← Κύπρος

Sidebottom κ.α. ν. Thorpe κ.α., Αρ. Αγωγής: 317/2017, 12/2/2019

Sidebottom κ.α. ν. Thorpe κ.α., Αρ. Αγωγής: 317/2017, 12/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 317/2017 Μεταξύ:

  1. .... Sidebottom
  2. .... Sidebottom, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος .... Sidebottom Ενάγουσας - και -
  3. .... .... Thorpe
  4. .... .... Thorpe Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 17.10.2018 Ημερομηνία: 12.2.2019 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κα Χαραλαμπίδη, για L.G. ZAMBARTAS LLC Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Μάντης, για Mantis & Athinodorou LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής της ενάγουσας - η οποία ενάγει τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα (στο εξής «αποβιώσας») - και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 - για ό,τι μας ενδιαφέρει - είναι τα εξής: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η οποία έγινε κατά ή περί τις 4/1/2007, οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν να αγοράσουν από την εταιρεία G. & V. HADJIDEMOSTHENOUS LIMITED (στο εξής «πωλήτρια εταιρεία») μια έπαυλη στο χωριό Τάλα της επαρχίας Πάφου, για το ποσό των €302.422,45 (£177.000,00). Έναντι του ποσού αυτού κατέβαλαν μέρος και παρέμεινε υπόλοιπο - για πλήρη εξόφληση - το ποσό των €180.000,
  5. Επειδή αδυνατούσαν να το καταβάλουν, δεδομένων των συγγενικών σχέσεων που διατηρούσαν με την ενάγουσα και τον αποβιώσαντα, οι τελευταίοι συνεπεία και της φυσικής αγάπης προς αυτούς αποφάσισαν να δανείσουν στον εναγόμενο 1 το ποσό αυτό, ως δάνειο και/ή άλλως. Τα χρήματα δόθηκαν κατευθείαν σε developer με σκοπό να διευκολύνουν τους εναγόμενους να ολοκληρώσουν την αγοραπωλησία της έπαυλης. Το ποσό αυτό, τους καταβλήθηκε κατά ή περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2008 και/ή τις αρχές Μαρτίου, 2008, χωρίς χαριστική πρόθεση, με τη ρητή και/ή εξυπακουόμενη προϋπόθεση και/ή όρο, ότι ο εναγόμενος θα το επέστρεφε στην ενάγουσα και τον αποβιώσαντα άμεσα και/ή εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία παραλαβής του και δη, εντός 6 μηνών από τότε. Οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι η ενάγουσα και ο αποβιώσας χρειάζονταν τα χρήματα που είχαν δανειστεί, γιατί είχαν δεσμευτεί και/ή υπογράψει αγοραπωλητήριο για αγορά ακινήτου και χρειάζονται τα χρήματα εντός των επόμενων 6 μηνών και/ή όταν θα ολοκληρωνόταν η κατοικία τους και θα χρειάζονταν τα χρήματα και/ή στις αρχές του 2009 και/ή τον Απρίλιο του 2009 και/ή εντός του
  6. Ήταν ρητός όρος και/ή εξυπακουόμενος όρος, ότι ο εναγόμενος θα επέστρεφε τα χρήματα που είχε δανειστεί το αργότερο τον Απρίλιο του
  7. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η οποία έγινε κατά ή περί τις 4/1/2007, η ενάγουσα και ο αποβιώσας συμφώνησαν να αγοράσουν από την πωλήτρια εταιρεία, έπαυλη - στο ίδιο ακίνητο που είχαν αγοράσει και οι εναγόμενοι τη δική τους -, για το ποσό των €293.879,00 (£172.000,00). Έναντι του ποσού αυτού κατέβαλαν στην πωλήτρια εταιρεία το ποσό των €71.756,14 (£41.997,00) και παρέμεινε υπόλοιπο - για πλήρη εξόφληση - το ποσό των €222.122,86 (£130.003,00). Συνεπεία της άρνησης και/ή παράλειψης και/ή αμέλειας του εναγόμενου 1 να τους επιστρέψει το ποσό των €180.000,00 δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν την πιο πάνω αγοραπωλησία. Ως εκ τούτου, κατά ή περί τις 9/4/2009 υπόγραψαν ακυρωτικό έγγραφο με την πωλήτρια εταιρεία. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι η πωλήτρια εταιρεία θα κατακρατούσε μέρος του καταβληθέντος ποσού και δη, το ποσό των €42.756,
  8. Συνεπεία των πράξεων και/ή των παραλείψεων και/ή της επιδεικνυόμενης αμέλειας και/ή αδιαφορίας και/ή άρνησης του εναγόμενου 1 να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, η ενάγουσα και ο αποβιώσας ζήμιωσαν, πέραν του ποσού των €180.000,00 - το οποίο καταβλήθηκε ως δάνειο - και με το επιπλέον ποσό των €42.756,
  9. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης, η ενάγουσα και ο αποβιώσας δάνεισαν στους εναγόμενους το αξιούμενο ποσό, βασιζόμενοι στην αλήθεια και γνησιότητα των παραστάσεων του εναγόμενου 1 και πείστηκαν από αυτές. Με την αγωγή της η ενάγουσα (την οποία - για να επαναλάβω -καταχώρησε προσωπικά και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα), μεταξύ άλλων ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €180.000,00 καθώς και για το ποσό των €42.756,14 (ανωτέρω), πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 27/3/
  10. Στις 9/6/2017, στο πλαίσιο αίτησης, ημερομηνίας 6/6/2017, η ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στον εναγόμενο 1 εκτός δικαιοδοσίας, σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Ιρλανδία σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/
  11. Με το ίδιο διάταγμα, το Δικαστήριο διέταξε τον εναγόμενο να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Η σχετική επίδοση, του έγινε νομότυπα, στις 8/12/
  12. Επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση, η ενάγουσα, στις 17/4/2018 καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του. Ο συνάδελφος που είχε επιληφθεί της αίτησης, στις 4/6/2018 εξέδωσε απόφαση υπέρ της ενάγουσας (τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα) και εναντίον του εναγόμενου 1, για το ποσό των €180.000,00, με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Η αξίωση για το ποσό των €42.756,14, απορρίφθηκε. Ο εναγόμενος 1, στις 17/10/2018 καταχώρησε - μέσω των δικηγόρων του - σημείωμα εμφάνισης καθώς και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά απόφαση με την οποία να παραμερίζεται η πιο πάνω απόφαση. Η αίτηση, μεταξύ άλλων βασίζεται στη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  13. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία αποτελείται από 21 λόγους και υποστηρίζεται από τρεις ένορκες δηλώσεις. Μία στην οποία προέβη η ίδια, σε άλλη μια στην οποία προέβη ο δικηγόρος της, κ. Νικόλας Μάντης και σε άλλη μια στην οποία προέβη η εναγόμενη
  14. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Δεδομένου ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης είναι σαφές, ότι δικαιοδοτική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Με αυτό δεδομένο απαντώ και στον 1ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση, ο οποίος είναι αβάσιμος. Με τον 4ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή νομικά και πραγματικά. Ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια μπορεί να εγείρεται τέτοιος λόγος ένστασης στην υπό κρίση αίτηση, δεδομένης της φύσης της. Η αίτηση δεν υπέχει θέση έφεσης κατά της επίδικης απόφασης για να τίθεται θέμα εξέτασης κατά πόσο η απόφαση είναι ορθή είτε νομικά είτε πραγματικά. Ό,τι επιδιώκεται με την αίτηση είναι ο παραμερισμός της απόφασης, στη βάση πολύ καλά γνωστών προϋποθέσεων, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ούτε και ο 5ος λόγος ένστασης - με τον οποίο υποβάλλεται ότι ο αιτητής δεν έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία - έχει θέση στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Ως τελείως άσχετος με την υπό κρίση αίτηση είναι και ο 7ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης μεγαλώνει καθημερινά το ύψος της απαίτησης των εναγόντων και πλήττεται ανεπανόρθωτα η δικαιοσύνη. Εν πάση περιπτώσει, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, ακόμη και να μεγαλώσει το ύψος της απαίτησης, δε θεωρώ ότι θα πληγεί καθοιονδήποτε τρόπο η δικαιοσύνη. Αυτό που θα συμβεί είναι ότι ο εναγόμενος θα κληθεί να καταβάλει στην ενάγουσα μεγαλύτερο ποσό. Με το 12ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι ο αιτητής με τη συμπεριφορά του και/ή δια μέσω εγγράφων αποδέχτηκε την οφειλή του προς τους ενάγοντες και δε δικαιολογείται τώρα να προβάλει διαφορετικές θέσεις. Η δική μου θέση είναι πολύ απλή. Ό,τι διερευνάται στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης δεν είναι η αλήθεια της υπεράσπισης που εγείρει ο εναγόμενος, αλλά εάν παρουσιάζει τέτοια στοιχεία που αποδεικνύουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Δε συμφωνώ με την ενάγουσα ότι οι λόγοι που επικαλείται ο αιτητής για την επιτυχία της αίτησης είναι είτε γενικοί είτε αόριστοι. Ακολουθεί ότι ο σχετικός - 14ος - λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Σε περίπτωση που η αίτηση ήθελε επιτύχει, ο εναγόμενος θα έχει κάθε δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του στην εναντίον του αγωγή, ασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμά του κατά το Άρθρο 30
  15. και
  16. του Συντάγματος. Με αυτό απαντώ και στο 15ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης αποστερεί από τους καθ' ων η αίτηση από κεκτημένα. Το γεγονός ότι, όπως υποβάλλεται με το 19ο λόγο ένστασης, η απόφαση εκδόθηκε καθόλα νόμιμα δεν οδηγεί άνευ άλλου σε απόρριψη της αίτησης. Ο λόγος της αίτησης είναι διαφορετικός. Δε συναρτάται με το θέμα της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στον εναγόμενο, αλλά, πρώτο, με τους λόγους για τους οποίους αυτός παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης, δεύτερο, με το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση και τρίτο, με το εάν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Με αυτό, υπεισέρχομαι στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, για τις οποίες υπάρχει πλούσια νομολογία. Ειδικότερα: Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael

(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος σύμφωνα με την υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χαπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Η διαχρονικότητα όλων των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Βλέπε και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/09, ημερομηνίας 24/1/2014 σύμφωνα με την οποία: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Ειδικά για το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης θεωρώ καθ' όλα σχετικά τα ακόλουθα από την υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. ............. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. .............» Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή.» Ομοίως και όσα ακολουθούν από την Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289: «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην (δυνάμει της Δ.16 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Eric John Wakeham v. Audar Majid Bhatti κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση Αρ. 49/2011, ημερομηνίας 25/5/2016 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, όπου, συνοπτικά, παρατίθενται οι αρχές: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014).» Στην θεμελιακή επί του θέματος ακύρωσης υπόθεση Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204, επεξηγείται ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας πάντα τις δύο ουσιαστικές παραμέτρους, αφενός δηλαδή την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της κατά το δυνατό ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Συνακόλουθη παράμετρος είναι και η επιβεβαίωση της αναγκαιότητας να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι έχει παρέλθει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του εναγόμενου στην υποβολή της αίτησης. Με τον 8ο λόγο, του καταλογίζεται πως δε δίδει επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης καθώς και για τη μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την έκδοση της απόφασης. Με τον 9ο λόγο, του καταλογίζεται ότι ψεύδεται σχετικά με τα γεγονότα και τους λόγους που καθυστέρησε να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση. Με το 17ο λόγο, του καταλογίζεται ότι τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αποτελούν εκ των υστέρων ισχυρισμούς για αποφυγή αντιμετώπισης των συνεπειών από την έκδοση της απόφασης. Τέλος, με το 18ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι αυτός έλαβε γνώση της αγωγής και όσα εκ των υστέρων αναφέρει είναι για αποφυγή των συνεπειών. Όλοι οι παραπάνω - συναφείς - λόγοι ένστασης είναι σαφές, ότι αποβλέπουν στο να με οδηγήσουν να απορρίψω την αίτηση, επειδή, όπως είναι η θέση της ενάγουσας, ο εναγόμενος αδικαιολόγητα παρέλειψε να καταχωρήσει έγκαιρα και κανονικά σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, ως επίσης και ότι δεν υπήρξε επιμελής, αλλά επέδειξε ολιγωρία και δεν αντέδρασε έγκαιρα και με τη δέουσα ταχύτητα μετά την έκδοση της ερήμην απόφασης εναντίον του. Ο εναγόμενος, στην ένορκη του δήλωση προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή του να καταχωρήσει έγκαιρα και κανονικά εμφάνιση στην αγωγή καθώς και το χρόνο που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση - μεταξύ άλλων -αναφέρει τα εξής: Δεν αμφισβητεί τη λήψη των εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση κατά το Δεκέμβρη του
  1. Ωστόσο επιθυμεί να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα: Κατά το καλοκαίρι του ίδιου έτους υπέστη καρδιακή προσβολή και κατά συνέπεια τέθηκε υπό ιατρική παρακολούθηση και προμηθεύτηκε φαρμακευτική αγωγή, η οποία τον ταλαιπώρησε τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά. Ως συνέπεια της καρδιακής προσβολής δημιουργήθηκε ένας μεγάλος θρόμβος αίματος στον αριστερό κόλπο της καρδίας του, ο οποίος απέτρεπε το ενδεχόμενο οποιασδήποτε διορθωτικής επέμβασης ή θεραπείας. Μετά το εν λόγω περιστατικό συνέχισε να υποφέρει. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ανέπτυξε αλλεργική αντίδραση στην αύξηση της δόσης των χαπιών που του χορηγήθηκαν για μείωση των επιπέδων χοληστερόλης, με στόχο την εξάλειψη του θρόμβου και τον ανασχηματισμό της καρδιάς του και γενικώς, η βαριά φαρμακευτική αγωγή είχε θολώσει τη σκέψη καθώς και την κρίση του. Βίωσε φούσκωμα, φουσκάλες και εξανθήματα σε όλο του σώμα και το πρόσωπο και μέχρι το Μάιο - συμπεριλαμβανομένου - που σταμάτησε η φαρμακευτική αγωγή, ήταν σε συνεχή κατάσταση κούρασης, υπνηλίας και νάρκης. Ακόμη κατέστη ανίκανος για εργασία και γράφτηκε ως ανίκανος και λαμβάνει σχετικά βοηθήματα, όπως δωρεάν μετακίνηση. Κατά το χρόνο που έλαβε τα έγγραφα διένυε περίοδο κατά την οποία αυξήθηκε η φαρμακευτική του αγωγή και παράλληλα τα έξοδά του, ενώ τα έσοδά του μειώθηκαν. Ένεκα της περιορισμένης οικονομικής του ικανότητας σε συνδυασμό με την κατάστασή του, δεν ήξερε που να αποταθεί, αφού δεν είχε χρήματα να προσλάβει δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει. Στην απελπισία του αποτάθηκε με αίτηση για νομική αρωγή στην Ιρλανδία - κάτι που οι νυν δικηγόροι του το συμβούλευσαν πως ήταν λάθος -, η οποία απορρίφθηκε. Μετά το Μάιο του 2018, όταν οι παρενέργειες των φαρμάκων άρχισαν να ξεθωριάζουν και η κρίση του να επανέρχεται άρχισε να λαμβάνει τα διάφορα επιδόματα για τα οποία είχε προηγουμένως αιτηθεί. Αφού δεν είχε λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση ότι είχε προχωρήσει η διαδικασία στην Κύπρο εναντίον του, κατά τον Ιούλιο του ίδιου έτους αποφάσισε να επικοινωνήσει με τους νυν δικηγόρους του, αποστέλλοντάς τους διάφορα έγγραφα που είχε παραλάβει και ζητώντας τους να αναλάβουν την υπόθεσή του. Η κυρία Χαραλαμπίδη επικοινώνησε μαζί του και τον ενημέρωσε ότι η προθεσμία για να εμφανιστεί είχε παρέλθει και πιθανόν να εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Της είπε ότι δεν έλαβε κάποια ειδοποίηση και του εξήγησε τη διαδικασία και ότι πέραν των εγγράφων δε θα λάμβανε κάτι άλλο πριν την έκδοση απόφασης. Κατόπιν εξουσιοδότησής του, η κυρία Χαραλαμπίδη προέβηκε σε έρευνα στο φάκελο στις 2/8/2018 και του επιβεβαίωσε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του τον Ιούνιο και τον ενημέρωσε για τις εναλλακτικές οδούς που είχε στη διάθεσή του. Δυστυχώς, λόγω των θερινών διακοπών, η κυρία Χαραλαμπίδη έφευγε με άδεια εντός των επόμενων ημερών και θα επέστρεφε στις 16/8/
  2. Κατάφερε να μιλήσει μαζί της μόνο κατά την επιστροφή της και της έδωσε οδηγίες να προχωρήσει με παραμερισμό της απόφασης, στέλνοντάς της ό,τι έγγραφα είχε στην κατοχή του σχετικά με την υπόθεση, τα οποία παρέλαβε κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του εναγόμενου, η ενάγουσα, στη δική της ένορκη δήλωση αντιτείνει τα εξής: Ο εναγόμενος είχε υποστεί καρδιακή προσβολή τον Ιούνιο του
  3. Η επίδοση των εγγράφων στον ίδιο έλαβε μέρος το Δεκέμβριο του
  4. Από το γράμμα που επισυνάπτουν που στάλθηκε από το Κτηματολόγιο στους δικηγόρους του το Φεβρουάριο του 2016 είναι ξεκάθαρο ότι είχε δικηγόρους και ότι μπορούσε απλά να σκανάρει τα έγγραφα και να τα στείλει σ' αυτούς για να τον υπερασπιστούν. Χρησιμοποιεί απλά το γεγονός ότι υπέστη καρδιακή προσβολή για να κερδίσει την αίτηση. Ο κάθε άνθρωπος ο οποίος έχει υποστεί καρδιακή προσβολή μπορεί να είναι ανήμπορος να δουλέψει και να έχει δωρεά μεταφορά. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχουν σώας τας φρένας. Απλά, τους εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιεί το γεγονός ότι υπέστη καρδιακή προσβολή. Όλοι οι ισχυρισμοί του σε σχέση με την υγεία του είναι υπερβολές και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση της υγείας του. Αποδέχεται ότι το καλοκαίρι του 2017 έπαθε καρδιακή προσβολή. Όμως διαψεύδει ότι αυτό ή τα όποια χάπια ήπιε, επηρέασαν τη νοητική του κατάσταση και άρα την ικανότητά του να ανταποκριθεί στην υπόθεση. Η νοητική του κατάσταση δεν επηρεάστηκε καθοιονδήποτε τρόπο. Το γνωρίζει αυτό από πληροφορίες που έλαβε από την κόρη του Freyja που ήταν σε επικοινωνία μαζί του αυτή την περίοδο. Έπαθε καρδιακή προσβολή περί τα μέσα Ιουνίου
  5. Η κόρη του ταξίδεψε στην Ιρλανδία στις 21/6/2017 από ενδιαφέρον για τον ίδιο και τη διαβεβαίωσε ότι είχε επισκεφτεί γιατρό πριν ακόμη αντιληφθεί ότι είχε καρδιακή προσβολή, επειδή είχε εξάνθημα στο πρόσωπο. Στο παρελθόν είχε υποφέρει από δερματολογικά προβλήματα στο πρόσωπο και του είχαν χορηγηθεί χάπια για χοληστερόλη, όταν η κόρη του ζούσε στην Ιρλανδία, χωρίς καμιά παρενέργεια. Του έγινε έλεγχος και ο γιατρός του έκανε ECG. Ανακαλύφθηκε ότι είχε πάθε καρδιακή προσβολή και πήγε στο νοσοκομείο. Η κόρη του ήταν μαζί του για 8 μέρες και δε θα γνώριζε ότι είχε καρδιακή προσβολή, εκτός από τον απογευματινό ύπνο, έτρεχε γύρω, όπως συνήθως. Έστειλε επίσης μήνυμα στην κυρία Thorpe που δείχνει ότι είχε πλήρη επίγνωση του τι γινόταν. Η αγωγή του επιδόθηκε το Δεκέμβριο του 2017 που θα του έδινε πολύ χρόνο για να αναρρώσει από την καρδιακή προσβολή. Έκτοτε μέχρι τον Οκτώβριο του 2018 που ζήτησε να παραμεριστεί η απόφαση είναι περίπου ένας χρόνος. Η κόρη της μίλησε με τον καρδιολόγο της, ο οποίος λέει ότι τα χάπια που δίνονται σε περιπτώσεις καρδιακής προσβολής δεν προκαλούν οποιαδήποτε νοητικά προβλήματα ή προβλήματα με τη νοητική διαύγεια και/ή ικανότητα. Πιστεύει - και τη συμβουλεύει και ο δικηγόρος της - ότι ο ενάγοντας καθυστέρησε υπερβολικά να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση. Του επιδόθηκε το Δεκέμβριο του 2017 και καταχώρησε την αίτηση τον Οκτώβριο του
  6. Ακόμη και να δεχθούμε ότι ήταν κάτω από την επήρεια των φαρμάκων μέχρι το Μάιο του 2018 - το οποίο αρνείται - ισχυρίζεται ότι είναι ψευδή κατασκεύασμα, υπάρχει πολύ καθυστέρηση. Αυτή η καθυστέρηση είναι έλλειψη σεβασμού προς το Δικαστήριο το οποίο πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι η ενάγουσα δέχεται ότι ο εναγόμενος το καλοκαίρι του 2017 υπέστη καρδιακή προσβολή και ότι υποβλήθηκε σε φαρμακοθεραπεία σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι πλείστα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος συναφώς με τις επιπτώσεις στον ίδιο συνεπεία του εν λόγω προβλήματος υγείας που το προέκυψε τεκμηριώνονται και από αριθμό σχετικών εγγράφων - τεκμηρίων θεωρώ ότι η παράλειψή του να καταχωρήσει έγκαιρα και κανονικά εμφάνιση στην αγωγή καθώς και ο χρόνος που μεσολάβησε από την έκδοση απόφασης εναντίον του μέχρι και την ημερομηνία που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, δε συνιστούν διαγωγή ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων της αντιδίκου του, ώστε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρεια, να αρνηθώ να παραμερίσω την απόφαση. Δε χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός γιατρός (παθολόγος, καρδιολόγος ή ψυχολόγος) για να γνωρίζει ότι η καρδιακή προσβολή αποτελεί σοβαρή πάθηση, η οποία συναρτάται με το πλέον ζωτικό όργανο για κάθε άνθρωπο, την καρδία, ως επίσης ότι εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες άνθρωποι στον τόπο μας και προφανώς πολύ περισσότεροι γενικά στον κόσμο, χάνουν τη ζωή τους, συνεπεία καρδιακής προσβολής. Γνωρίζω ακόμη, ότι, ως είναι φυσικό για κάθε άνθρωπο που έχει βιώσει ένα τόσο σοβαρό επεισόδιο, αυτό τον καταβάλλει και του επηρεάζει, αν όχι τη νοητική κατάσταση, σίγουρα την ψυχολογική. Δεδομένων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος, μερικούς, μόνο, μήνες προτού του επιδοθεί η αγωγή - που είχε καταχωρηθεί στην Κύπρο -, ενώ ζούσε στο εξωτερικό είχε υποστεί καρδιακή προσβολή και βρισκόταν σε στάδιο ανάρρωσης, ακόμη και να μπορεί να λεχθεί ότι επέδειξε κάποιου είδους αδιαφορία για την αγωγή και επέλεξε να δώσει βάρος στην αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, ομολογώ πως δεν τον ψέγω γι' αυτό. Θεωρώ ότι κάθε άνθρωπος στη θέση του, το ίδιο θα έκανε. Συνεκτιμώντας τις επιπτώσεις από την παράλειψη του να καταχωρήσει εμφάνιση σε μια αγωγή που είχε καταχωρηθεί εναντίον του στο εξωτερικό από τη μια με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από την παράλειψή του να αφοσιωθεί στην αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, από την άλλη, το γεγονός ότι επέλεξε να δώσει έμφαση στο δεύτερο, ουσιαστικά για να σώσει τη ζωή του, δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος του δικαιώματός του να υπερασπιστεί την εναντίον του αγωγή, νοουμένου βέβαια ότι αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση σ' αυτή. Κατά τη γνώμη μου, όταν διακυβεύεται το ύψιστο έννομο αγαθό της ζωής, όλα τ' άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα. Προστίθενται και τα εξής: Σε αντίθεση με τον εναγόμενο, ο οποίος τεκμηρίων προκειμένου να τεκμηριώσει όσα αναφέρει συναφώς με την παράλειψή του να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή καθώς και να δικαιολογήσει το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση παρουσιάζει και αριθμό εγγράφων, η ενάγουσα επιχειρεί να το διαψεύσει με γενικούς, αόριστους, ακόμη και παράλογους ισχυρισμούς και όχι μόνο. Καταρχήν, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τι εννοεί, ισχυριζόμενη ότι οι δικηγόροι του το Φεβρουάριο 2016, θα μπορούσαν να τον υπερασπιστούν στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε και του επιδόθηκε το Δεκέμβρη του
  7. Ακολούθως, δεδομένου ότι η ακρόαση της αίτησης - που είναι ενδιάμεση - έγινε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, στο βαθμό που προκειμένου να καταρρίψει τους ισχυρισμούς του επικαλείται το τι της είχε αναφέρει η κόρη του, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της δε λαμβάνεται υπόψη. Και τούτο, επειδή ο εναγόμενος, διαδικαστικά, δεν είχε τη δυνατότητα να αντεξετάσει την κόρη του, είτε για να την αμφισβητήσει είτε για να της θέσει την εκδοχή του. Μόνο σε περίπτωση που προέβαινε σε ένορκη δήλωση η ίδια και ανάφερε αυτά που ισχυρίζεται εκ μέρους της η ενάγουσα - γιαγιά της και ο εναγόμενος παρέλειπε να ζητήσει άδεια να την αντεξετάσει θα λαμβανόταν υπόψη το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας. Παρόλα αυτά, ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι η κόρη του εναγόμενου, στις 21/6/2017 ταξίδεψε στην Ιρλανδία από ενδιαφέρον για τον πατέρα της και παρέμεινε μαζί του για 8 μέρες είναι αποκαλυπτικός της σοβαρότητας του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο εναγόμενος. Ο ισχυρισμός της ότι η αγωγή, του επιδόθηκε το Δεκέμβριο του 2017 που του έδινε πολύ χρόνο για να αναρρώσει από την καρδιακή προσβολή αποτελεί ένα παράδειγμα γενικού, αόριστου και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης ισχυρισμού. Τέλος, επί του ισχυρισμού της ότι η κόρη της (δηλαδή η εναγόμενη 2) μίλησε με τον καρδιολόγο της, ο οποίος λέει ότι τα χάπια που δίνονται σε περιπτώσεις καρδιακής προσβολής δεν προκαλούν οποιαδήποτε νοητικά προβλήματα, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: δεδομένου ότι προς υποστήριξη της ένστασης στην υπό κρίση αίτηση προέβη και η κόρη της σε ένορκη δήλωση, γιατί δεν αναφέρει σ' αυτή ό,τι υποτίθεται πως είχε πει στην ενάγουσα μητέρα της; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για να καταλήξω, δεδομένου ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο, στις 8/12/2017, η ερήμην απόφαση εναντίον του εκδόθηκε στις 4/6/2018 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/10/2018, δηλαδή, τεσσεράμισι περίπου μήνες αργότερα σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι ο εναγόμενος, όλη αυτή την περίοδο βρισκόταν στο εξωτερικό και ανάρρωνε μετά το επεισόδιο καρδιακής προσβολής που είχε υποστεί το καλοκαίρι του 2017, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω και τα διάφορα άλλα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, όλα αυτά, σωρευτικά θεωρούμενα, κατά τη γνώμη μου, σε καμιά περίπτωση καθιστούν τη διαγωγή του ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του ενάγουσας - αντιδίκου του, ώστε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρεια, να αρνηθώ να παραμερίσω την απόφαση. Ό,τι απομένει προς εξέταση - που είναι και το σημαντικότερο - είναι κατά πόσο ο εναγόμενος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στη αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής της ενάγουσας και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον του εναγόμενου αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) με αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, στη συνέχεια, θα αναφερθώ τόσο στους ισχυρισμούς του εναγόμενου που συνθέτουν την υπεράσπισή του στην εναντίον του αγωγή σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης όσο και στην περί αντιθέτου μαρτυρία που προσκομίζει η ενάγουσα. Ο εναγόμενος, στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται τα εξής: Καταρχήν, ότι οι ενάγοντες (προφανώς αναφέρεται στην ενάγουσα, η οποία ενάγει προσωπικά, ως ενάγουσα αρ. 1 και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της, ως ενάγουσα αρ. 2) είναι γονείς της εναγόμενης 2, κάτι που φαίνεται εσκεμμένα να μην έχει αναφερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αποτελεί θέση του, ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι εικονική και προωθήθηκε με τη συνεργασία της εναγόμενης 2 ώστε να τον εκδικηθεί για τον τρόπο που χωρίσανε και να τον πιέσει να της παραχωρήσει το μερίδιό του στην οικία τους που αγόρασαν στην Τάλα. Με την εναγόμενη είχαν αρκετά χρήματα στον κοινό τους λογαριασμό για να καλύψουν τις πρώτες πληρωμές για τη αγορά της οικίας και να πληρώσουν τις 6 επόμενες δόσεις του δανείου στην Ιρλανδία, αλλά, αφού η εναγόμενη 2, από τις 31/7/2007 μετακόμισε στην Κύπρο, προς έκπληξή του ανακάλυψε ότι ο λογαριασμός έφερε υπόλοιπο μόνο €45,
  8. Τότε ξεκίνησε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Αφού η εναγόμενη 2 εγκατέλειψε την Ιρλανδία, κατά τον Οκτώβριο του 2007 έλαβε ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα της, το οποίο ουσιαστικά εισηγείτο ότι ο γάμος τους είχε νεκρωθεί, επιρρίπτοντας υπαιτιότητα κυρίως στους ώμους του. Κατά το 2008, η ενάγουσα και ο αποβιώσας μετακόμισαν στην Κύπρο με σκοπό την αγορά οικίας και υποψιάζεται ότι διέμεναν με την εναγόμενη
  9. Το Φεβρουάριο του 2008, εξ όσων γνώριζε η οικία τους δεν είχε ολοκληρωθεί ώστε να καταστεί πληρωτέο το υπόλοιπο με βάση τη συμφωνία. Η οικία τους στην Ιρλανδία ήταν προς πώληση, αλλά ακόμη δεν είχε πουληθεί ώστε να εξασφαλίσει τα χρήματα για την τελευταία δόση. Συνέχιζε να πληρώνει το δάνειό του στην Ιρλανδία με την προοπτική να έχει κάποια μέρα χρήματα να εξασφαλίσει την κόρη του με ένα σπίτι. Δεν ασχολήθηκε όμως περαιτέρω με τη συμφωνία τους για την αγορά της οικίας, αφού ανέκαθεν, το χειριζόταν η εναγόμενη 2 και η δικηγόρος που είχαν διορίσει. Ουδέποτε όμως ενημερώθηκε, πόσο μάλλον συγκατατέθηκε για τον αναφερόμενο δανεισμό, από τα πρώην πεθερικά του. Το 2010, ο δικηγόρος του που τον εκπροσωπούσε τότε, επικοινώνησε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος για να τον πληροφορήσει ότι είχε πληροφορίες ότι τα πεθερικά του ζούσαν στο σπίτι τους, ενώ η εναγόμενη 2 και η κόρη τους ενοικίαζαν. Η πρώτη φορά που περιήλθε σε γνώση του η βάση της αγωγής ήταν το Μάρτιο του 2016, όταν έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους της ενάγουσας και του αποβιώσαντα, η οποία ανάφερε ότι συμφώνησε να τους πληρώσει τα χρήματα που έδωσαν στην κόρη τους για την αγορά της οικίας. Πήρε τηλέφωνο την ίδια μέρα τον κ. XXXXX Μάντη και του είπε πως δεν γνώριζε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και αυτός του είπε ότι η τότε σύζυγός του συμφώνησε μαζί με τους πελάτες του, εκ μέρους του. Κατά το τότε καιρό ένιωσε ότι προσπαθούσαν να του ασκήσουν πίεση ώστε να εγγράψει το μερίδιό του στην οικία, επ' ονόματι της κόρης του. Ακολούθως έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να προστατεύσουν τα συμφέροντά του, οι οποίοι, κατά τις αρχές του 2017 απέστειλαν σχετική επιστολή στο Κτηματολόγιο, ανακαλώντας οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο ενδεχομένως να είχε δώσει στον παρελθόν στην εναγόμενη 2 ή σε τρίτους. Δεν αντιλαμβάνεται πώς θα μπορούσε να καταστεί ποτέ υπαίτιος για την αποτυχημένη απόπειρα των πεθερικών του να αγοράσουν δικό τους ακίνητο στην Κύπρο. Ουδεμία απόδειξη - γραπτή ή προφορική - το συνδέει με τον εν λόγω διακανονισμό μεταξύ τους και της εναγόμενης
  10. Ενδεχομένως οι γονείς της να επιχείρησαν να βοηθήσουν την κόρη τους, εν αγνοία του και χωρίς την εμπλοκή του και τώρα προσπαθούν να τον πιέσουν να αποποιηθεί των δικαιωμάτων του από το ακίνητο, στην αγορά του οποίου κατέβαλε τουλάχιστον €120.000,
  11. Με τη σειρά της η ενάγουσα, στη δική της ένορκη δήλωση αναφέρει τα εξής: Αρνείται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του εναγόμενου πως δεν ήταν ενήμερος ότι η τελευταία πληρωμή για το ακίνητο του οποίου είναι ιδιοκτήτης εξ ημισείας με την κόρη της (δηλαδή, την εναγόμενη 2) πληρώθηκε από λεφτά που ανήκαν στην ίδια και τον αποβιώσαντα - σύζυγό της. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν είχαν χρήματα και τους ζήτησαν και συμφώνησαν όπως τους τα επιστρέψουν. Ο εναγόμενος ήταν πλήρως ενήμερος αυτού του γεγονότος και ήταν μέρος στη συμφωνία. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι συνήψαν έγγραφη συμφωνία με την πωλήτρια εταιρεία για να αγοράσουν την οικία για το συμφωνημένο τίμημα των €302.422,
  12. Πλήρωσαν μέρος και δεν μπορούσαν να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό των €180.000,
  13. Λόγω της σχέσης της και του αποβιώσαντα συζύγου της που είναι γονείς της εναγόμενης και ο εναγόμενος 1 ήταν γαμπρός, δέχθηκαν να τους δανείσουν το ποσό και πλήρωσαν με τη σύμφωνη γνώμη και συγκατάθεση το ποσό των €180.000,00 στην πωλήτρια εταιρεία, εκ μέρους τους. Είχε ξεκάθαρα συμφωνηθεί ότι το ποσό αυτό θα ήταν δάνειο και ότι θα τους επιστρεφόταν. Ήταν ρητός όρος, ότι ο εναγόμενος θα επέστρεφε τα χρήματα τα οποία δανείστηκε το αργότερο μέχρι τον Απρίλιο του
  14. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να επιστρέψουν τα χρήματα που είχαν δανειστεί από αυτούς και ως εκ τούτου προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η έγγραφη συμφωνία για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου ήταν συνιδιοκτησία. Επομένως, οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες κατά το ½ μερίδιο. Πλήρωσαν μαζί €120.000,
  15. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι πλήρωσε €120.000,00 είναι λανθασμένοι. Με τον ισχυρισμό του αυτό αποδέχεται ότι πλήρωσε μόνο €120.000,
  16. Ακόμη κι αν προσπαθεί να πει ότι αυτός και όχι εκείνοι το πλήρωσαν. Από αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να καταλάβει ότι οι ίδιοι πλήρωσαν €180.000,
  17. Δεν τους δώρισαν αυτά τα χρήματα. Τα δανείσανε. Με την ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος αποδέχεται και αναγνωρίζει ότι δεν πλήρωσε σημαντικά ποσά για το σπίτι στην Κύπρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες πρέπει, είτε να τους δώσει τα χρήματά τους πίσω ή να τους δώσει το σπίτι. Ο δικηγόρος της ενάγουσας κύριος Μάντης, στη δική του - σύντομη -ένορκη δήλωση αναφέρει τα εξής: ο εναγόμενος, στην παράγραφο 5.23 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν οι δυο τους, ο ίδιος του είπε ότι η πρώην γυναίκα του συμφώνησε με τους πελάτες του για λογαριασμό του. Ουδέποτε του είπε κάτι τέτοιο. Είναι η θέση των εναγόντων ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ τους και των δυο εναγόμενων. Τέλος, όσα ακολουθούν είναι από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2: Αρνείται πλήρως τους ισχυρισμούς του εναγόμενου
  18. Είναι λανθασμένοι και ψευδείς για να ξεφύγει της υποχρέωσής του και της ευθύνης από το δανεισμό του ποσού αυτού στην ίδια και σ' εκείνο. Αρνείται πλήρως τον ισχυρισμό του, πως δε γνώριζε ότι η τελευταία πληρωμή για την πληρωμή του ακινήτου για το οποίο είναι ιδιοκτήτης κατά το ήμισυ. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν είχαν χρήματα και ζήτησαν από τους γονείς της και συμφώνησε να τα επιστρέψει πίσω. Δική του ιδέα ήταν να ζητήσουν από τους γονείς της για το δάνειο. Δεδομένου ότι το σπίτι στην Ιρλανδία θα πωλείτο σύντομα και ανάμεναν το τελικό ποσό, ήταν εισήγησή του η ίδια να ζητήσει από τους γονείς της, αν μπορούσαν να τους δανείσουν τις €180.000,00 μέχρι να πωληθεί το σπίτι στην Ιρλανδία για να αποφύγουν τους επιπρόσθετους τόκους. Συζήτησε το θέμα του δανεισμού και αυτή ήτα μια καλή και λογική λύση στα οικονομικά τους προβλήματα και οι γονείς της συμφώνησαν να τους δανείσουν τα χρήματα μέχρι να ολοκληρωθεί το δικό τους σπίτι. Παρατηρώ τα εξής: Από το σύνολο των παραπάνω διιστάμενων θέσεων και ισχυρισμών και ιδίως από τη μαρτυρία που παρουσίασε η ενάγουσα θεωρώ ότι ο εναγόμενος 1 απόδειξε ότι έχει κάτι πολύ περισσότερο από εκ πρώτης όψεως καλή ή καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Ακολουθεί το σκεπτικό: Μολονότι αναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του προκειμένου να με πείσει για την αλήθεια της υπεράσπισής του στην αγωγή, εντούτοις, απ' όσα αναφέρει είναι φανερό, ότι η υπεράσπισή του εδράζεται στις εξής θέσεις του: η εναντίον του απαίτηση είναι εικονική και τούτο, επειδή ουδέποτε υπήρξε η κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας επίδικη συμφωνία δανείου. Η απαίτηση της ενάγουσας προωθήθηκε με τη συνεργασία της εναγόμενης 2 για να τον εκδικηθεί για τον τρόπο που χωρίσανε καθώς και για να τον πιέσει να της παραχωρήσει το μερίδιό του στην οικία τους που είχαν αγοράσει στην Τάλα. Δεδομένης και της φύσης της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας - η οποία εδράζεται σε προφορική συμφωνία δανείου -, ο εναγόμενος, ο οποίος την αρνείται είναι σαφές, ότι, εξ αντικειμένου δε θα μπορούσε να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο που να στοιχειοθετεί το γνήσιο της πιο πάνω υπεράσπισής του. Για να το πω και αλλιώς και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δεν ανάμενα να προσκομίσει κάποιο έγγραφο προκειμένου να αποδείξει την ανυπαρξία για τον ίδιο, μιας προφορικής συμφωνίας στην οποία φέρεται να έχει συμβληθεί. Ωστόσο, ακόμη και να λεχθεί ότι η άρνηση της επίδικης συμφωνίας δανείου εκ μέρους του αποτελεί απλώς υπεράσπιση την οποία εγείρει γενικά και αόριστα, εντούτοις, η ενάγουσα, με διάφορες ενέργειές της, καθαρά διαδικαστικής φύσεως και σωρεία ισχυρισμών της σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει προς υποστήριξη της ένστασης της στην υπό κρίση αίτηση, με έχει πείσει ότι η εν λόγω υπεράσπιση αποτελεί εκ πρώτης όψεως καλή, καλόπιστη, συζητήσιμη και γνήσια υπεράσπιση. Ειδικότερα: Καταρχήν, ενώ η αγωγή της στρέφεται εναντίον, τόσο του εναγόμενου όσο και της πρώην συζύγου του και θυγατέρας της, εντούτοις, στην έκθεση απαίτησης, μόνο ο εναγόμενος 1 αποκαλείται εναγόμενος. Όλες οι αναφορές στην εναγόμενη είναι με αναφορά στο όνομά της και σε καμιά περίπτωση αποκαλείται εναγόμενη. Ωστόσο, αυτό δεν είναι και το πλέον σημαντικό. Άλλο είναι αυτό. Ενώ σύμφωνα και με την αγωγή - κατά μια εκδοχή - το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε και στους δυο εναγόμενους, το παράδοξο είναι ότι όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας στρέφονται εναντίον μόνο του εναγόμενου. Και με δεδομένη τη θέση του, ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι εικονική και προωθήθηκε με τη συνεργασία της εναγόμενης 2 ώστε να τον εκδικηθεί για τον τρόπο που χωρίσανε και να τον πιέσει να της παραχωρήσει το μερίδιό του στην οικία τους που αγόρασαν στην Τάλα, διερωτώμαι: πώς θα πρέπει να ερμηνεύσω το γεγονός, ότι η ενάγουσα επιστράτευσε την εναγόμενη (δηλαδή, την αντίδικό της στην αγωγή), η οποία με όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση επιχειρεί κι αυτή να με πείσει ότι ο συνεναγόμενος της στην εναντίον τους αγωγή - με κοινή βάση - δεν έχει σ' αυτή υπεράσπιση και ότι ευσταθεί η απαίτηση της ενάγουσας - μητέρας της καθώς και του αποβιώσαντα πατέρα της; Απ' εκεί και πέρα διερωτώμαι και πόσο αισιόδοξη μπορεί να είναι η ενάγουσα ότι κατά την ακρόαση της αγωγής θα πείσει ότι τα γεγονότα είναι σύμφωνα με την εκδοχή της, τη στιγμή που με την ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, προκειμένου να με πείσει ότι το ποσό των €180.000,00 που συνθέτει την επίδικη αξίωσή της, αποτελεί δάνειο, το οποίο είχε παραχωρήσει μαζί με τον αποβιώσαντα σύζυγό της στον εναγόμενο, με ανάληψη δέσμευσης εκ μέρους του να τους το επιστρέψει, ισχυρίζεται τα εξής: Οι εναγόμενοι συνήψαν έγγραφη συμφωνία για να αγοράσουν την οικία για το ποσό των €302.422,
  19. Πλήρωσαν μέρος και δεν μπορούσαν να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό (€180.000,00). Η ίδια καθώς και ο αποβιώσας σύζυγός της δέχθηκαν και τους δάνεισαν το ποσό των €180.000,
  20. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν είχαν χρήματα και τους ζήτησαν και συμφώνησαν να τους τα επιστρέψουν. Ήταν ρητός όρος ότι ο εναγόμενος θα επέστρεφε τα χρήματα τα οποία δανείστηκε. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να επιστρέψουν τα χρήματα που είχαν δανειστεί και ως εκ τούτου οι ίδιοι προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγή. Η έγγραφη συμφωνία για την αγορά του ακινήτου ήταν συνιδιοκτησία. Επομένως, οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες κατά μερίδιο ½. Πλήρωσαν μαζί €120.000,
  21. Οι ίδιοι πλήρωσαν €180.000,
  22. Δεν τους δώρισαν αυτά τα χρήματα. Τους τα δάνεισαν. Ο εναγόμενος πρέπει είτε να τους δώσει πίσω τα χρήματά τους είτε να τους δώσει το σπίτι. Άξιοι αναφοράς είναι και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί της εναγόμενης 2: Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου είναι ψευδείς για να ξεφύγει της υποχρέωσής του και της ευθύνης του από το δανεισμό του ποσού αυτού στην ίδια και σ' εκείνο. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς των δυο ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα: Σε ποιον παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο; Στον εναγόμενο ή στους εναγόμενους; Η ενάγουσα ισχυρίζεται και τα δυο. Ωστόσο, είτε το ένα ισχύει είτε το άλλο, ποιος ανέλαβε να το επιστρέψει; Ο εναγόμενος ή οι εναγόμενοι; Η ενάγουσα και πάλι ισχυρίζεται και τα δυο. Και με δεδομένο ότι η οικία που είχαν αγοράσει οι εναγόμενοι ήταν για το ποσό των €302.422,45 και έναντι αυτού είχαν πληρώσει μόνο το ποσό €120.000,00 και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι η οικία τούς ανήκει εξ ημισείας, ακόμη και να υποτεθεί ότι ολόκληρο το ποσό των €120.000,00 καταβλήθηκε από την εναγόμενη (παρότι, ούτε αυτή μα ούτε και η ενάγουσα μητέρα της ισχυρίζονται κάτι τέτοιο) και ο εναγόμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό, με ποια λογική η ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει εναντίον του εναγόμενου ολόκληρο το ποσό των €180.000,00 το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ήμισυ του τιμήματος αγοράς της οικίας; Όλα τα παραπάνω ερωτήματα, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο της εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης του εναγόμενου στην εναντίον του αγωγή είμαι βέβαιος, ότι θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής, που είναι και το μόνο αρμόδιο να τα απαντήσει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης, υπό όρους, ως ακολούθως: Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που σπαταλήθηκαν (costs thrown away) - λόγω της παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρήσει εμφάνιση, με αποτέλεσμα να εκδοθεί νομότυπα απόφαση εναντίον του -, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, σε εφαρμογή σχετικής νομολογιακής αρχής (βλ. μεταξύ άλλων τη Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1179) επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος του εναγόμενου 1. Η ενάγουσα να υποβάλει στον Πρωτοκολλητή το σχετικό κατάλογο εξόδων για υπολογισμό, εντός 10 ημερών από σήμερα. Αφού αυτά υπολογιστούν και ακολούθως εγκριθούν από το Δικαστήριο, το σχετικό διάταγμα να επιδοθεί είτε στους δικηγόρους του εναγόμενου είτε στον ίδιο, εντός περαιτέρω 10 ημερών. Ο εναγόμενος να καταβάλει τα έξοδα στο δικηγόρο της ενάγουσας, εντός περαιτέρω 45 ημερών. Άμα τη καταβολή τους, θα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, εντός περαιτέρω 5 ημερών. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Η εμφάνιση που έχει καταχωρήσει ο εναγόμενος στις 17/10/2018 δε λαμβάνεται υπόψη. Και τούτο, επειδή καταχωρήθηκε μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή, επομένως είναι ανυπόστατη. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.