Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αγαμέμνων κ.α., Aρ. Αγωγής: 389/17, 8/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 389/17 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- ... Αγαμέμνων
- Palm Grove Ltd
- ... Αντωνίου
- A. Antoniades Land Developers Ltd
- Ανθούλλης και Αγαμέμνων Αντωνίου Λτδ Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 17.10.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.1.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 μέχρι 5 - αιτητές: κα Παπαδημήτρη για ΜΑΡΙΑ Σ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Μιχαήλ, για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €117.722,51, πλέον τόκοι και έξοδα καθώς και για την έκδοση διατάγματος πώλησης αριθμού ακινήτων τα οποία βαρύνονται - κατά περίπτωση - με τις υποθήκες ΑΥ.229/2001, ΑΥ.2510/2002, ΒΥ.1447/2003, ΑΥ.1144/2004, ΓΥ.3568/2006, ΑΥ.7919/2007, ΒΥ.7921/2007, ΓΥ.7920/2007 και τέλος, ΒΥ.5845/
- Σε συντομία, τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι τα εξής: Οι ενάγοντες που είναι τράπεζα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 21/12/2011 παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 - με την εγγύηση και/ή κάλυψη των εναγόμενων 2, 3, 4 και 5 - δάνειο, ύψους €140.000,
- Οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά και αλληλέγγυα με τον εναγόμενο 1 την πληρωμή του ποσού του δανείου. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 1, 4 και 5 υποθήκευσαν - κατά περίπτωση - προς όφελος των εναγόντων, τα ακίνητα που περιγράφονται στις πιο πάνω υποθήκες, οι οποίες συστάθηκαν μέχρι του συνολικού ποσού των €45.000,00, €48.000,00, €40.000,00, €30.000,00, €72.000,00, €100.000,00, €155.000,00, €50.000,00 και €200.000,00, αντίστοιχα, πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως. Κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας δανείου, το οφειλόμενο υπόλοιπό της ανέρχεται στο ποσό των €117.722,51, πλέον τόκοι, με κεφαλαιοποίησή τους δυο φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Οι ενάγοντες ειδοποίησαν επανειλημμένα τους εναγόμενους και με την επιστολή τους, ημερομηνίας 4/12/2014 κάλεσαν τον εναγόμενο 1 να ξοφλήσει όλες τις καθυστερήσεις εντός 21 ημερών, χωρίς ωστόσο αυτός να συμμορφωθεί. Συνεπεία αυτού, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 2/10/2015 τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου. Οι ενάγοντες, στις 11/4/2017 καταχώρισαν την παρούσα αγωγή, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης καθώς και διατάγματος εναντίον των εναγόμενων (ως ανωτέρω). Οι εναγόμενοι, στις 30/10/2017 καταχώρησαν υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή καθώς και ανταπαίτηση, με την οποία ζητούν διάφορες θεραπείες. Μεταξύ άλλων ζητούν, πρώτο, δήλωση, ότι οι επίδικες συμβάσεις ήταν καταχρηστικές, και/ή δόλιες και/ή επέτρεπαν την τοκογλυφική ασυδοσία των εναγόντων, δεύτερο, ακύρωση των δανειακών συμβάσεων και/ή όλων των συνδεδεμένων με αυτές συμβάσεων, προγενέστερων και/ή μεταγενέστερων και/ή συμβάσεων εγγυήσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή υποθηκών. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω ζητούν δήλωση ότι οι ενάγοντες εισέπραξαν από αυτούς κεφάλαια παράνομα και/ή χωρίς νόμιμη αιτία και/ή υπό συνθήκες εκβιασμού και/ή εξαναγκασμού και/ή οικονομικού καταναγκασμού και/ή χωρίς αντάλλαγμα και/ή με απάτη και/ή δόλο και/ή συνεπεία ψυχικής πίεσης και/ή ένεκα ψευδών παραστάσεων και/ή χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή τους και/ή ενεργώντας τοκογλυφικά και/ή κάνοντας χρήση της δεσπόζουσας θέσης τους και/ή δυνάμει καταχρηστικών ρητρών. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω ζητούν απόφαση για επιστροφή σ' αυτούς κάθε ποσού το οποίο οι ενάγοντες τους απόσπασαν παράνομα. Οι εναγόμενοι, στις 17/10/2018 καταχώρησαν την υπό κρίση - μονομερή - αίτηση, με την οποία ζητούν διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες και/ή να εμποδίζονται από το να εκποιήσουν και/ή πωλήσουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν 6 συνολικά ακίνητα και συγκεκριμένα, τα βεβαρημένα με τις επίδικες υποθήκες ΑΥ.7919/2007 (δυο ακίνητα), ΑΥ.1144/2004, ΑΥ.2510/2002 και ΑΥ.229/2001 (δυο ακίνητα) μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι σε σχέση με τα βεβαρημένα με τις πιο πάνω υποθήκες, ακίνητα, οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 τροχοδρόμησαν τη διαδικασία πώλησής τους με πλειστηριασμό. Συγκεκριμένα, στις 21/9/2018 επέδωσαν στους εναγόμενους - κατά περίπτωση -, την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, ειδοποίηση, κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία τους πληροφορούν ότι θα προχωρήσουν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, στις 16/1/2019, 21/2/2019, 14/1/2019 και 21/2/2019, αντίστοιχα. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 8 και 9, στα άρθρα 12, 23 και 30 του Συντάγματος, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Μέρος VIA (στο εξής «Νόμος»), άρθρα 44Β
(3)και 44Γ
(3)(δ) και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, εντούτοις, με τη σύμφωνη γνώμη και της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων, το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - διέταξε την επίδοσή της στους ενάγοντες, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση. Η ένσταση αποτελείται από 8 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων, ... Σταυρινού. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τον 7ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση με σκοπό να θέσει το Δικαστήριο, προ τετελεσμένων γεγονότων. Όπως αναφέρει σχετικά με αυτό το λόγο ένστασης ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην παράγραφο 17 της ένορκης του δήλωσης, οι ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «Θ» επιδόθηκαν στις 7/5/2018, οι ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ», στις 21/9/2018 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/10/
- Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του Μέρους VIA του Νόμου και συγκεκριμένα, σε εφαρμογή του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Γ, στις 21/9/2018 επέδωσαν στους εναγόμενους την έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «IΑ», με την οποία τους πληροφορούν για την πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων - για τα οποία οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση -, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι είναι φανερό ότι προσπαθούν να εξασφαλίσουν το προβλεπόμενο στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, η έκδοση του οποίου αποτελεί ένα από τους 6 - συνολικά - λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και ουσιαστικά, ματαίωσης της σκοπούμενης πώλησης των επίδικων ακινήτων τους. Αυτό βέβαια μπορεί να γίνει στο πλαίσιο έφεσης κατά της εν λόγω ειδοποίησης. Η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, ως λόγος παραμερισμού της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης στο πλαίσιο σχετικής έφεσης, υιοθετήθηκε με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 (Ν.87(Ι)/2018), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ, στις 13/7/
- Με αυτό δεδομένο θεωρώ ότι η περίοδος 3 μηνών και 4 ημερών που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, στις 17/10/2018, εξ αντικειμένου δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι αποτελεί υπέρμετρη καθυστέρηση, όπως είναι η θέση των εναγόντων. Ακολουθεί ότι ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Με το 2ο λόγο υποβάλλεται ότι οι αξιώσεις των εναγόμενων είναι χρηματικής φύσεως και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των εναγόντων να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους εναγόμενους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους (της ανταπαίτησης είναι το ορθό), ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα των εναγόντων. Τέλος, με τον 3ο λόγο ένστασης - μεταξύ άλλων - υποβάλλεται ότι τα επίδικα ζητήματα είναι χρηματικής φύσεως και δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης, λόγω της συνάφειάς τους, θα συνεξεταστούν. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Αποτελεί θέση των εναγόντων πως δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δε συμφωνώ μαζί τους. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. την Odysseos (ανωτέρω)), κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Οι ακόλουθες είναι μερικές, μόνο, από τις βασικές θέσεις των εναγόμενων στην εναντίον τους αγωγή σύμφωνα με την υπεράσπισή τους, τις οποίες επαναλαμβάνουν και με την ανταπαίτησή τους και από το περιεχόμενό τους είναι σαφές, ότι παρά την περί αντιθέτου θέση των εναγόντων υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση: Οι ενάγοντες, τους επέβαλαν τις ισχυριζόμενες συμφωνίες (δηλαδή και τις επίδικες συμφωνίες υποθηκών που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης), ως το δεσπόζων μέρος, οι οποίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες, επειδή - μεταξύ άλλων - αποτελούν προϊόν απάτης και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων. Οι εν λόγω συμφωνίες, ως πλήρεις καταχρηστικών ρητρών δε δύνανται να συνεχίσουν να υφίστανται, κατά συνέπεια είναι άκυρες στο σύνολό τους, ως καταχρηστικές και/ή ως βασισμένες σε νομοθεσία αντισυνταγματική και/ή μη εναρμονισμένη με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και/ή οδηγίες και/ή κανονισμούς. Καταληκτικά, οι εναγόμενοι αρνούνται και/ή απορρίπτουν τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι τους οφείλουν το αξιούμενο ποσό και ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος τους και/ή την έκδοση απόφασης, ως η ανταπαίτησή τους. Επειδή ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες - σε σχέση πάντα με την ίδια προϋπόθεση - στην παράγραφο 23 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι η ανταπαίτηση δεν αμφισβητεί τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων δανείου, αλλά τον τρόπο χρεώσεων και την κατ' ισχυρισμό, καταχρηστική επιβολή τους, η θέση μου είναι ότι αυτό δεν ισχύει. Οι ενάγοντες δικογραφικά αναφέρονται στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου καθώς και στους όρους της, στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. Οι εναγόμενοι, με την παράγραφο 3 της υπεράσπισής τους αρνούνται και/ή απορρίπτουν το περιεχόμενο των παραγράφων 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ακολούθως, με την παράγραφο 21 - που βασικά περικλείει την ανταπαίτησή τους - επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο των παραγράφων 2 έως 20 της υπεράσπισής τους. Με αυτό δεδομένο είναι σαφές, ότι, κατά μια εκδοχή αμφισβητούν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου. Στο ερώτημα, κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα οι εναγόμενοι να πετύχουν στην ανταπαίτησή τους - και θα έλεγα και στην υπεράσπισή τους -, απαντώ αρνητικά. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί σε σχέση με τη συγκεκριμένη προϋπόθεση (βλ. την Κυτάλα (ανωτέρω)), η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η ουσία όσων αναφέρει ο εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση συναφώς με αυτή την προϋπόθεση περικλείεται στις παραγράφους 14, 15 και
- Συνοπτικά έγκειται στα εξής: Εξ όσων κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας τους στην αγωγή και οι ισχυρισμοί της υπεράσπισής τους περί παράνομων και αυθαίρετων πράξεων και χρεώσεων των εναγόντων στο λογαριασμό του, είναι βάσιμοι. Προς τεκμηρίωση της θέσης του επισυνάπτει έκθεση εμπειρογνώμονα (τεκμήριο 2), η οποία αποδεικνύει την ύπαρξη υπερχρεώσεων στο λογαριασμό του καθώς και αναλυτική κατάσταση λογαριασμών (τεκμήριο 3), στην οποία φαίνονται αναλυτικά οι υπερχρεώσεις. Τα δυο αυτά τεκμήρια αφορούν υπερχρεώσεις μέχρι το 2015 και υποστηρίζει πως σίγουρα θα υπάρχουν και υπερχρεώσεις από το 2015 μέχρι σήμερα, οι οποίες δεν έχουν υπολογιστεί ακόμη. Έχει αναθέσει τον υπολογισμό τους σε εμπειρογνώμονα. Εξ όσων κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει και με βάση όσα αναλύονται πιο πάνω έχουν πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή καθώς και η ανταπαίτησή τους είναι βάσιμη. Το πρώτο που θέλω να πω είναι το εξής: Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι θα υπάρχουν και υπερχρεώσεις από το 2015 μέχρι σήμερα, οι οποίες δεν έχουν υπολογιστεί ακόμη, δεδομένου ότι εδράζεται σε απλή υπόθεση του ιδίου υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας και προφανώς δε λαμβάνεται υπόψη. Ούτε και μου διαφεύγει ότι δεν εξηγεί ο εναγόμενος, γιατί ενώ για σκοπούς τεκμηρίωσης των κατ' ισχυρισμό του υπερχρεώσεων μέχρι και το 2015 επισυνάπτει σχετική έκθεση εμπειρογνώμονα, δεν έκανε το ίδιο και για την περίοδο μετά το 2015 μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Ωστόσο, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι αυτό, αλλά, ποιο το ποσό των κατ' ισχυρισμό του υπερχρεώσεων με βάση την έκθεση του εμπειρογνώμονα που έθεσε υπόψη μου προκειμένου να με πείσει για τη θέση του ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και οι ισχυρισμοί της υπεράσπισής τους περί παράνομων και αυθαίρετων πράξεων και χρεώσεων των εναγόντων στο λογαριασμό του είναι βάσιμοι, είτε ακόμη, ότι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή καθώς και η ανταπαίτησή τους είναι βάσιμη. Και βέβαια, όλα αυτά, σε μια αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον όλων των εναγόμενων, για το ποσό των €117.722,51, πλέον τόκους καθώς και διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Η έκθεση την οποία επικαλείται ο εναγόμενος (τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση) είναι του ... Ευθυμίου, χρηματοοικονομικού συμβούλου C.F.A., πρώην διευθυντή τράπεζας και αποτελείται από 11 σελίδες. Όπως αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, η έκθεση είναι αναφορικά με τη συνεργασία του εναγόμενου 1 και των εταιρειών μετοχικού ενδιαφέροντος και εγγυήσεώς του - εναγόμενων 2 και 5 με τους ενάγοντες. Ό,τι μας ενδιαφέρει είναι αυτά που αναφέρονται στη σελίδα 4 συναφώς με το - επίδικο - δάνειο με αύξων αριθμό
- Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: Το δάνειο χορηγήθηκε στον πελάτη με αποκλειστικό σκοπό την τελεία εξόφληση του δανείου με αύξων αριθμό 16 και για μερική εξόφληση τόκων και καθυστερημένων δόσεων προϋπαρχόντων δανείων του πελάτη. Το επίδικο δάνειο, προστίθεται, κατά την 30/6/2015 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €112.144,82 και σήμερα είναι μη εξυπηρετούμενο, με σοβαρού ύψους καθυστερήσεις και υπερχρεώσεις τόκων και εξόδων, που εκτός λάθους ή παραλείψεως ανέρχονται μέχρι 31/12/2015, πέραν των €2.000,
- Από τα παραπάνω, τα οποία, ουσιαστικά αποτελούν θέσεις των εναγόμενων είναι σαφές, ότι αυτοί, στην καλύτερη περίπτωση, εκείνο που μπορούν να πετύχουν με την υπεράσπισή τους στην εναντίον τους αγωγή είναι μείωση, κατά €2.000,00 του συνολικού ποσού των €117.722,51 που αξιώνουν εναντίον τους οι ενάγοντες, πλέον τόκους, ενώ η ανταπαίτησή τους θεωρώ πως δεν έχει καθόλου πιθανότητες επιτυχίας. Υπεισέρχομαι τώρα και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συναφώς με αυτή, ο εναγόμενος 1, στην ένορκη του δήλωση - μεταξύ άλλων - αναφέρει τα εξής, σε συνέχεια όσων αναφέρει για τις κατ' ισχυρισμό του υπερχρεώσεις (ανωτέρω): Σε περίπτωση εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων πλήττονται τόσο η υπεράσπισή τους όσο και η ανταπαίτησή τους και παραβλάπτονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματά τους, αφού, με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, τυχόν επιτυχία τους, θα έχει απολέσει τη σημασία της και θα έχει καταστεί άνευ αντικρίσματος (παράγραφος 16). Με βάση τα ανωτέρω, εξ όσων κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα τους προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να θεραπευθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, αφού τα επίδικα ακίνητα θα έχουν πωληθεί με σκοπό την είσπραξη του ισχυριζόμενου από τους ενάγοντες ποσού, πριν την κρίση της υπόθεσης από το Δικαστήριο και προτού αυτό αποφασίσει για την εγκυρότητα των μεταξύ τους συμβάσεων, αλλά και το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Δηλαδή, τα επίδικα ακίνητα θα έχουν πωληθεί για την είσπραξη ποσού το οποίο δεν είναι αυτό που πραγματικά οφείλεται στους ενάγοντες και το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από παράνομες πράξεις και χρεώσεις τους στο λογαριασμό του (παράγραφος 17). Εξ όσων κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, σε περίπτωση πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σε δημόσιο πλειστηριασμό και της μεταβίβασής του σε καλόπιστο τρίτο, θα είναι αδύνατο η μεταβίβαση αυτή να ακυρωθεί σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή και ως εκ τούτου, ο ίδιος και οι εναγόμενοι 4 και 5, θα έχουν απολέσει άδικα και αμετάκλητα την περιουσία τους (παράγραφος 18). Σε περίπτωση μη απαγόρευσης των εναγόντων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, οικονομική, αλλά και συναισθηματική και θα μείνουν εκτεθειμένοι και ανυπεράσπιστοι μπροστά στις παράνομες και καταχρηστικές πράξεις των εναγόντων, ενώ, επιπλέον, η εκδίκαση της αγωγής υπέρ τους και η ικανοποίηση της απαίτησής τους, δε θα έχει πλέον καμιά πρακτική και ουσιαστική σημασία, καθότι τα ενυπόθηκα ακίνητα θα έχουν ήδη πωληθεί προς ικανοποίηση της παράνομης απαίτησης των εναγόντων (παράγραφος 22). Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στη δική του ένορκη δήλωση ισχυρίζεται τα εξής: Οι αξιώσεις των εναγόντων είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητά τους να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους εναγόμενους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Τυχόν ζημιά τους δύναται να αποζημιωθεί σε χρήμα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θωρηθεί ανεπανόρθωτη. Οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τυχόν ζημιά, όσο μεγάλη και να είναι δεν μπορεί έστω δύσκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Τα όσα αναφέρονται περί συναισθηματικής βλάβης δεν υποστηρίζονται επαρκώς με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Έστω κι αν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν ή θα υποστούν ζημιά, αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, το οποίο οι ενάγοντες είναι σε θέσει να καταβάλουν σε περίπτωση επιτυχίας των εναγόμενων στην ανταπαίτησή τους. Επί τούτου δεν τέθηκαν από αυτούς ισχυρισμοί ότι οι ενάγοντες είναι αφερέγγυοι. Εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες διαθέτουν επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού τους για να μπορούν να καταβάλουν στου εναγόμενους αποζημίωση σε περίπτωση που στο τέλος της διαδικασίας διαφανεί ότι υπέστησαν ζημιά. Σύμφωνα με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις των εναγόντων για το έτος που έληξε στις 31/12/2017 (βλ. το τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα), ο Όμιλός τους διατηρούσε μετρητά και καταθέσεις με κεντρικές τράπεζες το 2017, ύψους €3.393.934.
- Για να επαναλάβω σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων - υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης -, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Ωστόσο, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης (ανωτέρω)), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα (ανωτέρω επίσης)). Παρατηρώ τα εξής: Οι εναγόμενοι απότυχαν να με πείσουν ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία, είτε δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα είτε ακόμη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Από τη μαρτυρία που οι ίδιοι έχουν θέσει ενώπιόν μου συναφώς με το θέμα καθώς ήδη έχει αναφερθεί στην καλύτερη περίπτωση, αυτό που μπορούν να πετύχουν με την υπεράσπισή τους στην εναντίον τους αγωγή είναι μείωση, κατά €2.000,00, του συνολικού ποσού των €117.722,51 που αξιώνουν εναντίον τους οι ενάγοντες, πλέον τόκους, ενώ η ανταπαίτησή τους δε συγκεντρώνει καθόλου πιθανότητες επιτυχίας. Εν πάση περιπτώσει, το ποσό αυτό, δηλαδή των €2.000,00 αποτελεί και την πραγματική ζημιά που θα υποστούν από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε περίπτωση επιτυχίας τόσο της υπεράσπισής τους όσο και της ανταπαίτησής τους. Και, με δεδομένο ότι η φερεγγυότητα των εναγόντων γενικά καθώς η ικανότητά τους να τους αποζημιώσουν σε τέτοια περίπτωση, δεν αμφισβητούνται δε βλέπω σε τι συνίσταται το ανεπανόρθωτο της βλάβης ή ζημιάς που θα υποστούν από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, είτε ακόμη, για ποιο λόγο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, ένεκα του γεγονότος, ότι ενώ θα πετύχουν στην υπεράσπισή τους - στην έκταση που έχει αναφερθεί - στο μεταξύ, τα επίδικα ακίνητα θα έχουν πωληθεί. Σε τέτοια περίπτωση, οι ενάγοντες, οι οποίοι διαθέτουν τα παραπάνω κεφάλαια, τα οποία ανέρχονται σε μερικά δισεκατομμύρια, θα τους καταβάλουν ανάλογη αποζημίωση. Τέλος, επί του - έωλου - ισχυρισμού τους, ότι σε περίπτωση μη απαγόρευσης των εναγόντων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, η θέση μου είναι η εξής: Από την ώρα που υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους, για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 στους ενάγοντες, για το δάνειο που του είχαν παραχωρήσει, προφανώς γνώριζαν - εν πάση περιπτώσει, όφειλαν να γνωρίζουν - για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Με αυτό δεδομένο, εάν σήμερα αισθάνονται ότι σε περίπτωση πώλησης της εν λόγω περιουσίας, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, πολύ απλά, δε θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει. Εάν αναγνώριζα ως ικανοποιητικό παράγοντα - κριτήριο, τη συναισθηματική σχέση οποιουδήποτε ενυπόθηκου ακίνητου με τον ιδιοκτήτη του - για όποιο λόγο συμβαίνει αυτό - προκειμένου να θεωρήσω ότι ικανοποιείται η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, κατά τη γνώμη μου, αυτό, θα αποτελούσε απλώς ένα εύσχημο τρόπο έμμεσης κατάργησης του δικαιώματος, κάθε ενυπόθηκου δανειστή, να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και τούτο, επειδή, προφανώς, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, για να εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα, θα επικαλείτο τη συναισθηματική του σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο. Στην απουσία απόδειξης των παραπάνω ουσιαστικών προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εξ αντικειμένου δεν τίθεται θέμα εξέτασης του εύλογου και δίκαιου της έκδοσής του, αφού, το συγκεκριμένο θέμα εξετάζεται μόνο σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος (βλ. την Αβερκίου, ανωτέρω). Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 μέχρι
- Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................. Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο