Bretschneider ν. Douglas κ.α., Αρ. Αγωγής: 728/19, 27/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 728/19 Μεταξύ: χχχχχχχ Bretschneider Ενάγουσας και
- χχχχχχχ Douglas
- χχχχχχχ Nicholson Εναγόμενων Ημερομηνία: 27 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Παστός Για Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Λιασίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση, η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση ή/και στους αντιπροσώπους της ή/και στους υπηρέτες της ή/και στους εντολοδόχους της την πώληση, υποθήκευση, μεταβίβαση, διάθεση ή/και με οιονδήποτε τρόπο αποξένωση του ακίνητου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της ή/και κατέχεται από αυτή, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου ν.14/60, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.Θ.1-4 και 9, στους κανόνες επιείκειας (equity) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στηρίζεται δε σε γεγονότα που φαίνονται σε ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα λοιπόν αναφέρει ότι περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2018 επιθεώρησε με την προοπτική αγοράς, την κατοικία των Εναγόμενων που βρίσκεται εντός του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX στον Μαζωτό, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης 2 - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής το «ακίνητο»). Στις αρχές Οκτωβρίου 2018, η Ενάγουσα εξέφρασε στους Εναγόμενους την προθυμία της να αγοράσει το ακίνητο για το ποσό των €222.000, νοουμένου ότι θα εξασφάλιζε σημαντικό μέρος του εν λόγω ποσού από δανειοδότηση. Οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν την πρόταση και έτσι, την 19.10.2018, η Ενάγουσα υπέβαλε αίτηση σε τράπεζα για δανειοδότηση. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2018 και ενώ η αίτηση για δάνειο ήταν ακόμη υπό εξέταση, οι Εναγόμενοι ανέφεραν στην Ενάγουσα ότι αγόρασαν κατοικία στη Λεμεσό, και προς τούτο όφειλαν να καταβάλουν προκαταβολή ύψους €5.000 που αδυνατούσαν να εξεύρουν από δικούς τους πόρους. Μετά από παράκληση των Εναγόμενων, η Ενάγουσα αποδέχθηκε να τους δανείσει €5.000, με τη συμφωνία ότι, εάν η αίτηση δανειοδότησης εγκρινόταν, το εν λόγω ποσό θα συνιστούσε μέρος του τιμήματος αγοράς της κατοικίας, ενώ αν δεν εγκρινόταν, θα επιστρεφόταν στην Ενάγουσα. Κατόπιν των πιο πάνω, στις 29.10.2018 η Ενάγουσα μετέφερε με οδηγίες των Εναγόμενων, το ποσό των €5.000 σε τραπεζικό λογαριασμό του Εναγόμενου
- Περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2018, η αίτηση για δάνειο που είχε υποβάλει η Ενάγουσα απορρίφθηκε, πλην όμως οι Εναγόμενοι με διάφορες προφάσεις, αρνήθηκαν να επιστρέψουν το ποσό των €5.
- Έτσι, η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 15.2.2019, ζήτησε την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Οι Εναγόμενοι, με επιστολή δικηγόρου ημερομηνίας 29.3.2019, αρνήθηκαν να το πράξουν. Ακολούθως, η Ενάγουσα καταχώρισε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνοντας από τους Εναγόμενους την επιστροφή του ποσού των €5.000, πλέον τόκους και έξοδα. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η συμπεριφορά των Εναγόμενων καθιστά πολύ πιθανό το ενδεχόμενο, αυτοί να προβούν σε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης. Εξ όσων η Ενάγουσα γνωρίζει, η Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση προωθεί μέσω κτηματομεσιτικών γραφείων την πώληση του ακινήτου, το οποίο είναι ουσιαστικά το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των Εναγόμενων. Η Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση για την πρόθεση της να προβάλει Ένσταση στην Αίτηση. Αυτή βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ιδιαίτερα στην Δ.39, Δ.48 και Δ.64, στους κανόνες επιείκειας και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Δε συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος
- Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, αδικαιολόγητη, παράτυπη και/ή αντικανονική.
- Η Αιτήτρια αποκρύπτει ουσιαστικά γεγονότα αναφορικά με την μεταξύ αυτής και της Καθ' ης η Αίτηση συμφωνία για πώληση του ακινήτου, ενώ, δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι έχει διαστρεβλώσει την αλήθεια.
- Η αξία του επίμαχου ακινήτου για το οποίο επιδιώκεται το ζητούμενο διάταγμα, υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που διεκδικείται στην αγωγή και ως εκ τούτου, τυχόν δέσμευση του θα κατά πολύ δυσανάλογη της θεραπείας που αξιώνεται.
- Σκοπίμως δεν αποδεικνύεται η αξία της περιουσίας για την οποία αξιώνεται η έκδοση του εν θέματι διατάγματος.
- Η Αιτήτρια, δεν αποδεικνύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν μελλοντική απόφαση υπέρ της.
- Σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης και έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα επηρεαστούν δυσμενώς και ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση, αφού, η υπό κρίση περιουσία της θα δεσμευθεί για ένα ποσό το οποίο είναι κατά πολύ μικρότερο της αξίας του ακινήτου και η Αιτήτρια θα βρεθεί σε δυσανάλογη και άδικη θέση ισχύος έναντι της Καθ' ης η Αίτηση, χωρίς να χρειαστεί να ακουστεί καν η υπόθεση της.
- Δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στη ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2 - Καθ' ης η Αίτηση και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη αναφέρει ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2018, την είχε επισκεφθεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια με πρόθεση να αγοράσει το ακίνητο, η τιμή του οποίου ήταν αρχικά €240.
- Η Ενάγουσα είπε στην Εναγομένη 2 ότι είχε ήδη εξασφαλίσει κάποια χρήματα και μπορούσε να καλύψει την απαιτούμενη συνεισφορά για το δάνειο στο οποίο θα προέβαινε, ώστε να προχωρήσει με την αγορά. Διαβεβαίωνε ότι είχε μιλήσει με την τράπεζα της και ότι η διαδικασία θα ήταν τυπική. Περί τις αρχές Οκτωβρίου, η Ενάγουσα ζήτησε από την Εναγόμενη να χαμηλώσει την τιμή πώλησης κατά €10.000,00 και όπως επισκεφθούν μαζί την τράπεζα με σκοπό την παράδοση εγγράφων σχετικών με το ακίνητο, κάτι που η Εναγομένη έπραξε. Περί τις 12 Οκτωβρίου, η Εναγόμενη πληροφορήθηκε ότι η τράπεζα εκτίμησε το ακίνητο για €220.
- Κατόπιν τούτου, η Ενάγουσα ζήτησε περαιτέρω μείωση του τιμήματος. Εν τέλει, τα μέρη συμφώνησαν στις €222.500 με την προϋπόθεση να δοθεί στην Εναγομένη το ποσό των €5.000 ως προκαταβολή για να καλύψει έξοδα σχετικά με την πώληση. Η Ενάγουσα είπε στην Εναγομένη ότι έχει ήδη ξεκινήσει να μαζεύει τα πράγματά της με σκοπό να μετακομίσει και είχε συμφωνήσει ότι το ποσό των €5.000 δεν θα επιστρεφόταν, αλλά θα υπολογιζόταν ως μέρος της συνολικής τιμής πώλησης. Στις μέρες που ακολούθησαν, η Εναγομένη απέρριψε άλλες προτάσεις που είχε για να πωλήσει το σπίτι. Στις 24.10.2018, η Ενάγουσα - Αιτήτρια πίεζε την Εναγομένη να φύγει από το σπίτι, αφού ανέμενε από μέρα σε μέρα να εγκριθεί το δάνειο της. Έτσι, η Ενάγουσα προχώρησε στην εξόφληση όλων των τελών/φόρων προς το Κοινοτικό Συμβούλιο, μέχρι το τέλος του χρόνου. Στις 28.10.2018, οι Εναγόμενοι βρήκαν άλλο σπίτι, το οποίο θα αγόραζαν μετά την ολοκλήρωση της πώλησης του ακινήτου στην Ενάγουσα - Αιτήτρια. Λόγω του ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια τους πίεζε να μετακομίσουν, η Εναγόμενη της ζήτησε όπως καταβάλει την προκαταβολή των €5.000 με σκοπό να καταβάλει το ποσό το οποίο οι πωλητές του άλλου σπιτιού αξίωναν ως προκαταβολή και να υπογράψει την σχετική συμφωνία. Στις 29.10.2018, η Ενάγουσα - Αιτήτρια όντως μετέφερε το ποσό των €5.000 σε τραπεζικό λογαριασμό των Εναγομένων. Την ίδια μέρα, η Εναγόμενη 2 προχώρησε στην υπογραφή της συμφωνίας αγοράς άλλου ακινήτου και κατέβαλε €2.000 ως μη επιστρεπτέα προκαταβολή. Η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα - Αιτήτρια να ετοιμάσουν συμβόλαιο που θα περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους όρους καταβολής της προκαταβολής, πλην όμως η Ενάγουσα - Αιτήτρια αρνήθηκε, λέγοντας ότι πρόκειται για περιττά έξοδα. Ακολούθως, οι Εναγόμενοι άρχισαν να ετοιμάζονται για την μετακόμιση και προς τούτο πώλησαν πολλά έπιπλα και οικιακά σκεύη που δεν θα χρειάζονταν στο μικρότερο νέο σπίτι. Κατά παράκληση της Ενάγουσας - Αιτήτριας προχώρησαν με δικά τους έξοδα στο βάψιμο του σπιτιού σε χρώμα της αρεσκείας της. Κατά ή περί τα τέλη Νοεμβρίου 2018, η Ενάγουσα - Αιτήτρια ενημέρωσε τους Εναγομένους ότι η αίτηση της για δάνειο δεν είχε εγκριθεί και ως εκ τούτου αξίωσε ακύρωση της συμφωνίας και την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής. Παρά την δυσαρέσκεια της, η Εναγομένη 2 της πρότεινε να επιστρέψει το μέρος των χρημάτων που είχαν περισσέψει από την προκαταβολή, ήτοι περί τις €2.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια αρνήθηκε και μετά από αρκετά απειλητικά τηλεφωνήματα, προχώρησε στην καταχώριση της αγωγής. Τέλος, η Εναγομένη 2 αναφέρει ότι με βάση έρευνα στα αρχεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η αξία του ακινήτου εκτιμάται (Αξίες 2018) στα €148.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων περιλαμβάνεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου ν.14/
- Η δικαιοδοσία που πηγάζει από το εν λόγω άρθρο ασκείται όταν ικανοποιούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το μόνο που απαιτείται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση είναι η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557). (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, Για να ικανοποιηθεί αυτή η προϋπόθεση, δεν απαιτείται απόδειξη ισχυρής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το βάρος που έχει ο Αιτητής είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται κατ' ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ Ενάγοντος. Στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) λέχθηκε ότι, το αποδεικτικό εμπόδιο το οποίο απαιτείται από τον Ενάγοντα να υπερβεί δεν είναι πολύ υψηλό. Απαιτείται μόνο να καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας που ερμηνεύεται ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που αποτελεί το αποδεικτικό επίπεδο στις πολιτικές υποθέσεις. (γ) Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Σχετικά με την 3η προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του ν.14/1960, ήτοι κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα, στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) λέχθηκε ότι το ζήτημα της επάρκειας των αποζημιώσεων λαμβάνεται υπόψη. Φυσικά η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co,
(1997)1 Α. Α. Δ. 1791, Κυρίσαββας κ.α. ν Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ.1245). Ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια του άρθρου 32 του ν.14/1960, στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Δηλαδή έστω και αν διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα έπρεπε να ακολουθήσει εκείνη την πορεία που κατά την κρίση του θα προκαλέσει λιγότερη αδικία αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη (βλ. Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2010, 20/1/2014) Στην παρούσα περίπτωση, με την αγωγή της, η Ενάγουσα δεν αξιώνει θεραπεία σε σχέση με το ακίνητο, αλλά αποζημιώσεις δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή ως ποσό που καταβλήθηκε άνευ ανταλλάγματος καθότι η σύμβαση τελούσε υπό αίρεση, η οποία δεν εκπληρώθηκε. Επιδιώκεται λοιπόν δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς, εφαρμογής τυγχάνει και το άρθρο 5 του Κεφ. 6, το οποίο προνοεί ότι: «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.» Οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του ν.14/60. Το άρθρο 5 του Κεφ.6 ρυθμίζει ειδικά τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται, αλλά δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701). Από την ανάγνωση του άρθρου 5 του Κεφ.6, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα είναι οι εξής:- 1) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. 2) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, στην Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός έχει την ίδια έννοια με τον όρο "υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν" που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του ν.14/60. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται με βάση το άρθρο 5 του ΚΕΦ.6, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του ν.14/60, ήτοι την δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ, κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α ΑΑΔ 280). Εν προκειμένω, εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του ν.14/60 για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση καθώς και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το Άρθρο 5 του Κεφ.6 και έχοντας κατά νου ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα, διαπιστώνω ότι με βάση τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα απαιτεί αποζημιώσεις δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή αξιώνει ποσό που καταβλήθηκε άνευ ανταλλάγματος καθότι η σύμβαση αγοράς του ακινήτου τελούσε υπό την αίρεση εξασφάλισης δανείου από τράπεζα. Η αίρεση αυτή δεν εκπληρώθηκε και έτσι, δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση εκτέλεσης της σύμβασης. Προκύπτει λοιπόν ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ανάμεσα στην Ενάγουσα και την Εναγομένη
- Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επισημαίνω ότι πρέπει να γίνει αναφορά σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Βέβαια, σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο, πρέπει να αποφύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Έχοντας περαιτέρω κατά νου το περιορισμένο βάρος που έχει η Ενάγουσα για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης, κρίνω ότι όσα έχει επικαλεστεί, όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αξίωσης της εναντίον της Εναγομένης
- Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί στην Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη (ανωτέρω), ότι εκείνο που έχει σημασία είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd (ανωτέρω), λέχθηκε ότι ο ενάγων δεν έχει υποχρέωση προσαγωγής μαρτυρίας για την πρόθεση του Εναγομένου να αποξενώσει ή να επιβαρύνει ένα ακίνητο. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Αποσαφηνίστηκε επίσης ότι η μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης, δεν εμποδίζει την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Το άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of the immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, τότε υπάρχει ορατός κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση ενδεχομένως εκδοθεί. Όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, επί του ακινήτου, το οποίο ζητείται να δεσμευθεί, βρίσκεται η κατοικία των Εναγομένων. Ναι μεν έχει εκδηλωθεί η πρόθεση της Εναγόμενης 2 να πωλήσει την εν λόγω κατοικία, αλλά η εν λόγω πρόθεση δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από την παράλληλη πρόθεση της να αγοράσει άλλη μικρότερη κατοικία. Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της απαίτησης της Ενάγουσας, η μικρότερη αυτή κατοικία θα αποτελέσει εξασφάλιση προς όφελος της Ενάγουσας, όμοια με την εξασφάλιση που παρέχει και η υφιστάμενη κατοικία. Ακόμα όμως και να μην αποκτηθεί άλλη κατοικία από την Εναγομένη 2, τυχόν πώληση της υφιστάμενης κατοικίας, θα την εφοδιάσει με τα οικονομικά μέσα να εξοφλήσει οιοδήποτε ποσό κληθεί να καταβάλει, στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Δεν έχει προσφερθεί οιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι είναι πρόσωπα αφερέγγυα και ότι το προϊόν από ενδεχόμενη πώληση του ακινήτου, θα καταβληθεί για πληρωμή άλλων χρεών. Η Ενάγουσα προβάλλει γενικά και αόριστα ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων καταδεικνύει ότι πολύ πιθανόν να προβούν σε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, κάτι που δεν μπορεί παρά να αποδοθεί σε εικασίες. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι μια μελλοντική απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας θα είναι αδύνατον να εκτελεστεί. Έχω την άποψη ότι η πλευρά της Ενάγουσας όφειλε να δώσει λεπτομέρειες και/ή στοιχεία από τα οποία να καταδεικνύεται αδυναμία από μέρους της Εναγομένης 2 να ικανοποιήσει οιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 2 - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Ένεκα της κατάληξης της Αίτησης, θεωρώ αχρείαστο να καταπιαστώ με τα ζητήματα που εγείρονται στην ξεχωριστή ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης που καταχώρισε ο Εναγόμενος 1. Έχοντας κατά νου ότι η θεραπεία που επιδιώχθηκε με την υπό κρίση Αίτηση αφορούσε περιουσία της Εναγομένης 2 και έχοντας περαιτέρω κατά νου ότι και οι δύο Εναγόμενοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο συνήγορο, δεν επιδικάζονται έξοδα ανάμεσα σε Ενάγουσα και Εναγόμενο 1. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο