← Κύπρος

WILSON ν. ΠΑΦΙΤΗ, Αρ. Αγωγής: 1306/18, 2/12/2019

WILSON ν. ΠΑΦΙΤΗ, Αρ. Αγωγής: 1306/18, 2/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A326 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1306/18 Μεταξύ: XXXXX XXXXX WILSON Ενάγοντα και XXXXX ΠΑΦΙΤΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 2.12.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Δανιήλ Για Εναγόμενο: κ. Γεωργίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερομηνίας 20.5.2019 για παρακοή διατάγματος) Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου τις εξής θεραπείες: «(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος να επιστρέψει στον Ενάγοντα στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX94, τύπου Ford Hatch Back ή/και (β) €8.000 ποσόν που αντιστοιχεί στην αξία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX94 τύπου Ford Hatch Bank ή/και (γ) Ειδικές αποζημιώσεις για την ζημιά που έχει υποστεί ο Ενάγοντας από την παράνομη κατακράτηση του αυτοκινήτου του μέχρι και την έκδοση απόφασης ή/και (δ) Γενικές αποζημιώσεις ή και (ε) Νόμιμο τόκο επί οποιουδήποτε ποσού ήθελε επιδικαστεί και (στ) Δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης.» Τα προσωρινά διατάγματα Στις 12/11/2018, στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο, ο οποίος, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, εκδόθηκαν τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο εναγόμενος εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος να παραδώσει στον ενάγοντα το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του με αριθμούς εγγραφής XXXXX94 τύπου FORD FOCUS HATCH BACK AB. Β. Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται και/ή εμποδίζεται ο καθ΄ ου η αίτηση, είτε προσωπικά είτε μέσω υπηρετών ή αντιπροσώπων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο από το να επηρεάζει ή να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο επί του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX94 τύπου FORD FOCUS HATCH BACK AB ούτως ώστε να επηρεάζεται η αξία ή η λειτουργικότητα του. Πρώτη αίτηση παρακοής Στις 27/11/2018, ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την τιμωρία του Εναγόμενου λόγω μη συμμόρφωσης του τελευταίου με τα εναντίον του εκδοθέντα, πιο πάνω αναφερόμενα, διατάγματα. Για τους λόγους που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, και αφού προηγουμένως ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση και παραδόθηκαν και γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο, στις 20/5/2019 η αίτηση παρακοής αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Η επίδικη αίτηση Ο Ενάγοντας, την ίδια μέρα, και δη στις 20.5.2019, καταχώρησε την επίδικη αίτηση, με την οποία επιδιώκει εκ νέου: «Την τιμωρία του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση λόγω μη συμμόρφωσης του με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 12/11/2018 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια εκδίκασης της πιο πάνω αγωγής και επιδόθηκε προσωπικά στον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση στις 15/11/2018.» Η επίδικη αίτηση βασίζεται στο άρθρο 162 του Συντάγματος, Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν. 80(Ι)/2002, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.42 Α και Δ.48 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου και τις γενικές, θεωρητικές και νομολογικές αρχές που διέπουν το θέμα της παρακοής διατάγματος. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κας Θεοδώρας Σπετσιώτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Σπετσιώτη, από την Λάρνακα, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:

  1. Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι του Αιτητή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αποκαλύπτω και για όσα γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση αποκαλύπτω την πηγή των γνώσεών μου.
  2. Ο λόγος που προβαίνω εγώ στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι διότι ο Αιτητής βρίσκεται στο εξωτερικό για λόγους υγείας και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από αυτόν όπως προβώ σχετικά.
  3. Κατά την 12 Νοεμβρίου 2018 μετά από σχετική αίτηση μας προς το Δικαστήριο ημερομηνίας 31/10/2018, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν και προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση, πετύχαμε την έκδοση Διατάγματος το οποίο, συντάχθηκε δεόντως με την απαραίτητη οπισθογράφηση στις 13/11/
  4. Επισυνάπτεται ως «ΤΕΜΗΡΙΟ Α» αντίγραφο του σχετικού Διατάγματος αφού το πρωτότυπο αυτού βρίσκεται ήδη στον φάκελο του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  5. Το εν λόγω Διάταγμα διέτασσε τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση όπως, εντός 5 ημερών από την ημέρα σύνταξης του Διατάγματος παραδώσει στον Αιτητή το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του με αριθμούς εγγραφής XXXXX94 τύπου FORD FOCUS KATCH BACK AB και περαιτέρω, απαγόρευε και/ή εμπόδιζε τον Καθ' ου η Αίτηση είτε προσωπικά είτε μέσω υπηρετών ή αντιπροσώπων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο από το να επηρεάζει ή να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο επί του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX94 τύπου FORD FOCUS KATCH BACK AB ούτως ώστε να επηρεάζεται η αξία ή η λειτουργικότητά του.
  6. Την 15/11/2018 το πιο πάνω Διάταγμα μαζί με επιστολή από το γραφείο μας ημερομηνίας 14/11/2018 με την οποία καλούσαν τον Καθ' ου η Αίτηση όπως συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Διατάγματος, επιδόθηκαν προσωπικά στον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος έκτοτε μέχρι και σήμερα παραλείπει και/ή αρνείται να συμμορφωθεί με αυτές. Αντίγραφο της σχετικής δήλωσης του ιδιώτη επιδότη κ. XXXXX Ιακώβου από τη Λάρνακα επισυνάπτεται ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β», αφού η πρωτότυπη βρίσκεται ήδη στον φάκελο του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  7. Την 16/11/2018 παραλάβαμε στο γραφείο μας μέσω Τηλεομοιότυπου επιστολή από τους Δικηγόρους του Καθ' ου η Αίτηση με την οποία, αποδέχονταν την επίδοση του Διατάγματος στον Καθ' ου η Αίτηση και την περαιτέρω κοινοποίησή του σε αυτούς.
  8. Επιπλέον μας πληροφόρησαν, ως δικηγόρους του Αιτητή για την άρνηση του Καθ' ου η Αίτηση να συμμορφωθεί με το Διάταγμα, αφού κατά τους ισχυρισμούς τους, το αυτοκίνητο βρίσκεται στην κατοχή της εταιρείας Α. & Κ. ΠΑΦΙΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 178414), η οποία ήταν αυτή που το παράλαβε και το επιδιόρθωσε, συνεπώς χρωστούσα σε αυτήν όλα τα έξοδα επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου και όχι στον Καθ' ού η Αίτηση προσωπικά. Επισυνάπτεται αντίγραφο της σχετικής επιστολής ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ».
  9. Οι ισχυρισμοί των Δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους, που σκοπό έχουν να αποφύγει ο Καθ' ου η Αίτηση να συμμορφωθεί με τα όσα διατάσει το Διάταγμα και καταδεικνύουν την άρνηση αυτού να παραδώσει το αυτοκίνητο πίσω στον Αιτητή. Σύμφωνα με δική τους επιστολή ημερομηνίας 28/09/2018 η οποία επισυνάπτεται αντίγραφο αυτής ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ», αναφέρουν ότι ο Καθ' ου η Αίτηση νομότυπα κατακρατεί το αυτοκίνητό του Αιτητή αφού σε αυτόν δεν καταβάλλονται τα λεφτά, και ότι αυτός ήταν που είχε προσφέρει εργασίες στο αυτοκίνητο του Αιτητή γι' αυτό και καλούσαν τον Αιτητή όπως ξοφλήσει τον Καθ' ου η Αίτηση προσωπικά.
  10. Ακόμη όπως και στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί των Δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση ότι το αυτοκίνητο του αιτητή βρίσκεται υπό την κατοχή της Εταιρείας είναι αληθής, είναι η άποψη μας ότι ο Καθ' ου η Αίτηση οφείλει και είναι σε θέση που του επιτρέπει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Διατάγματος.
  11. Μετά από σχετική έρευνα μας στην Επίσημη Σελίδα του Εφόρου Εταιρειών, φάνηκε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είναι Διευθυντής, Γραμματέας και Μέτοχος στην εν λόγω εταιρεία. Αυτό καθιστά τον Καθ' ου η Αίτηση ικανό να παραδώσει πίσω στον Αιτητή το αυτοκίνητό του αφού από την θέση που κατέχει στην Εταιρεία έχει τον απόλυτο έλεγχο και κατοχή του οχήματός του Αιτητή.
  12. Είναι η θέση μας ότι, από την στιγμή που ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε προσωπική γνώση του Διατάγματος και ήρθαν εις γνώση του οι όροι του Διατάγματος οι οποίοι είναι ξεκάθαροι, όφειλε να παραδώσει το όχημά του Αιτητή πίσω.
  13. Η άρνησή του προς τούτο, καταδεικνύουν την πρόθεση του να παραβιάζει το Διάταγμα και να αγνοεί τις επιπτώσεις της μη συμμόρφωσης του προς το Διάταγμα όπως ρητά αναγράφονται στην οπισθογράφηση του Διατάγματος.
  14. Για τους πιο πάνω λόγους ο Αιτητής μας ζήτησε όπως καταχωρίσουμε την πιο πάνω αίτηση και ζητήσουμε την βοήθεια του Δικαστηρίου.» Η ένσταση Ο Εναγόμενος αντέδρασε στην επίδικη αίτηση καταχωρώντας ένσταση στις 21.6.2019, εις την οποία παρατίθενται τρεις

(3)λόγοι ένστασης ως ακολούθως: «
  1. Το αίτημα του Ενάγοντα-Αιτητή είναι νόμω και ουσία αβάσιμο, αστήρικτο και αδικαιολόγητο και δυνατό να είναι και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  2. Το αίτημα του Ενάγοντα-Αιτητή είναι παραπλανητικό και δεν αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα.
  3. Το αίτημα του Ενάγοντα-Αιτητή έχει αποφασισθεί κατά προηγούμενη δικάσιμο και έτσι υφίσταται κώλυμα λόγω δεδικασμένου.» Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18 Θ. 1-5, Δ.39 Θ. 1-2, Δ.48 Θ. 1-7, 9, στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο (ΚΕΦ.155) άρθρο 69(β), καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και επιείκεια του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγόμενου, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτουν τα εξής: Αποδέχεται την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων εναντίον του, καθώς επίσης και την επίδοσή τους σε αυτόν. Θεωρεί, ωστόσο, ότι δεν δύναται να ενεργήσει στη βάση του περιεχομένου τους, μιας και δεν έχει, ως ισχυρίζεται, δικαίωμα να ενεργήσει τοιουτοτρόπως. Προς υποστήριξη του επιχειρήματος του αυτού προβάλλει τη θέση ότι το όχημα του ενάγοντα επιδιορθώθηκε από την Α. & Κ. Παφίτης Επιχειρήσεις Λιμιτεδ, η οποία εταιρεία, λόγω μη εξόφλησής της από τον Ενάγοντα, νομίμως, έχει υπό τη φύλαξή της τούτο. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι, τόσο ο ίδιος, όσο και άλλοι τρεις τεχνικοί, απλά εργοδοτούνται από την πιο πάνω εταιρεία. Επίσης, πάντα προς υπεράσπιση του στην παρούσα αίτηση, ο εναγόμενος, μέσω της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι, ουδέποτε, μετά την επίδοση των διαταγμάτων στον ίδιο, ο ενάγοντας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο μετέβη στο εργαστήριο της Α. & Κ. Παφίτης Επιχειρήσεις Λιμιτεδ για να παραλάβει το όχημα, και κατά συνέπεια, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, ουδέποτε αρνήθηκε να παραδώσει τούτο στον ενάγοντα. Συναφώς, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι, ακόμα και αν ο ενάγοντας απαιτούσε την παράδοση του οχήματός του, θα απέρριπτε ένα τέτοιο αίτημα, μιας και, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, θεωρεί ότι η εταιρεία Α. & Κ. Παφίτης Επιχειρήσεις Λιμιτεδ είναι πρόσωπο που νομιμοποιείται να κατακρατεί το όχημα και κατά συνέπεια ο ίδιος δεν έχει ούτε δικαίωμα, αλλά ούτε και υποχρέωση να υπακούσει στο σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Ακόμα, στη βάση του δεδομένου ότι, αίτηση, ως η υπό εξέταση, καταχωρίστηκε από τον ενάγοντα και στις 27/11/2018, η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο αποσύρθηκε άνευ βλάβης, ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη αίτηση είναι τουλάχιστον αντινομική. Τέλος, με αναφορά σε επιστολή (σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα) ημερομηνίας 28/9/2018, την οποία απέστειλαν οι δικηγόροι του προς τους δικηγόρους του ενάγοντα, ο εναγόμενος υιοθετεί το περιεχόμενο της και προβάλλει τη θέση ότι, ανεξάρτητα αν στην επιστολή αυτή παρουσιάζεται ο ίδιος να είναι το πρόσωπο που προβαίνει στις επιδιορθώσεις επί του οχήματος του ενάγοντα, οι επιδιορθώσεις αυτές έγιναν για λογαριασμό της εταιρείας Α. & Κ. Παφίτης Επιχειρήσεις Λιμιτεδ και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ακροαματική διαδικασία. Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Εκείνο που προκύπτει από τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Μαρίας Μαυρονικόλα ν. Άντη Ξάνθου
(2011)1Α Α.Α.Δ. 293, προϋπόθεση ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για εκδίκαση αίτησης παρακοής αποτελεί η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται από την Δ.42Α
(1)
(2)και
(3). Το σχετικό απόσπασμα της απόφασης έχει ως ακολούθως: «Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής, (βλ.Ηalin v. Timur
(2005)1 A.A.Δ. 424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μαρκίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401: α. ΄Υπαρξη διατάγματος β. ΄Υπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου ν. Βye
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 371». Όσο δε αφορά στα συστατικά στοιχεία της αστικής παρακοής, στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου
(2011)1 ΑΑΔ 356 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1). Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας και αυτής που θα αναφερθεί κατωτέρω, αλλά και των δεδομένων που καταγράφησαν στην αρχή του σκεπτικού, κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι εμφανέστατα λανθασμένη τόσο από νομικής άποψης, όσο και από πλευράς κρίσης επί των γεγονότων της. Οι λέξεις που καταγράφηκαν στο διάταγμα «το αργότερο μέχρι τις 30.07.07» είναι σαφέστατες και η απλή γραμματική ερμηνεία τους, αλλά και η ανάγνωση τους από τον μέσο κοινό άνθρωπο θα έδινε αναμφιβόλως το στίγμα ότι η εφεσίβλητη όφειλε να συμμορφωθεί με τη σχετική υποχρέωση που καταγράφηκε στην παρ. (iii) του εκ συμφώνου διατάγματος, οποτεδήποτε μεταξύ του χρόνου που άρχετο από την επίδοση σ΄ αυτή του διατάγματος, μέχρι και τη λήξη της ημέρας της 30.07.
  1. Αυτό σε συμφωνία και με την πρόνοια της Δ.34 θ. 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που καθορίζει ότι κάθε διάταγμα θα αναφέρει το χρόνο «within which the act is to be done». Είναι εντελώς εξωπραγματική η θέση που έλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αυτή η φράση άφηνε απροσδιόριστο το χρόνο συμμόρφωσης διότι μπορούσε η συμμόρφωση να επιτευχθεί σε οποιαδήποτε στιγμή μεταξύ της επίδοσης και της ώρας 24.00, της 30.07.
  2. Η συμφωνία των διαδίκων στη γνώση και αποδοχή της εφεσίβλητης ήταν η παράδοση της επίμαχης κατοικίας να μπορούσε να λάβει χώραν, κατ΄ επιλογή της ιδίας, σε οποιοδήποτε χρόνο μέχρι και τις 30.07.
  3. Η επιλογή αυτή που δόθηκε στην εφεσίβλητη, δεν θα ήταν νοητό να λειτουργούσε εν τέλει εναντίον του εφεσείοντος, ιδιαίτερα τη στιγμή που η εφεσίβλητη δεν κατέθεσε ενόρκως κατά τη διαδικασία παρακοής, ούτε δήλωσε οποιοδήποτε πρόβλημα κατανόησης της πιο πάνω φράσης ώστε να ήταν δυνατό για το Δικαστήριο να εξαγάγει από μόνο του το συμπέρασμα ότι ο χρόνος ήταν ασαφής. Πρόκειτο για ένα σαφέστατο σε λεκτικό διάταγμα μη επιδεχόμενο οποιασδήποτε αμφιλεγόμενης ερμηνείας (Chittern District Council v. Keane
(1985)2 All E.R. 118), που διέτασσε την εφεσίβλητη να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή, δίνοντας της και χρόνο έξι και πλέον μηνών, προφανώς για να καταστεί δυνατή η εκκένωση της κατοικίας. Στη δε ένορκη δήλωση της, υποστηρικτική της ένστασης της πρωτοδίκως, ουδέν ουσιαστικό επί τούτου κατέγραψε, αλλά αντίθετα εμπεριέχονται και αντιφατικά στοιχεία όπως ότι ο εφεσείων κατά τον ισχυρισμόν της δεν είχε καταβάλει στην ίδια το συνολικό ποσό των £270.000, θέση που ο εφεσείων έδειξε ως μη ισχύουσα με τη δική του ένορκη μαρτυρία. Αλλά εξ ίσου λανθασμένη είναι και η κρίση του Δικαστηρίου ότι το εκ συμφώνου διάταγμα άφηνε απροσδιόριστο και τον τόπο συμμόρφωσης, με το σκεπτικό ότι το διάταγμα δεν καθόριζε το μέρος στο οποίο η εφεσίβλητη όφειλε να παραδώσει κατοχή της κατοικίας. Αυτή η κρίση έγινε στη βάση μιας συλλογιστικής ότι η λέξη «κατοχή» δεν εμπεριέχει την ίδια έννοια στους νομικούς και μη νομικούς, είναι διφορούμενης έννοιας και εφόσον η εφεσίβλητη δεν είναι νομικός δεν ήταν κατ΄ ανάγκην κατανοητό από αυτή ότι θα έπρεπε να προβεί στη συμβολική ενέργεια παράδοσης του κλειδιού ως ισοδυναμούσας με νομική παράδοση της κατοχής. Αλλά και αν ακόμη, συνέχισε το Δικαστήριο, η εφεσίβλητη το είχε κατανοήσει κατ΄ αυτό τον τρόπο, παρέμενε απροσδιόριστος ο χώρος ή το μέρος της παράδοσης του κλειδιού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνεται, λειτούργησε υπό σύγχυση. Όχι μόνο δεν είχε ενώπιον του οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία από πλευράς της εφεσίβλητης ώστε να την αξιολογήσει ανάλογα, αλλά ανέλαβε από μόνο του να ερμηνεύσει, αναιτίως, νομικές έννοιες που δεν είχαν καν τεθεί προς συζήτηση αναμειγνύοντας λανθασμένα νομολογία ως προς τη σημασία της παράδοσης του κλειδιού προερχόμενη από το δίκαιο που αφορά τις σχέσεις ιδιοκτήτη-ενοικιαστή. Πουθενά στην ένσταση ή στην αγόρευση πρωτοδίκως της εφεσίβλητης δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα. Οι διάδικοι διαζεύχθηκαν στις 25.11.2003, σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσε η ίδια η εφεσίβλητη στην ένσταση της. Ήταν πολύ απλό για την ίδια να επικοινωνήσει με τον εφεσείοντα και να του παραδώσει ελεύθερη κατοχή της κατοικίας με οποιοδήποτε εύλογο τρόπο και σε οποιοδήποτε εύλογο χώρο, παραδίδοντας στο χέρι το κλειδί ή αφήνοντας το κάπου με κοινή, ενδεχομένως, συνεννόηση. Αναφέρεται μάλιστα στους Borrie & Lowe´s Law of Contempt - ανωτέρω - σελ. 401, ότι όταν εγείρεται θέμα παρακοής σε θετική διαταγή τότε: «..it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants.» (A-G v. Walthamstow UDC
(1985)11 TLR 533). Ορθά οι συνήγοροι του εφεσείοντα υπέδειξαν ενώπιον του Εφετείου ότι ο λόγος της Gordon v. Gordon
(1946)1 All E.R. 247, την οποία μνημόνευσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως υποστηρικτική της θέσης του ως προς την αναγκαιότητα προσδιορισμού του χώρου, είναι εντελώς διάφορος από τα υπό κρίση περιστατικά. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε διαφορά που προέκυψε μεταξύ συζύγων και σχετιζόταν με την εφαρμογή διατάγματος επικοινωνίας του παιδιού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απομόνωσε ένα μόνο απόσπασμα από την απόφαση το οποίο τονίζει ότι όπου οι διάδικοι βρίσκονται σε έντονη αντιπαράθεση, είναι ορθό τα διατάγματα τα οποία ενδεχομένως να πρέπει να εφαρμοστούν με αίτηση παρακοής, να είναι απόλυτα σαφή. Διέφυγε του Δικαστηρίου ότι η υπόθεση αφορούσε την παράδοση από τον ένα γονέα προς τον άλλο του παιδιού και βεβαίως, όπως ορθά λέχθηκε στην απόφαση από τον Lord Greene MR: «To deliver a child to somebody else you must deliver it somewhere.». ................................. Όσον αφορά το «mens rea» που πρέπει να διαπιστώνεται, αρκεί να λεχθεί, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση δεν προέβηκε σε σχετικό εύρημα, ότι η ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από τα όλα περιστατικά της υπόθεσης. Η κλασσική τοποθέτηση εμπεριέχεται στην υπόθεση Stancombe v. Trowbridge UDC
(1910)2 Ch 190, ότι όπου διάταγμα απαγορεύει κάποια πράξη, η ίδια η εκτέλεση της πράξης αποτελεί την αναγκαία ένοχη διάνοια, και «... it is no answer to say that the act was not contumacious in the sense that in doing it, there was no direct intention to disobey the order.». Στη γνωστή υπόθεση Attorney-General v. Newspaper Publishing Plc
(1987)3 W.L.R. 942 (υπόθεση του βιβλίου «Spycatcher»), ο Sir John Donaldon M.R. στη σελ. 976 είπε: «Mens rea in the law of contempt is something of a minefield. The reason is that it is wholly the creature of the common law and has developed on a case by case basis and no doubt it will continue to do so.» Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από τα όλα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύλογα καταλογίζεται ένοχη διάνοια.» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά Με γνώμονα την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και οδηγό τις νομικές αρχές που αναφέρθηκαν μόλις πιο πάνω, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) ότι ο εναγόμενος παρακούει το εναντίον του εκδοθέν διάταγμα σε βαθμό και υπό περιστάσεις που ισοδυναμούν με αστική παρακοή διατάγματος. Για σκοπούς αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου σημειώνω τα εξής: Δικαιοδοτικές προϋποθέσεις Και οι τέσσερεις προϋποθέσεις της Δ.42Α, που συνοψίστηκαν στη υπόθεση Μαυρονικόλα (ανωτέρω), πληρούνται. Πιο συγκεκριμένα, το διάταγμα είναι υπαρκτό και η επ' αυτού αναγκαία οπισθογράφηση εμφανής στην όψη του. Επίσης, τόσο το διάταγμα, όσο και η αίτηση παρακοής επιδόθηκαν προσωπικά στον Εναγόμενο, μιας και οι θετικές προς τούτο θέσεις του επιδότη που επίδωσε τα ρηθέντα έγγραφα στις σχετικές ένορκες δηλώσεις του (οι οποίες αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης) δεν αμφισβητήθηκαν. Δεδικασμένο - Autrefois Acquit Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 3 και ειδικότερα τη θέση περί εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, κρίνω ότι τούτη (η αρχή) δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Εκείνο που στην ουσία ο εναγόμενος ισχυρίζεται είναι ότι, με την απόσυρση, στις 20/5/19, της πρώτης αίτησης παρακοής, στην ουσία αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την κατηγορία παρακοής που αντιμετώπιζε και κατά συνέπεια δικαιούται να προβάλλει την ειδική απάντηση του autrefois acquit (βλ. σχετική αναφορά στην αγόρευση του συνηγόρου του). Νοιώθω την ανάγκη, προτού αποφανθώ επί του ζητουμένου, να σημειώσω ότι ο λόγος ένστασης 3 προωθήθηκε με εντελώς γενικό τρόπο. Φτάνει να σημειωθεί ότι η μόνη σχετική αναφορά στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου (που συνοδεύει την ένσταση του), απαντάται στην παράγραφο 10 αυτής, όπου περιορίζεται στο να χαρακτηρίσει την ενέργεια του ενάγοντα να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση, ενώ προηγουμένως παρόμοια αίτηση είχε αποσυρθεί, ως τουλάχιστον αντινομική. Την ίδια γενικότητα χαρακτηρίζει και η όποια σχετική με το ζήτημα αναφορά στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του εναγομένου, όπου, σε μια και μόνο παράγραφο της, με εντελώς γενικές αναφορές, γίνεται επίκληση της ειδικής απάντησης autrefois acquit, χωρίς παραπομπή σε οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό ή νομολογία ή, έστω, κάποια αυθεντία η οποία να υποστηρίζει τη θέση του. Παρά ταύτα, με δεδομένο το περιεχόμενο του λόγω ένστασης 3, και την έστω γενική προώθηση του, ευθύς αμέσως θα εξετάσω το ζήτημα. Αν το παρόν Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) όταν επιλαμβανόταν την πρώτη αίτηση παρακοής, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του, είχε δικαιοδοσία και δυνατότητα να αποφανθεί επί της ουσίας της και κατά συνέπεια να καταδικάσει, ενδεχομένως, τον εναγόμενο, τότε η απόσυρση της πρώτης αίτησης παρακοής και ειδικότερα το στάδιο κατά το οποίο αποσύρθηκε θα επείχε καταλυτικής σημασίας για την κρίση επί του ζητουμένου, μιας και ο εναγόμενος είχε ήδη καταχωρήσει την ένστασή του και οι συνήγοροι των διαδίκων είχαν ήδη παραδώσει στο Δικαστήριο και τις γραπτές τους αγορεύσεις και επιφυλάχθηκε απόφαση. Συναφώς, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Αντωνίου, Πολ. Εφ. 132/15, απόφαση ημερ. 13/7/16, με αναφορά στην Κονέ ν. Φλουρή κ.α. Ποινική Εφεση 209/13 απόφαση ημερ. 5/3/15: «κώλυμα στην καταχώρηση της ίδιας κατηγορίας αποτελεί η δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης. Η κρίση επί της ουσίας όμως, δεν εξυπακούει ακρόαση με μάρτυρες. Στην υπόθεση Κονέ ν. Φλουρή κ.α. Ποινική Εφεση 209/13, 5.3.2015, υιοθετήθηκε η ακόλουθη διευκρίνιση επί της έννοιας αυτής από την υπόθεση R. v. Swansea Justices ex Purvis
(1980)JP 252. Ιn the present context "on the merits" is a phrase which distinguishes between where a court is in a position to convict but does not do so and the position where a court is unable to proceed to consider the question of conviction or acquittal because it has no power, or thinks it has no power, to adjudicate." Στην υπό εξέταση υπόθεση, εκείνο που προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου (τα οποία ζήτησα όπως μου αναγνωστούν από τη στενογράφο που τα τήρησε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου) είναι ότι, κατά την απόσυρση της πρώτης αίτησης παρακοής, αλλά και καθόλη τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της, το Δικαστήριο δεν βρισκόταν σε θέση να καταδικάσει τον εναγόμενο (ελλείψει δικαιοδοσίας), πράγμα το οποίο και ανέφερε προς τους συνηγόρους των μερών. Συγκεκριμένα, κατά την ημέρα που θα ανακοινωνόταν η απόφαση του επί της πρώτης αίτησης παρακοής, ζήτησε από τη συνήγορο του ενάγοντα να το ενημερώσει κατά πόσο η αίτηση παρακοής είχε επιδοθεί στον εναγόμενο καθότι εξέλειπε από το φάκελο της υπόθεσης σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης, αναφέροντας, συνάμα, ότι, η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στον εναγόμενο αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί να εξετάσει την αίτηση. Αφού, για τους λόγους που εκεί (στα πρακτικά) αναφέρονται, η υπόθεση αναβλήθηκε, στις 20/5/19 η συνήγορος του ενάγοντα ανέφερε ρητά ότι «δεν έχει γίνει η σωστή επίδοση της αίτησης (παρακοής), αλλά αυτή εκ παραδρομής αφέθηκε στην θυρίδα του αντιδίκου», και κατόπιν της δήλωσης της αυτής, ζήτησε και έλαβε άδεια όπως αποσύρει την πρώτη αίτηση παρακοής άνευ βλάβης, απόσυρση η οποία έλαβε χώρα την ίδια μέρα. Με δεδομένα τα πιο πάνω, στη βάση των προϋποθέσεων της Δ.42Α, το Δικαστήριο, κατά την απόσυρση της αίτησης δεν βρισκόταν σε θέση που μπορούσε να καταδικάσει τον εναγόμενο, μιας και δεν πληρούνταν όλες οι δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις που επιβάλλει η οικεία νομοθεσία. Κατά συνέπεια, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Αντωνίου (ανωτέρω), ο εναγόμενος ουδέποτε βρέθηκε αντιμέτωπος με κίνδυνο καταδίκης, ώστε να νομιμοποιείται να επικαλείται εφαρμογή της αρχής του autrefois acquit, μιας και, ανεξάρτητα του σταδίου στο οποίο βρισκόταν η πρώτη αίτηση παρακοής κατά την ημέρα της απόσυρσης της, το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να τον καταδικάσει (για μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση του θέματος, δείτε επίσης το σύγγραμμα Aldridge, Eady & Smith On Contempt 4η Εκδοση, σελ.218 - 220, παρ 3-222 - 3-226). Επί της ουσίας εξέταση Όσον τώρα αφορά στην ουσία της αίτησης και τους λόγους για τους οποίους καταλήγω ότι ο εναγόμενος προέβη σε ηθελημένη παρακοή του επιδίκου διατάγματος, σημειώνω τα εξής: Πρώτο, από το λεκτικό και των δύο διαταγμάτων, προκύπτει αβίαστα ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφονται είναι ο εναγόμενος, καθώς επίσης και ότι, με το υπό στοιχείο Α διάταγμα διατάσσεται τούτος να παραδώσει εντός συγκεκριμένου χρόνου στον ενάγοντα το όχημα του τελευταίου, ενώ με το υπό στοιχείο Β διάταγμα, απαγορεύεται σ΄ αυτόν από το να επηρεάζει ή να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο επί του ρηθέντος οχήματος που θα έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται η αξία ή η λειτουργικότητα του. Δεύτερο, ο εναγόμενος δεν επικαλείται οποιαδήποτε ασάφεια του λεκτικού των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων, ούτε και παρατηρείται τέτοια[1]. Τρίτο, προκύπτει, αβίαστα, από όλο το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό ότι ο ενάγοντας δεν επικαλείται παρακοή του υπό στοιχείο Β διατάγματος (ελλείπει ισχυρισμός που να θέλει τον εναγόμενο να ενεργεί εις τρόπο που μειώνει την αξία ή λειτουργικότητα του οχήματος), παρά μόνο του υπό στοιχείο Α, υπό την έννοια ότι, ενώ τούτο (το διάταγμα) επιδόθηκε στον εναγόμενο από τις 15/11/2018, ο τελευταίος, μέχρι σήμερα, δεν του παρέδωσε το όχημα. Τέταρτο, ο εναγόμενος, ως προς την ουσία της διαφοράς, προβάλλει, προς υπεράσπισή του, δύο θέσεις, για τις οποίες και ζητεί όπως απορριφθεί η επίδικη αίτηση. Αφενός ότι το πρόσωπο που εκτέλεσε τις επιδιορθωτικές εργασίες επί του οχήματος του ενάγοντα και το οποίο κατέχει σήμερα το όχημα είναι η Α & Κ Παφίτης Επιχειρήσεις Λιμιτεδ, και κατά συνέπεια ο ίδιος αδυνατεί να συμμορφωθεί με το διάταγμα, και αφετέρου ότι, από την έκδοση του διατάγματος και την επίδοσή του σ΄ αυτόν, ουδέποτε ο ενάγοντας επισκέφθηκε το συνεργείο της πιο πάνω εταιρείας και να απαιτήσει παραλαβή του οχήματος. Προτάσσει, ωστόσο, συναφώς, και τη θέση ότι, και να ενεργούσε ο ενάγοντας προς αυτή τη κατεύθυνση, και πάλι θα αρνείτο να του παραδώσει το όχημα, καθότι θεωρεί τη συνέχιση, υπό τις περιστάσεις, της κατακράτησης του οχήματος από την πιο πάνω εταιρεία, δικαιολογημένη. Πέμπτο, η όλη εκδοχή του ενάγοντα ως προς την ταυτότητα του προσώπου που προέβη στις διάφορες επιδιορθώσεις επί του οχήματός του και το οποίο συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατακρατά τούτο, υποστηρίζεται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, μεταξύ της οποίας και την επιστολή των συνηγόρων του εναγομένου ημερομηνίας 28/9/2018, η οποία και απεστάλη κατόπιν εντολής του (του εναγόμενου). Έκτο, και σε αντιδιαστολή με τα όσα αναφέρονται στη μόλις πιο πάνω παράγραφο, η επί του προκειμένου εκδοχή που προβάλλει ο εναγόμενος, κρίνεται μη πειστική ή ακόμα και εξωπραγματική στη βάση των γεγονότων που προηγήθηκαν, αλλά και των προηγούμενων σχετικών θέσεων του ιδίου, ως τούτες εκφράστηκαν μέσω των συνηγόρων του στη μόλις πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή τους. Όπως και αν διαβαστεί το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής των συνηγόρων του εναγομένου ημερομηνίας 28/9/2018, είναι εντελώς αβίαστα που προκύπτει ότι ο εναγόμενος αποδέχεται πλήρως ότι είναι το πρόσωπο που προσωπικά εκτέλεσε εργασίες για σκοπούς επιδιόρθωσης του οχήματος και το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το συνεργείο στο οποίο και επιδιορθώθηκε το όχημα του ενάγοντα. Επίσης, παρουσιάζεται ως το πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος του ενάγοντα και ως το πρόσωπο που είναι σε θέση να παραδώσει το όχημα στον τελευταίο. Από δε το όλο περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής, η οποία να σημειωθεί ότι απεστάλη εις απάντηση επιστολής των συνηγόρων του ενάγοντα σε σχέση πάντα με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, προκύπτει, αβίαστα, ότι ο εναγόμενος επικαλείται όλες τις μόλις πιο πάνω αναφερόμενες ιδιότητές και/ή δυνατότητές του, χωρίς, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, να προβάλλει αδυναμία να παραδώσει, για οποιοδήποτε λόγο, το όχημα του ενάγοντα. Τουναντίον, υπό την αίρεση ο ενάγοντας να εξοφλήσει τον ίδιο (όχι την όποια εταιρεία), ο εναγόμενος παρουσιάζεται έτοιμος και ικανός να του παραδώσει το όχημά του. Επίσης, δεν επικαλείται καν την ύπαρξη και/ή σχέση της όποιας εταιρείας, πόσο μάλλον της εταιρείας Α. & Κ. Παφίτης Επιχειρήσεις Λιμιτεδ ή το όποιο δικαίωμά της σε κατοχή του οχήματος. Επομένως, με την υιοθέτηση από πλευράς του εναγομένου του περιεχομένου της εν προκειμένω επιστολής, η μετωπικά συγκρουόμενη εκδοχή που προβάλλει μέσω της ένορκής του δήλωσης, κρίνεται, τουλάχιστον, ως μη πειστική, σε αντιδιαστολή με την εκδοχή του ενάγοντα που η εκδοχή του υποστηρίζεται πλήρως και από το περιεχόμενο της προμνησθείσας επιστολής των συνηγόρων του εναγομένου. Στη βάση των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα ότι: (α) το υπό στοιχείο Α διάταγμα εξειδικεύει με επαρκή σαφήνεια τη βασική υποχρέωση του εναγόμενου, που δεν είναι άλλη από την υποχρέωσή του να παραδώσει το όχημα στον ενάγοντα εντός συγκεκριμένου χρόνου, (β) ο εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι του επιδόθηκε το διάταγμα πριν τη πάροδο του χρόνου εντός του οποίου έπρεπε να συμμορφωθεί, δεν συμμορφώθηκε με αυτό και (γ) η μη συμμόρφωσή του οφείλεται στη ηθελημένη από πλευράς του ανυπακοή προς το υπό στοιχείο Α διάταγμα. Αφενός, ίσως φορτικά, επαναλαμβάνω ότι οι αιτιάσεις που προτάσσει ο εναγόμενος προς υπεράσπισή του, για τους λόγους που ανάφερα ανωτέρω, δεν είναι καθόλου πειστικές, και αφετέρου, οι προθέσεις που καθόριζαν την μετέπειτα της επίδοσης του διατάγματος συμπεριφορά του[2], μονοδρομικά, οδηγεί στη κρίση περί ηθελημένης από πλευράς του ανυπακοής. Όσο δε αφορά στον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ο ενάγοντας, μετά την επίδοση του διατάγματος, δεν επισκέφθηκε το συνεργείο και να απαιτήσει την επιστροφή του οχήματος, ως υπεδείχθη στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης (ανωτέρω), στην περίπτωση που διάδικος διατάσσεται να ενεργήσει θετικά προς μια κατεύθυνση, αποτελεί καθήκον του να αναζητήσει τον τρόπο με τον οποίο θα συμμορφωθεί με το εναντίον του εκδοθέν διάταγμα. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος θα μπορούσε απλά να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα και να του δηλώσει την ετοιμότητά του να του παραδώσει το όχημα σε χρόνο και χώρο που θα βόλευε αμφοτέρους. Στη βάση των ανωτέρω, αποτελεί τελική κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την υπόθεσή του εναντίον του εναγομένου ο οποίος και κρίνεται ένοχος για καταφρόνηση δικαστικού διατάγματος συνεπεία ηθελημένης παρακοής του. (Υπ.) ........... Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το διάταγμα επιδόθηκε στον εναγόμενο δύο μέρες μετά τη σύνταξή του και κατά συνέπεια, στο βαθμό που με αυτό διατασσόταν να ενεργήσει εντός συγκεκριμένου χρόνου, είχε άλλες τρεις μέρες χρόνο για να συμμορφωθεί με αυτό χωρίς να κινδυνεύει με παρακοή. [2] Ευθαρσώς αναφέρει στη μαρτυρία του ότι και να ζητούσε ο ενάγοντας επιστροφή του οχήματος, αυτός θα απέρριπτε το αίτημα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.