμηριώσουν τη νομική διάσταση της υπόθεσης της ενάγουσας που σχετίζονται με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22 του ΚΕΦ.9 και στο άρθρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, η οποία θα γίνει σε άλλο μέρος της απόφασης, στη συνέχεια. Κρίνω ότι ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς, μάρτυρες της αλήθειας και οι οποίοι δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις ούτε κλονίσθηκε η μαρτυρία τους. Ως εκ των πιο πάνω οι ΜΕ1, 2, 3 και 4 κρίνονται αξιόπιστοι σε όλη την έκταση της μαρτυρίας τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, η οποία έτυχε συγχωνεύσεων και αλλαγής ονομασίας ως φαίνεται από την μαρτυρία της ΜΕ1, η οποία επιβεβαιώνεται από τις ειδοποιήσεις ημερομηνίας 7.8.2017 και 2.10.2018, ως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου στον οποίο είναι καταχωρημένα τα δύο αυτά σχετικά έγγραφα, βάση της σχετικής νομοθεσίας. Δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.12.2009, Τεκμήριο 1, την οποία υπέγραψε η εναγόμενη 1, παρείχε σε αυτή πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους €300.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον 2,75% περιθώριο ήτοι συνολικό επιτόκιο 8%, ενώ η εναγόμενη 5 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 7.12.2009, Τεκμήριο 3 και σύμβαση και δήλωση υποθήκης ακινήτου ημερομηνίας 9.12.2009, με αριθμό ΥΧΧΧΧΧ/2009, Τεκμήριο 3. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τη σύμβαση εγγύησης στις 7.12.2009, Τεκμήριο 2. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε την σύμβαση δανείου, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το δικηγόρο των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 ότι δεν ήταν η υπογραφή της εναγόμενης 1 στη σύμβαση δανείου η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Επειδή οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι την πληρωμή των δόσεων, η ενάγουσα αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 29.7.2011 προς τους εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 5, Τεκμήριο 4, και ακολούθως οι δικηγόροι τους την επιστολή ημερομηνίας 3.8.2011, Τεκμήριο 5, τερμάτισε αυτήν με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 10.1.2012, Τεκμήριο 6, προς τους εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 5. Στη συνέχεια επειδή οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, η οποία χρεώνεται με επιτόκιο 8% και το Τεκμήριο 7, που αποτελεί την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας που επιβεβαίωσε με την μαρτυρία της η Μ.Ε.1, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό την 29.7.2011 ανήρχετο στις €340.671,3, σύμφωνα με την ενάγουσα. Οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής. Σ΄ ότι αφορά την Ανταπαίτηση της εναγομένης 5 ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή παρέμειναν μετέωροι και χωρίς να υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, από το Τεκμήριο 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε και ότι το ποσό λήφθηκε ως η εξουσιοδότηση της εναγόμενης 1, Τεκμήριο
- Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνονταν οι δόσεις, όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 7 και τη μαρτυρία της ΜΕ
- Ακόμη έχει αποδειχθεί και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 6, το οποίο αποτελεί την επιστολή τερματισμού που αποστάληκε στους εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 5, για το οποίο, αν και ο δικηγόρος των εναγομένων υπέβαλε σχετικές ερωτήσεις στην ΜΕ2 εντούτοις δεν κλονίσθηκε ούτε η μαρτυρία της γι΄ αυτό το θέμα, ούτε ανατράπηκε το γεγονός της αποστολής και το μαχητό Τεκμήριο της μη επιστροφή τους. Συγκεκριμένα η ΜΕ2, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 6 συντάχθηκε από άλλο πρόσωπο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εργάζεται και αυτή και αποστάληκε από αυτή η συγκεκριμένη επιστολή στους εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 5, Τεκμήριο
- Επί αυτού αναφέρεται, σύμφωνα και με την μαρτυρία της ΜΕ2 ότι οι επιστολές, Τεκμήριο 6, δεν επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ
- Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι που επικαλούνται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Επίσης το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από την αναδομημένη κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο
- Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης της νομοθεσίας αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία που αναφέρθηκε ανωτέρω και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παραβίαση της νομοθεσίας στη σύμβαση δανείου, αν και τελικά δεν προωθήθηκε ούτε κατά την αντεξέταση, ούτε με την προσκόμιση μαρτυρίας, ούτε και με συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες θέσεις κατά την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 και παρέμεινε απλώς σε επίπεδο ισχυρισμών στην Έκθεση Υπεράσπισης, δεν υπήρχε καμιά παραβίαση, γιατί η ενάγουσα ενήργησε, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, αφού η εναγόμενη 1 επέλεξε με ελεύθερη βούληση να υπογράψει τη σύμβαση δανείου, αφού φαίνεται ότι κατανόησε τους όρους αυτής. Επίσης, όσον αφορά τους ισχυρισμούς των παραγράφων 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 ουδεμία ερώτηση ή υποβολή απεύθυνε ο δικηγόρος των εναγομένων προς τους ΜΕ1 και 3 με την οποία να υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία παράβασης της σύμβασης δανείου εκ μέρους της ενάγουσας ή της νομοθεσίας και ποιος όρος ή ποια χρέωση είναι παράνομη υπό το πρίσμα της νομοθεσίας ή της σύμβασης δανείου, πλην της χρέωσης του τόκου για την οποία θα αναφερθώ κατωτέρω στη συνέχεια. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις με αντεξέταση των ΜΕ1 και 3, έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της Υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στους ΜΕ1 και 3 να απαντήσουν εκ μέρους της ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Μάλιστα, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή γίνεται αποδεκτή, βλ. υπόθεση Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 ΑΑΔ 1147 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 ΑΑΔ 128. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202 ). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69).» Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται ή δεν προωθούνται κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτοί απορρίπτονται, με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8 ζητείται μόνο ο συμβατικός τόκος 8%. Να λεχθεί ότι διαπιστώνεται ότι στους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, προβλέπονται διάφορες χρεώσεις, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο καθώς και το δικαίωμα της ενάγουσας να τερματίσει τη σύμβαση δανείου και να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και σε περίπτωση μη εξόφλησής του να απαιτήσει τούτο δικαστικά. Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση η χρέωση τόκου που καταγράφεται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, πλην το ύψος του τόκου, πως επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, είτε κάποιας από τις σχετικές νομοθεσίες ή ποιος όρος της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, είναι αντίθετος ή κατά παράβαση του σχετικού νόμου. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από το Τεκμήριο 8 που φέρει τόκο 8%, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις, πλην των σχετικών με τον τόκο. Επαναλαμβάνεται ότι για το ύψος του τόκου που χρεωνόταν ο λογαριασμός του επίδικου δανείου θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), η ΜΕ1, η οποία κατέθεσε το Τεκμήριο 7 και η οποία δεν έγινε με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.9, όπως και το Τεκμήριο 8, ανέφερε στη δήλωση-κατάθεσή της, πέραν του ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, αρχίζει από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης του ποσού του δανείου και φτάνει μέχρι τις 29.7.2011, τα εξής: «Οι καταστάσεις αυτές είναι έκτυπο από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας, ο οποίος είναι προγραμματισμένος ειδικά για να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις. Τροφοδοτείται κανονικά και καθημερινά για να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις και τις έβγαλα εγώ η ίδια από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν εκτυπώθηκαν αυτές οι καταστάσεις τις ήλεγξα η ίδια με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των εναγομένων και διαπίστωσα ότι πράγματι ό,τι αναγράφεται στις καταστάσεις αυτές αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων. Θα πρέπει να πω ότι οι καταστάσεις τώρα τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή που αποτελούν το τραπεζικό βιβλίο και σ΄ αυτή τη μορφή περιέχονται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αποτελούν τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας. Οι ηλεκτρονικοί μας υπολογιστές είναι φυλαγμένοι στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και πρόσβαση έχουν μόνο οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων κι εγώ.» Ο συνήγορος των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας εισηγήθηκε ότι: «Με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την κατάθεση των κατατιθεμένων καταστάσεων λογαριασμού, ήτοι των Τεκμηρίων 7 και 8, να παρατηρήσουμε ότι και τα 2 Τεκμήρια, η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού αλλά και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκαν από την ΜΕ1 - XXXXX XXXXX Χριστοφόρου. Η μαρτυρία της ΜΕ1 που κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμού σε καμία περίπτωση όπως πρόκειται να εξηγήσουμε κατωτέρω, δεν πληροί τις ρητές και επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου - ΚΕΦ.9 και συνεπώς η η μαρτυρία της αλλά και τα έγγραφα που κατέθεσε ως καταστάσεις λογαριασμού δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου των εναγόντων. Ειδικότερα, η μαρτυρία των εναγόντων σε καμία περίπτωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 για τους ακόλουθους λόγους: Καταρχάς, δεν αναφέρθηκε ότι κατά τον χρόνο της καταχώρισης των χρεοπιστώσεων στο τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Περαιτέρω, ακόμα και εάν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά από την ΜΕ1 σε σχέση με τις 3 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ΚΕΦ.9, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν έπραξε, εν πάση περιπτώσει, η ΜΕ1 δεν ήταν αρμόδιο κατά τον Νόμο πρόσωπο για να δώσει τέτοια μαρτυρία που να συνάδει με τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ΚΕΦ.
- Ειδικότερα, η ΜΕ1 δεν είναι υπάλληλος της τράπεζας όπως παραδέχεται στην γραπτή της δήλωση αλλά από την 1.2.2018 είναι υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Ως εκ τούτου, ξεκάθαρα ως μη υπάλληλος της τράπεζας δεν μπορεί ή/και δεν μπορούσε να δώσει μαρτυρία αναφορικά με τις 3 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ΚΕΦ.9, με αποτέλεσμα ξεκάθαρα η μαρτυρία της να μην συνάδει ή/και να αντίκειται με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και συνεπώς να μην μπορεί να γίνει αποδεχτή. Πολύ σημαντικό δε, είναι ότι η ΜΕ1, όπως αναφέρεται στη γραπτή της δήλωση - Έγγραφο Α, δεν προέβη σε σύγκριση του Τεκμηρίου 7 που κατέθεσε με το τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας, ήτοι τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας, που ανέφερε ότι αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της, αλλά ανέφερε ότι τέτοια σύγκριση έγινε αναφορικά με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των εναγομένων και ότι πράγματι ότι αναγράφεται στις καταστάσεις αυτές αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων. Τούτο το τελευταίο ξεκάθαρα παραβιάζει τις ρητές και επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22, αφού η υποχρέωση επιτακτικά αναφέρεται στην σύγκριση του αντιγράφου που κατατίθεται στο Δικαστήριο με το τραπεζικό βιβλίο και όχι με οτιδήποτε άλλο ή με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή και με αποδείξεις χρεοπιστώσεων.» Η ΜΕ1 κατά την ημέρα που κατάθετε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν υπάλληλος της ενάγουσας αλλά της ALTAMIRA, όμως στην παράγραφο 1 της γραπτής δήλωσης, κατάθεση της, Έγγραφο Α, ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην παρούσα δήλωση, εννοώντας βέβαια τη γραπτή δήλωση-κατάθεσή της, Έγγραφο Α, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και από την ALTAMIRA, εξηγώντας τη σχέση της με την ενάγουσα και την συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της ALTAMIRA η οποία ανέλαβε την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και η υπό κρίση πιστωτική διευκόλυνση, της οποίας τα καθήκοντα στην ALTAMIRA δεν έχουν αλλάξει απ΄ αυτά που είχε στην ενάγουσα. Είναι δε ένα από τα πρόσωπα, μαζί με άλλους τραπεζικούς υπαλλήλους, που είχαν πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της ενάγουσας. Ως εκ των πιο πάνω, ουδεμία αρνητική συνέπεια μπορεί να επιφέρει αυτή η αλλαγή της υπηρεσίας της Μ.Ε.1 από την Ενάγουσα στην ALTAMIRA, στην μαρτυρία της ΜΕ
- Ως προς την άλλη θέση της Υπεράσπισης, η ΜΕ1 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 7 εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας, ότι οι καταστάσεις τώρα τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή που αποτελούν το τραπεζικό βιβλίο, άρα ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας, ότι τροφοδοτείται κανονικά και καθημερινά για να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις, άρα καταχωρήθηκε σε ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, όταν τηρήθηκαν σε ηλεκτρονική μορφή, ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είναι φυλαγμένοι στις κτηριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας, άρα και ό,τι περιεχόμενο βρίσκεται εντός της μνήμης αυτών και ότι όταν εκτύπωσε η ίδια η ΜΕ1 τις καταστάσεις λογαριασμού τις ήλεγξε η ίδια με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των εναγομένων και διαπίστωσε ό,τι αναγράφεται στις καταστάσεις λογαριασμού αυτές αποτελούν ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων, άρα η ΜΕ1 έλεγξε, δηλαδή, σύγκρινε τις καταστάσεις λογαριασμού με την πρωτότυπη και πρωτογενή πηγή εγγράφων και μαρτυρίας που είναι οι αποδείξεις χρεοπιστώσεων, δηλαδή την αρχική καταχώρηση, οι οποίες καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το οποίο διαπίστωσε ότι είναι ορθό. Επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά στη δήλωση-κατάθεση της ΜΕ1 ότι, (α) η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο7, αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του ΚΕΦ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του ΚΕΦ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του ΚΕΦ.9) και (δ) ότι το Τεκμήριο 7 έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό (άρθρο 22
(3)του ΚΕΦ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας το Τεκμήριο 7, ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη, (άρθρο 22
(1)). Όμως η ενάγουσα δεν επέμενε στο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 7, αλλά ετοίμασε, η ίδια η ΜΕ1 αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8 με επιτόκιο 8%, επί τη βάσει του Τεκμηρίου 7, μείωσης του ποσού του Τεκμηρίου 7, για το οποίο ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε ο ΜΕ1, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω. Όμως η Υπεράσπιση με βάση τον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, που αναφέρεται σε κυμαινόμενο επιτόκιο, έθεσε και προώθησε, έστω και ακροθιγώς, κατά την αντεξέταση και κατά την αγόρευση του συνηγόρου, θέμα ορθού επιτοκίου χρέωσης του ποσού του λογαριασμού. Ο τερματισμός της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, έγινε στις 12.1.2012, Τεκμήριο 6, ότε κατ΄ αυτή την ημερομηνία το οφειλόμενο υπόλοιπο, κατά την ΜΕ1, στις 29.7.2011 ήταν €340.671,
- Η αύξηση του επιτοκίου σε 9,75% με την επιστολή 29.7.2011, Τεκμήριο 4, η οποία αναφέρεται και στην επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 12.1.2012, Τεκμήριο 6, ήταν αυθαίρετη και αντισυμβατική, όπως και η αναφερθείσα χρέωση επιτοκίου αφού προβλεπόταν στη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, ότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και άρα από την 1.1.2008, θα έπρεπε το βασικό επιτόκιο να ήταν σύμφωνο με το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. όπως ανέφερε και η ΜΕ3, η οποία όμως δεν γνώριζε ποιο ήταν αυτό. Εν πάση περιπτώσει κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της ΜΕ1 ανέφερε ότι περιόριζε το επιτόκιο σε 8%. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε μαρτυρία για το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ., για το οποίο τονίζεται ότι έχει ιδιαίτερη σημασία αν η σύμβαση δανείου υπογράφηκε πριν την 1.1.
- Το ερώτημα που τίθεται, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, είναι ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δικαιότερο και ορθότερο είναι όπως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι αυτό που εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, ήτοι 8% από την ημέρα ανάληψης του ποσού 9.12.2009, μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Όσον αφορά τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2, διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν με ιδία βούληση και αφού τηρήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες του Ν.197
(1)/2003. Να σημειωθεί ότι στην αγόρευση του δικηγόρου δεν έγινε οποιαδήποτε αντίθετη εισήγηση περί τούτου. Σε σχέση με το έγγραφο υποθήκης και τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης είναι ορθή η παρατήρηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 5 στις 3.12.2009 εξουσιοδοτήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3 και η XXXXX Κώστα να παρουσιαστούν στα γραφεία της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ και να υπογράψουν «κάθε αναγκαίο έγγραφο ή έγγραφα, δήλωση ή δηλώσεις για τη λήψη της πιο πάνω εγγύησης σε όφελος της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ» και πράγματι έτσι έγινε, αφού αυτά τα τρία πρόσωπα υπέγραψαν στα γραφεία της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ το έγγραφο υποθήκης. Η σύμβαση και δήλωση υποθήκης είναι έντυπο του Κτηματολογίου καλούμενο έντυπο Ν.271 και αυτό μπορούσε να υπογραφεί από πρόσωπο που είχε πληρεξούσιο έγγραφο, όπως και έγινε με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο που ήταν κατατεθειμένο στο κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας. Στην απόφαση της εναγόμενης 5 ημερομηνίας 3.12.2009 δεν αναφερόταν να παρουσιασθούν και να υπογράψουν τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης έντυπο Ν.271 τα τρία αυτά πρόσωπα στο κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας και ως εκ τούτου ορθά υπογράφηκε το έντυπο Ν.271 από τον εναγόμενο 4 βάση του αναφερθέντος πληρεξουσίου εγγράφου. Η εισήγηση περί μη έγκυρης υποθήκης λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, για τους λόγους που εξήγησε ο συνήγορος των εναγομένων, δεν μπορούν να βρουν έρεισμα επειδή το ποσό εξασφάλισης με την υποθήκη είναι καθορισμένο στο ποσό των €300.000 (όρος 11 στο Τεκμήριο 3), ο τόκος επίσης είναι καθορισμένος αφού αναφέρεται βασικό επιτόκιο 5,25%, περιθώριο 2,75%, συνολικό επιτόκιο 8% (όρος 12 στο Τεκμήριο 3) και τα έξοδα είναι αυτά τα οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο πλευρών όπως, μεταξύ άλλων περιγράφονται στον όρο 11 του Τεκμηρίου 3, τα οποία διενεργούνται και δημιουργούνται με τη λήψη νόμιμων μέτρων προς είσπραξη του αναφερθέντος ποσού και τόκου. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση της Εναγομένης 5 αφού αυτή δεν υποστηρίχθηκε από οιανδήποτε μαρτυρία και ενόψει των ως άνω ευρημάτων και διαπιστώσεων του Δικαστηρίου αυτή παρέμεινε ανυποστήρικτη και έκθετη σε απόρριψη και ως εκ τούτου αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €300.000, με τόκο 8% από τις 10.12.2009 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιούμενου κάθε 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους και διάταγμα εναντίον της εναγομένης 5 ως η παράγραφος Β της αξίωσης, πλέον έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 ομού και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, χωρίς έξοδα αφού ουσιαστικά δεν προωθήθηκε με προσκόμιση μαρτυρίας από την εναγόμενη 5, αλλά τα γεγονότα που σχετίζονταν με αυτή ακούσθηκαν στα πλαίσια της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας και δεν δημιουργήθηκαν έξοδα σε σχέση με αυτή. (Υπ.)........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο