← Κύπρος

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτηση-Έφεση: 47/19, 13/9/2019

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτηση-Έφεση: 47/19, 13/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτηση-Έφεση: 47/19 Επί τοις αφορώσι την ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» που επιδόθηκαν στην Εφεσείουσα την 13/04/2019 σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Γ

(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα του Νόμου Ν. 9/65 και όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν.142(Ι)/2014 και τον Νόμο 87(Ι)/
  1. Μεταξύ: XXXXX XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Αιτήτρια-Εφεσείουσα -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη 13 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείοντες-Αιτητές: κ. Νικολάου για Χ. Πουτζιουρή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για την Εφεσίβλητη: κα Φασιανού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε AΠΟΦΑΣΗ (Ex-Τempore) Η Καθ' ης η Αίτηση ‑ Εφεσίβλητη (στο εξής Εφεσίβλητη), ως εμφαίνεται από τους λόγους, αριθμοί 4 και 5, της ένστασης και των παραγράφων 9,
  2. 4 και
  3. 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, όπως και από τη δέσμη επιστολών που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, να παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Αιτήτρια ‑ Εφεσείουσα (στο εξής Εφεσείουσα), προς εξασφάλιση των οποίων η Εφεσείουσα ενέγραψε την υποθήκη XXXXX/2011, ως εμφαίνεται από την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Έφεση και τα Τεκμήρια 4 και 6 που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση. Επειδή, προφανώς, κατά την Εφεσίβλητη, υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή των αναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων, τερμάτισε τη σχετική μεταξύ τους συμφωνία και λογαριασμό με την επιστολή ημερομηνίας 31.10.2017, ως εμφαίνεται στις ως άνω αναφερθείσες παραγράφους και Τεκμήριο Δ που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, κάνοντας χρήση των διατάξεων του Μέρους VΙΑ, Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από Ενυπόθηκο Δανειστή, που προστέθηκε με τον Ν.142
(1)/2014, του περί, Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε μέχρι το 2018 με τον Ν.87
(1)/2018, επέδωσε στην Εφεσείουσα, στις 19.1.2019, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο Β που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, την ειδοποίηση Τύπος «Ι», που προβλέπεται στο Άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού και επιστολή ημερομηνίας 5.12.2018. Ακολούθως η Εφεσίβλητη προχώρησε στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο Άρθρο 44 Γ
(2), του Μέρους VΙΑ και στις 13.4.2019, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, επέδωσε στην Εφεσείουσα την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», που προβλέπεται στο Άρθρο 44 Γ
(2)και την ειδοποίηση Τύπος «IΒ», που προβλέπεται στο Άρθρο 44Δ
(2), με την οποία δηλώνεται η πρόθεσή της για να προχωρήσει με ιδιωτική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης XXXXX του 2011, στις 16.9.2019, η ώρα 09:00πμ μέχρι τις 05:00 μ.μ., στο ισόγειο κατάστημα G 4 S, στην οδό XXXXX 10, XXXXX Λάρνακα. Επίσης, η ειδοποίηση Τύπος «Ι», μαζί με την επιστολή που έχει αναφερθεί προηγουμένως και με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού, καθώς και η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» επιδόθηκε και στον σύζυγό της Ανδρέα Φιλίππου. Μετά τη λήψη των πιο πάνω ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ», η Εφεσείουσα αποτάθηκε σε δικηγόρο και στις 13.5.2019, καταχώρησε εναντίον της Εφεσίβλητης την υπό κρίση Έφεση με την οποία επιδιώκεται διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται και να παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» για τον προτιθέμενο πλειστηριασμό στις 16.9.2019, του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX /2011. Η Εφεσείουσα εξαιτείται την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της ως άνω αναφερόμενης ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», για δώδεκα
(12)λόγους, οι οποίοι σχετίζονται με την αντισυνταγματικότητα του Ν.142
(1)/2014, που προστέθηκε στον περί Μεταβιβάσεως Υποθήκευσης Ακινήτων Ν.9/1965 και του τροποποιητικού Ν.87
(1)/2018, αφού κατά τη θέση της, αντιβαίνουν στην αρχή περί μη Αναδρομικότητας των Νόμων και στα Άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, ενώ παραβιάζει και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Επίσης, προβάλλει ως λόγο Έφεσης, ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για Αναδιάρθρωση μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και ο Κώδικας Συμπεριφοράς των Τραπεζών, όπως και ότι δεν υπήρξε υπερημερία, ούτως ώστε να ακολουθηθεί η παρούσα διαδικασία, όπως και κάποιων άλλων επιμέρους θεμάτων που θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Η Έφεση, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας, με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι έφεσης με την επιπλέον αναφορά ότι πρόκειται για κατοικία που κληρονόμησε από τους γονείς της και στην οποία διαμένει, ότι υπάρχει κατάχρηση εκ μέρους της Εφεσίβλητης χρησιμοποιώντας αυτήν τη διαδικασία και ότι θα ήταν άδικο, ουσιαστικά, να αφεθεί να γίνει ο πλειστηριασμός για να πωληθεί η αναφερθείσα κατοικία. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας. Ως Τεκμήριο 2 επιστολή ημερομηνίας 5.12.2018, ειδοποίηση Τύπος «Ι» και η επισυναπτόμενη με αυτήν κατάσταση λογαριασμού. Ως Τεκμήριο 3 η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ» και ένα κενό έντυπο σε σχέση με τον καθορισμό αγοραίας αξίας ενυπόθηκων ακινήτων σε υποθήκη. Ως Τεκμήριο 4 συμφωνία Στεγαστικού Δανείου, ημερομηνίας 12.9.2011. Ως Τεκμήριο 5, κατάσταση λογαριασμού. Ως Τεκμήριο 6 υποθήκη Y4665/2011, μαζί με κάποιο άλλο έγγραφο. Η Έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 13.5.2019, βασίζεται στο Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με το Ν.142(Ι)/2014 και τον Ν.87(Ι)/2018 και ειδικότερα τα Άρθρα 27, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 44 και 44Α, 44Β, 44Γ μέχρι 44ΙΣΤ, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015 ήτοι την Κ.Δ.Π. 185/2015, Κ.Δ.Π. 107/2015, Κ.Δ.Π. 57/2014, Κ.Δ.Π. 315/2013, στο Κεφ.224, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9, Δ.41, Δ.42, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Ν.14/1960, Άρθρα 21, 23, 29, 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ.6 και ειδικά το Άρθρο 23 αυτού, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 26, 28 και 30.2, ο περί Πωλήσεως Διαδικαστικός (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2015 (4/2015) Ε.Ε., Παρ.Ι(Ι), ΑΡ.4100, 24.7.2015, ο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 (Ν.65(Ι)/2015), ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (93(Ι)/1996) ως έχει τροποποιηθεί, ο περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμος του 2007 (Ν.103(Ι)/2007), στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση στις 12.6.2019, με την οποία προβάλλονται 11 λόγοι ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εταιρείας Altamira Asset Managements σε (Cyprus) Ltd, (στο εξής Altamira), δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Εφεσίβλητη, με την οποία επισυνάπτονται 4 τεκμήρια, ήτοι ως Τεκμήριο Α, δέσμη αντιγράφων αναφορικά με τη συγχώνευση τόσο της ΣΠΕ Μακράσυκας, όσο και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου ‑ Λάρνακας Ltd, με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Ltd και τις μετονομασίες που έλαβε μεταγενέστερα μέχρι σήμερα και δη της ενάγουσας. Ως Τεκμήριο Β, αντίγραφα των ένορκων δηλώσεων, των ειδοποιήσεων Τύπος «Ι», μαζί με κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο Γ, αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ», προς τα αναφερθέντα πρόσωπα και ως Τεκμήριο Δ, αντίγραφα επιστολών τερματισμού, μαζί με τις ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» προς τα αναφερθέντα πιο πάνω πρόσωπα, σε κάποιες από τις οποίες ήδη έχει γίνει αναφορά και η οποία ένορκος δήλωση ουσιαστικά αποτελεί επέκταση των λόγων ένστασης με κάποια περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες και αφού σχολιάζει, απαντά στους ισχυρισμούς και θέσεις της Εφεσείουσας, τους οποίους απορρίπτει έναν προς έναν. Οι λόγοι ένστασης, είναι οι ακόλουθοι:
(1)Η κατ' ισχυρισμό μη τήρηση της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για αναδιάρθρωση μη εξυπηρετούμενων δανείων και του κώδικα συμπεριφοράς, δεν συνιστά λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ».
(2)Άνευ βλάβης του ως άνω λόγου ένστασης, η Αιτήτρια και τα ενδιαφερόμενα μέρη, διά της αποστολής των ειδοποιήσεων Τύπος «Θ», προς αυτούς, από την Εφεσίβλητη, ενημερώθηκαν για τα δικαιώματα που δυνατό να έχουν δυνάμει του Κώδικα Συμπεριφοράς για τον Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες της Κεντρικής Τράπεζας ή και συμμορφώθηκε η Εφεσίβλητη πλήρως με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε.
(3)Ο υπό κρίση νόμος, είναι συνταγματικός και συνάδει πλήρως με τα Άρθρα 23, 26, 28, 30 και 30
(2)του Συντάγματος, Άρθρα 6
(1)και 13 της ΕΣΔΑ ή και τα δικαιώματα αυτά επιτρέπουν ή και υπόκεινται σε περιορισμούς.
(4)Οι επίδικες ειδοποιήσεις είναι νόμιμες και έγκυρες, καθ' ότι η υπερημερία εν προκειμένω, αφορά σε περίοδο πέραν των 120 ημερών, αφού το χρέος της Εφεσείουσας, έχει καταστεί απαιτητό και πληρωτέο από την Εφεσίβλητη με επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 31.10.2017.
(5)Με τις επιστολές τερματισμού, κατέστη πληρωτέο και απαιτητό από την Εφεσίβλητη αυτόματα και το ποσό της επίδικης υποθήκης, η οποία είναι για το ίδιο ποσό και το ίδιο επιτόκιο, ως και η συμφωνία δανείου.
(6)Διά των εγγράφων της υποθήκης XXXXX/2011, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, είχε συμφωνηθεί ρητά μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης, ότι η τελευταία θα δικαιούτο να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα, μεταξύ άλλων και με πώληση μέσω προσφορών ή και με ιδιωτική πώληση.
(7)Οι επίδικες ειδοποιήσεις, περιέχουν όλες τις απαιτούμενες εκ του νόμου πληροφορίες.
(8)Οι κάτοχοι των εμπράγματων βαρών (memo) εν προκειμένω, είναι πλέον η ίδια η Εφεσίβλητη και επομένως δεν τίθεται ζήτημα επίδοσης της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» προς την ίδια ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
(9)Το επίδικο δάνειο και η επίδικη υποθήκη μέχρι και σήμερα, δεν έχουν μεταφερθεί ή/και πωληθεί στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Ltd και ως εκ τούτου, η Εφεσίβλητη, νομιμοποιείται να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης για την επίδικη υποθήκη.
(10)Η επίδικη ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ», δεν είναι εφέσιμη.
(11)Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση στηρίζεται βασικά στην ίδια νομοθεσία και κανονισμούς που στηρίζεται και η έφεση. Με το Ν.142(Ι)/2014 καθιερώθηκε η ιδιωτική πώληση με τη συμπερίληψη νέου Μέρους στο Ν.9/1965 υπό τον εξής τίτλο: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ» Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην εφαρμογή του ως ακολούθως: «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης». Στις 13.7.2018 ψηφίστηκε, δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18, ο οποίος επέφερε σοβαρές αλλαγές στα Άρθρα 44Α και 44Γ και κατήργησε το Άρθρο 44ΙΓ, του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Συγκεκριμένα το Άρθρο 44Α πριν τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018 είχε ως ακολούθως: 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ενώ με την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018έγινε ως εξής: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Το δε άρθρο 44Γ πριν τροποποιηθεί με το Ν.87(Ι)/2018προνοούσε τα πιο κάτω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Με την τροποποίηση του από το Ν.87(Ι)/2018προβλέπονται τα κατωτέρω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Πρώτα από όλα, να λεχθεί ότι η Έφεση χωρεί δυνάμει του Άρθρου 44 Γ
(3), μόνο από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως τούτο ερμηνεύεται στο Άρθρο 44 (Ι) (Ε), μόνο για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπος ΙΑ που προβλέπεται στο Άρθρο 44 Γ
(2)και μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 44 Γ
(3)(α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ), εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης τύπος ΙΑ. Οποιοσδήποτε άλλος λόγος ή αιτητικό ή αξίωση, ή επιζήτηση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος, δεν είναι παραδεκτά και είναι καταδικασμένα σε αποτυχία και η Έφεση σε απόρριψη. Έτσι οποιαδήποτε εκζητούμενα διατάγματα στη βάση άλλων λόγων, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης. Αναφέρεται από τα τώρα ότι η ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ», δεν είναι εφέσιμη. Ο δικηγόρος της Εφεσείουσας στην αγόρευσή του, αφού προβαίνει σε προκαταρκτικά σχόλια και επιχειρήματα, όπως τα αναφέρει, στη συνέχεια σχολιάζει τους λόγους ένστασης, αφού παραθέτει αυτούς, ενώ εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα ακόλουθα θέματα:
(1)την Αντισυνταγματικότητα, του Ν.142
(1)/2014 και τον Ν.87
(1)/2018,
(2)αν έχει καταστεί υπερήμερη, η Εφεσείουσα σύμφωνα με το Άρθρο 27 του Νόμου, όπως διαλαμβάνεται στο Άρθρο 44Β
(1),
(3)αν έχει ακολουθήσει η Εφεσίβλητη την οδηγία ΚΔΠ 107/2015,
(4)αν τήρησε τις προϋποθέσεις του Νόμου αναφορικά με την εκτίμηση του επίδικου ακινήτου,
(5)αν ο Ν.87
(1)/2018, παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της αποτελεσματικής θεραπείας, ένεκα της αφαίρεσης της εκκρεμοδικίας ως υπάρχοντος δικαιώματος για την ακύρωση του πλειστηριασμού,
(6)την παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών με επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στη δικαστική εξουσία για εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες,
(7)την παραβίαση του δικαιώματος της περιουσίας που προστατεύει το Άρθρο 23 του Συντάγματος,
(8)την παραβίαση του δικαιώματος που προστατεύει το Άρθρο 28 του Συντάγματος,
(9)την επέμβαση στο συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, που προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος και,
(10)την καταχρηστικότητα του όρου 4 της επίδικης υποθήκης και την κήρυξή του ως άκυρο. Με αναφορά στο προηγούμενο νομικό καθεστώς, εκποίησης υποθηκών και το νομικό καθεστώς εκποίησης υποθηκών, σύμφωνα με το Μέρος VΙΑ, προβαίνοντας σε ένα ομολογουμένως ενδιαφέροντα συλλογισμό, καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα, τα οποία καλεί το Δικαστήριο να ακολουθήσει, ενώ στη συνέχεια με αναφορά σε μεγαλύτερη έκταση, και με επίκληση νομολογίας, εξηγεί γιατί οι αναφερθέντες δύο
(2)σχετικοί νόμοι, αντιβαίνουν στα αναφερθέντα πιο πάνω άρθρα του Συντάγματος. Δεν παραλείπει βέβαια να κάνει αναφορά και στους άλλους λόγους έφεσης, όπως είναι η θέση του ότι δεν υπήρξε υπερημερία, δεν υπήρξε εφαρμογή της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας και τα άλλα θέματα όπως έχουν αναφερθεί προηγουμένως, μη εξαιρουμένου και του όρου 4 στην υποθήκη. Από την άλλη, η δικηγόρος της Εφεσίβλητης, αφού αναλύει τους λόγους ένστασης έναν προς έναν και σχολιάζει τους λόγους έφεσης, που ήδη έχω αναφέρει, απορρίπτει τις θέσεις που εκφράστηκαν από την Εφεσείουσα με την έφεση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή και την υποστηρικτική αγόρευση του συνηγόρου της, εξηγώντας με περισσότερες λεπτομέρειες και επιχειρήματα τα όσα σχετίζονται κατά τη θέση της, με τη συνταγματικότητα των νόμων που έχουν αναφερθεί προηγουμένως, τα οποία κατά τη θέση της συνάδουν πλήρως με τα αναφερθέντα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος, όπως και την απόρριψη των υπόλοιπων θέσεων της άλλης πλευράς, με επίκληση σχετικής νομολογίας. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτό το θέμα προκειμένου να μορφώσει άποψη επί του θέματος, αναφέρει τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) AAΔ.1670 στη σελίδα 1676 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924).» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Π.Ε. 386/10, ημερ. 15.11.
  1. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.
  2. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση Νικολάου κ.ά. Αρ. 101/2018 ημερ. 14.8.18 λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφ. Αρ. 386/2010, 15.11.2016, αναφέρθησαν τα εξής ως προς την αναδρομικότητα των νομοθετημάτων: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Όπως έκρινε ο Επαρχιακός Δικαστής, το λεκτικό του άρθρου 4 του Νόμου 87(Ι)/2018 καθιστά σαφές ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το Νόμο 87(Ι)/2018 εφαρμοστούν και στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν ήδη ξεκινήσει πριν τις 13.7.2018 δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965. Η καταχώριση Αίτησης/Έφεσης είναι διαδικασία που προνοείται από το συγκεκριμένο Μέρος VIA του πιο πάνω Νόμου που αφορά σε πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903). Μετά τη διαπίστωση του ως προς την αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου, ο Επαρχιακός Δικαστής έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πλήρης συμμόρφωση της Τράπεζας με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως είχε τροποποιηθεί και ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης εν όψει της μη εξασφάλισης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή αρ. 1135/2018 και απέρριψε την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν κανονική και ο Επαρχιακός Δικαστής ενήργησε εντός των εξουσιών του, που του παρέχει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος, όπως είχε τροποποιηθεί με το Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος δεν κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Συνεπώς, δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να πετύχει η αίτηση.» Επίσης το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο όπως γίνει αναφορά στο άρθρο 10 του Περί Ερμηνείας Νόμου ΚΕΦ. 1, το οποίο έχει ως κατωτέρω: «Αποτέλεσμα ακύρωσης σε μελλοντικούς Νόμους 10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Tο Δικαστήριο έχοντας υπόψη τις τοποθετήσεις των δύο συνηγόρων, κρίνει ότι πράγματι, έχοντας κατά νου και το Άρθρο 10 του ΚΕΦ. 1, από το λεκτικό της νέας επιφύλαξης που προστέθηκε στο Άρθρο 44 Α
(3)με το Ν.87(Ι)/2018, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για άλλη ερμηνεία, ότι πρόκειται για σαφή και ξεκάθαρη αναδρομική ισχύ, με τη νέα ως άνω επιφύλαξη, του Άρθρου 44 Α
(3). Να αναφέρω επιπρόσθετα, επειδή επικαλέστηκε την Αντισυνταγματικότητα του Ν.87
(1)/2018, λόγω της αναδρομικότητάς του και έτσι αφαιρέθηκε το δικαίωμα που είχε προηγουμένως κάποιος να ανακόψει τον πλειστηριασμό με την καταχώρηση αγωγής, ότι η ειδοποίηση Τύπος «Ι», επιδόθηκε μετά την έναρξη ισχύς του Ν.87
(1)/2018 και ως εκ τούτου δεν είχε αποκτήσει οποιοδήποτε δικαίωμα πριν από την έναρξη του νόμου αυτού και το απώλεσε με τον νόμο αυτό. Άρα δεν είχε κάποιο κεκτημένο δικαίωμα και το απώλεσε. Σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδούλου v Δημοκρατίας, κ.α
(1990)3 (Α), Α.Α.Δ, 2178. Επομένως η κατάληξη του Δικαστηρίου, είναι ότι η εισήγηση του δικηγόρου της Εφεσείουσας ότι η αναδρομική ισχύς του Ν.87
(1)/2018, επιφέρει άδικα αποτελέσματα για την Εφεσείουσα, είναι ανεδαφική. Ως εκ τούτου, το Άρθρο 44 Α
(3)του Νόμου 87
(1)/2018, δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας και δεν αφαιρείται οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα της Εφεσείουσας. ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ηγέρθησαν από τον συνήγορο της Εφεσείουσας, κατά την αγόρευσή του, θέματα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων της Εφεσείουσας τα οποία τέθηκαν και στην αίτηση της, ως τούτα προσδιορίσθηκαν και καταγράφηκαν ανωτέρω, ένεκα του τροποποιητικού Νόμου 87(I)/2018 αλλά και του Ν. 142(Ι)/2014 ο οποίος καθιέρωσε την ιδιωτική πώληση. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει αναφορά για το θέμα αυτό. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» H δικογράφηση του ισχυρισμού για αντισυνταγματικότητα, για να καταστεί δυνατή η εξέτασή του, πρέπει να τίθεται με επάρκεια και λεπτομέρεια ή με γραπτό υπόμνημα, ως τονίζεται από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστεί το θέμα αντισυνταγματικότητας του Ν.142(Ι)/2014 και του Ν.87(Ι)/2018 έναντι των Άρθρων 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, καθώς και της παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, ένεκα των πιο πάνω αναφερθέντων, αφού κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αιτιολογείται τούτο σε ικανοποιητικό βαθμό. Οι αρχές που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας ενός νόμου διατυπώνονται ως ακολούθως στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο Περί Μεταβιβάσεως έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, 339 λέχθηκαν τα εξής: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 616 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου κρίνονται πάντοτε αυστηρά. Η επιβολή τους πρέπει να καταφαίνεται ως απόλυτα αναγκαία και η έκταση του περιορισμού δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από ό,τι είναι απαραίτητο για την προαγωγή του σκοπού χάριν του οποίου επιβάλλεται». Στην υπόθεση Lapertas Fisheries και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» Στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιογοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7 (απόφαση ημερ. 19.1.2004) ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εναπόκειται στη νομοθετική εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. (.) Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» ΑΡΘΡΟ 30.1 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ - ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΗ Η ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Εισηγείται η Εφεσείουσα ότι το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε και δη οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/2018, είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί η πρόσβαση στο Δικαστήριο σε οποιοδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζεται αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και είναι δυνατό να υπόκειται σε περιορισμούς. Στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 CLR 210 ειπώθηκαν τα εξής: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» Στην υπόθεση Φοινικαρίδου ν. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1744 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημερ. 31.10.14, αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α. Ν. Λοΐζου, στις σελίδες 182-183, γίνεται αναφορά στις ως άνω νομικές αρχές περί αυτού του δικαιώματος. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος, αφού σε καμία περίπτωση δεν αποστερεί το δικαίωμα της Εφεσείουσας να προσφύγει στο Δικαστήριο, γιατί αλλάζει μεν τους λόγους Έφεσης και δη από «εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)» του άρθρου 44Γ, ως είχε πριν την τροποποίηση, αλλά με την τροποποίηση, ο λόγος (δ) γίνεται σε «έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου». Με άλλα λόγια αφού εγείρει αγωγή ή ανταπαίτηση ή άλλως πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή για οιανδήποτε σχετική διαφορά μεταξύ τους και εξασφαλίσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του, σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60, τότε αυτόματα αποτελεί λόγο Έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» της σκοπούμενης πώλησης. Τούτο βέβαια σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα του Ν.87(Ι)/2018 έναντι του Ν.142(Ι)/2014, ο οποίος καθιέρωσε με το ΜΕΡΟΣ VIA την ιδιωτική πώληση, για τον οποίο επίσης υπάρχει η θέση ότι είναι αντισυνταγματικός, αφού η εισήγηση της Εφεσείουσας είναι ότι το ΜΕΡΟΣ VIA είναι ολόκληρο αντισυνταγματικό. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Εφεσείουσα θα μπορούσε από τότε που έλαβε την ειδοποίηση Τύπος «Ι», να αποτίνετο στο Δικαστήριο με αγωγή, αν πίστευε ότι η συμφωνία ήταν άκυρη, ή η υποθήκη ήταν άκυρη ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, όπως π.χ. ότι το οφειλόμενο ποσό ότι δεν είναι το πραγματικό και να καταχωρούσε αίτηση για έκδοση διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/1960, κάτι το οποίο αν γινόταν και πετύχαινε, θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο έφεσης στην παρούσα έφεση. Δεν το έπραξε και παρέμεινε αδρανής, χωρίς να προβεί στο εν λόγω διάβημα. Επίσης να αναφερθεί ότι δεν τέθηκε σε δυσμενή διάκριση, ένεκα της αναδρομικής ισχύς του Ν.87
(1)/2018, ή δεν είχε την ευκαιρία πρόσβασης στο Δικαστήριο, αφού όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αν εξασφάλιζε το διάταγμα, θα αποτελούσε λόγο για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Περαιτέρω για την εισήγηση ότι ολόκληρο το ΜΕΡΟΣ VIA παραβιάζει το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος που επικαλέσθηκαν οι Εφεσείοντες ότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα τους, που προστατεύονται απ΄ αυτό, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Να λεχθεί εξαρχής ότι με απόφαση της η Εφεσείουσα αποφάσισε να εγγράψει υποθήκη επ΄ αυτής προς εξασφάλιση κάποιων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσίβλητη και επομένως η ίδια έθεσε και διέθεσε την ακίνητη περιουσία της στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι και πριν την καθιέρωση του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, υπήρχαν σχετικές διατάξεις για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου είτε με διάταγμα του Δικαστηρίου μέσω του Κτηματολογίου είτε από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου κατόπιν διαβήματος του ενυπόθηκου δανειστή. Ό,τι επήλθε με τις τροποποιήσεις και την καθιέρωση του Μέρους VIA είναι μια διαφορετική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή της ιδιωτικής πώλησης, στα πλαίσια της οποίας ο επηρεαζόμενος ή ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο για αποτροπή της για συγκεκριμένους λόγους. Επομένως δεν μπορεί να βρει έρεισμα ότι το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε είναι αντίθετο με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 28 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ - ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ Η σχετική εισήγηση της Αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της ισότητας η οποία κατοχυρώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, συνίσταται στο ότι οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/2018 παρέχουν υπέρμετρα δικαιώματα υπέρ της Τράπεζας. Το σχετικό άρθρο του Νόμου παρέχει μεν δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρήσει με πώληση δια πλειστηριασμού με την προβλεπόμενη στο σχετικό άρθρο διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα παρέχει και δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να φέρει ένσταση στη διαδικασία και να προβεί σε μέτρα για την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το σχετικό άρθρο επιφέρει αυθαίρετη διάκριση προς όφελος του ενυπόθηκου δανειστή, ο οποίος ασκεί τα δικαιώματα του που απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης αφού ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να προσβάλει αυτή τη διαδικασία. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 23 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Αποτελεί λόγο στην Έφεση, ότι οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18, αλλά και του Ν.142(Ι)/2014 περιορίζουν το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, αφού η Εφεσείουσα διατηρεί τέτοιο δικαίωμα επί των επίδικων ακινήτων, ανεξάρτητα της επιβάρυνσης αυτών με υποθήκη, και ο πλειστηριασμός των επίδικων ακινήτων θα έχει ως αποτέλεσμα την εξάλειψη αυτού του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 ha to be understood and interpreted in this sense.» Το Άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο αναφερθέν άρθρο του Συντάγματος. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 CLR 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 CLR 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Κρίνεται ότι ο τροποποιητικός Ν.87
(1)/2018, αλλά και ο Ν.142(Ι)/20014 δεν καταργεί, ούτε και περιορίζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, καθότι δεν αφαιρεί οποιοδήποτε δικαίωμα από τον ενυπόθηκο οφειλέτη, ούτε και δημιουργεί νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, παρά μόνο καθορίζει έναν νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή. Άλλωστε η Εφεσείουσα, παραχώρησε στην Εφεσίβλητη δυνάμει συμφωνίας υποθήκης, την οποία η Εφεσείουσα παραδέχεται ότι συνήψε προς όφελος της Εφεσίβλητης ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκε. Σύμφωνα δε με τα όσα αναφέρονται στην υποθήκη και στο έγγραφο, η συμφωνία υποθήκης, μπορεί να γίνει, μάλλον παραχωρείται το δικαίωμα στην Εφεσίβλητη να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοεί τη δυνατότητα της Εφεσίβλητης να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της Εφεσείουσας, με έναν από τους τρόπους που αναφέρονται ανωτέρω. Το Μέρος VΙΑ, καθόλου δεν μεταβάλλει αυτήν την κατάσταση, απλά προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Εφεσίβλητης, αλλά υπόκειται σε προϋποθέσεις και παρέχει τη δυνατότητα στην Εφεσείουσα ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, να ενστεί στη διαδικασία. Μάλιστα ως είναι η συμφωνία υποθήκης, η Εφεσείουσα έδωσε δικαίωμα πιο ευρύ από ό, τι προβλέπεται στον Ν.87(Ι)/18 στην Εφεσίβλητη. Επομένως με όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί ούτε στέρηση, ούτε περιορισμό του δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Εφεσείουσας, ως προς την περιουσία της, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή εκ μέρους της, της παραχώρησης του ακινήτου, για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Εφεσίβλητη, γνώριζε εξ αρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου της, και απλώς τώρα, προστέθηκε ακόμα ένας άλλος τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Μέρος VΙΑ, δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος. ΑΡΘΡΟ 26
(1)ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ - ΣΥΜΒΑΛΛΕΣΘΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣ Το Άρθρο 26
(1)του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα, δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι παραβιάσθηκε, αφού με τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τους Ν.142(Ι)/2014και Ν.87(Ι)/2018 απλά άλλαξε, διά προσθήκης, εκτός της υπάρχουσας, διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του κτηματολογίου και της καθιέρωσης της ιδιωτικής πώλησης, ενώ για το ίδιο το δικαίωμα του Άρθρου 26
(1)δεν επήλθε καμιά αλλαγή. Με απόφασή της ο Εφεσείοντας 1, όπως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, ελεύθερα συμβλήθηκε με την Εφεσίβλητη και ενέγραψε την υποθήκη επί του ακινήτου της ως ενυπόθηκος οφειλέτης, ενώ ότι άλλαξε με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο Νόμο 9/1965 με την προσθήκη του Μέρους VIA με το Ν.142(Ι)/2014και το Ν.87(Ι)/2018 είναι ο τρόπος και η διαδικασία πώλησης, για την οποία πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους, για το οποίο ενέγραψε την υποθήκη, γνώριζε ευθύς εξαρχής με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης του ακινήτου, άσχετα αν αυτή θα γινόταν με άλλη διαδικασία. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ Ως έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο, η εισήγηση αυτή, εδράζεται στο Άρθρο 44 Γ του Ν.87
(1)/2018, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν βρίσκει έρεισμα, γιατί η νομοθετική εξουσία, έχει δικαίωμα να θεσπίζει νόμους, οι οποίοι βεβαίως υπόκεινται στον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας. Βλέπε την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής Αντιπροσώπων, αναφορά 2/2014 ανωτέρω. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, κρίνεται ότι η εισήγηση της Αιτήτριας ότι το Άρθρο 44 Γ του Ν.87
(1)/2018 παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στερείται ερείσματος. Ο δικηγόρος της Εφεσείουσας εισηγήθηκε πως το υπό κρίση άρθρο παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθότι στερεί και περιορίζει τη δυνατότητα της Εφεσείουσας να ακουστεί και να ενστεί. Απεναντίας το Άρθρο 44 Γ προνοεί τη δυνατότητα της Εφεσείουσας να καταχωρίσει έφεση και να ζητήσει τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» για ένα από τους προβλεπόμενους λόγους. Επομένως, κρίνεται ότι με τη θέσπιση του Άρθρου 44 Γ η νομοθετική εξουσία δεν έχει παρέμβει και ρυθμίσει δικαστικό ζήτημα. Πέραν του ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία ελέγχου της συνταγματικότητας αυτού, διατηρεί επίσης την απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου στην υπό κρίση περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσο τηρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. (Βλ. υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 71). Για όλους τους πιο πάνω αναφερθέντες λόγους, κρίνεται ότι οι πρόνοιες του τροποποιητικού Ν.87
(1)/2018 αλλά και του Ν.142(Ι)/2014 δεν είναι αντισυνταγματικές και επίσης δεν παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους έφεσης, πρέπει να αναφέρω τα ακόλουθα. Σε σχέση με το θέμα της υπερημερίας διαφαίνεται ξεκάθαρα από το Τεκμήριο Δ που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι αποστάληκαν οι επιστολές τερματισμού στις 31.10.2017 και άρα μέχρι την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», παρήλθαν όχι 120 μέρες, αλλά ένας πολύ μεγαλύτερος χρόνος. Μαζί με τις επιστολές εκείνες, επιδόθηκε και η ειδοποίηση Τύπος «Θ» και επομένως εάν ήθελαν να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα που σχετίζοντο με την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας, θα μπορούσαν να το πράξουν. Εν πάση περιπτώσει, να αναφέρω ότι δεν αποτελεί λόγο έφεσης σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ
(3),(α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ), η μη ακολουθία της αναφερθείσας οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας, ή του Κώδικα Συμπεριφοράς που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Συνεπώς η εν λόγω θέση της Εφεσείουσας, απορρίπτεται. Ούτε η θέση της Εφεσείουσας ότι υπάρχει κατάχρηση εκ μέρους της Εφεσίβλητης με την άσκηση του δικαιώματος που της δίδει το Μέρος VΙΑ ευσταθεί, αφού ακριβώς ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπεται από τον νόμο. Το γεγονός ότι οι ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» δεν φέρουν ημερομηνία, ουδεμία σημασία έχει, αφού αυτές επιδόθηκαν στις 13.4.2019, δηλαδή περίπου 3 μήνες μετά την ειδοποίηση Τύπος «Ι» και άρα μετά την παρέλευση των 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «Ι». Εξετάζοντας τις ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και «ΙΑ», καθώς και τον Τύπο «Θ», ως φαίνονται από τα Τεκμήρια Β, Γ και Δ που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, κρίνω ότι έχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία όπως αυτά προβλέπονται στο παράρτημα της σχετικής νομοθεσίας. Να σημειωθεί ότι δεν χρειάζεται στην κατάσταση λογαριασμού να αναφέρεται κάθε πράξη από την πρώτη ημέρα που ανοίγεται ο λογαριασμός, μέχρι την τελευταία ημερομηνία που τερματίζεται ο λογαριασμός ή αποστέλλεται αυτή με την ειδοποίηση Τύπος «Ι». Σε ό, τι σχετίζεται με την υποθήκη, όπως ανέφερα και προηγουμένως, δεν αποτελεί λόγο έφεσης σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ
(3)και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει ένα τέτοιο θέμα. Όσον αφορά το άλλο θέμα, ότι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», αλλά και η ειδοποίηση Τύπος «Ι» σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, αναφέροντας η Εφεσείουσα τη ΣΠΕ Μακράσυκας και το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λάρνακας Αμμοχώστου, διαφαίνεται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα, έγιναν ένα και τώρα είναι υπό τη σκέπη της Εφεσίβλητης. Άρα δεν θα επέδιδε στον εαυτό της την ειδοποίηση Τύπος «Ι» και «ΙΑ». Επομένως η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να βρει έρεισμα και απορρίπτεται. Ούτε βεβαίως βρίσκει έρεισμα ή θέση, που σχετίζεται με την υπερημερία, ότι οι δόσεις δεν έγιναν υπερήμερες, αφού ο τερματισμός, κατά τη θέση της Εφεσείουσας, αυτός αφορούσε τη σύμβαση δανείου και όχι τη σύμβαση υποθήκης, η οποία πάλι κατά τη θέση της Εφεσείουσας, είναι αυτοτελής σύμβαση και θα έπρεπε να τερματιστεί η σύμβαση υποθήκης. Πράγματι η σύμβαση υποθήκης, έχει την αυτοτέλεια της σύμφωνα με τη νομολογία, όμως είναι παρεπόμενη της σύμβασης δανείου, αφού χωρίς τη σύμβαση δανείου, δεν μπορεί να υπάρχει υποθήκη, η οποία υπηρετεί και εξασφαλίζει τη σύμβαση δανείου. Επομένως, με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, τερματίζεται αυτόματα και η σύμβαση υποθήκης και δεν χρειάζεται να τερματιστεί ξεχωριστά η σύμβαση υποθήκης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι υπάλληλος της Altamira και όχι της Εφεσίβλητης και γι' αυτό δεν νομιμοποιείτο να προβεί στην ένορκη δήλωση, και δεν μπορούσε να γνωρίζει τα γεγονότα, δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού ως αναφέρεται στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εφεσίβλητη να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι στην Altamira εργάζεται από τες 2.5.
  1. Η Altamira, ενεργεί για λογαριασμό της Εφεσίβλητης και έχει αναλάβει τη διαχείριση πιστωτικών διευκολύνσεων, μια εκ των οποίων είναι και η επίδικη. Στη συνέχεια δε της πρώτης παραγράφου, αναφέρεται ότι είναι ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της Εφεσίβλητης και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτήν. Επομένως απορρίπτεται και αυτή η θέση της Εφεσείουσας. Αν θα συνόψιζα τα όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως, θα έλεγα, (Α) Ότι έχουν πραγματοποιηθεί όλα όσα αναφέρονται στο Άρθρο 44Β του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε. Ήτοι κατέστη η Εφεσείουσα υπερήμερη κατά το Άρθρο 27 του Ν. 9/
  2. Δηλαδή κατέστη απαιτητό και πληρωτέο το οφειλόμενο και το ενυπόθηκο χρέος, για περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών. (Β) Η ειδοποίηση Τύπος «Ι», επιδόθηκε στην Εφεσείουσα και στο σύζυγό της ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο και αυτή συνοδεύετο από επιστολή και από κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους. Γίνεται αναφορά στο ποσό, στον τόκο, στην υποθήκη και καλείτο να εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού και έτασσε προθεσμία όχι μικρότερη των 30 ημερών από την ημέρα επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και επίσης ενημερώνετο ο ενυπόθηκος οφειλέτης, ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται στην ειδοποίηση Τύπος «Ι», θα προχωρούσε στην άσκηση του δικαιώματος της για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, με βάση τις διατάξεις του Μέρους VΙΑ. (Γ) Επίσης επιδόθηκε ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ», στην Εφεσείουσα ως ενυπόθηκο οφειλέτη και στο σύζυγό της ως ενδιαφερόμενο μέρος, στην οποία αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η ειδοποίηση επιδόθηκε κατά τον Τύπο «ΙΑ» του παραρτήματος εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και έφερε όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στον Τύπο «ΙΑ» του παραρτήματος. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η Αίτηση-Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Πλέον έξοδα €2.500.- συν Φ.Π.Α, υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης και εναντίον της Αιτήτριας - Εφεσείουσας. (Υπ.): ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.