← Κύπρος

Αβραάμ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης /Έφεσης: 65/2019, 18/10/2019

Αβραάμ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης /Έφεσης: 65/2019, 18/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A314 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης /Έφεσης: 65/2019 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 Μεταξύ: χχχχχ χχχχχχ Αβραάμ Αιτητής - Εφεσείων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Παπαξενοπούλου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Παπαευσταθίου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση (στο εξής «η Αίτηση»), ο ως άνω Αιτητής/Εφεσείων (στο εξής «ο Αιτητής») προσβάλλει την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 6.5.2019 και ζητά τον παραμερισμό της, καθώς και την ακύρωση του σκοπούμενου με αυτή του πλειστηριασμού, που είναι ορισμένος στις 21.10.

  1. Οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκονται οι πιο πάνω θεραπείες, εξειδικεύονται στην Αίτηση με ένα εκτενή τρόπο, διάσπαρτο με αχρείαστες επαναλήψεις και πλατειασμούς. Συνοπτικά, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι (στο εξής «οι Καθ' ων η Αίτηση») κωλύονται να προωθούν την διαδικασία εκποίησης καθότι το 2004 είχαν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση στην Αγωγή 253/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, με την οποία θα μπορούσαν να προβούν σε εκποίηση της υποθήκης Υ1460/1989 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας (στο εξής «η υποθήκη»), αλλά δεν το έπραξαν. Ισχυρίζεται επίσης ότι η περιγραφή του ακινήτου στην ειδοποίηση δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου. Πρόσθετα, οι Καθ' ων η αίτηση δεν έστειλαν τις Ειδοποιήσεις «Θ», «Ι» και/ή «ΙΑ» προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και ότι εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα τους να προβούν στην πώληση του ακινήτου έχει παραγραφεί ένεκα του ότι το ενυπόθηκο χρέος κατέστη απαιτητό στις 18.6.1989 και/ή διότι έχουν παρέλθει 10 έτη από της έκδοσης δικαστικής απόφασης στην πιο πάνω αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι η υποθήκη είναι άκυρη και/ή παράνομη διότι καταρτίστηκε κατά παράβαση νόμου και/ή εμπεριέχει αόριστους και ασαφείς όρους. Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής προβάλλει ότι το περιεχόμενο της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» είναι εσφαλμένο και/ή παράνομο λόγω λανθασμένης περιγραφής του κεφαλαίου και των τόκων και διότι παράτυπα απαιτούνται τόκοι επί των εξόδων καθώς και Φ.Π.Α. Δεν συνοδεύεται δε από κατάσταση λογαριασμού, όπου να αναγράφεται ποσοστό επιτοκίου επί του ενυπόθηκου χρέους και εν πάση περιπτώσει, το ποσό που απαιτείται είναι αποτέλεσμα παράνομων και/ή άκυρων όρων της συμφωνίας δανείου και της σύμβασης υποθήκης και/ή βασίζεται σε εσφαλμένο και/ή παράνομο και/ή αυθαίρετο ποσοστό επιτοκίου ή/και αξιώνονται ποσά, τόκοι και έξοδα πέραν του υπό του νόμου επιτρεπόμενων. Επίσης, το ενυπόθηκο χρέος δεν κατέστη πληρωτέο στις 9.2.2001 ως αναφέρεται στην Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Τέλος, ο Αιτητής εισηγείται ότι το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ν.9/1965, αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση φαίνονται σε ένορκο δήλωση του Αιτητή, ο οποίος, κατά το πλείστο, ανεπίτρεπτα επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Αίτησης υπό τύπον αγόρευσης. Όσον αφορά τα γεγονότα, ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 16.6.1989 ενέγραψε την υποθήκη στο ακίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ.XLI/23, Τεμάχιο XXXXX, Τοποθεσία: Μελισσιά, Ορμίδεια, Επαρχία Λάρνακας, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον ίδιο από την Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «το δάνειο»). Εγγυητές στο δάνειο ήταν τρία φυσικά πρόσωπα. Η Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρησε την Αγωγή αρ. 253/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (στο εξής «η αγωγή»), εναντίον τόσο του ιδίου όσο και των εγγυητών, ζητώντας μεταξύ άλλων, διάταγμα για εκποίηση της υποθήκης. Περί το 2004 εκδόθηκε σχετική απόφαση, πλην όμως οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προχώρησαν στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Έχουν δε παρέλθει πέραν των δέκα ετών, χωρίς να έχει δοθεί περαιτέρω άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Τον Φεβρουάριο του 2019, οι Καθ' ων η Αίτηση επέδωσαν στον Αιτητή Ειδοποίηση Τύπου «Ι», συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού, στην οποία αναγράφεται ότι το ποσό που είναι απαιτητό δυνάμει της υποθήκης, ανέρχεται στο ποσό των €20.503,22, πλέον έξοδα €1.745,34 με τόκο 8% από 7.4.2003, πλέον Φ.Π.Α. Όμοια ειδοποίηση επιδόθηκε και σε ένα εκ των εγγυητών, ήτοι τον σύζυγο της θυγατέρας του Αιτητή. Αργότερα, οι Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι απέστειλαν με συστημένο ταχυδρομείο στον Αιτητή Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 6.5.2019 μαζί με Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ». Οι εν λόγω ειδοποιήσεις παραλήφθηκαν από τον Αιτητή στις 28.5.
  2. Ο Αιτητής επισημαίνει ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στην ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» διαφέρουν από τα στοιχεία του ενυπόθηκου ακινήτου. Περαιτέρω εξ' όσων γνωρίζει, δεν έχει επιδοθεί τέτοια ειδοποίηση στους εγγυητές. Ούτε απεστάλησαν Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ο Αιτητής αναφέρει επίσης ότι ενδέχεται να υπάρχουν κι άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ήτοι κάτοχοι επιβαρύνσεων επί του ενυπόθηκου ακινήτου, στους οποίους οι Καθ' ων η αίτηση δεν έστειλαν Ειδοποιήσεις. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση δεν επέδωσαν Ειδοποιήσεις στο Τμήμα Αναδασμού ως όφειλαν, καθότι το ακίνητο εμπίπτει σε αναδασμό. Με σκοπό να καταδείξει ότι ο υπολογισμός του υπολοίπου έγινε κατά παράβαση των αποφάσεων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου αλλά και του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου του 2007, ο Αιτητής παρουσίασε μέσω της ένορκης του δήλωσης αποφάσεις Νομισματικής Πολιτικής και επιστολές της Κεντρικής Τράπεζας καθώς και κατάσταση επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δεικνύει την διακύμανση του Ελαχίστου Επιτοκίου των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την Ειδοποίηση Τύπου «I» είναι καθ' όλα γενική και ελλιπής και δεν του δίνει την δυνατότητα να ελέγξει την ορθότητα της. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη, διότι δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Υποθηκών Νόμου ν.9/
  3. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση για πρόθεση Ενστασης, στην οποία εγείρει σωρεία λόγων ένστασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και οι λόγοι έφεσης είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι. Σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση, η ίδια έχει δεόντως και νομότυπα προωθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου και επέδωσε στον Αιτητή καθώς και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τις απαιτούμενες εκ του νόμου ειδοποιήσεις, σύμφωνα με τον τύπο και το περιεχόμενο, που καθορίζεται στο Νόμο. Τήρησε επίσης όλες τις προβλεπόμενες προθεσμίες. Απαντώντας στους ισχυρισμούς του Αιτητή, η Καθ' ης η Αίτηση απορρίπτει τα περί κωλύματος και αναφέρει ότι έχει καταχωρήσει την αίτηση πώλησης υπ' αριθμό 147/06 στις 26.9.2006, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα επιτευχθεί πώληση δυνάμει των προνοιών της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή 253/2003 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η Αίτηση διευκρινίζει ότι το ακίνητο που περιγράφεται στην προσβαλλόμενη ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» αντιστοιχεί στο ενυπόθηκο ακίνητο. Αναφορικά με την ειδοποίηση τύπου «Θ», η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν είχε υποχρέωση να εκδώσει και αποστείλει τέτοια, αφού είχε εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή/και έχει καταθέσει αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η περιγραφή του ποσού που γίνεται στην ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» αντιστοιχεί στην περιγραφή του ποσού που κατέστη απαιτητό με την ειδοποίηση «Ι», το περιεχόμενο της οποίας ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή. Εξάλλου, το εν λόγω ποσό είναι μικρότερο του ποσού που οφείλει με βάση την δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, το ποσό των €20.503.22, είναι το διπλάσιο του ποσού για το οποίο παραχωρήθηκε η Υποθήκη (€10.251,61) Δεν αναγράφεται λοιπόν ποσοστό τόκου στην ειδοποίηση τύπου «Ι», διότι δεν προστίθενται πλέον τόκοι στο χρέος. Το ποσό των €1.745,34 με τόκο 8% από 7.4.2003 πλέον ΦΠΑ, το οποίο απαιτείται με την ειδοποίηση τύπου «Ι», αντιστοιχεί στο ποσό των εξόδων που επιδικάστηκαν με την απόφαση στην αγωγή, τα οποία δικαιούται να εισπράξει η Καθ' ης η αίτηση με βάση τις πρόνοιες της Υποθήκης και της Απόφασης. Γενικά, κατά την Καθ' ης η Αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ή/και παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, οι οποίοι διαλαμβάνονται, κατά τρόπο εξαντλητικό, στο Άρθρο 44 (Γ) 3 του Νόμου. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί παραγραφής του δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης δυνάμει των διατάξεων του μέρους VIA του Νόμου, η τελευταία προσθέτει ότι το ενυπόθηκο χρέος έγινε απαιτητό με την ειδοποίηση τύπου Ι και δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος πώλησης του ενυπόθηκου Ακινήτου αφού «η βάση της αγωγής» δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπληρώθηκε. Σε κάθε περίπτωση, δε νοείται παραγραφή δικαιώματος που παρέχεται απευθείας από το νόμο και το οποίο έχει επαληθευτεί με δικαστική απόφαση. Η προώθηση της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου δεν αποτελεί «αγωγή» ούτε προϋποθέτει την καταχώριση αγωγής ή άλλης δικαστικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση που αφορά το ενυπόθηκο χρέος βρίσκεται σε ισχύ. Τέλος, η Καθ' ης η Αίτηση απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Αντιτάσσει ότι ο Αιτητής δεν προσδιορίζει με σαφήνεια τις διατάξεις εκείνες που θεωρεί αντισυνταγματικές και δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους τις θεωρεί αντισυνταγματικές. Δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η αντισυνταγματικότητα των προνοιών του Νόμου που ισχυρίζεται ο Αιτητής. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας διατάξεων του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 (δηλαδή του άρθρου 44 Α ή του άρθρου 44 ΙΑ του Νόμου ή/και των προνοιών του «τελευταίου τροποποιητικού νόμου»), δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή των αιτούμενων θεραπειών. Τα Δικαστήρια δεν εξετάζουν in abstracto, (αφηρημένα) ή/και ακαδημαϊκά τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο και απολύτως απαραίτητο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. Με την αίτηση, δεν προσβάλλεται το δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση με βάση το άρθρο 44 ΙΑ

(1)του Νόμου αλλά η δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στον πρώτο πλειστηριασμό που ορίστηκε με την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» σύμφωνα με το άρθρο 44 Γ
(3)του Νόμου. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση. Αυτός αναφέρει ότι με γραπτή συμφωνία δανείου ημερομηνίας 24.5.1994, η Καθ' ης η αίτηση παραχώρησε στον Αιτητή υπό την εγγύηση τριών φυσικών προσώπων, δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των £20.000. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Αιτητή προς την Καθ' ης η αίτηση, παρόντων και μελλοντικών, ο Αιτητής παραχώρησε την υποθήκη επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ./Σχ. XLI/23, Τεμάχιο XXXXX, στην Ορμίδεια, της επαρχίας Λάρνακας για το ποσό των £6.000 (€10.251,61), πλέον τόκους 9% ετησίως Το πιο πάνω ακίνητο επηρεάστηκε από αναδασμό που έγινε στην περιοχή με αποτέλεσμα να εκδοθεί νέος τίτλος ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε μετά τον αναδασμό και ο οποίος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Ενόψει της παράλειψης του Αιτητή καθώς και των εγγυητών του να πληρώσουν τις δόσεις του δανείου, η Καθ' ης η αίτηση τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου, καλώντας τους να πληρώσουν όλα τα οφειλόμενα ποσά πλέον τόκους και έξοδα. Τόσο ο Αιτητής, όσο και οι εγγυητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν και έτσι, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε την αγωγή υπ' αρ. 253/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Στις 24.5.2004 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση με την οποία το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, διέταξε όπως οι εναγόμενοι πληρώσουν στην Καθ' ης η αίτηση ομού ή/και κεχωρισμένως το ποσό των £21.001,98 με τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των £14.475,10 από 20.2.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Διέταξε επίσης την εκποίηση της υποθήκης και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου έναντι ή/και προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος στον Αιτητή. Επιδικάστηκαν επίσης υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση, τα έξοδα της αγωγής με τόκο προς 8% από 7.4.2003 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α (βλ. Τεκμήριο 5). Ο Αιτητής και οι εγγυητές δεν έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, το οποίο κατά τις 30.9.2018 ανερχόταν στο ποσό των €71.017,58 πλέον τόκους. Ούτε έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των εξόδων που ανέρχονται στο ποσό των €1.745,34 (£1.021,50) με τόκο προς 8% από 7.4.2003 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. Η ισχύς της Απόφαση έχει ανανεωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.9.2014 (βλ. Τεκμήριο 31). Ένεκα των πιο πάνω, η Καθ' ης η αίτηση, κίνησε την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου Ακινήτου επιδίδοντας στον Αιτητή και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα την ειδοποίηση Τύπου «Ι» ημερομηνίας 1.2.2019, συνοδευόμενη από την κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους και των εξόδων που επιδικάστηκαν με την απόφαση. (βλ. Τεκμήρια 7 - 17 και 19). Το ύψος του Ενυπόθηκου Χρέους που κατέστη απαιτητό με την ειδοποίηση (€20.503,22) αντιστοιχεί στο ποσό για το οποίο παραχωρήθηκε η υποθήκη (€10.251,61) πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 19.6.1989 μέχρι την ημερομηνία που ο οφειλόμενος τόκος έφθασε το ύψος του ποσού για το οποίο παραχωρήθηκε η υποθήκη (€10.251,61). Η ειδοποίηση τύπου «Ι» στάλθηκε και στη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Παρά την επίδοση της ειδοποίησης τύπου «Ι» ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε από πλευράς Αιτητή ή από άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Έτσι, η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε επιδίδοντας τόσο στον Αιτητή όσο και στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ τις ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» ημερομηνίας 6.5.2019 (βλ. Τεκμήρια 21 - 29). Είναι τέλος η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η έναρξη της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου είναι πλήρως εναρμονισμένη με τις πρόνοιες και το σκοπό του Νόμου, ήτοι την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, Σημειώνει ότι, ενώ η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε από τις 26.9.2006 αίτηση αναγκαστικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου με βάση τις πρόνοιες της απόφασης, η εν λόγω διαδικασία δεν έχει μέχρι σήμερα προωθηθεί από τον Διευθυντή του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου. Η Αίτηση/Έφεση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν μέσω των αγορεύσεων του τις αντίστοιχες θέσεις τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή. Καμία πλευρά δεν ζήτησε την προσκόμιση επιπρόσθετης των ενόρκων δηλώσεων μαρτυρίας, ή αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ VIA TOY N.9/1965 Το Μέρος VIA του ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε, καθορίζει μια νέα διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, την οποία μπορεί να αξιοποιήσει ο ενυπόθηκος δανειστής, συμμορφούμενος με κανόνες, τύπους και συγκεκριμένες προθεσμίες. Όπως προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση που κατατέθηκε στη συνεδρία της Βουλής στις 6.9.2014 για την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου και την ενσωμάτωση του Μέρους VIA στο βασικό Νόμο (βλ. Τεκμήριο 30 στην Ένσταση), απώτερος σκοπός είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων με διεξαγωγή διαδικασίας που γίνεται εξ ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς παρέμβαση από τις κυβερνητικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β του νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να κινήσει την διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στην περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη για περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών. Εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, τότε επιδίδει στον οφειλέτη ειδοποίηση Τύπου «Θ» για την ύπαρξη υπερημερίας. Αυτή η ειδοποίηση δεν απαιτείται αν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI του νόμου. Περαιτέρω, για την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης, επιδίδεται τόσο στον ενυπόθηκο οφειλέτη όσο και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ειδοποίηση Τύπος «I», ζητώντας εντός προθεσμίας όχι μικρότερης των 30 ημερών, την εξόφληση του χρέους. Με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» αποστέλλεται και κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων και ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, ο δανειστής δύναται να επιδώσει δεύτερη ειδοποίηση, ήτοι την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», στην οποία αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση θα πρέπει να επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης 30 ημερών από την ορισμένη ημέρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται, εντός 30 ημερών από της παραλαβής της ειδοποίησης, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους εξής λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Στη συνέχεια ακολουθεί διαδικασία διορισμού εκτιμητών, ενός από κάθε μέρος, ώστε να γίνουν ανεξάρτητες εκτιμήσεις για υπολογισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακίνητου. Προς τούτο, αποστέλλεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη είτε πριν από είτε μετά, είτε ταυτόχρονα με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ». Σε περίπτωση παράλειψης του οφειλέτη να προβεί στο διορισμό εκτιμητή εντός της καθορισμένης προθεσμίας 10 ημερών, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής προχωρεί στο διορισμό δύο εκτιμητών. Οι εκτιμητές συντάσσουν εκθέσεις εκτίμησης ταυτόχρονα, ανεξάρτητα και χωρίς να διαβουλεύονται μεταξύ τους και χωρίς να ανακοινώνουν την εκτίμησή τους ο ένας στον άλλο, ή σε τρίτο μέρος μέχρι την επίσημη παράδοσή τους. Τα άρθρα 44Ε μέχρι και 44ΙΑ προνοούν για τη διαδικασία πλειστηριασμού. Ειδικότερα, προνοείται, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός δεν καταλήξει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε περαιτέρω προσπάθειες πώλησης με βάσει τα προβλεπόμενα στα Άρθρα 44Ζ & 44Η. Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός χρονικής περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, τότε έχει την επιλογή να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει εκτίμησης που διενεργήθηκε. ΕΞΕΤΑΣΗ ΛΟΓΩΝ ΕΦΕΣΗΣ Ένεκα της πληθώρας των λόγων Έφεσης που προωθεί ο Αιτητής, αλλά και του γεγονότος ότι πολλοί εξ αυτών επαναλαμβάνονται και αλληλεπικαλύπτονται, προσπάθησα, κατά το δυνατόν, να τους κατηγοριοποιήσω, με γνώμονα βεβαίως την κοινή τους νομική και/ή πραγματική βάση. Λόγος Έφεσης 1 Σύμφωνα με τον Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους (estopped by conduct), να προωθούν την διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου καθ' ότι είχαν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση το 2004 με βάση την οποία μπορούσαν να προβούν στην εκποίηση της επίδικης υποθήκης και δεν το έπραξαν. Όπως ήδη αναφέρθηκε το άρθρο 44Γ
(3), καθορίζει εξαντλητικά του λόγους για τους οποίους ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί να προβάλει κατά την έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Σε αυτούς, δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός περί κωλύματος λόγω συμπεριφοράς. Συνεπώς, ο υπό αναφορά λόγος έφεσης είναι απορριπτέος. Σε κάθε όμως περίπτωση, το εδάφιο 1 του άρθρου 44Α του νόμου, προνοεί ότι οι διατάξεις του Μέρους VIA εφαρμόζονται σε κάθε σύμβαση υποθήκης, που ενεγράφη πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου. Το εδάφιο 4 του ιδίου άρθρου προνοεί ότι καμία διάταξη του Μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Περαιτέρω, το εδάφιο 4Α προνοεί ότι η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA. Σημειωτέον και το ότι η εξασφάλιση δικαστικής απόφασης, όχι μόνο δεν εμποδίζει τον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την διαδικασία, αλλά τον απαλλάσσει και από την υποχρέωση να αποστείλει την ειδοποίηση Τύπου «Θ». Εξάλλου, ο Αιτητής δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία που να καταδεικνύουν την εφαρμογή του εξ επιείκειας κανόνα του κωλύματος. Δεν έχει αναφερθεί σε γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι η έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον του, τον οδήγησε να ενεργήσει προς βλάβη της θέσης του. Αντιθέτως, η έκδοση της εν λόγω απόφασης και μάλιστα εκ συμφώνου, έπρεπε να είχε θέσει τον Αιτητή σε εγρήγορση αναφορικά με την δυνατότητα της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Συνεπώς, ο λόγος έφεσης απορρίπτεται. Λόγοι Έφεσης 2, 10 (Α) O Αιτητής ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία του ενυπόθηκου ακινήτου στην επίδικη υποθήκη διαφέρουν από τα στοιχεία που αναφέρονται στην Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. Ειδικότερα, στην πρώτη αναφέρεται ακίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ.XLI/23, Τεμάχιο XXXXX, Τοποθεσία: Μελισσιά, Χωριό: Ορμίδεια, Επαρχία Λάρνακας, ενώ στην Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» αναγράφεται το ακίνητο με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ.0/2-273-373/3, Τεμάχιο XXXXX, Ορμίδεια, Επαρχία Λάρνακας. Ο εν λόγω ισχυρισμός απαντάται πλήρως και αναντίλεκτα από τους Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι με παράθεση σχετικού τεκμηρίου (βλ. Τεκμήριο 3) καταδεικνύουν ότι το ακίνητο που αφορά η επίδικη υποθήκη φέρει πλέον τα στοιχεία που αναγράφονται στην Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Οι Καθ' ων η Αίτηση εξηγούν ότι το ακίνητο επηρεάστηκε από αναδασμό που έγινε στην περιοχή, με αποτέλεσμα να εκδοθεί νέος τίτλος ιδιοκτησίας με τα ως άνω στοιχεία, προφανώς και με διαφορετικό εμβαδό. Υπό το φως των πιο πάνω, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επιδιώκουν εκποίηση ακινήτου άλλου από αυτό που υποθηκεύθηκε, εκτός από ανεδαφικός, είναι και εμφανώς παραπλανητικός και κακόπιστος. Λόγοι Έφεσης 3, 4, 5, 8, 10(Ε), 16 Σε πολλά σημεία της Αίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν αποστάλθηκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα οι Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ», «Ι» και «ΙΑ» Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έχει επιδοθεί σε αυτόν δεόντως η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για να θεωρείται δέουσα και κανονική η επίδοση των προσβαλλόμενων Ειδοποιήσεων. Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρχε υποχρέωση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση να επιδώσει Ειδοποίηση Τύπου «Θ», καθότι όπως ήδη αναφέρθηκε, το άρθρο 44(Β)
(2), προνοεί ότι δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση, εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση ισχύει. Περαιτέρω, θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη ενδιαφερόμενων προσώπων πέρα από τον ίδιο τον Αιτητή και τους εγγυητές του δανείου. Το Τμήμα Αναδασμού δεν αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο αφού, ως προκύπτει από την έρευνα στο μητρώο του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 3) δεν διατηρεί οποιαδήποτε επιβάρυνση επί του Ενυπόθηκου Ακινήτου. Τώρα, αναφορικά με την επίδοση των Ειδοποιήσεων, η Καθ' η Αίτηση παραθέτει μέσω της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, πλήρεις λεπτομέρειες, αναφορικά με τον τρόπο που στάλθηκαν τόσο οι Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι», όσο και οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ». Το άρθρο 44ΙΕ προνοεί ότι, «επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο. Οι ειδοποιήσεις τύπου «Ι» και «ΙΑ» επιδόθηκαν στον Αιτητή και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα στις τελευταίες γνωστές τους διευθύνσεις, είτε με την παράδοση συστημένης επιστολής είτε με ιδιωτική επίδοση, ως λεπτομερώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Συνεπώς, ούτε αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει. Λόγοι Έφεσης 6, 7, 10(Κ)(Λ), 11, 12 Ο Αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να προβούν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου έχει παραγραφεί ένεκα του ότι το ενυπόθηκο χρέος κατέστη απαιτητό στις 18.6.1989 και έχει έκτοτε παρέλθει η εκ του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 προθεσμία. Όσον αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό, αναφέρω κατ' αρχάς ότι, όπως και άλλοι λόγοι έφεσης που περιλαμβάνονται στην Αίτηση, δεν έχει αναλυθεί και επεξηγηθεί μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων του Αιτητή, δίδοντας την εντύπωση ότι δεν προωθείται. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνω ότι ένας τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται στον εξαντλητικό κατάλογο των λόγων έφεσης που ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί να προβάλει κατά την έφεση δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3). Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση, το ενυπόθηκο χρέος και η επίδικη υποθήκη έχει αποκρυσταλλωθεί και επιβεβαιωθεί δυνάμει δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε το 2004 και έτσι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παραγραφής οιουδήποτε δικαιώματος δυνάμει του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου ν. 66(Ι)/
  1. Ο χρόνος παραγραφής που προνοείται στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου ν. 66(Ι)/2012αφορά το δικαίωμα για έγερση αγωγής, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Δικαστηρίων Νόμο (βλ. άρθρο 2). Ο περί Δικαστηρίων Νόμος ν.14/1960προνοεί ότι "αγωγή" σημαίvει πoλιτικήv διαδικασίαv αρχoμέvηv διά κλητηρίoυ εvτάλματoς ή κατά τoιoύτov άλλov τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ. Έχω την άποψη ότι η διαδικασία που καθορίζεται στο Μέρος VIA του ν.9/1965δεν εντάσσεται στον όρο αγωγή, όπως αυτός ερμηνεύεται στην νομοθεσία. Τέλος, ο ισχυρισμός του Αιτητή, ότι έχει παρέλθει η προθεσμία δέκα ετών από της έκδοσης δικαστικής απόφασης στην Αγωγή 253/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου χωρίς να έχει ανανεωθεί η ισχύς της, δεν ευσταθεί καθότι έχει δοθεί σχετική άδεια εκτέλεσης της απόφασης στις 15.9.2014 (βλ. Τεκμήριο 31 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση). Λόγοι Έφεσης 9, 10 (Β)(Γ)(Δ)(ΣΤ)(Ζ), 17 Ο Αιτητής προβάλλει, περαιτέρω ισχυρισμό ότι τόσο η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» όσο και η ειδοποίηση τύπου «Ι», στην οποία βασίζεται η πρώτη, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του 2ου Παραρτήματος του ν.9/
  2. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά την Ειδοποίηση Τύπου «Ι», ο Αιτητής παραπονείται ότι δεν συνοδεύεται από λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού στην οποία να παρέχονται επαρκείς λεπτομέρειες ως προς το χρεοπιστωτικό ιστορικό του επίδικου λογαριασμού, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί. Περαιτέρω, επί της φερόμενης κατάστασης λογαριασμού που επισυνάφθηκε στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν αναγράφεται το ποσοστό του επιτοκίου με το οποίο χρεώνεται το ενυπόθηκο χρέος. Επισημαίνω εξ αρχής ότι η ειδοποίηση Τύπου «Ι» είναι προϋπόθεση και προπομπός της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Αποτελεί ουσιαστικό μέρος της διαδικασίας εκποίησης που έχει θεσπιστεί. Η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου που προνοείται στο Μέρος VIA του νόμου είναι μια σύνθετη διαδικασία, τα διάφορα στάδια της οποίας δεν είναι απλώς τυπικά, αλλά έχουν δραστικό χαρακτήρα που απολήγει στην εκποίηση ιδιωτικής περιουσίας του ενυπόθηκου οφειλέτη. Προς τούτο, ο νομοθέτης έχει θέσει ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε να διασφαλίσει ότι η, ιδιωτική πλέον, εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου, δεν θα τυγχάνει κατάχρησης, αλλά θα εφαρμόζεται σε αυστηρά πλαίσια. Η νομιμότητα των διάφορων σταδίων, από τα οποία αυτή η διαδικασία διέρχεται πρέπει, κατά την άποψη μου, να ελέγχεται κατά την έφεση με την οποία προσβάλλεται η τελική ειδοποίηση, ήτοι ο Τύπος «ΙΑ», πάντοτε βεβαίως μέσα στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 44Γ
(3). Παρομοιάζω την παρούσα περίπτωση με τις περιπτώσεις δικαστικού ελέγχου εκτελεστής διοικητικής πράξης, κατά τον οποίο ελέγχονται και οι προπαρασκευαστικές πράξεις που έχουν ενσωματωθεί στην τελική και οι οποίες, αν και λόγω της απώλειας της εκτελεστότητας τους δεν μπορούν να προσβληθούν αυτοτελώς, εντούτοις μπορούν να ελεγχθούν και να οδηγήσουν σε ακύρωση της τελικής πράξης. Με απλά λόγια, θεωρώ ότι τυχόν παρατυπία στον τύπο της ειδοποίησης Τύπου «Ι» ενσωματώνεται στην επακόλουθη Ειδοποίηση Τυπου «ΙΑ» και δύναται να οδηγήσει σε παραμερισμό της τελευταίας στην βάση του σημείου (α) του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου. Στην παρούσα περίπτωση όμως, θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί τέτοια παρατυπία της Ειδοποίησης Τύπου «Ι», η οποία να οδηγεί σε παρατυπία της επακολουθήσασας Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Η ειδοποίηση Τύπου «Ι» έχει συνταχθεί σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο Δεύτερο Παράρτημα του ν.9/1965 και συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού. Το άρθρο 44Γ
(1)προνοεί ότι η ειδοποίηση Τύπου «Ι» συνοδεύεται από «κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του». Δεν διαφωνώ ότι με την εν λόγω Ειδοποίηση και την κατάσταση που πρέπει να την συνοδεύει, επιδιώκεται η συγκεκριμενοποίηση των ποσών που οφείλονται από τον ενυπόθηκο οφειλέτη, ώστε ο αυτός ή και οιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος να ελέγξει την ακρίβεια και την ορθότητα των εκάστοτε χρεωπιστώσεων καθώς και την ακρίβεια και την ορθότητα των τελικών ποσών, τα οποία ο ενυπόθηκος δανειστής θεωρεί ως οφειλόμενα και να αποφύγει την εκποίηση καταβάλλοντας το σχετικό ποσό. Από την άλλη, ο νόμος δεν καθορίζει τη μορφή και το περιεχόμενο που πρέπει να έχει το έγγραφο που είναι «κατάσταση λογαριασμού» για τους σκοπούς του Άρθρου 44Γ
(1), ούτε και καθορίζεται οιοσδήποτε συγκεκριμένος τύπος για το περιεχόμενο που θα πρέπει αυτή να έχει. Θεωρώ ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση, είναι η πληρότητα και η σαφήνεια του περιεχομένου τέτοιας κατάστασης, ώστε ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενημερώνεται για το ποσό του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και εξόδων που οφείλει να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή. Κάθε περίπτωση πρέπει όμως να κρίνεται στην βάση των δικών της δεδομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, το συνημμένο έγγραφο, που χαρακτηρίζεται ως κατάσταση λογαριασμού, αναφέρει το ποσό του κεφαλαίου το οποίο εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη, το ποσό των τόκων και σε ξεχωριστή παράγραφο, αναφέρονται τα έξοδα που έγιναν για την είσπραξη του χρέους και τα οποία απαιτούνται να εισπραχθούν μέσω του εκπλειστηριάσματος. Η παρούσα περίπτωση, δεν αφορά υπερημερία λόγω καθυστέρησης καταβολής δόσεων για την οποία θα απαιτείτο εξάλλου και η αποστολή ειδοποίησης Τύπου «Θ». Εν προκειμένω, το ενυπόθηκο χρέος έχει αποκρυσταλλωθεί δια της έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, στην οποία αναγράφεται ρητώς ότι το ποσό το οποίο η υποθήκη καλύπτει ανέρχεται σε Λ.Κ. 6000 πλέον τόκους προς 9% ετησίως. Δεν υπάρχει στην παρούσα περίπτωση, ζήτημα επιπρόσθετων χρεώσεων τόκων, ή κυμαινόμενου επιτοκίου ή επιβαρύνσεων όπως ενδεχομένως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις. Έτσι, δεν μπορεί ο Αιτητής στην παρούσα, να παραπονείται για άγνοια όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του υπολοίπου. Υπενθυμίζω ότι η δικαστική απόφαση που αφορά τον Αιτητή εκδόθηκε εκ συμφώνου. Περαιτέρω, στην ειδοποίηση αναφέρεται ρητά ότι εάν ο Αιτητής έχει διαφορετική γνώμη για το περιεχόμενο της ειδοποίησης μπορεί να πληροφορήσει γραπτώς τον δανειστή σε διάστημα τριάντα
(30)ημερών, από την ημερομηνία της αποστολής της, κάτι το οποίο ο Αιτητής, στην παρούσα περίπτωση, δεν έπραξε. Πρέπει επίσης να επισημάνω ότι η αμφισβήτηση του ενυπόθηκου οφειλόμενου ποσού δεν μπορεί να εξετασθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Τέτοια δυνατότητα μπορεί ενδεχομένως να ασκηθεί στη βάση των προνοιών του Άρθρου 44Β
(3)ή στην βάση άσκησης άλλου ενδίκου μέσου. Το ζητούμενο στην παρούσα περίπτωση είναι ο επακριβής καθορισμός του οφειλόμενου ποσού και η δυνατότητα ελέγχου του από τον ίδιο τον Αιτητή και όχι από το Δικαστήριο. Αφ' ης στιγμής, προκύπτει με επάρκεια αυτή η πληροφόρηση μέσω της συνημμένης στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι», κατάστασης, τότε δεν θεωρώ ότι υπάρχει παρατυπία, δυνάμενη να οδηγήσει παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Όσον αφορά την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», ο Αιτητής παραπονείται ότι, δεν αναφέρονται σε αυτήν συγκεκριμένα ποσά ως προς το κεφάλαιο, τους τόκους και τα έξοδα τα οποία απαιτούνται και δεν είναι καθαρό από την διατύπωση της Ειδοποίησης εάν οι τόκοι που απαιτούν οι Καθ' ων η αίτηση θα υπολογίζονται επί του ποσού του κεφαλαίου ή επί των ποσού των εξόδων. Εξάλλου, ο νομοθετημένος τύπος της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» δεν προνοεί ότι επιτρέπεται η επιβολή επιπλέον τόκων επί των εξόδων, ως επίσης δεν επιτρέπεται η επιβολή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας επί των ποσών που δύναται να απαιτηθούν κατά παράβαση του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/
  1. Μέσω της γραπτής τους αγόρευσης, οι συνήγοροι του Αιτητή, εστιάζονται στο γεγονός ότι στην ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» δεν αναγράφεται επακριβώς το ποσό των εξόδων, αλλά αυτό προσδιορίζεται με ένα ποσό πλέον ποσοστό επιτοκίου επί του εν λόγω ποσού. Ειδικότερα, το λεκτικό με το οποίο προσδιορίζεται το οφειλόμενο ποσό έχει ως ακολούθως: «Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €20.503,22, πλέον έξοδα €1.745,34 με τόκο 8 επί τοις εκατόν από 07/04/03, πλέον Φ.Π.Α.», Στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου καθορίζεται η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ως εξής: «Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €........................... πλέον τόκος €....................... πλέον έξοδα € ............» Είναι η θέση των συνηγόρων του Αιτητή ότι με τον τρόπο που ο Νομοθέτης διατύπωσε τον τύπο στο 2ο Παράρτημα του νόμου, ξεκάθαρα απαιτεί οποιαδήποτε αναφορά σε έξοδα να γίνεται σε Ευρώ και για συγκεκριμένο ποσό. Συνεπώς, κατά τον Αιτητή, η αναγραφή στην ειδοποίηση ενός ποσού πλέον ποσοστού επιτοκίου επί του εν λόγω ποσού, συνιστά παρατυπία τέτοια που πρέπει να οδηγήσει σε παραμερισμό της ειδοποίησης. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν θεωρώ ότι όσα περιλαμβάνονται στον τύπο «ΙΑ» στο 2ο Παράρτημα θα πρέπει απαραιτήτως να ερμηνευθούν ότι δημιουργούν υποχρέωση καταγραφής συγκεκριμένου ποσού σε Ευρώ. To ζητούμενο, κατά την άποψη μου, είναι το κατά πόσο η καταγραφή αναφορικά με το ποσό των εξόδων παρέχει επαρκή και σαφή ενημέρωση αναφορικά με το ύψος του ποσού που απαιτείται. Αν ο εν λόγω τρόπος περιλαμβάνει την καταγραφή του επιτοκίου και του ποσού επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος, όπως εν προκειμένω, δεν διαπιστώνεται παρατυπία, καθότι μέσω των πιο πάνω στοιχείων, μπορεί ο παραλήπτης της Ειδοποίησης να γνωρίζει το ποσό του τόκου που οφείλεται. Ας σημειωθεί ότι στην Ειδοποίηση τύπου «Ι», με την οποία καλείται ο οφειλέτης να εξοφλήσει το ποσό του ενυπόθηκου χρέους, δεν απαιτείται να καταγραφεί ο τόκος σε συγκεκριμένο ποσό αλλά επιτόκιο επί του κεφαλαίου καθώς και ημερομηνία έναρξης υπολογισμού. Συνεπώς, ο ίδιος ο νομοθέτης θεωρεί την εν λόγω μέθοδο υπολογισμού, ως παρέχουσα ικανοποιητική πληροφόρηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Σε κάθε περίπτωση, σε αντίθεση με όσα οι συνήγοροι του Αιτητή υποστηρίζουν, θεωρώ ότι στους τύπους που προνοούνται στο 2ο Παράρτημα του ν.9/1965 τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 36 του Περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, σύμφωνα με το οποίο "Εκτός αν διαφορετικά ρητά προνοείται, όταν καθορίζονται τύποι, μικρές παρεκκλίσεις από αυτούς, ή αναγκαίες αλλαγές σε αυτούς οι οποίες δεν επηρεάζουν την ουσία ή οι οποίες δεν υπολογίζουν να παραπλανήσουν δεν τους καθιστούν άκυρους". Τελειώνοντας, επαναλαμβάνω ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε ζητήματα που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού του ποσού. Ούτε πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι με την Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» δεν επιδιώκεται η υπερημερία αλλά η ενημέρωση για την επιδιωκόμενη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου καθώς και την ημερομηνία, ώρα και τον τόπο διεξαγωγής του πλειστηριασμού. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η καταγραφή του τόκου με τον πιο πάνω τρόπο συνάδει με τον τύπο και το περιεχόμενο που παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου. Λόγοι Έφεσης 10(Ζ)(Η)(Θ)(Μ)(Ν)(Ι) 13, 14 Αποτελεί περαιτέρω, λόγο Έφεσης ότι απαιτούνται ποσά, τόκοι και έξοδα, τα οποία δεν συνάδουν με τη σύμβαση Υποθήκης, υπάρχουν χρεώσεις βάσει καταχρηστικών ή και αόριστων ή και παράνομων και άκυρων όρων της συμφωνίας δανείου και της σύμβασης Υποθήκης και ότι το ο τόκος με τον οποίο θα έπρεπε να χρεώνεται η επίδικη Υποθήκη θα έπρεπε να ήταν το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως καθορίστηκε βάσει αποφάσεων νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αλλά και των διατάξεων του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου του
  2. Επιπρόσθετα, κατά τον Αιτητή, οι τόκοι και τα έξοδα τα οποία απαιτούνται παραβιάζουν τον περί Τόκου Νόμο του 1977.Περαιτέρω και ή διαζευκτικά, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη και ή παράνομη διότι καταρτίστηκε κατά παράβαση των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 ή και κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου ή/και διότι εμπεριέχει ασαφείς ουσιώδους όρους ή και όρους οι οποίοι αποστερούν το εξ επιείκειας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να γνωρίζει επακριβώς και ανά πάσα στιγμή, το ποσό που θα πρέπει να καταβάλει για να εξαλείψει την υποθήκη. Πέρα από το ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν εξειδικεύονται και δεν τεκμηριώνονται ούτε στην Αίτηση/Έφεση ούτε στην αγόρευση των συνηγόρων του Αιτητή, δεν αποτελούν, όπως και αρκετοί άλλοι λόγοι στην παρούσα Αίτηση, λόγους οι οποίοι μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια Έφεσης δυνάμει του Άρθρου 43Γ
(3). Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, η οποία καθιστά τόσο το δάνειο όσο και το ποσό που απαιτείται δυνάμει της υποθήκης, εξ' αποφάσεως χρέος. Μάλιστα δε, η δικαστική απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και με αυτή αναγνωρίστηκε τόσο η εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης, όσο και το ποσοστό επιτοκίου που αυτή προνοεί. Συνεπώς, ο Αιτητής καταχρηστικά και αυθαίρετα προβάλλει τους υπό αναφορά λόγους έφεσης. Λόγος Έφεσης 15 Τέλος, ο Αιτητής εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIA του ν.9/1965, καθότι αυτό προσκρούει στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η υποθήκη καταρτίστηκε με βάση Νόμους, που καταγράφονται στον τίτλο της και οιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, η οποία επηρεάζει ή μεταβάλλει τα νομικά της αποτελέσματα, παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Αντίθετη στο σύνταγμα είναι, κατά τον Αιτητή, και η παροχή δικαιώματος στον δανειστή να αγοράσει ο ίδιος το ενυπόθηκο ακίνητο μετά από παρέλευση 6 μηνών από την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού, σε περίπτωση που δεν πωληθεί το ακίνητο, καθότι η επίδικη υποθήκη δεν παρέχει τέτοιο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή. Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη αποτελεί, κατά τον Αιτητή, επέμβαση στο περιεχόμενο της σύμβασης και προσκρούει στην πάγια αρχή ότι μια υποθήκη αποτελεί απλά εξασφάλιση του ενυπόθηκου χρέους και δεν δύναται να παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου, αλλά μόνο δικαίωμα πώλησης αυτού για να εισπράξει το λαβείν του. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων διατυπώθηκαν στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.
  1. Σύμφωνα με αυτές, το θέμα της συνταγματικότητας νόμου θα πρέπει να εγείρεται από τον διάδικο και τα Δικαστήρια δεν προχωρούν στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων συνταγματικής φύσης εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον τους διαφοράς. Με άλλα λόγια, τα Δικαστήρια δεν διατυπώνουν κανόνα συνταγματικού δικαίου ο οποίος είναι ευρύτερος από ότι χρειάζεται από τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία θα εφαρμοσθεί. Περαιτέρω, κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία».
  2. Αν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο Περί Μεταβιβάσεως έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος. Επαναλαμβάνω ότι, δυνάμει του Άρθρου 44(Α)
(1), οι διατάξεις του Μέρους VIA εφαρμόζονται «σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου». Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω πεισθεί ότι η εισαγωγή μιας πρόσθετης και ανεξάρτητης διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού χωρίς ανάμιξη του Διευθυντή Κτηματολογίου αλλά με την ανάμειξη των εμπλεκομένων μερών, διαφοροποιεί ή επηρεάζει ή αναιρεί τα δικαιώματα του Αιτητή, όπως αυτά είχαν ήδη καθοριστεί με την συμφωνία παραχώρησης του ακινήτου του ως εξασφάλιση για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων. Θεωρώ ότι οι πρόνοιες του Μέρους VIA, δεν μεταβάλλουν την κατάσταση με βάση τη Σύμβαση Υποθήκης και απλά ρυθμίζουν τον τρόπο υλοποίησης και εφαρμογής των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή. Με δική του απόφαση, ο Αιτητής ενέγραψε υποθήκη επί της περιουσίας του προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Καθ' ης η Αίτηση και επομένως ο ίδιος έθεσε και διέθεσε την ακίνητη του περιουσία στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Διαδικασίες εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, υπήρχαν και πριν την εισαγωγή του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Ό,τι επήλθε, είναι μια διαφορετική διαδικασία πώλησης του ακίνητου, την οποία ο επηρεαζόμενος μπορεί να προσβάλει στο Δικαστήριο για συγκεκριμένους λόγους. Με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης, ο Αιτητής γνώριζε, ευθύς εξαρχής, ότι σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους, για το οποίο ενέγραψε την υποθήκη, το ακίνητο μπορούσε να εκποιηθεί προς ικανοποίηση του εν λόγω χρέους. Δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα ότι τρόπος και η διαδικασία πώλησης, που θεσπίστηκε με την εισαγωγή του Μέρους VIA επηρεάζει, πέραν πάσης αμφιβολίας, το δικαίωμα του Αιτητή να συμβάλλεται ελευθέρως. Οι ισχυρισμοί περί ανάγκης διασφάλισης της κατοικίας του Αιτητής παρέμειναν αστήρικτοι και ατεκμηρίωτοι αφού πουθενά δεν αναφέρεται ότι στο ενυπόθηκο ακίνητο βρίσκεται η κατοικία του Αιτητή. Δεν έχει λοιπόν αποδειχθεί δυσμενής επηρεασμός του Αιτητή, σε βαθμό που να μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί αντισυνταγματικότητας. Τέλος, σε σχέση με την εισήγηση για αντισυνταγματικότητα και/ή παρανομία της πρόνοιας του άρθρου 44ΙΑ του νόμου, το οποίο παρέχει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, αν δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, να το αγοράσει ο ίδιος στην αγοραία αξία του, θεωρώ ότι αυτή προβάλλεται αλυσιτελώς και δεν μπορεί να εξεταστεί in abstracto στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, αφού του πραγματικό της υπόβαθρο είναι, προς το παρόν, θεωρητικό και υποθετικό. Με άλλα λόγια, η εξέταση ενός τέτοιου ισχυρισμού, δεν επιλύει την μεταξύ των διαδίκων διαφορά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν χρήζει εξέτασης. Στη βάση όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε από τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», όπως αυτοί καταγράφονται και προσδιορίζονται στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965. Συνακόλουθα, η Αίτηση/Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.