← Κύπρος

C.S.G. Neokleous Brothers Constructions Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πρωτ. Αίτηση Αρ. 267/2018, 19/3/2019

C.S.G. Neokleous Brothers Constructions Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πρωτ. Αίτηση Αρ. 267/2018, 19/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Πρωτ. Αίτηση Αρ. 267/2018 Αναφορικά με τον περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμο του 2010 -και- Αναφορικά με την Αγωγή Ε.Δ. Πάφου Αρ. 2098/08 μεταξύ των C.S.G Neokleous Brothers Constructions Ltd (εναγόντων), της XXXXX (XXXXX) Π. Παπακόκκινου προσωπικά και υπό την Ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της XXXXXX Π. Παπακόκκινου (εναγομένων) και των C.S.G. Neokleous Brothers Constructions Ltd, I. & A. Φιλίππου Αρχιτέκτονες-Μηχανικοί, XXXXXX Ορφανού, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Φιλίππου, αποβιώσαντα και XXXXX Φιλίππου (εναγόμενων με ανταπαίτηση) Μεταξύ: C.S.G. Neokleous Brothers Constructions Ltd, από την Πάφο Αιτήτριας -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερ.: 19.3.2019 Για την Αιτήτρια: κα Ξ. Ευαγγέλου για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Σ. Ερωτοκρίτου για τον Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται απόφαση ότι το δικαίωμα της σε διάγνωση σε εύλογο χρόνο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της στην εκκρεμούσα αγωγή 2098/2008 Ε.Δ. Πάφου έχει παραβιαστεί. Περαιτέρω αποζημιώσεις για χρηματική ζημιά €66.497,15 πλέον τόκους, €50.000 δικηγορικά έξοδα στην ρηθείσα αγωγή και γενικές αποζημιώσεις. Η Αίτηση εδράζεται στον περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο Νόμο του 2010. Ο Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με την παραβίαση του δικαιώματος προσώπων σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων τους σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις Επαρχιακού Δικαστηρίου (και σε υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου) είτε αυτές εκκρεμούν είτε περατώθηκαν (άρθρο 3

(1)). Το δικαίωμα σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο δεν είναι άλλο από αυτό που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος της Δημοκρατίας (άρθρο 2). Το δικαίωμα σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι αγώγιμο. Για την παραβίαση του μπορεί να εγερθεί αγωγή είτε η υπόθεση στην οποία κατ' ισχυρισμό παραβιάστηκε περατώθηκε είτε εκκρεμεί (άρθρο 5). Όταν, όμως, εκκρεμεί προσφέρεται και η οδός της πρωτογενούς αιτήσεως (άρθρο 7) που χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Η Πρωτογενής Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 18.10.2018 της ΧΧΧΧ Βλάμη, γραμματέα της Αιτήτριας. Προβάλλεται η θέση ότι η αγωγή 2098/2008 Ε.Δ. Πάφου αφορά σε απλή αξίωση της Αιτήτριας για τη μη πληρωμή ποσού €66.497,15 που πιστοποιήθηκε από αρχιτέκτονα σε οικοδομικό έργο. Αναφέρεται ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, που δεν έχει ακόμα αρχίσει, προκλήθηκε και προκαλείται κυρίως από τη δικονομική συμπεριφορά των Εναγομένων και τη μη αποτελεσματική αντιμετώπιση της από το Δικαστήριο, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της Αιτήτριας. Επισυνάπτεται κατάλογος εξόδων που ετοίμασαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας και στον οποίο καταγράφονται τα έξοδα μέχρι και την 10.10.2018 που ανέρχονται, μαζί με το Φ.Π.Α., σε €25.494,
  1. Ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 7 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 29.1.2019 του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου, XXXXX Αταλιώτη. Ο Αταλιώτης στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει τη φύλαξη του φακέλου της αγωγής 2098/2008 Ε.Δ. Πάφου. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παράθεση του διαδικαστικού ιστορικού της αγωγής όπως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο. Τα διαδικαστικά γεγονότα παρατίθενται σε 153 παραγράφους. Κατά τη δικάσιμο της 27.2.2019 έγιναν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: (α) Η Αιτήτρια, Ενάγουσα στην αγωγή, ουδέποτε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα ζήτησε αναβολή της ακρόασης της αγωγής ή οποιασδήποτε ενδιάμεσης διαδικασίας. (β) Η Αιτήτρια δεν είχε ένσταση σε αιτήματα αναβολής που έγιναν στις 19.9.2011, 29.11.2011, 8.3.2012 (μερικώς) και 27.4.2015, όχι όμως σε οποιαδήποτε άλλα τέτοια αιτήματα. (γ) Εκτός από την αίτηση ημερ. 16.9.2010 (για αποκάλυψη εγγράφων, η οποία απορρίφθηκε) και την αίτηση ημερ. 6.8.2015 (για να περιληφθεί η διαχειρίστρια της αποβιώσασας Β. Παπακοκκίνου ως εναγόμενη σε αντικατάσταση της Β. Παπακοκκίνου, η οποία πέτυχε), η Αιτήτρια δεν καταχώρησε άλλη ενδιάμεση αίτηση στην αγωγή. (δ) Η Αιτήτρια ζήτησε από το Δικαστήριο στις 15.5.2018 και 10.10.2018 να προχωρήσει με την ακρόαση της αγωγής παρά τη συνεχή καταχώρηση ενδιάμεσων αιτήσεων από τις εναγόμενες, όμως το Δικαστήριο δεν έχει αρχίσει ακόμη την ακρόαση. Η εκκρεμοδικία μιας αστικής υπόθεσης για δέκα και πλέον χρόνια τεκμηριώνει εκ πρώτης ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα των διαδίκων για διάγνωση σε εύλογο χρόνο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους. Αναδρομή στο διαδικαστικό ιστορικό της αγωγής επιβεβαιώνει την εκ πρώτης διαπίστωση σε σχέση με την Αιτήτρια. Δεν απαιτείται αναφορά σε όλο το διαδικαστικό της αγωγής. Αρκεί η επισήμανση των στοιχείων εκείνων που καταδεικνύουν ότι η εκκρεμοδικία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είναι αδικαιολόγητη. Επτά μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής η δικογραφία είχε συμπληρωθεί και μετά από αίτηση ορισμού τέθηκε ενώπιον Δικαστηρίου στις 19.5.
  2. Διαπιστώνεται ότι έχουν καταχωριστεί πάρα πολλές ενδιάμεσες αιτήσεις που έχουν εκτροχιάσει τον προγραμματισμό του εκδικάζοντος Δικαστηρίου για την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Σημειώνεται πως έχουν εκδοθεί 14 Ενδιάμεσες Αποφάσεις σε αιτήσεις που οδηγήθηκαν σε ακρόαση. Από τον κατάλογο εξόδων που ετοίμασαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας προκύπτει ότι έγιναν πολλές εμφανίσεις στα πλαίσια δευτερογενών αιτήσεων ενώ καταμετρούνται 13 εμφανίσεις για σκοπούς ακρόασης της αγωγής που ουδέποτε άρχισε. Τα στοιχεία επιβεβαιώνονται στην Ένορκη Δήλωση Ματθαίου. Κάποιες αναβολές δόθηκαν γιατί το εκδικάζον Δικαστήριο είχε να επιληφθεί άλλων παλαιότερων αγωγών, όμως δεσπόζον χαρακτηριστικό του διαδικαστικού ιστορικού της υπόθεσης είναι ο κατακλυσμός της διαδικασίας με ενδιάμεσες αιτήσεις. Το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο είναι ιδιαίτερα φιλελεύθερο. Η δυνατότητα όμως του εκάστοτε διαδίκου να προωθεί τα συμφέροντα του και να χρησιμοποιεί προς τούτο τις διαδικασίες δεν είναι ανεξέλεγκτη. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία και το καθήκον μέσα από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς του εξουσίες να αποτρέπει την κατάχρηση των διαδικασιών, ιδιαίτερα όπου η δικονομική συμπεριφορά κάποιου διαδίκου μπορεί να αποβεί σε βλάβη των δικαιωμάτων άλλου. Οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κρίνει το Δικαστήριο κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα ή αιτητή απαριθμούνται στο άρθρο
  3. Στην Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2014)1 Α.Α.Δ. 716, 727-728 αναφέρεται ότι: «Δεν υπάρχουν στερεότυπες παράμετροι για τη διαπίστωση του ευλόγου χρόνου. Ανάλογα με την περίσταση και τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, ο εύλογος χρόνος μπορεί να επεκτείνεται ή να σμικρύνεται. Το δεδομένο είναι ότι η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει καθορίσει τα κριτήρια με βάση τα οποία κρίνεται η παραβίαση του ευλόγου χρόνου. Στην Frydlender v. France
(2001)31 EHRR 1152, αποφασίστηκε ότι το εύλογο της διάρκειας της όλης εκκρεμοδικίας πρέπει να συνεκτιμάται υπό το φως των όλων περιστατικών της υπόθεσης, με ειδική αναφορά στο περίπλοκο της υπόθεσης, τη συμπεριφορά των διαδίκων και των αρμοδίων αρχών και τι διακυβεύεται για τον αιτητή στην κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Ταυτόχρονα, έχει λεχθεί από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να οργανώσουν το νομικό τους σύστημα κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα Δικαστήρια της χώρας να διασφαλίζουν σε κάθε πολίτη το δικαίωμα σε τελική απόφαση εντός ευλόγου χρόνου. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Bottazzi ν. Italy, Αppl. 34884/97, 28.7.1999, το αντικείμενο της πρόνοιας του Άρθρου 6
(1)της Σύμβασης είναι να προστατεύει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ζει για υπέρμετρο χρόνο κάτω από το άγχος της αβεβαιότητας, και γενικότερα, να διασφαλίζεται ότι η δικαιοσύνη αποδίδεται χωρίς καθυστερήσεις, οι οποίες και θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της. Το ΕΔΑΔ δεν αναγνωρίζει ως παράγοντα καθυστέρησης την έννοια του ότι οι ίδιοι οι διάδικοι είναι υπεύθυνοι για την πρόοδο της διαδικασίας, (Wemholf v. FRG A 7
(1968)). Αποτελεί αντίθετα, υποχρέωση του κράτους να βεβαιώνει ότι η όλη διαδικασία έχει την αναμενόμενη πρόοδο,(Union Alimentaria Sanders SA v. Spain 12 EHRR24). Ο διάδικος, από την άλλη, έχει την ευθύνη να επιδείξει την αναγκαία σπουδή στην προώθηση της υπόθεσης του λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία διαδικαστικά βήματα, αποφεύγοντας ταυτόχρονα παρελκυστικές τακτικές, (Monnet v. France A 273-A
(1993)). Όπως έχει αναφερθεί ήδη δεν υπάρχουν στερεότυπα ως προς τον καθορισμό του ευλόγου χρόνου. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου, ενώ αποδέχεται ότι μικρές περίοδοι χρόνου αναβολών δυνατόν να είναι αναγκαίες και ενσωματωμένες σε ένα σύστημα δικαίου, τις θέτει ταυτόχρονα κάτω από την ευρύτερη προϋπόθεση ότι ο γενικότερος χρόνος εκδίκασης της υπόθεσης δεν είναι υπερβολικός. Έτσι στην Pretto v. Italy, 6 EHRR 182, καθυστερήσεις αρκετών εβδομάδων πριν ακουστεί η έφεση και πριν την έκδοση της απόφασης, αν και θα μπορούσαν να αποφευχθούν, δεν ήσαν επαρκείς να θεμελιώσουν την κατάληξη ότι η συνολική έκταση της εκκρεμοδικίας των τριών ετών και έξι μηνών, ήταν υπερβολική. Από την άλλη, ακόμη και μια μοναδική και ανεξήγητη καθυστέρηση επαρκούς διάρκειας, ανεξάρτητα από το συνολικό χρόνο εκδίκασης, μπορεί να θεμελιώσει παραβίαση, (Bunate Bunkate v. Netherlands 19 EHRR 477).» Ο συνολικός χρόνος που έχει παρέλθει από την καταχώριση της αγωγής, που είναι το σημείο αναφοράς στην προκειμένη περίπτωση, είναι πολύ μεγάλος. Ακόμα και το γεγονός του θανάτου της πρώην Εναγομένης 1 στην αγωγή και η συνακόλουθη καθυστέρηση που αναπόφευκτα προκλήθηκε με την τροποποίηση της δικογραφίας το 2015 επεσυνέβηκε όταν η υπόθεση ήταν ήδη πολύ καθυστερημένη και σε χρόνο που λογικά αναμενόταν ότι θα είχε διεκπεραιωθεί. Προκάλεσε ωστόσο το θλιβερό συμβάν περαιτέρω καθυστέρηση που ήταν δικαιολογημένη. Η συμπεριφορά των διαδίκων στην αγωγή αντικατοπτρίζεται στα στοιχεία που επισημάνθηκαν πιο πάνω. Η Αιτήτρια δεν επέδειξε συμπεριφορά που να μπορεί να θεωρηθεί ότι προκάλεσε καθυστέρηση. Η έγκριση ή όχι αιτήματος αναβολής της ακρόασης αγωγής είναι καθήκον του Δικαστήριο που ασκείται δικαστικά. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την προσέγγιση του αντιδίκου στο ζήτημα, που συνυπολογίζεται χωρίς να έχει καταλυτική σημασία. Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι η Αιτήτρια σε λίγες μόνο περιπτώσεις δεν είχε φέρει ένσταση σε αιτήματα αναβολής της ακρόασης της αγωγής από τις Εναγόμενες. Η Δημοκρατία υπέχει ευθύνης για τις πράξεις ή παραλείψεις των δικαστικών αρχών στα διάφορα στάδια και διαδικασίες της υπόθεσης (άρθρο 11(ε)), σύμφωνα δε με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κατ' εφαρμογή του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών τα κράτη υποχρεούνται να οργανώνουν την έννομη τάξη τους κατά τρόπο ώστε τα εθνικά Δικαστήρια να είναι σε θέση να διασφαλίζουν το δικαίωμα στην έκδοση οριστικής απόφασης εντός εύλογης προθεσμίας. Ο όγκος των παλαιών υποθέσεων που επέβαλε στο εκδικάζον Δικαστήριο να αναβάλει την εκδίκαση της επίδικης αγωγής, όσον και αν μπορεί συνιστά επαρκή δικαιολογία για το ίδιο το Δικαστήριο, δεν συνιστά δικαιολογία για το σύστημα της απονομής της δικαιοσύνης. Και η δικαιολογία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου μπορεί μόνο να αφορά τις πρώτες περιπτώσεις αναβολής λόγω έλλειψης χρόνου. Αφότου τούτο συνέβηκε, έπρεπε η αγωγή να προγραμματιστεί σε κατάλληλη ημερομηνία με νεότερες αγωγές ώστε να λάβει την προτεραιότητα που δικαιούται. Είναι η κατάληξη και συνακόλουθα η απόφαση του Δικαστηρίου ότι το δικαίωμα της Αιτήτριας για διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της που αποτελούν επίδικα ζητήματα στην αγωγή 2098/2008 Ε.Δ. Πάφου μέσα σε εύλογο χρόνο έχει παραβιαστεί λόγω της εκκρεμοδικίας της αγωγής αυτής. Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της, η Αιτήτρια εισηγείται τον επιδικασμό €25.000 για απωλεσθέντα έξοδα και €16.500 ως γενικές αποζημιώσεις. Προκύπτει πως η αξιούμενη αποζημίωση για το ποσό των €66.497,15, που συνιστά την αξίωση στην αγωγή, εγκαταλείπεται. Το ποσό των €25.000 αφορά δικηγορικά έξοδα. Αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της παρ.7 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση. Είναι τα έξοδα που, σύμφωνα με κατάλογο εξόδων που ετοίμασαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, συσσωρεύτηκαν από την καταχώριση της αγωγής μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης. Δεν υποστηρίζεται, ωστόσο, ότι η Αιτήτρια κατέβαλε αυτά τα έξοδα στους δικηγόρους της, ούτε καν ότι οι τελευταίοι τα έχουν απαιτήσει. Ενδεχομένως υφίσταται η προσδοκία ότι όσα δεν έχουν ήδη επιδικαστεί από το εκδικάζον Δικαστήριο υπέρ της Αιτήτριας στα πλαίσια των ενδιάμεσων αποφάσεων που εκδόθηκαν και κατά την αναβολή των ακροάσεων με αίτημα των εναγομένων, θα επιδικαστούν υπέρ της και θα τα εισπράξει από τις εναγόμενες στο τέλος της αγωγής. Το άρθρο 12(γ) του Νόμου αναφέρει ότι ο ενάγοντας ή αιτητής του οποίου παραβιάστηκε το δικαίωμα σε διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μέσα σε εύλογο χρόνο δικαιούται στα «δικηγορικά έξοδα που αποδεδειγμένα έχει υποστεί λόγω της παραβίασης». Στη νομολογία του ΕΔΑΔ αναφέρεται ότι αυτά πρέπει να ήταν αναγκαία και να είναι λογικά ως προς το ύψος τους (Arvelakis v. Greece, no.41354/98, ημερ. 12.4.2001 και Nikolova v. Bulgaria, [GC] no.31195/96, ECHR 1999-ΙΙ). Το άρθρο δεν αναφέρεται στα δικηγορικά έξοδα για το σύνολο της δικηγορικής εργασίας που έχει γίνει στα πλαίσια της διαδικασίας όπου διαπιστώθηκε η παραβίαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα ή αιτητή. Άλλωστε μέρος αυτών θα είχε συσσωρευθεί ακόμα και αν η διαδικασία απ' όπου εκπηγάζει το παράπονο του είχε εξελιχθεί χωρίς καθυστέρηση. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί δικηγορικά έξοδα που προκύπτουν από την παραβίαση του δικαιώματος της σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της λόγω της καθυστέρησης στην εκδίκαση της επίδικης αγωγής. Τέτοια έχουν συσσωρευτεί όμως, όπως διαπιστώνεται δεν καταβλήθηκαν από την Αιτήτρια, ούτε της ζητήθηκε να τα καταβάλει. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε οιονδήποτε ποσό ως δικηγορικά έξοδα δυνάμει του άρθρου 12(γ) του Νόμου. Η αξίωση για €16.500 ως γενικές αποζημιώσεις εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 12(β) του Νόμου που αναφέρεται σε «αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης που έχει υποστεί λόγω της παραβίασης». Είναι οι αποζημιώσεις που μπορούν να αποδοθούν για αισθήματα πικρίας, απογοήτευσης, άγχους και αγωνίας που μπορεί να διακατέχουν το πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα έχουν, συνεπεία της καθυστέρησης, παραβιαστεί. Είναι οι αποζημιώσεις γνωστές ως "non-pecuniary damages" στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ. Στον καθορισμό των αποζημιώσεων αυτών δεν μπορεί παρά να λαμβάνεται υπόψη η φύση της υπόθεσης υπό την έννοια του τι διακυβεύεται για τον ενάγοντα ή αιτητή. Άλλα είναι τα αισθήματα πικρίας, απογοήτευσης, άγχους και αγωνίας που μπορεί να παρατηρούνται σε υποθέσεις όπου το αντικείμενο αφορά στην παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, άλλα σε υποθέσεις που αφορούν στην κατοχή και απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας ή διεκδίκησης αποζημιώσεων για σοβαρούς τραυματισμούς και άλλα σε υποθέσεις διεκδίκησης χρέους για υπηρεσίες ή αγαθά που προσφέρθηκαν ή ποσού που καταβλήθηκε. Η υπό αναφορά νομοθεσία αφορά μόνο σε αστικές υποθέσεις, όμως στη νομολογία του ΕΔΑΔ που αναφέρθηκε η Αιτήτρια περιλαμβάνονται και διαπιστώσεις παραβάσεων σε ποινικές υποθέσεις. Στην Δημητρίου, 729-730 αναφέρεται ότι: «Να λεχθεί εδώ ότι το λεγόμενο τέταρτο κριτήριο που έχει καθορίσει η νομολογία του ΕΔΑΔ, ως προς το τι διακυβεύεται για τον αιτητή, (δέστε Harris, O' Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights, 2η έκδ., σελ. 279, σημείωση 729), συσχετίζεται κυρίως με την αναγκαιότητα γρήγορης εκδίκασης λόγω ιδιαίτερων συνθηκών που αφορούν τον αιτητή. Αυτές αφορούν θέματα εργοδότησης, (Buchholz v. FRG A-42 1981), πολιτικού δικαιώματος, (Sylvester v. Austria No. 2, hudoc, 2005), τη φύλαξη παιδιών, (Hοkkanem v. Finland 19 EHRR 139), την υγεία, (Bock v. FRG A 150
(1989), τον τίτλο σε ιδιοκτησία, (Poiss v. Austria A 117, 1987) και αποζημιώσεις για τροχαίο δυστύχημα, (Silva Pontes v. Portugal 18 EHRR 156).» Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για χρηματική αξίωση της Αιτήτριας Εταιρείας για εργασία που προσέφερε. Δεν μαρτυρήθηκε ποια η σημασία της αξίωσης για την οικονομική βιωσιμότητα της Αιτήτριας ούτε έγινε αναφορά σε αισθήματα πικρίας, απογοήτευσης, άγχους ή αγωνίας που μπορεί να διακατέχουν τους αξιωματούχους της ως εκ του γεγονότος της καθυστέρησης. Το μόνο που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι ό,τι αντικειμενικά προκύπτει από το ύψος του διεκδικούμενου ποσού. Στην Δημητρίου επιδικάστηκε ποσό €1.500 ως εύλογη και δίκαια αποζημίωση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση έφεσης που είχε καταχωρήσει ο αιτητής. Η έφεση είχε καταχωριστεί την 25.11.2010 και κατά την έκδοση της απόφασης την 27.3.2014 δεν είχε ακόμα εκδικαστεί. Το επίδικο ζήτημα αφορούσε σε ακίνητη ιδιοκτησία που διεκδικούσε ο αιτητής. Στην μεταγενέστερη M.D. Cyprus Soyia Ltd ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αγ. Αρ. 1/2018, ημερ. 25.2.2019 το Ανώτατο Δικαστήριο επεδίκασε το ίδιο ποσό των €1.500 ως αποζημίωση για ζημιά μη χρηματικής φύσης που προέκυψε στην ενάγουσα από την καθυστέρηση στην εκδίκαση αναθεωρητικής έφεσης που καταχωρίστηκε την 19.5.2011 και στην οποία εκδόθηκε απόφαση την 30.5.2017. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ότι η έφεση είχε παραμείνει εκτός πινακίου για διάστημα 3½ ετών χωρίς να μπορούσε να καταλογιστεί προς τούτο ευθύνη στην ενάγουσα. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης κρίνεται ότι η διαπιστωθείσα παραβίαση δικαιολογεί τον επιδικασμό αποζημιώσεων στην Αιτήτρια για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης η οποία, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο της εκκρεμοδικίας, τις ιδιαιτερότητες που έχουν καταγραφεί και το επίδικο στην αγωγή ζήτημα, καθορίζεται σε €2.000. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Πρωτοκολλητής να διαβιβάσει αμέσως την Απόφαση στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)του Νόμου. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / General Applications / Final Αναφορά: Παραβίαση Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Αδικημάτων και Υποχρεώσεων (Ν.2(Ι)/2010) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.