Αναφορικά με την αίτηση της ΤΟΥΒΛΟΠΟΙΕΙΑ ΠΑΛΑΙΚΥΘΡΟΥ 'Ο ΓΙΓΑΣ' ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Γεν. Αίτησης: 39/2019, 15/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 39/2019 Αναφορικά με τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011, άρθρα 1 έως 18, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. και Αναφορικά με το Πωλητήριο Έγγραφο και/ή Συμφωνία Πώλησης ημερ. 16/12/2016 μεταξύ της ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΕΙΑ ΠΑΛΑΙΚΥΘΡΟΥ 'Ο ΓΙΓΑΣ' ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Λευκωσία, και της ΤΟΥΒΛΟΠΟΙΕΙΑ ΠΑΛΑΙΚΥΘΡΟΥ 'Ο ΓΙΓΑΣ' ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Λάρνακα. και Αναφορικά με την αίτηση της ΤΟΥΒΛΟΠΟΙΕΙΑ ΠΑΛΑΙΚΥΘΡΟΥ 'Ο ΓΙΓΑΣ' ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Λάρνακα για Άδεια και/ή Διάταγμα το οποίο να επιτρέπει την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου και/ή Συμφωνίας Πώλησης ημερ. 16/12/2016 στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ΄ης η αίτηση 2: κα Α. Μαστίχη για Αχιλλεύς & Αιμίλιος Κωνσταντίνος Αιμιλιανίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex-tempore) Με την παρούσα γενική αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 12.4.2019, η Αιτήτρια ζητεί άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να παρατείνει και να επιτρέπει σε αυτήν όπως εντός 2 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16.12.2016 για το συγκεκριμένο ακίνητο που περιγράφεται στην αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πώλησης Ακίνητων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/2011 άρθρα 1 έως 18 ως, έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στη Δ.48 κ.1 έως 4, 8 και 9, Δ.55, Δ.57, Δ.63 και Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και τις αρχές της νομολογίας, τις αρχές της επιείκειας και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Αιτήτριας, ημερομηνίας 12.4.2019, η οποία συνοδεύει την αίτηση, με την οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 το πωλητήριο έγγραφο άνευ ημερομηνίας, που φέρει όμως σφραγίδα πληρωμής τέλους χαρτοσήμου ημερομηνίας 16.12.
- Ουσιαστικά στην ένορκη δήλωση αναφέρεται η πώληση από την Καθ' ης η Αίτηση 2 στην Αιτήτρια του ακίνητου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φύλλο 55, Σχέδιο 37, Τμήμα 0, Τεμάχιο XXXXX, Τοποθεσία Κόκκινες, Συμφέρον 1/2 συνολικό εμβαδόν τεμαχίου 5 δεκαριά και 333/4 τετραγωνικά μέτρα για το ποσό των €139.257, το οποίο καταβλήθηκε, ο λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η κατάθεση του αναφερθέντος πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, ήτοι λόγω μεγάλου φόρτου εργασίας που προέκυψε εξαιτίας των αλλαγών που επήλθαν στις εταιρείες, ότι πλέον καθίσταται αναγκαία η μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακίνητου και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 12.8.2019, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι 8 λόγοι ένστασης: «
- Το κατ' ισχυρισμό πωλητήριο έγγραφο είναι πλαστό ή/και άκυρο ή/και νομικά ανίσχυρό ή/και απότοκο διάπραξης ποινικού αδικήματος.
- Οι Αιτητές προχώρησαν καταχρηστικά ή/και αυθαίρετα με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
- Η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφερθεί σε αληθή γεγονότα στα οποία βασίζονται οι ισχυρισμοί της, γεγονός που καθιστά την αίτηση ανυπόστατη.
- Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει τα στοιχεία που συνθέτουν τη νομική κατάρτιση ισχυριζόμενου πωλητηρίου εγγράφου και δεν έχουν καταλήξει ότι το ισχυριζόμενο πωλητήριο έγγραφο είναι έγκυρο και περιέχει αληθείς ισχυρισμούς
- Δεν έχουν περιληφθεί ή/και έχουν αποκρυφθεί και όλα τα γεγονότα ή/και οι λεπτομέρειες με τις οποίες να εξηγεί η Αιτήτρια 1) πώς καταρτίστηκε ένα πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 16.12.2016, το οποίο δεν υπογράφτηκε ποτέ από εκπρόσωπο της Καθ' ης η Αίτηση. 2) αλλά ούτε και περιέχει υπογεγραμμένους επιβεβαιωτές μάρτυρες προς τον σκοπό αυτό.
- Δεν έχουν περιληφθεί ή/και έχουν αποκρυφτεί και όλα τα γεγονότα ή/και οι λεπτομέρειες με τις οποίες να εξηγούν οι Αιτητές πώς και γιατί εμφαίνεται να υπογράφει το ίδιο πρόσωπο και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, ενώ για κάθε συμβαλλόμενη εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αίτηση ήταν διαφορετικοί οι αξιωματούχοι με δικαίωμα υπογραφής. Στο ισχυριζόμενο πωλητήριο έγγραφο φαίνεται να έχει υπογράψει η διευθυντής της Αιτήτριας και για τις δύο συμβαλλόμενες εταιρείες, ενώ δεν είχε κανένας δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτησης 2 κατά την κρίσιμη περίοδο.
- Η Αιτήτρια προσπαθεί να καταδείξει ότι το ισχυριζόμενο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16.12.2016 είναι νόμιμο ή/και αληθές, παρά το γεγονός ότι κατά ή περί την 20.12.2017 με επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ζητήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 2 να προχωρήσει και να υπογράψει τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου με τις οποίες προνοείτο η μεταβίβαση του ακίνητου που περιγράφεται στο ισχυριζόμενο πωλητήριο έγγραφο, γεγονός που καταδεικνύει ότι στο διάστημα αυτό μεταξύ τις 16.12.2016 ως και τις 20.12.2017, μεσολάβησε η σύνταξη και υπογραφή του ισχυριζόμενου πωλητηρίου εγγράφου αποκλειστικά από την Αιτήτρια και για το οποίο δεν είχε λάβει γνώση η Καθ' ης η Αίτηση 2 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας για έγκριση του αιτήματος ή/και ενδεχόμενη έγκριση, θα ήταν παράνομη ή/και ανεπιεικής.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση 2, η οποία δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως έχει, όχι μόνο γιατί αποτελεί προέκταση και με περισσότερες λεπτομέρειες και στοιχεία των λόγων ένστασης, αλλά και γιατί θα σχολιαστεί στη συνέχεια. Με την ένσταση επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 επιστολή ημερομηνίας 28.3.2016 και ως Τεκμήριο 2 επιστολή ημερομηνίας 20.12.2017, ενώ φαίνεται ότι αυτή συνοδεύεται και από τρεις επιστολές ημερομηνίας 28.3.
- Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 θ.1 έως 9 και Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1 έως 18 του περί Πώλησης Ακίνητων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/2011, στον περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149, στη νομολογία, στο αγγλικό Κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ιδιαίτερα το άρθρο 26 αυτού, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η δικηγόρος που εμφανίστηκε για την Αιτήτρια, στην αγόρευση της, αφού προέβηκε σε μια εισαγωγή για το τι ζητείται με την αίτηση και στη συνέχεια αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση, ακολούθως, σχολιάζοντας και τους λόγους ένστασης, εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζουν τα συγκεκριμένα άρθρα της αναφερθείσας πιο πάνω νομοθεσίας. Όπως καταδεικνύεται από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, η εταιρεία συμφώνησε στη μεταβίβαση του ακίνητου που αφορά το επίδικο πωλητήριο στην Αιτήτρια. Σε καμία περίπτωση πλήττονται τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση 2, ενώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι για την Καθ' ης η Αίτηση 2 υπέγραψε το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο γίνεται αναφορά. Εισήγηση της ήταν εάν η Καθ' ης η Αίτηση 2 θεωρούσε ότι το πωλητήριο έγγραφο περιείχε παρατυπίες ή οτιδήποτε άλλο το παράνομο, θα μπορούσε να προβεί σε άλλα μέτρα για ακύρωση του. Καταλήγει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Από την αντίπερα όχθη, η συνήγορος που παρουσιάστηκε για την Καθ' ης η Αίτηση 2, αφού και αυτή αναφέρεται στο αντικείμενο της αίτησης, στη συνέχεια αφού διαχωρίζει τους λόγους ένστασης σε δύο κατηγορίες, αναφέροντας τους λόγους ένστασης 1, 3 έως 6 και 7, εισηγείται ότι η Αιτήτρια δεν έχει πετύχει να αποδείξει ότι το κατ' ισχυρισμό πωλητήριο έγγραφο είναι έγκυρο. Επίσης διαφαίνεται ότι ο XXXXX Κασάπη υπέγραψε τόσο για την Αιτήτρια, όσο και για την Καθ' ης η Αίτηση 2. Η Αιτήτρια απέκρυψε γεγονότα ουσιαστικής φύσεως που σχετίζονται με το υπό κρίση πωλητήριο έγγραφο, ότι δηλαδή το αναφερθέν, ως άνω, πρόσωπο δεν ήταν αξιωματούχος της Καθ' ης η Αίτησης 2 κατά τον χρόνο που υπεγράφη το πωλητήριο έγγραφο. Το πωλητήριο έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία που υπεγράφη, αλλά φέρει την ημερομηνία 16.12.2016 όταν έγινε η χαρτοσήμανση. Επαναλαμβάνεται η μη νομιμότητα ή μη εγκυρότητα και η πλαστότητα του πωλητηρίου εγγράφου και ότι από τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβλαφτούν τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση 2. Με τους λόγους ένστασης 2 και 8 αναφέρεται ότι πρόκειται για αίτηση καταχρηστική και αυθαίρετη, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις των σχετικών άρθρων του Ν.81
(1)/
- Τονίζει ότι δεν είναι υπογραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι το πρόσωπο που υπέγραψε για την Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είχε την εξουσία να πράξει τούτο. Εισηγείται ότι δεν δικαιολογείται η μη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο μέχρι σήμερα και από την άλλη ότι έγινε προσπάθεια, απ' ό,τι φαίνεται από τις ενδείξεις που φαίνονται στο πωλητήριο έγγραφο, κατάθεσης του στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και απέτυχε. Γι' αυτό ζητείται τώρα με την υπό κρίση αίτηση η επίτρεψη καταχώρισης του στο Κτηματολόγιο. Αφού όμως είχε προηγουμένως ευκαιρίες και τις έχασε, δεν θα πρέπει να της δοθεί τώρα η ευκαιρία και από αυτή την άποψη, εξ' όσων αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, τεκμαίρεται η καταχρηστικότητα της αίτησης. Επίσης, ότι η μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι η κατάλληλη και νομικά αποδεκτή ούτως ώστε να αποδείξει η Αιτήτρια την υπόθεση της, ενώ συνάμα προβάλλει και τη θέση ότι δεν είναι και το κατάλληλο εναρκτήριο δικονομικό διάβημα σε αυτήν την περίπτωση, υπονοώντας, αυτά που εξήγησε σε σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου για τη Δ.
- Παρέπεμψε δε σε σχετική νομολογία γι' αυτό το τελευταίο θέμα. Καταλήγει ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αλλά και από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, όπως και από το υπόλοιπο μέρος αυτής, καθώς και από το Τεκμήριο που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αποδεικνύεται ότι υπήρξε συμφωνία για πώληση του συγκεκριμένου ακίνητου, το τίμημα του οποίου καταβλήθηκε (€139.257), όμως η ουσιαστική διαφορά των δύο πλευρών είναι ότι, αν και έγινε η συμφωνία ως προβάλλει η Καθ' ης η Αίτηση 2, εντούτοις το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο δεν υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Καθ' ης η Αίτηση 2, αφού κατά εκείνο τον χρόνο δεν ήταν ένας από τους αξιωματούχους ή/και το άτομο που εξουσιοδοτήθηκε για να υπογράψει τέτοιο πωλητήριο έγγραφο. Τα γεγονότα που οδήγησαν στη συμφωνία δεν αναφέρονται όλα από την Αιτήτρια και γι' αυτό, εισηγείται η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 2, το πωλητήριο έγγραφο το οποίο δεν φέρει ημερομηνία πότε έγινε, αλλά την ημερομηνία που χαρτοσημάνθηκε, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως έγκυρο και ότι πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία (Ν.81
(1)/2011). Η συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση 2 με την αγόρευση της προέβαλε θέμα ότι δεν θα έπρεπε να υποβληθεί αυτού του είδους η αίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας. Πρέπει να πω ότι αναψηλάφησα τους λόγους ένστασης και δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι περιλαμβάνεται σε αυτούς αυτή η θέση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν μέσα από τους λόγους ένστασης ή από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αφήνεται να νοηθεί κάτι τέτοιο, δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού η υποβολή τέτοιας αίτησης προβλέπεται από το άρθρο 12 του Ν.81
(1)/2011 και αν η αναφορά συμπεριλαμβάνει και τη μορφή, δηλαδή με βάση τη Δ.55, θα έλεγα τα ακολούθα: Στην ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση αρ. 115/2017 ημερομηνίας 15.9.2017 Αναφορικά με την αίτηση Junportinternational Limited κ.ά. καταγράφονται τα εξής: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (In re E-PhilippouLtd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
- Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου. Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Έστω λοιπόν και αν ο κάθετος τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε το κατώτερο Δικαστήριο τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η χρήση εναρκτήριας κλήσης δεν ήταν δόκιμος, εν τούτοις, μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, όπως και έπραξε, για να παραμερίσει το μέσο το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους καταθέτες. Έδωσε γι΄ αυτό ικανοποιητικούς λόγους που βασίζονται ορθά στο δεδομένο ότι οι ίδιοι οι καταθέτες δεν στήριξαν την εναρκτήρια κλήση τους σε κάποιο νομοθετικό ή δικονομικό θεσμό που επιτρέπει για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης. Άλλωστε οι ίδιοι εισηγούνται στην αίτηση τους ότι επέλεξαν εκείνο που θεωρούσαν το προσφορότερο μέσο για την περίπτωση. Όμως η έκταση των γεγονότων που παρατίθενται εκατέρωθεν από τους διαδίκους δηλαδή τους καταθέτες αφενός και τον ειδικό διαχειριστή της τράπεζας αφετέρου, είναι τέτοια που παραπέμπει σε ιδιαίτερα περίπλοκα δεδομένα και πολύ αμφίβολο είναι αν είναι όλα παραδεκτά ή κατά το πλείστο μέρος τους, εξ ου και ο ειδικός διαχειριστής στην αίτηση διαγραφής διερωτάται από πού άντλησαν οι καταθέτες όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν ήσαν μέρος της διαδικασίας για το διορισμό και απομάκρυνση του ειδικού διαχειριστή που είχαν υποβάλει ορισμένοι καταθέτες. Περαιτέρω, διερωτάται ο ειδικός διαχειριστής, επί ποιας μαρτυρίας θα βασιστεί το Δικαστήριο όταν θα κληθεί να εξετάσει την εναρκτήρια κλήση (δέστε παραγράφους 52 και 53 της ένορκης δήλωσης του), ούτως ώστε να τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση η θέση των καταθετών ότι δεν υπάρχουν στην ουσία αμφισβητούμενα δεδομένα. Αντίθετα και πάλι ορθά ο ειδικός διαχειριστής στην παράγραφο 51 της ένορκης δήλωσης του προβάλλει το γεγονός ότι οι καταθέτες παρέλειψαν να ζητήσουν οδηγίες από το Δικαστήριο ως προς την παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας και ουδεμία οδηγία σχετική δόθηκε από το Δικαστήριο. Οι καταθέτες υποστήριξαν απλώς την εναρκτήρια κλήση τους με ένορκη δήλωση κάτι που είναι εκτός των προβλεπόμενων από τον θ. 3 της Δ.
- Ακριβώς η αναζήτηση οδηγιών από το Δικαστήριο κάτω από το δικονομικό μέτρο της Δ.55, σκοπό έχει να διασαφηνιστεί το πεδίο της διαφοράς και να εντοπιστεί κατά πόσο χρειάζεται ή όχι η παρουσίαση μαρτυρίας. Εισηγείται περαιτέρω ο ειδικός διαχειριστής ότι οι αναγνωριστικές θεραπείες που ζητούνται από τους καταθέτες δεν είναι απλώς αναγνωριστικές λαμβανομένου υπόψη του δραστικού χαρακτήρα του διορισμού παραλήπτη και των εξουσιών αυτού, ιδιαίτερα από την άποψη ότι τα όλα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας περιήλθαν στην κατοχή του. Το ενδεχόμενο είναι οι όποιες αναγνωριστικές δηλώσεις να επηρεάσουν τον τρόπο λειτουργίας και άσκησης των εξουσιών του. Στην παράγραφο 57 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι οι καταθέτες προβάλλουν ισχυρισμούς αξίωσης εναντίον της τράπεζας στην Τανζανία χωρίς να είχαν ποτέ συμβληθεί με το υποκατάστημα στη Δημοκρατία ώστε να υπαγάγουν εαυτούς στην εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Τα πιο πάνω αναφέρονται απλώς ως δείγματα του εύρους της διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων και του γεγονότος ότι ενδεχομένως να χρειασθεί μαρτυρία προς αποσαφήνιση γεγονότων ούτως ώστε το κατώτερο Δικαστήριο εύλογα να είχε καταγράψει τη θέση ότι δεν εναπόκειτο στους καταθέτες να επιλέξουν κατά βούληση το δικονομικό μέτρο που οι ίδιοι θεωρούσαν πρόσφορο. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο κατά το θ. 4 της Δ.55 μπορεί να κρίνει ότι η ενώπιον του διαφορά δεν πρέπει να τύχει εξέτασης με τη μέθοδο της εναρκτήριας κλήσης. Η περιπλοκότητα της υπόθεσης φανερώνεται από το ογκώδες υλικό το οποίο έχει ήδη παρουσιασθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίσης αίτησης και των πλείστων όσων λεπτομερειών που αναφέρονται σε αυτό. Στην υπόθεση Παναγιώτα Χρίστου Βρόντη κ.ά. ν. Μιχαήλ Βασιλείου ως Εκτελεστή Διαθήκης, Εναρκτήρια Κλήση αρ. 182/88, ημερ. 25.10.1989, του τότε Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, επί απλής σχετικά υποθέσεως στη βάση του άρθρου 53 του Κεφ. 189, διατάχθηκε ο παραμερισμός της εναρκτήριας κλήσης για εκείνο το μέρος της θεραπείας που ενδέχετο να χρειασθεί μαρτυρία.» Όπως αναφέρεται στη Δ.1 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εναρκτήρια κλήση είναι οιαδήποτε κλήση εκτός από κλήση σε θέμα ή ζήτημα που εκκρεμεί. Επομένως η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης που προνοείται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (originating summons) αποτελεί ένα άλλο είδος διαδικασίας προς επιδίωξη θεραπείας, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπου υπάρχει ειδική πρόνοια προς τούτο σε νόμο ή κανονισμό, αλλά δεν αποκλείεται η χρήση της και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, όπως αναδεικνύεται από την ως άνω νομολογία. Η Δ.55 προνοεί: «ORDER 55 : DECLARATION ON ORIGINATING SUMMONS
- Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
- The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
- The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
- The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons.» Και σε ελληνική μετάφραση: «ΔΙΑΤΑΞΗ 55 - ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ
- Οιονδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενον σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια πρωτογενούς αιτήσεως (Τύπος 50 και 51) για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη και για δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων.
- Το Δικαστήριον ή Δικαστής μπορεί να δώσει οδηγίες στα τοιαύτα πρόσωπα να τους γίνει επίδοση όπως θα κρίνει βολικό.
- Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα δικαιούται να ζητήσει.
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής δεν θα δεσμεύεται να αποφασίσει οιονδήποτε τέτοιο ερώτημα αν είναι της γνώμης ότι δεν πρέπει να αποφασισθεί διά πρωτογενούς κλήσεως.» Σύμφωνα με τη Δ.55, και τον τύπο επί του οποίου γίνεται μια αίτηση, συνάδει πλήρως με τη μορφή που έχει η αίτηση. Ως εκ τούτου, έχοντας υπόψη ότι το δικαίωμα για την αιτούμενη θεραπεία εκπηγάζει από το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακίνητων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/2011 ως τροποποιήθηκε, αυτή η θέση απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.81(Ι)/2011, όπως τροποποιήθηκε, με την πιο πρόσφατη και τελευταία τροποποίηση διά του Ν.48(Ι)/2017 ημερομηνίας 2.6.17, προνοούνται τα ακόλουθα: «3.
(1)Η κατάθεση της σύμβασης από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών γίνεται αποδεκτή μόνο αν (α) υπάρχει εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία (
- i)η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ή (
- ii)στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης: Νοείται ότι, αν το αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα συνιδιόκτητης ακίνητης ιδιοκτησίας, για το οποίο δεν υπάρχει χωριστή εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και πωλητές δεν είναι όλοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, αυτή συνοδεύεται από συμφωνία διανομής, υπογεγραμμένη από όλους τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες της ακίνητης ιδιοκτησίας, των οποίων οι υπογραφές είναι δεόντως πιστοποιημένες, και το τμήμα που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης αναλογεί σε ένα τουλάχιστον από τους πωλητές στη σύμβαση, ο οποίος έχει δικαίωμα ελεύθερης κατοχής, χρήσης και διάθεσης αυτού. (β) η σύμβαση είναι γραπτή, περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, αναφέρει το αντάλλαγμα και είναι υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη· και (γ) η σύμβαση κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της, στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της επαρχίας που βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία: Νοείται ότι - (
- i)στην περίπτωση σύμβασης αντιπαροχής, η πιο πάνω προβλεπόμενη προθεσμία για τον πάροχο αρχίζει με τη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στον αντιπάροχο∙ (
- ii)σε περίπτωση που δεν υπάρχει, κατά τη διάρκεια της εν λόγω προθεσμίας, εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, η σύμβαση δύναται να κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία της εν λόγω εγγραφής· (iii)αν ο αγοραστής είναι εκδοχέας σε σύμβαση εκχώρησης, η οποία συνομολογείται πριν από την κατάθεση της σύμβασης που αυτή αφορά και εντός της περιόδου των έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, η κατάθεση της σύμβασης συνοδεύεται από αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης και πιστοποιητικό διευθέτησης του φόρου που επιβάλλεται με τον περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο· (iv)αν συνομολογείται σύμβαση εκχώρησης που αφορά σύμβαση η οποία είναι κατατεθειμένη στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης παρουσιάζεται στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέσα σε δύο
(2)μήνες από την υπογραφή της σύμβασης εκχώρησης και επισυνάπτεται στη σύμβαση μαζί με πιστοποιητικό διευθέτησης του φόρου που επιβάλλεται με τον περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο.» Στην παρούσα αίτηση διαπιστώνεται ότι επιχειρείται από την Αιτήτρια η λήψη άδειας και/ή έκδοσης διατάγματος κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου που συνομολογήθηκε πριν τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.48
(1)/2017 ημερομηνίας 2.6.2017, του περί Πώλησης Ακίνητων Νόμος (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/2011, o οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29.7.
- Με βάση την πρόνοια του άρθρου 3.1 βρίσκω ότι ορθά γίνεται η σχετική αναφορά από την Αιτήτρια. Ο Νόμος περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με τις συμβάσεις που έχουν συνομολογηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο αρχικός Ν.81(Ι)/2011 και του μεταγενέστερου τροποποιητικού Ν.32(Ι)/
- Παρατίθενται αυτούσιες οι πρόνοιες των υπό αναφορά διατάξεων: «16.
(1)Παρά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον υπό κατάργηση περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους, δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και οι οποίες είναι ήδη κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού ή οι οποίες θα κατατεθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ή του άρθρου 16Α ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί κατά την εν λόγω ημερομηνία οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. 16Α. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 16, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012 έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον καταργηθέντα περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο ή στον παρόντα Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012.» Εξάγεται από τα πιο πάνω ότι η υπό κρίση σύμβαση πώλησης η οποία έγινε στις 16.12.2016, συνομολογήθηκε πριν την τροποποίηση του Ν.81
(1)/2011 με τον Ν.48
(1)/2017 στις 2.6.2017, o οποίος τροποποίησε το άρθρο 12 του νόμου ώστε το τροποποιημένο άρθρο 12 να διαβάζεται ως ακολούθως: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή.» Προκύπτει από τα πιο πάνω λεκτικό του άρθρου 12 του νόμου που τροποποιήθηκε με τρόπο ώστε να μπορεί να λεχθεί και να υποστηριχτεί ότι παρέχεται πλέον διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις Διατάξεις 16 και 16Α του νόμου να χορηγήσει άδεια κατάθεσης σύμβασης που συνομολογήθηκε πριν τον Ν.48
(1)/2017. Τονίζεται από το Δικαστήριο ότι ο νόμος άλλαξε, τροποποιήθηκε δηλαδή, με τον Ν.48
(1)/2017 ακριβώς για να μπορούν να κατατεθούν και αυτά τα πωλήτρια έγγραφα. Η παρέλευση της συγκεκριμένης προθεσμίας δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ή/και τροχοπέδη για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, έδωσε την ευκαιρία να μπορεί να αποταθεί κάποιος στο Δικαστήριο για σύμβαση που έγινε σε οιονδήποτε χρόνο παρά την παρέλευση της προθεσμίας μη αποκλείοντας μάλιστα καμία σύμβαση όσο παλιά και αν είναι αυτή. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία θα πρέπει να υπεισέλθει στη νομιμότητα του εγγράφου, αλλά θα περιοριστεί απλά στην εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει η σχετική νομοθεσία και κατά πόσο πληρούνται αυτές. Δεν με βρίσκει επίσης σύμφωνο ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε, με βάση την αναφορά της συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση ότι υπάρχουν ενδείξεις στο πωλητήριο έγγραφο ότι επιχειρήθηκε να κατατεθεί προηγουμένως στο Κτηματολόγιο και υπήρξε άρνηση να εξεταστεί τέτοιο θέμα, να εξετάσει και να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα, γιατί δεν υπάρχει κανένα στοιχείο και κανένα Τεκμήριο που να τεκμηριώνει τούτο. Ούτε επίσης με βρίσκει σύμφωνο η θέση της συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι το πρόσωπο που υπέγραψε για την Καθ' ης η Αίτηση 2 το πωλητήριο έγγραφο, κατά εκείνο τον χρόνο, δεν ήταν αξιωματούχος ή/και εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η Αίτηση 2 να υπογράψει, αφού κανένα Τεκμήριο δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει αυτήν τη θέση, αν και ήταν πολύ εύκολο να γίνει τούτο, αφού προβάλλετο τόσο στους λόγους ένστασης, όσο και στην ένορκη δήλωση, πριν κατατεθεί αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου να εξασφαλιστεί από τον Έφορο Εταιρειών σχετικό πιστοποιητικό όπου θα καταδείκνυε τούτο. Στη βάση των δύο ισχυρισμών που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή από τη μια της πλευράς της Αιτήτριας και από την άλλη της Καθ' ης η Αίτηση, κρίνω ότι ο ισχυρισμός αυτός της Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι ατεκμηρίωτος και αόριστος, αν και θα μπορούσε, αν ήταν έτσι τα πράγματα, να τον τεκμηριώσει με τον τρόπο που ανάφερα πιο πάνω και από την άλλη φαίνεται από το πωλητήριο έγγραφο ότι υπέγραψε συγκεκριμένο πρόσωπο για την Καθ' ης η Αίτηση 2. Όσον αφορά το ζήτημα της κατάχρησης, στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1(A) C.L.R. 348 επισημαίνεται, ότι, κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η όποια διαδικασία μπορεί να κατασταλεί όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. επίσης Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133, Μ & Μ Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 AAΔ 717 και Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522). Στην προκειμένη περίπτωση εξ' όσων αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, την κατάχρηση η Καθ' ης η Αίτηση 2 την εντοπίζει στην αδράνεια της Αιτήτριας και στις ευκαιρίες που είχε να καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας προηγουμένως και δεν το έπραξε. Όμως όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο νομοθέτης θεώρησε ορθό να δώσει την ευκαιρία στους αγοραστές να αποταθούν με αίτηση στο Δικαστήριο για τη συγκεκριμένη θεραπεία. Επομένως η υποβολή της αίτησης εκπηγάζει από τον ίδιο τον νόμο και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Ν.48
(1)/2017. Επομένως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει καμία κατάχρηση εκ μέρους της Αιτήτριας. Όσον αφορά το γεγονός ότι η Αιτήτρια αποκτά πλεονέκτημα σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει την αίτηση και εκδώσει διάταγμα για την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, το οποίο πλεονέκτημα προέρχεται με βάση το Μέρος VΙΒ του περί Μεταβίβασης και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν. 9/1965, είναι κάτι το οποίο προσδοκεί η Αιτήτρια ότι τούτο θα γίνει. Όμως τούτο δεν αποτελεί, ούτε και μπορεί να προσμετρήσει ως ανασταλτικός παράγοντας έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου σκοπό έχει να μπορεί ο αιτητής να προβεί σε περαιτέρω διαβήματα και δη στην ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Σημειώνεται ότι δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο η επίκληση στη νομική βάση του άρθρου 26 του Συντάγματος. Εκτός εάν βέβαια τούτο θεωρείται από την Καθ΄ ης η αίτηση 2 ότι επήλθε δια μέσω των άλλων θέσεων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, πράγμα που δεν εντοπίζει το Δικαστήριο. Δεν βρήκα οτιδήποτε με βάση την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, έχοντας βέβαια κατά νου και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, που να φαίνεται ότι η σύμβαση δεν βρίσκεται σε ισχύ, αφού καμία αγωγή δεν έγινε που να ζητείται να ακυρώνεται και ακυρώθηκε το πωλητήριο έγγραφο, είτε λόγω πλαστότητας, είτε άλλης παρανομίας. Να σημειωθεί, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Σημειώνεται βεβαίως όλως ιδιαιτέρως ότι είναι παραδεχτό ότι καταβλήθηκε το ποσό του τιμήματος του πωλητηρίου εγγράφου. Βέβαια αυτή η παρατήρηση εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν έχει ως στόχο την απόφαση του επί αυτού του θέματος, αλλά ως ζήτημα ενταγμένο στην προϋπόθεση που θέτει ο νόμος ότι η σύμβαση βρίσκεται σε ισχύ και τίποτε περισσότερο. Έτσι μεταξύ άλλων στοιχείων που συνηγορούν στη διαπίστωση ότι το πωλητήριο έγγραφο φαίνεται τουλάχιστον ότι έγινε στις 16.12.2016 ή και πριν από αυτή την ημερομηνία, όχι μετά αφού η ημερομηνία χαρτοσήμανσης του εγγράφου είναι 16.12.2016, παραμένει σε ισχύ και διαφαίνεται τούτο και από το γεγονός ότι πουθενά στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αναφέρεται ότι αυτή καταγγέλθηκε ή τερματίστηκε ή έπαυσε να ισχύει για τον Α ή Β λόγο, αλλά ούτε και επισυνάπτεται με την ένσταση οιονδήποτε Τεκμήριο που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Με όλα όσο πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η σύμβαση που φέρει ημερομηνία χαρτοσήμανσης 16.12.2016 διατηρείται σε ισχύ. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι η σύμβαση βρίσκεται σε ισχύ, θα προχωρήσει να εξετάσει κατά (α) πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Ν.81
(1)/2011 για κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου και (β) κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να κατατεθεί το πωλητήριο έγγραφο για την προστασία του αγοραστή. Έτσι όσον αφορά τα απαιτούμενα με βάση το άρθρο 3 του Ν.81
(1)/2011 το Δικαστήριο βρίσκει, ότι
(1)υπάρχει εγγραφή στο κτηματικό μητρώο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση 2 (πωλήτρια) σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, αφού δεν αμφισβητήθηκε αυτό το γεγονός από την Καθ' ης η Αίτηση 2. (1α) Επίσης η εγγραφή αυτή αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης πώλησης με ημερομηνία χαρτοσήμανσης 16.12.2016, (1β) στην οποία περιλαμβάνεται στο τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, (2α) η σύμβαση είναι γραπτή, (2β) περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, αφού αναγράφεται το όνομα του αγοραστή και το όνομα του πωλητή, (2γ) περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, ήτοι χωράφι στη Λάρνακα αριθμός εγγραφής 0/ XXXXX, Φύλλο 55, Σχέδιο 37, Τμήμα 0, Τεμάχιο XXXXX, Τοποθεσία Κόκκινες, Συμφέρον 1/2 συνολικού εμβαδού τεμαχίου 5 δεκαριά και 333 τετραγωνικά μέτρα, το αντάλλαγμα που είναι €139 257 και είναι υπογραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενη μέρη.
(3)Η σύμβαση βέβαια δεν κατατέθηκε εντός του χρονικού περιθωρίου που προβλέπεται στον νόμο, όμως αυτό είναι και το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή η παράταση του χρόνου καταχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και στα πλαίσια άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκηθεί δικαστικά κατόπιν σχετικής αίτησης, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να επιτραπεί η κατάθεση της σύμβασης για ειδική εκτέλεση η οποία συνομολογήθηκε πριν τον Ν.48
(1)/2017 που βέβαια έχει παρέλθει η προβλεπόμενη χρονική περίοδος και έχοντας κατά νου τα γεγονότα όπως αυτά αναφέρθηκαν προηγουμένως και δη (Α) ότι ο Αιτητής κατέβαλε το τίμημα πώλησης, (Β) η σύμβαση συνεχίζει να είναι σε ισχύ αφού η Αιτήτρια με την υποβολή της αίτησης θεωρεί τούτο αυτόδηλο και αυτονόητο, (Γ) ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 ουδέν ισχυρισμό προέβαλε περί τούτου, παρά μόνο εικασίες που δεν αντέχουν στη λογική. Αλλά και κανένα Τεκμήριο δεν παρουσίασε για τερματισμό της ή παύσης της ισχύς της. Και ουδέν διεκδίκησε με οποιονδήποτε τρόπο το συγκεκριμένο ακίνητο, (Δ) κανένα δικαίωμα της δεν επηρεάζεται ως ιδιοκτήτρια, αφού φαίνεται ότι το πώλησε σύμφωνα με τη χαρτοσήμανση που έγινε στο πωλητήριο έγγραφο στις 16.12.2016 ή/και προγενέστερα και/ή εισέπραξε το τίμημα, (Ε) θα ήταν άδικο να πάρει τα χρήματα για το συγκεκριμένο ακίνητο η Καθ' ης η Αίτηση 2 και από την άλλη να μην θέλει να καταθέσει η άλλη πλευρά στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης το πωλητήριο έγγραφο και υπό το φως του ότι δεν έκανε οτιδήποτε, έστω ακόμα και αν είναι ορθός ο ισχυρισμός της ότι έλαβε γνώση μετά την επίδοση της παρούσας αίτησης, αφού είχε την ευκαιρία και την ευχέρεια να προβεί και σε άλλα δικαστικά διαβήματα και (Στ) αναγνωρίζει η Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι έγινε η συμφωνία και έλαβε το τίμημα, κρίνω ότι είναι εύλογο και δίκαιο για την προστασία του αγοραστή και δη της Αιτήτριας, το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου, εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφος Α και Β, πλέον έξοδα €2.500 συν ΦΠΑ υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2. (Υπ.): .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο