← Κύπρος

Α. ΤΕΚΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 691/18, 27/11/2019

Α. ΤΕΚΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 691/18, 27/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A325 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 691/18 Μεταξύ: Α. ΤΕΚΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόντων και XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Α.Δ.Τ. XXXXX74) Εναγομένης Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγουσα: κ. Μ. Οικονόμου. Για την Εναγόμενη: κα Θ. Παπαχαραλάμπους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €800 ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας ή/και εύλογου αμοιβής για εκτελεσθείσα εργασία ή/και ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας, νόμιμο τόκο και έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ. Εν ολίγοις, ως τούτο, δικογραφικά, προκύπτει, εκείνο που η Ενάγουσα ισχυρίζεται είναι ότι, κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2015 η Εναγόμενη μαζί με τον πρώην σύζυγο της, επισκεφτήκαν το δικηγορικό γραφείο της Ενάγουσα για να λάβουν νομική συμβουλή αναφορικά με συγκεκριμένο δάνειο τους από τη ΣΠΕ Λάρνακας - Αμμοχώστου (στο εξής «η τράπεζα»). Μετά τη συνάντηση στο γραφείο της Ενάγουσας, η Εναγόμενη μαζί με τον πρώην σύζυγο της και ένα δικηγόρο του γραφείου της Ενάγουσας, διευθέτησαν συνάντηση στα γραφεία της τράπεζας. Στην εν λόγω συνάντηση η Εναγόμενη και ο πρώην σύζυγός της, ενώπιον της αρμόδιας λειτουργού της τράπεζας, συγκατατέθηκαν και εξουσιοδότησαν την Ενάγουσα όπως τους εκπροσωπεί σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις τους έναντι της τράπεζας. Έκτοτε, και για διάστημα περίπου δύο ετών, η Ενάγουσα εκπροσωπούσε την Εναγόμενη και τον πρώην σύζυγο της, ανταλλάζοντας με την τράπεζα αλληλογραφία και/ή έχοντας τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της και/ή ανταλλάσσοντας προτάσεις και/ή απόψεις, με σκοπό τη συνολική διευθέτηση των οφειλών της Εναγόμενης και του πρώην συζύγου της προς την τράπεζα. Η Εναγόμενη, ωστόσο, κατά ή περί το τέλος του 2016 και προτού ολοκληρωθούν οι προσπάθειες της Ενάγουσας για τη διευθέτηση των οφειλών της Εναγόμενης και του πρώην συζύγου της, αποφάσισε ότι δεν επιθυμεί να εκπροσωπείται πλέον από την Ενάγουσα. Εφόσον η Εναγόμενη επιθυμούσε όπως η Ενάγουσα παύσει να την εκπροσωπεί, η τελευταία εξέδωσε το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 2017/02, ημερομηνίας 4.1.2017, για το ποσό των €800 πλέον ΦΠΑ για τις υπηρεσίες που της παρείχε από τις αρχές του

  1. Η Εναγόμενη αρνήθηκε και/ή αμέλησε να πληρώσει το ως άνω αναφερόμενο ποσό, και, σε μια προσπάθεια της να αποφύγει την πληρωμή του, προχώρησε σε καταγγελία εναντίον της Ενάγουσας και του δικηγόρου που την εκπροσωπούσε. Η εν λόγω καταγγελία παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, το οποίο, στις 23/5/2018, αποφάσισε ότι από τα ενώπιον του στοιχεία δεν δικαιολογείτο η διεξαγωγή έρευνας, και η καταγγελία δεν προωθήθηκε περαιτέρω. Κατά συνέπεια, πάντα στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα, κίνησε την παρούσα αγωγή και επιδιώκει την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, καθότι η Εναγόμενη αρνείται και/ή αμελεί να πληρώσει το ως άνω αναφερόμενο ποσό των €800, πλέον Φ.Π.Α.. Η Υπεράσπιση Η Εναγόμενη, με την χειρόγραφη Υπεράσπισή της, που καταχώρησε η ίδια στις 3/7/2018, προβάλλει τη θέση ότι, στην Ενάγουσα είχε πάει με τον πρώην σύζυγό της XXXXX Κωνσταντινίδη για να λάβουν νομική συμβουλή. Μετά από λίγους μήνες «χώρισε» από τον σύζυγό της και έκτοτε η Ενάγουσα δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί της σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως, αναφέρεται σε κάποιο «σχετικό έγγραφο», το οποίο η Ενάγουσα χρησιμοποιεί για να κινήσει τη παρούσα αγωγή και προσθέτει ότι επικοινώνησε με την Ενάγουσας και απαίτησε, αφενός να ενημερωθεί για την απαίτηση της Ενάγουσας και αφετέρου όπως η Ενάγουσα της παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο κατέχει που σχετίζεται με αυτή, πράγμα το οποίο η Ενάγουσα αρνήθηκε να πράξει. Απάντηση Η Ενάγουσα, με την Απάντησή της, ούτε λίγο, ούτε πολύ, αφού προηγουμένως απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση, με τους οποίους διαφωνεί, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Ακροαματική διαδικασία Εφόσον το απαιτούμενο ποσό δεν υπερβαίνει τις €3000, η υπόθεση εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης υπόθεση δυνάμει της νέας Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Γι' αυτό, αφού προηγουμένως καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, τα διάδικα μέρη, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχώρισαν την ένορκη μαρτυρία τους. Η Ενάγουσα, προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής, καταχώρησε, στις 7/5/2019, ένορκη δήλωση του XXXXX Τέκκη, δικηγόρου, διευθυντή της (ΜΕ1). Η Εναγόμενη, για αναχαίτισή της, καταχώρισε, στις 21/6/2019, δική της ένορκη δήλωση (Εναγόμενη), καθώς επίσης και ένορκη δήλωση του XXXXX Ν. Πάρπα (ΜΥ2). Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε. Προσδιορισμός επίδικων ζητημάτων Εκείνο που αβίαστα προκύπτει ως βασικό διαφιλονικούμενο επίδικο ζήτημα, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών, αλλά και της αναντίλεκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, είναι το κατά πόσο οι όποιες ενέργειες έγιναν από την Ενάγουσα με σκοπό να επιδιωχθεί διευθέτηση της οφειλής της Εναγόμενης και του πρώην συζύγου της προς τη τράπεζα, έγιναν κατόπιν εντολής της Εναγόμενης και/ή υπό συνθήκες που καθιστούν τούτη υπόλογη για καταβολή αποζημίωσης, και δη εύλογης αμοιβής δικηγορικών εξόδων προς την Ενάγουσα, μιας και ελλείπει ισχυρισμός περί συμφωνηθείσας αμοιβής. Η όλη μαρτυρία που προσκόμισε η Εναγόμενη, δεν θέτει ουσιαστικά εν αμφιβόλω το γεγονός της αποστολής από πλευράς της Ενάγουσας αριθμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αλλά και επιστολών προς την Τράπεζα, όλων φερόμενων ως αποσταλθέντων εκ μέρους και της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, το ουσιώδες μέρος της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας για σκοπούς απόφανσης επί της ουσιαστικής διαφοράς των μερών, είναι εκείνο που κρίνεται διαφωτιστικό και ή προσδιοριστικό, (α) των συνθηκών υπό τις οποίες η Ενάγουσα αποφάσισε και εν τέλει προχώρησε και ενήργησε ως δικηγόρος της Εναγόμενης για προάσπιση των συμφερόντων της σε σχέση με την οφειλή της ιδίας και του πρώην συζύγου της έναντι της Τράπεζας, (β) της όποιας γνώσης της Εναγόμενης περί της παροχής των υπηρεσιών αυτών και (γ) της στάσης που τήρησε η Εναγόμενη κατά το στάδιο παροχής των υπηρεσιών από την Ενάγουσα ή ακόμα και μετά τη παροχή τους. Επίσης, με δεδομένη την απουσία ισχυρισμού από πλευράς της Ενάγουσας περί συμφωνηθείσας αμοιβής της, επίδικο ζήτημα αποτελεί και το κατά πόσο, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η Εναγόμενη οφείλει να την αποζημιώσει, η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει το εύλογο της απαίτησής της. Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας Ευθύς αμέσως θα παραθέσω, με συνοπτικό τρόπο, τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου η οποία κρίνεται άρρηκτα συνυφασμένη με τα μόλις πιο πάνω προσδιορισθέντα επίδικα ζητήματα. ΜΕ1 Ο ΜΕ1, μέσω της ένορκης δήλωσής του, προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με τη δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας. Ειδικότερα δε με τις συνθήκες υπό τις οποίες η Ενάγουσα θεώρησε εαυτό ως ενεργούσα κατ' εντολή της Εναγόμενης, στην παράγραφο 4 και 5 της ένορκης δήλωσής του ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια συνάντησης που έλαβε χώρα αρχές Ιανουαρίου 2015 στα γραφεία της Τράπεζας στην παρουσία της λειτουργού της τελευταίας, Ελένης Ιωσήφ, τόσο ο πρώην σύζυγος της, όσο και η Εναγόμενη ανέφεραν προς την εν λόγω λειτουργό της Τράπεζας, προφορικά, ότι επιθυμούν όπως, για την οφειλή τους προς την Τράπεζα σε σχέση με το συγκεκριμένο δάνειό τους, εκπροσωπούνται από την Ενάγουσα. Προς απόδειξη δε της θέσης της Ενάγουσας ότι για τις επίδικες υπηρεσίες που παρείχε, ενεργούσε και κατ' εντολή της Εναγόμενης, ο ΜΕ1, στην ένορκη του δήλωση, αναφέρεται στο γεγονός ότι τις κατά καιρούς επιστολές της Ενάγουσας προς την Τράπεζα συνόδευαν και έγγραφα τα οποία αφορούσαν προσωπικά δεδομένα της Εναγόμενης τα οποία έγγραφα έφεραν και την υπογραφή της τελευταίας, επιστολές και έγγραφα τα οποία και επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκή του δήλωση. Ως προς δε τις συνθήκες υπό τις οποίες τερματίστηκε η σχέση δικηγόρου πελάτη με την Εναγόμενη, ο ΜΕ1, στην παράγραφο 20 της ένορκής του δήλωσης, ισχυρίζεται ότι, μετά τον Οκτώβριο του 2016, η Εναγόμενη, για αποκλειστικά δικούς της λόγους, αποφάσισε όπως αλλάξει δικηγόρο πριν την αναδιάρθρωση του δανείου καθώς θεωρούσε ότι η Ενάγουσα δεν μπορούσε να την εκπροσωπεί, τη στιγμή που εκπροσωπούσε, για το ίδιο δάνειο, και τον σύζυγό της, με τον οποίο, στο μεταξύ, είχε χωρίσει. Είναι δε στη βάση αυτών των δεδομένων, σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ1, που η Ενάγουσα εξέδωσε στις 4/1/2017 το επίδικο τιμολόγιο για το ποσό των €800 πλέον ΦΠΑ για εξόφληση των εξόδων που αναλογούσαν στην Εναγόμενη για τις υπηρεσίες που της προσέφεραν από τις 5/1/2015 μέχρι και τον τερματισμό των υπηρεσιών αυτών. Τέλος, στο βαθμό που αφορά το εύλογο ή μη της χρέωσης για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, επί του επίδικου τιμολογίου η σχετική περιγραφή αφορά στην ακόλουθη φράση: «Εξόφληση Δικηγορικών Εξόδων σε σχέση με υπηρεσίες που προσφέρθηκαν για την υπόθεση αναδιάρθρωσης του δανείου υπ αριθμό XXXXX837-0 από 5/1/2015», και ακολουθεί η καταγραφή του απαιτούμενου ποσού των €
  2. Επίσης, στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1 επισυνάπτεται, υπό τύπο τεκμηρίων, όλη η αλληλογραφία της Ενάγουσας με τη τράπεζα σε σχέση με τη προσπάθεια διευθέτησης της οφειλής του ζεύγους. Εναγόμενη Η Εναγόμενη, μέσω της ένορκης της δήλωσης ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα ή έδωσε σ΄ αυτή εντολή για να ενεργεί εκ μέρους της για το επίδικο δάνειο. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι, κατά την επίσκεψή της στα γραφεία της Ενάγουσας μαζί με τον πρώην σύζυγό της, κατέστησε σαφές προς τον ΜΕ1 ότι δεν επιθυμούσε την εκπροσώπησή της από την Ενάγουσα και ότι η εκεί παρουσία της οφειλόταν σε απαίτηση του συζύγου της να τη συνοδεύσει στη συνάντηση. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι ο ΜΕ1 αντιλήφθηκε πλήρως τη θέση της αυτή και την καθησύχασε ότι ο μόνος λόγος που ήταν αναγκαία η παρουσία της στην εν λόγω συνάντηση ήταν γιατί ήταν συνοφειλέτιδα στο εν λόγω δάνειο με τον πρώην σύζυγό της, ο οποίος είχε σκοπό να προχωρήσει σε διαδικασία αναδιάρθρωσης. Είναι στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, που, ακολούθως, συνόδευσε τον σύζυγό της και στη συνάντηση στην Τράπεζα, κατά τη διάρκεια της οποίας ουδέποτε εξουσιοδότησε την Ενάγουσα, ούτε και δήλωσε προς τον οποιονδήποτε ότι επιθυμεί την εκπροσώπησή της από αυτή. Τουναντίον, πάντα στη βάση των όσων ισχυρίζεται η Εναγόμενη, κατά τη ρηθείσα συνάντηση στην Τράπεζα, η ίδια, αποτεινόμενη προς τη λειτουργό της Τράπεζας, δήλωσε ξεκάθαρα ότι απλά συγκατατίθεται όπως πωληθεί η συζυγική οικία προς εξόφληση του δανείου. Κατά την Εναγόμενη, μετά τις δύο αυτές συναντήσεις (πρώτη στο γραφείο της Ενάγουσας και δεύτερη στα γραφεία της Τράπεζας) ουδεμία άλλη ενημέρωση είχε για την τύχη του δανείου μέχρι που επικοινώνησε μαζί της συγκεκριμένη λειτουργός της Τράπεζας και την ενημέρωσε ότι προωθήθηκε από την Ενάγουσα πρόταση εκ μέρους του πρώην συζύγου της για πώληση του ακινήτου, πρόταση που, ως της ανέφερε η λειτουργός της Τράπεζας, δεν θα ήταν εφικτό να γίνει δεκτή καθότι η Τράπεζα δεν ενέκρινε την ίδια (την Εναγόμενη) λόγω χαμηλής μισθοδοσίας και δεν ήταν δυνατό να ανευρεθεί κάποιος τρίτος για εγγυητής ή άλλο διαθέσιμο ακίνητο προς υποθήκευση. Η Εναγόμενη αναφέρει ακόμα ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε διοριστήριο ή πληρεξούσιο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο με το οποίο να διορίζει την Ενάγουσα ως δικηγόρο και ή εκπρόσωπο και ή αντιπρόσωπό της, καθώς επίσης και ότι, τα όσα έγγραφα βρέθηκαν στην κατοχή της ενάγουσας και επισυνάφθηκαν επί των επιστολών της τελευταίας προς την Τράπεζα τα οποία φέρουν την υπογραφή της, είτε ανευρέθηκαν από τον πρώην σύζυγό της στην οικία που διέμεναν, είτε υπεγράφησαν από αυτή κατόπιν απαίτησης του πρώην συζύγου της, υπό την υπόδειξή του ότι όφειλε και ήταν απαραίτητο να υπογράψει τούτα ως μία εκ των δανειοληπτών. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, επικαλούμενη το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο μέχρι και τον χρόνο ετοιμασίας της μαρτυρίας της, καθώς επίσης και τις μετακομίσεις και μεταφορές αντικειμένων που μεσολάβησαν στο διάστημα αυτό (είχε μετακομίσει λόγω του χωρισμού της), η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ανηύρε, όλως τυχαίως, έγγραφα άκρως σημαντικά για τα επίδικα ζητήματα, τα οποία δεν τα είχε βρει κατά τον χρόνο που προέβη στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, τα οποία και επισυνάπτει ως τεκμήρια 1, 2 και 3 στην ένορκη της δήλωση. Ως τεκμήριο 1, επισυνάπτει αντίγραφο χειρόγραφης επιστολής της η οποία παραλήφθηκε από την Τράπεζα στις 4/11/2015, μέσω της οποίας η ίδια ζητεί από την Τράπεζα όπως αποδεχθεί το ποσό των €180.000 (το οποίο θα αποτελούσε το τίμημα αγοράς της συζυγικής οικίας σε επικείμενη πώλησή της) προς πλήρη διευθέτηση των οφειλών της ιδίας και του πρώην συζύγου της σε σχέση με το υπό συζήτηση δάνειο. Ως τεκμήριο 2, επισυνάπτει επιστολή του κ. XXXXX Πουτζιουρή, δικηγόρου,, ο οποίος βεβαιώνει ότι εκπροσώπησε την Εναγόμενη για το επίδικο δάνειο από τις 2/5/2017 μέχρι 29/6/
  3. Και ως τεκμήριο 3, επισυνάπτει πληρεξούσιο έγγραφο που ετοίμασε γι' αυτήν ο κ. Πουτζιουρής, με το οποίο η Εναγόμενη διόρισε τον κ. XXXXX Φραντζή ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της για τον περαιτέρω χειρισμό των διαπραγματεύσεων με την Τράπεζα για το υπό συζήτηση δάνειο. Στη βάση δε της αποστολής από πλευράς της του ως άνω τεκμηρίου 1, προβάλλει την απορία, πώς είναι δυνατό να έχει διορίσει την Ενάγουσα ως δικηγόρο της από τις αρχές του 2015 μέχρι και τα τέλη του 2016 και τον Νοέμβριο του 2015 να αποστέλλει η ίδια επιστολή προς την Τράπεζα με την οποία να υποβάλλει συγκεκριμένη πρόταση για διευθέτηση του δανείου; Επίσης, με δεδομένο ότι από τον Σεπτέμβριο του 2015 βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγό της, και στις 9/3/2016 εκδόθηκε το διαζύγιό τους, διερωτάται, πώς είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι η ίδια περίμενε μέχρι και μετά τον Οκτώβρη του 2016 για να αποφασίσει να μη συνεχίσει η εκπροσώπησή της από την Ενάγουσα λόγω του χωρισμού της; Η Εναγόμενη αρνείται κατηγορηματικά την όποια επικοινωνία της με την Ενάγουσα τον Οκτώβρη και γενικότερα τα τέλη 2016 με σκοπό να την ενημερώσει, δήθεν, ότι δεν επιθυμεί την περαιτέρω εκπροσώπησή της. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι, περί της ύπαρξης του επιδίκου τιμολογίου ενημερώθηκε πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2017 στα πλαίσια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον συνήγορο που την εκπροσωπούσε, τότε, στα ζητήματα οικογενειακού δικαίου, ο οποίος την ενημέρωσε ότι η Ενάγουσα του απέστειλε το εν λόγω τιμολόγιο. Ο συνήγορος αυτός της ζήτησε όπως μεταβεί στο γραφείο του για να το παραλάβει. Εκεί είναι που αντίκρισε για πρώτη φορά το επίδικο τιμολόγιο. Κάθε επόμενη προσπάθειά της να επικοινωνήσει με το γραφείο της Ενάγουσας και ειδικότερα με τον ΜΕ1 δεν καρποφόρησε, καθότι, ως ισχυρίζεται, ο ΜΕ1 για κάποιο λόγο την απέφευγε. Συνεπεία της αποτυχίας της να επικοινωνήσει με τον ΜΕ1, ζήτησε τη βοήθεια του XXXXX Πάρπα (μακρινού συγγενή) ο οποίος αποδέχθηκε να τη βοηθήσει. Στην ουσία, ο κ. Πάρπας ζήτησε και κατάφερε και είχε συνάντηση με τον ΜΕ1, χωρίς να αποκαλύψει προηγουμένως τον σκοπό της επίσκεψής του, και κατά τη συνάντησή του αυτή με τον ΜΕ1 ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε διοριστήριο εκ μέρους της Εναγόμενης, καθώς επίσης και ότι η Εναγόμενη ουδέν ποσό οφείλει στον ίδιο (στον ΜΕ1) ή στην Ενάγουσα, μιας και ουδέποτε ανέλαβε την εκπροσώπηση της. Σε ερώτηση δε του Πάρπα αναφορικά με το τιμολόγιο, ο ΜΕ1 του ανέφερε «Ξέχαστο τιμολόγιο». Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η ενέργεια της Ενάγουσας να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή έγινε για καθαρά εκβιαστικούς λόγους, αλλά και γιατί ο ΜΕ1 είναι πολύ στενός φίλος του πρώην συζύγου της, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να την ενοχλήσει και να την αναστατώσει. Είναι, περαιτέρω, η θέση της Εναγόμενης ότι, η καταχώριση της παρούσας αγωγής αποφασίστηκε μετά την κρίση του Πειθαρχικού Συμβουλίου ότι η καταγγελία της εναντίον της Ενάγουσας δεν δικαιολογούσε την έναρξη πειθαρχικής έρευνας, και όχι γιατί η ίδια οφείλει οποιαδήποτε χρήματα στην Ενάγουσα. Συναφώς, σημειώνει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε 18 ημέρες μετά την κοινοποίηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου περί μη αναγκαιότητας διεξαγωγής πειθαρχικής έρευνας. ΜΥ2 Ο ΜΥ2, μέσω της ένορκής του δήλωσης, προβάλλει ισχυρισμούς σύμφωνους με αυτούς της Εναγόμενης σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες συνάντησε τον ΜΕ1, αλλά και των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ τους κατά τη συνάντηση αυτή. Αποδεκτότητα Μαρτυρίας Με δεδομένο το περιεχόμενο της αγόρευσης των συνηγόρων της Ενάγουσας, μέσω του οποίου προβάλλεται η θέση ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Εναγόμενης δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισής της, θεωρώ ορθό, στο σημείο αυτό, να εκφράσω την κρίση μου επί του προκειμένου ώστε να ξεκαθαριστεί με σαφή τρόπο το μέρος της μαρτυρίας της Εναγόμενης που θα μπει στη βάσανο της αξιολόγησης. Εξαρχής σημειώνω ότι η δικογράφηση της υπεράσπισης δεν έχει γίνει με τον ιδανικότερο τρόπο. Ας επαναληφθεί ότι πρόκειται για χειρόγραφο έγγραφο που ετοιμάστηκε από την Εναγόμενη και οι όλες θέσεις της παρατίθενται εντός μίας παραγράφου εύρους 13 γραμμών. Παρά την πιο πάνω εικόνα, και παρά τις γενικές αναφορές που εκεί καταγράφονται, προκύπτει αβίαστα η θέση της Εναγόμενης ότι, πέραν από μία συνάντηση στο γραφείο της Ενάγουσας για να δοθεί μια συμβουλή (χωρίς να αναφέρεται αν δόθηκε τέτοια συμβουλή), ουδεμία άλλη σχέση είχε με την Ενάγουσα και κατά συνέπεια, η τελευταία δεν δικαιολογείται να απαιτεί από την ίδια να της καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση. Ενδεικτική της θέσης αυτής της, είναι και η αναφορά στην Υπεράσπιση περί του ότι ζήτησε από την Ενάγουσα όπως της παρουσιάσει έγγραφο που σχετίζεται με την ίδια σε σχέση με την παρούσα αγωγή, προφανώς εννοώντας κάποιο διοριστήριο δικηγόρου ή άλλο τέτοιου τύπου έγγραφο. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που η μαρτυρία της Εναγόμενης σκοπεί να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι ουδέποτε διόρισε την Ενάγουσα ως δικηγόρο της ή να αντικρούσει τους αντίθετους ισχυρισμούς της τελευταίας, τούτη (η μαρτυρία της) κρίνεται αποδεκτή ως συνάδουσα με τις δικογραφημένες θέσεις της, χωρίς, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι γίνεται και δεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, ζήτημα με το οποίο το Δικαστήριο θα καταπιαστεί κατά την αξιολόγηση της. Αποδεκτή, υπό την ίδια επιφύλαξη, είναι και η μαρτυρία του ΜΥ2, μιας και μέσω της η Εναγόμενη επιδιώκει να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι ουδέποτε διόρισε την Ενάγουσα για να την εκπροσωπεί και ή να ενεργεί εκ μέρους της για το υπό συζήτηση δάνειο. Αναφορικά τώρα με τα τεκμήρια που η Εναγόμενη καταθέτει στην ένορκη της δήλωση, τα οποία αποτελούν έγγραφα που δεν αποκάλυψε στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, στην οποία προέβη, είμαι επίσης της γνώμης ότι, στη βάση των όσων ισχυρίζεται αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες ανηύρε τούτα (ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς της Ενάγουσας), το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την αποδοχή τους, πάντα υπό την αίρεση ότι η όποια βαρύτητα στο περιεχόμενό τους θα εξαρτηθεί από την κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης της ενώπιόν του μαρτυρίας. Η νομολογία αλλά και αυθεντίες στις οποίες ο συνήγορος της Ενάγουσας με παρέπεμψε, δεικνύουν ότι, στο τέλος της ημέρας το ζητούμενο είναι να εξυπηρετείται η δικαιοσύνη και αν συνεπεία της παράλειψης του διαδίκου να αποκαλύψει προηγουμένως το έγγραφο προκαλείται οικονομική ζημιά στον αντίδικό του, τότε το Δικαστήριο να προβαίνει σε σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα δεν επικαλείται πρόκληση οικονομικής ζημιάς λόγω της μη προγενέστερης αποκάλυψης των εγγράφων. Επίσης, συνεπεία του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία της αγωγής (λόγω του περιορισμένου της απαίτησης) διεξήχθη στη βάση ενόρκων δηλώσεων, δεν υπήρχε η δυνατότητα να εξεταστεί ζήτημα αποδεκτότητας μαρτυρίας κατά το στάδιο που θα επιχειρείτο η κατάθεση των εγγράφων αυτών. Η ένορκη δήλωση της εναγόμενης και, κατά συνέπεια, και τα επ' αυτής τεκμήρια κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 21/6/2019 και δη τρεις περίπου μήνες πριν την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Κανένα διάβημα δεν έλαβε χώρα από πλευράς της Ενάγουσας για αμφισβήτηση της δυνατότητας της Εναγόμενης να χρησιμοποιεί, ως μέρος της μαρτυρίας της, έγγραφα που δεν απεκάλυψε στα πλαίσια της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Στη βάση όλων των πιο πάνω, και σε συνάρτηση με το εξίσου σημαντικό γεγονός ότι, ως η Εναγόμενη ισχυρίζεται και δεν αμφισβητήθηκε, τα έγγραφα αυτά ανευρέθηκαν μόλις λίγες μέρες πριν την ετοιμασία της ένορκης της δήλωσης και υπό τις συνθήκες που η ίδια περιγράφει, κρίνω ότι το περιεχόμενό τους είναι αποδεκτό ως μαρτυρία, η οποία, φυσικά, θα αξιολογηθεί ως και η λοιπή, αποδεκτή, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1, δεν με έπεισε ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί το ότι για τις επίδικες υπηρεσίες ενεργούσε κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την Εναγόμενη ή κατόπιν συγκατάθεσης ή εξουσιοδότησης της τελευταίας, είναι αληθής. Η όλη μαρτυρία του, στο βαθμό που άπτεται του ουσιώδους ζητήματος του κατά πόσο η Εναγόμενη διόρισε ή όχι την Ενάγουσα να ενεργεί ως δικηγόρος της, βασίζεται σε εξ ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού, μιας και δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από τον συνήγορο (υπάλληλο της Ενάγουσας) που συνόδευσε την εναγόμενη και τον πρώην σύζυγό της κατά τη συνάντηση στα γραφεία της Τράπεζας και ο οποίος παρουσιάζεται ως αυτήκοος μάρτυρας του, κατ' ισχυρισμό, προφορικού διορισμού της Ενάγουσας από την Εναγόμενη. Ούτε καν πληροφόρηση περί της ταυτότητας του δικηγόρου αυτού δεν δίδεται. Επίσης, οι δηλώσεις που αποδίδονται στην Εναγόμενη, κατά τη ρηθείσα συνάντηση στην Τράπεζα, δεν μεταφέρονται αυτούσιες, ούτε και αποκαλύπτεται ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που η Εναγόμενη φέρεται να προβαίνει στις δηλώσεις αυτές μέχρι και την ημέρα που ο συνήγορος που τη συνόδευε μετέφερε τούτες προς τον ΜΕ1, ώστε να μπορεί να υπολογιστεί η πιθανότητα τούτες να μεταφέρθηκαν ορθώς προς τον τελευταίο. Αν στην πιο πάνω αδυναμία που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΕ1 προστεθεί και η απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που, είτε να αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη έδωσε εντολή στην Ενάγουσα και ή διόρισε τούτη να ενεργεί ως δικηγόρος της, είτε ότι, σε κάποιο στάδιο, έστω, η Εναγόμενη έγινε γνώστης του γεγονότος ότι η Ενάγουσα ενεργεί εκ μέρους της προς υπεράσπιση των συμφερόντων της και αποδέχθηκε τούτο, είναι αβίαστα, κατά τη γνώμη μου, που προκύπτει ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για κατάληξη σε ευρήματα που θα δικαιολογούσε την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας. Συναφώς, σημειώνω ότι, κανένα εκ των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απεστάλησαν από την Ενάγουσα προς την Τράπεζα, αλλά και των επιστολών που επίσης απεστάλησαν από την Ενάγουσα προς την Τράπεζα, δεν φαίνεται να κοινοποιείται προς την Εναγόμενη. Η δε θέση της Εναγόμενης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες τα διάφορα έγγραφα που φέρουν την υπογραφή της βρέθηκαν στην κατοχή της Ενάγουσας, δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνεται, σχετικά, ότι, ούτε η Ενάγουσα επικαλείται ότι η Εναγόμενη υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα στην παρουσία λειτουργού και ή εκπροσώπου της, ούτε ότι είναι η ίδια η Εναγόμενη που παρέδωσε τούτα προς την Ενάγουσα. Εναγόμενη και ΜΥ2 Από την άλλη, η μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος να αποδείξει την εκδοχή της, παρουσιάζει συνοχή, είναι σύμφωνη με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων και υποστηρίζεται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Ως προς το τι διαμείφθηκε κατά τη συνάντηση στα γραφεία της Τράπεζας, η Εναγόμενη παρουσίασε, μέσω της δικής της μαρτυρίας, συγκεκριμένη εκδοχή, μετωπικά συγκρουόμενη με τη δευτέρου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία της Ενάγουσας και δεν αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών της. Επίσης, μέσω του ΜΥ2, παρουσίασε τον ΜΕ1 να αποδέχεται ότι ουδέποτε η Εναγόμενη διόρισε την Ενάγουσα ως δικηγόρο της, καθώς επίσης και ότι η τελευταία δεν θεωρεί ότι η Εναγόμενη της οφείλει οποιαδήποτε χρήματα. Ούτε ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε. Σημειώνω, συναφώς, ότι, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τους βασικούς ισχυρισμούς της Εναγόμενης ως προς το τι διαμείφθηκε κατά τη συνάντηση στην Τράπεζα, όπου η Ενάγουσα, έστω και μέσω δευτέρου βαθμού εξ ακοής μαρτυρίας, παρουσιάζει τη δική της αντικρουόμενη θέση, αναφορικά με τα όσα διαμείφθηκαν κατά τη συνάντηση του ΜΕ1 και του ΜΥ2, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς της Ενάγουσας και ο τελευταίος, ως σημειώθηκε ανωτέρω, δεν αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών του. Η δε αποστολή από την Εναγόμενη της επιστολής, τεκμήριο 1 της ένορκής της δήλωσης προς τη τράπεζα σε χρόνο που, κατά την Ενάγουσα, τούτη (η Ενάγουσα) ενεργούσε ως δικηγόρος της, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της (της Εναγόμενης) ότι ουδέποτε ενημερώθηκε περί της όποιας εκπροσώπησής της από την Ενάγουσα. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας καταλήγω στα πιο κάτω τελικά ευρήματα: Περί τον Ιανουάριο του 2015 η Εναγόμενη, κατόπιν απαίτησης του συζύγου της, με τον οποίο οι σχέσεις ήταν ήδη διαταραγμένες, επισκέφθηκε, μαζί του, τα γραφεία της Ενάγουσας για λήψη νομικής συμβουλής σε σχέση με συγκεκριμένη οφειλή τους προς την Τράπεζα. Κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση η Εναγόμενη δεν διόρισε την Ενάγουσα να ενεργεί ως δικηγόρο της. Μετά τη συνάντηση αυτή, η Εναγόμενη, μαζί με τον σύζυγό της, αλλά και κάποιο συνήγορο που εργαζόταν στην Ενάγουσα, επισκέφθηκαν τα γραφεία της Τράπεζας και στα πλαίσια της ρηθείσας συνάντησης η Εναγόμενη συγκατατέθηκε προς συγκεκριμένη λειτουργό της Τράπεζας όπως η συζυγική οικία πωληθεί για κάλυψη της οφειλής του ζεύγους προς την Τράπεζα. Η συνάντηση αυτή ήταν και η τελευταία στην οποία η Εναγόμενη είχε οποιαδήποτε επαφή με οποιονδήποτε αντιπρόσωπο της Ενάγουσας. Κατά τη συνάντηση αυτή η Εναγόμενη δεν διόρισε, ούτε εξουσιοδότησε, ούτε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο έδωσε εντολή προς την Ενάγουσα ώστε η τελευταία να ενεργεί για λογαριασμό της και/ή εκ μέρους της σε σχέση με την οφειλή της προς την Τράπεζα. Η Εναγόμενη, σε μεταγενέστερο χρόνο, και ειδικότερα τον Νοέμβριο του 2015, στα πλαίσια της προσπάθειάς της να διαπραγματευθεί το χρέος της με την Τράπεζα απέστειλε επιστολή, τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσής της, υποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό συγκεκριμένη πρόταση για διευθέτηση του χρέους. Ουδέποτε η Ενάγουσα επικοινώνησε με την Εναγόμενη και/ή κοινοποίησε σ΄ αυτή οποιαδήποτε αλληλογραφία της με την τράπεζα σε σχέση με το χρέος του ζεύγους. Ουδέποτε, επίσης, παρέδωσε προς αυτήν το επίδικο τιμολόγιο ή επιδίωξε μέσω άμεσης επικοινωνίας της με την Εναγόμενη να εξοφλήσει η τελευταία τούτο. Περί της υπάρξεως του τιμολογίου, η Εναγόμενη έλαβε γνώση κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον δικηγόρο ο οποίος χειριζόταν, τότε, τις υποθέσεις της που αφορούσαν ζητήματα οικογενειακού δικαίου. Ήταν δε κατόπιν συνάντησής της με τον εν λόγω δικηγόρο, στα γραφεία του τελευταίου, που αντίκρισε το εν λόγω τιμολόγιο για πρώτη φορά. Ουδέποτε η Εναγόμενη έδωσε εντολή και/ή διόρισε την Ενάγουσα να ενεργεί εκ μέρους της και ουδέποτε αναγνώρισε τις όποιες ενέργειες της τελευταίας οι οποίες έγιναν και ή διενεργήθηκαν προς όφελός της. Περί τον Μάρτιο του 2017, και αφού τους προηγούμενους δύο μήνες οι προσπάθειες της Εναγόμενης να επικοινωνήσει με τον ΜΕ1 δεν ευόδωσαν, ο ΜΥ2 επισκέφθηκε τον ΜΕ1 στα γραφεία της Ενάγουσας και κατά τη συνάντησή τους αυτή, ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι ουδέποτε η Εναγόμενη διόρισε την Ενάγουσα ως δικηγόρο της, καθώς επίσης και ότι η Εναγόμενη ουδέν ποσό οφείλει στην τελευταία. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω τελικών μου ευρημάτων είναι αβίαστα που προκύπτει ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της, μιας και απέτυχε να αποδείξει τις δικογραφημένες θέσεις της που την θέλουν να ενεργεί κατόπιν συγκατάθεσης και/ή εξουσιοδότησης της Εναγόμενης και/ή στη βάση συμφωνίας των μερών, και κατά συνέπεια η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Επομένως, η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.