← Κύπρος

ASTROBANK LIMITED ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 198/2017, 23/4/2019

ASTROBANK LIMITED ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 198/2017, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 198/2017 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αιτηση της ASTROBANK LIMITED Αιτήτριας/Εφεσείουσας και ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΠΑΦΟΥ xxxxx. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ K. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD xxxxx ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/4/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εφεσείοντες: κα Σαββίδου, για ΓΙΩΤΑ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εφεσίβλητο 1: κα Νικολάου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για εφεσίβλητο 2: κα Πολυδώρου, για κ. Πολυδώρου Για εφεσίβλητο 3: κα Αργυρού, για Ευτύχιος Πίτρος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτου Υ3636/2008 και Υ5675/2010, ημερομηνίας 24/6/2008 και 28/12/2010, αντίστοιχα (στο εξής «επίδικες υποθήκες»), η εταιρεία K. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD - η οποία στην παρούσα διαδικασία εκπροσωπείται διά του εφεσίβλητου 2, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της - υποθήκευσε προς όφελος των εφεσειόντων τρία ακίνητά της στην Πάφο, για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεών της προς τους τελευταίους, για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που της είχαν παραχωρήσει. Για σκοπούς ευκολίας αναφοράς, στο εξής, οι εφεσείοντες θα αποκαλούνται «ενυπόθηκοι δανειστές» και η εταιρεία K. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD «ενυπόθηκοι οφειλέτες» και/ή «πωλητές»). Οι επίδικες υποθήκες συστάθηκαν για το ποσό των €522.000,00, η πρώτη και για το ποσό των €385.000,00, η δεύτερη, πλέον τόκους. Να σημειωθεί ότι σε σχέση με το ένα από τα πιο πάνω ενυπόθηκα ακίνητα, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής xxxxx, με το φάκελο με αριθμό 6/ΑΧ/42/2016, στις 21/3/2017 προέκυψαν - από οριζόντιο διαχωρισμό - 12 ξεχωριστές εγγραφές - τίτλοι ιδιοκτησίας. Ανάμεσά τους και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής xxxxx που αποτελεί διαμέρισμα (στο εξής «επίδικο διαμέρισμα»). Έκτοτε και τα 12 αυτά ακίνητα βαρύνονται με τις επίδικες υποθήκες. Αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, τους οφείλουν το ποσό των €520.148,00, πλέον τόκους, από 1/7/2017. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 15/1/2013 (στο εξής «επίδικη σύμβαση»), ο εφεσίβλητος 3 (στο εξής «αγοραστής») αγόρασε από τους ενυπόθηκους οφειλέτες το επίδικο διαμέρισμα για το ποσό των €88.000,00. Την επομένη, 16/1/2013 κατάθεσε την επίδικη σύμβαση στο Κτηματολόγιο - με τον αριθμό φακέλου ΠΩΕ: 101/2013 - για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Στις 9/9/2015, κάνοντας χρήση του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος») - το οποίο διαλαμβάνει για την προστασία των «εγκλωβισμένων» αγοραστών -, με έρεισμα το γεγονός της κατάθεσης της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο υπόβαλε στον εφεσίβλητο 1 - Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου (στο εξής «Διευθυντής»), την αίτηση με αριθμό ΑΕΑ: 13/2015, για μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του. Ο Διευθυντής, αφού έκρινε ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44Κ

(1)του Νόμου, προϋποθέσεις, σε εφαρμογή του άρθρου 44ΚΒ, με την έγγραφη ειδοποίησή του - κατά τον Τύπο «ΙΕ» - προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 24/5/2017, τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Με την ίδια ειδοποίηση, τους πληροφόρησε για το δικαίωμά τους, όπως, εντός 45 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης, υποβάλουν ένσταση κατά της πρόθεσής του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης, σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Με την τελευταία παράγραφο, τους υπόδειξε ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αιτιολογημένης ένστασης ή αίτησης μεταφοράς, εντός της πιο πάνω προθεσμίας, θα προχωρήσει στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης ή του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, με την επιστολή των δικηγόρων τους στο Κτηματολόγιο, ημερομηνίας 12/7/2017 ζήτησαν τη μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε τρία άλλα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών - πωλητών. Με την εν λόγω επιστολή επισύναψαν τα ακόλουθα έγγραφα: πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας συναφώς με τα εν λόγω ακίνητα, την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ» (ανωτέρω), δύο εκθέσεις εκτίμησης αναφορικά με την εκτιμημένη αξία των ίδιων ακινήτων και τέλος, ένορκη δήλωση της κας xxxxx Λοϊζίδου - η οποία προέβη και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση έφεση -, στην οποία αναφέρεται το χρέος των ενυπόθηκων οφειλετών στους ενυπόθηκους δανειστές, δυνάμει των επίδικων υποθηκών. Στο πιο πάνω αίτημα των ενυπόθηκων δανειστών, ο Διευθυντής απάντησε με την επιστολή του, ημερομηνίας 14/7/2017. Με αυτή - η οποία έχει ως θέμα «ΑΕΑ13/15 - Αίτημα μεταφοράς Υποθηκών» - πληροφορεί τους ενυπόθηκους δανειστές με τ' ακόλουθα: Όσον αφορά το αίτημά τους για μεταφορά των επίδικων υποθηκών στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής xxxxx, αυτό έχει αποξενωθεί. Όσον αφορά το αίτημά τους για μεταφορά των επίδικων υποθηκών στα ακίνητα με αριθμό εγγραφής xxxxx στα Κονιά και xxxxx στον Άγιο Θεόδωρο, εφόσον υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα στις επίδικες υποθήκες δεν μπορεί να συντελεστεί μεταφορά τους, για το λόγο ότι τα ακίνητα στα οποία αιτούνται τη μεταφορά είναι ήδη υποθηκευμένα με άλλες συμβάσεις υποθηκών, κάτι το οποίο αντιβαίνει στο άρθρο 29 του Νόμου. Οι δικηγόροι των ενυπόθηκων δανειστών απάντησαν στην παραπάνω επιστολή του Διευθυντή, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 11/8/2017. Οι κύριες θέσεις τους σύμφωνα με αυτή είναι οι εξής: Καταρχήν απορρίπτουν το περιεχόμενο της επιστολής του Διευθυντή και όπως αναφέρουν, υποστηρίζουν εκ νέου το περιεχόμενο της δικής τους επιστολής, ημερομηνίας 12/7/2017. Ακολούθως αναφέρουν τα εξής: Η απόφαση του Διευθυντή να μην προβεί σε μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών σε άλλα ακίνητα των πωλητών προς όφελός των ενυπόθηκων δανειστών συνιστά παράβαση του Άρθρου 23
(1)
(2)και
(3)του Συντάγματος. Περαιτέρω φέρουν ένσταση στην άρνηση του Διευθυντή να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών, με δικαιολογητικό, ότι τα αναφερόμενα ακίνητα είναι ήδη υποθηκευμένα με άλλες συμβάσεις υποθηκών. Η άρνηση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη και/ή άκυρη και/ή παράνομη, καθότι πλήττονται ανεπανόρθωτα οι ενυπόθηκοι δανειστές και κινδυνεύουν να παραμείνουν ανεξασφάλιστοι σε σχέση με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις στις οποίες προέβησαν και επίσης, οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου είναι άκυρες και/ή ασύμφωνες και/ή αντίθετες και/ή παραβιάζουν το Άρθρο 23
(1)
(2)και
(4)του Συντάγματος. Περαιτέρω, η απόφαση του Διευθυντή συνιστά παράβαση και του Άρθρου 26 του Συντάγματος. Με την ίδια επιστολή, οι δικηγόροι των ενυπόθηκων δανειστών καλούν το Διευθυντή όπως ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και προβεί στη μεταβίβαση όλων των ακινήτων προς όφελος των ενυπόθηκων δανειστών και όπως προβεί στην επανεγγραφή τους στο όνομα του προηγούμενου κυρίου τους, ως νόμιμου ιδιοκτήτη τους. Επιπρόσθετα, τον παρακαλούν να τους ενημερώσει γραπτώς αναφορικά με το κατά πόσο πρόκειται να προβεί στις εν λόγω ενέργειες, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά τους να προβούν σε καταχώρηση έφεσης, δυνάμει του άρθρου 51 του Νόμου. Καταληκτικά, διατυπώνουν τη βεβαιότητά τους ότι ο Διευθυντής θα προβεί σ' όλες τις δέουσες ενέργειες με απόλυτη σύνεση προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε άλλα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών. Ο Διευθυντής απάντησε στην παραπάνω επιστολή, με την επιστολή του προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 25/8/2017. Με αυτή - που όπως και η προηγούμενη έχει ως θέμα «ΑΕΑ13/15 - Αίτημα μεταφοράς Υποθηκών» -πληροφορεί τους ενυπόθηκους δανειστές ότι η ένστασή τους απορρίπτεται για τους εξής λόγους: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή, για τους ακόλουθους λόγους: πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή και δεύτερο, ότι η σύμβαση μεταξύ πωλητή και αγοραστή είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Λόγω του ότι η ένσταση που έχει κατατεθεί στο γραφείο του δεν είναι τεκμηριωμένη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις των προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών, προστίθεται, βάσει του άρθρου 44ΚΒ
(4)και του άρθρου 44ΚΒ
(2)του Νόμου, ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην απαλλαγή των επίδικων υποθηκών και στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, εκτός εάν οι ενυπόθηκοι δανειστές, του προσκομίσουν εντός 30 ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από την ενώπιον μου μαρτυρία και κυρίως, από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων. Στο σύνολό τους σχεδόν αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, στις 31/8/2017 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση - έφεση - (στο εξής «έφεση») καθώς και μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, την 1/9/2017 εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα - μεταξύ άλλων -αναστολής της διαδικασίας μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το εν λόγω διάταγμα, στις 8/9/2017, με τη σύμφωνη γνώμη της ευπαίδευτης δικηγόρου του Διευθυντή και στην απουσία εμφάνισης εκ μέρους των ενυπόθηκων οφειλετών - πωλητών καθώς και του αγοραστή, κατέστη απόλυτο. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, με την έφεσή τους ζητούν: πρώτο, διάταγμα που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή, ημερομηνίας 14/7/2017, δεύτερο, διάταγμα που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή, ημερομηνίας 24/5/2017, τρίτο, διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση, με την οποία να παραμερίζονται και/ή ακυρώνονται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις/απόφαση του Διευθυντή, ημερομηνίας 24/5/2017 και 14/7/2017 και τέταρτο, διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση, με την οποία να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Η έφεση αποτελείται από 6 λόγους και - καθώς ήδη έχει αναφερθεί - υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η λειτουργός στη διεύθυνση καθυστερήσεων των ενυπόθηκων δανειστών, xxxxx Λοϊζίδου. Ο Διευθυντής καθώς και ο αγοραστής καταχώρησαν - ξεχωριστά - ένσταση στην έφεση. Του πρώτου αποτελείται από 23 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κτηματολογικού λειτουργού - στον κλάδο εγγραφής - στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, xxxxx Ζίγκα. Του δεύτερου αποτελείται από 14 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο ίδιος. Οι πωλητές - ενυπόθηκοι οφειλέτες, παρότι εμφανίστηκαν στη διαδικασία, εντούτοις δεν έχουν καταχωρήσει ένσταση. Κατά την ακρόαση της έφεσης, η ευπαίδευτη δικηγόρος τους δήλωσε πως δε θα ενστούν, ως επίσης και ότι το χρέος του αγοραστή προς τους ίδιους έχει εξοφληθεί. Η ακρόαση της έφεσης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια - και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο -, θα διαφανεί, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην εξέταση της έφεσης, υπό το φως όσων από τους λόγους ένστασης, είτε του Διευθυντή είτε του αγοραστή θεωρώ αναγκαίους, για σκοπούς έκδοσης της ετυμηγορίας μου. Προκαταρκτικά, θα ήθελα να πω τα εξής: Στο βαθμό που με την υπό κρίση έφεση ζητείται οτιδήποτε σε σχέση με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», ημερομηνίας 24/5/2017 - με την οποία ο Διευθυντής γνωστοποίησε στους ενυπόθηκους δανειστές την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή -, η έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη. Δικαιοδοτικό βάθρο της έφεσης αποτελεί το άρθρο 51 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα από οποιαδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του Νόμου μπορεί να την εφεσιβάλει εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της εν λόγω διαταγής, γνωστοποίησης ή απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών (βλ. την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της κας Λοϊζίδου), ότι παρέλαβαν την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», περί την 1/6/2017. Και με δεδομένο ότι η υπό κρίση έφεσή τους καταχωρήθηκε στις 31/8/2017, δηλαδή, σχεδόν τρεις
(3)μήνες αργότερα είναι φανερό, ότι συναφώς με την εν λόγω ειδοποίηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Επομένως, η έφεση, θα εξεταστεί σε συνάρτηση μόνο με όσα αφορούν στην απόφαση του Διευθυντή - η οποία περικλείεται στην επιστολή του προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 14/7/2017 - με την οποία απέρριψε το αίτημά τους για μεταφορά των επίδικων υποθηκών στα τρία ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών που του υπέδειξαν. Με τον 1ο λόγο ένστασης, ο Διευθυντής υποβάλλει ότι η έφεση στρέφεται εναντίον λανθασμένου διαδίκου και/ή ο τίτλος της έφεσης είναι λανθασμένος, αφού το ορθό ήταν, η έφεση να προωθηθεί εναντίον του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου. Τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να εγείρεται υπό μορφή ένστασης και κατ' επέκταση να καταστεί επίδικο θέμα της έφεσης. Όπως επισημαίνεται στην Lioufis and Co Lτδ ν. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 773, η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη διαδίκων. Εάν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, δεν τίθεται ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα, προστίθεται, είναι αίτηση για διαγραφή της αγωγής στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνονται και στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)I(Β) A.A.Δ.
  1. Προφανώς, όλα αυτά, τηρουμένων των αναλογιών ισχύουν και στην περίπτωσή μας έστω κι' αν αφορά έφεση και όχι αγωγή. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία, κατά τη γνώμη μου καθιστούν και αβάσιμο - νόμω και ουσία - το συγκεκριμένο λόγο ένστασης: Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου «Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών και περιλαμβάνει Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό και οποιοδήποτε άλλο λειτουργό διορίζεται από το Διευθυντή, για όλους ή κάποιους από τους σκοπούς του Νόμου, είτε γενικά είτε για κάποιο ειδικό σκοπό. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: με μόνο λόγο ότι στο Νόμο, ο Διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών καθώς και κάθε Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός προσδιορίζονται με τη λέξη «Διευθυντής» και στην υπό κρίση έφεση, η οποία σύμφωνα με τον τίτλο της είναι αναφορικά με το Νόμο, η λέξη «Διευθυντής» περικλείεται στο όνομα του εφεσίβλητου 1, που βασικά είναι Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου, θεωρώ πως δεν μπορεί να γίνεται βάσιμα λόγος ότι η έφεση στρέφεται εναντίον λανθασμένου διαδίκου, είτε ακόμη ότι ο τίτλος της είναι λανθασμένος. Το ίδιο θα ίσχυε ακόμη και αν στον τίτλο της έφεσης η λέξη «Διευθυντής» ήταν και η μόνη που προσδιόριζε τον εφεσίβλητο
  2. Προστίθενται και τα εξής: Η φράση που ακολουθεί η οποία περικλείεται στο σώμα της ένστασης του Διευθυντή, κατά τη γνώμη μου, ενώ από τη μια δε νομιμοποιεί τον ίδιο από το να εγείρει τον επίμαχο λόγο ένστασης, από τον άλλη, νομιμοποιεί εμένα να πω ότι ο Διευθυντής δέχεται και αναγνωρίζει ως ορθό τον τίτλο της έφεσης και ότι αυτή, με αναφορά στον ίδιο, στρέφεται εναντίον του ορθού διαδίκου: «Δίδεται ειδοποίηση ότι ο Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητος αρ.1 (στο εφεξής αναφερόμενος ως «ο Διευθυντής»), δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, προτίθεται να φέρει ένσταση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση/Έφεση.» Η συγκεκριμένη φράση, ως θέμα ερμηνείας έχει την εξής έννοια: με αυτή, ο Διευθυντής αναγνωρίζει και αποδέχεται ότι πρόκειται για τον ίδιο ο κατονομαζόμενος Διευθυντής του Κτηματολογικό Γραφείου Πάφου που αποτελεί τον εφεσίβλητο 1 στον τίτλο της έφεσης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με τον 6ο λόγο έφεσης υποβάλλεται ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη, καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά, η οποία του παρέχεται από το Νόμο. Συναφώς με αυτό το λόγο έφεσης εντάσσω τα ακόλουθα, από τη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων των ενυπόθηκων δανειστών: Η ενυπόθηκοι δανειστές απέρριψαν την άρνηση και/ή απόφαση και/ή γνωστοποίηση, ημερομηνίας 14/7/2017 στην ολότητά της, ως εσφαλμένη και άκυρη. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Νόμο που να λέει ότι σε περίπτωση αίτησης μεταφοράς υποθήκης, η ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να είναι ελεύθερη από άλλα εμπράγματα βάρη. Η αίτηση μεταφοράς έγινε νοουμένου ότι οι επίδικες υποθήκες θα μεταφέρονταν σε άλλα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών. Με αυτή, οι ενυπόθηκοι δανειστές, σε καμιά περίπτωση δε συναίνεσαν στον περιορισμό των δικαιωμάτων τους, αλλά, όπως αυτά μεταφερθούν επί άλλων ακινήτων. Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τους ακόλουθους λόγους ένστασης του Διευθυντή: Με το 2ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η έφεση είναι πρόωρη, καθότι σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το Νόμο διαδικασία, οι ενυπόθηκοι δανειστές θα έπρεπε να είχαν καταχωρήσει πρώτα ένσταση προς την προτιθέμενη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος, η οποία τους κοινοποιήθηκε με τις επιστολές του Διευθυντή, ημερομηνίας 24/5/2017 και 14/7/2017 και εφόσον απορριπτόταν από το Διευθυντή, μετά θα δικαιούνταν να καταχωρήσουν έφεση. Με τον 3ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν ακολούθησαν την προβλεπόμενη και/ή δέουσα διαδικασία καταχώρησης ένστασης στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών, εναντίον της πρόθεσης του Διευθυντή για μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος. Ως εκ τούτου, προστίθεται, η έφεση στρέφεται κατά απόφασης του Διευθυντή, η οποία δεν επηρεάζει και/ή δεν επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματά τους, είναι πληροφοριακού και/ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα και/ή προκαταρκτική, για πρόθεση μελλοντικής ενέργειας και/ή μη τελική, αφού ο Διευθυντής θα προέβαινε σε έρευνα και/ή αξιολόγηση στοιχείων και/ή θα συνεκτιμούσε τα δεδομένα τυχόν ένστασης. Ως εκ τούτου αφαιρείται αδικαιολόγητα ύλη και/ή αρμοδιότητα και/ή εξουσία από τον Διευθυντή, την οποία του έδωσε ο Νόμος και/ή σε κάθε περίπτωση, η έφεση είναι πρόωρη. Τέλος, με τον 4ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι θεραπείες που επιδιώκονται με την έφεση είναι ελλιπείς και/ή στρέφονται εναντίον αποφάσεων του Διευθυντή, οι οποίες δεν ήταν τελεσίδικες και/ή δεν δύνανται να έχουν έννομα αποτελέσματα και δη, ουδεμία αναφορά γίνεται στην απόφαση και/ή επιστολή, ημερομηνίας 25/8/2017, στην οποία καταγράφεται η τελική και/ή αμετάκλητη απόφαση του Διευθυντή και δε ζητείται ακύρωση και/ή τερματισμός της ισχύος της, καθιστώντας την παρούσα διαδικασία εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή άνευ αντικειμένου. Με την επισήμανση ότι τα ίδια περίπου υποβάλλει και ο αγοραστής με τους δυο πρώτους λόγους ένστασής του, παρατηρώ τα εξής: Για σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση λόγου έφεσης, ο οποίος, ασφαλώς - για να επαναλάβω - θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους παραπάνω λόγους ένστασης θεωρώ αναγκαία την παράθεση των άρθρων 2, 44ΙΗ, 44ΙΘ, 44Κ και 44ΚΒ και 51 του Νόμου. Ακολουθούν αυτούσια, εν όλω ή εν μέρει: «2.-
(1)Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου- ....... "αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο" για ζητήματα που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία, σημαίνει το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία ή οποιοδήποτε άλλο γραφείο ή χώρο που ο Διευθυντής ήθελε, με ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίσει για όλες ή μερικές από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε παράρτημα Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου που λειτουργεί στην επαρχία αυτού, ο δε όρος "αρμόδιος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός" θα ερμηνεύεται ανάλογα: Νοείται ότι σε παράρτημα διενεργούνται τέτοιες μόνο πράξεις ως ήθελε εκάστοτε εξουσιοδοτηθεί από το Διευθυντή· 44ΙΗ. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. 44ΙΘ
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) τον πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (γ) τον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει εγγεγραμμένης στα μητρώα του ακινήτου σύμβασης υποθήκης, ή/και (δ) το δανειστή δυνάμει σύμβασης δανείου με τον αγοραστή.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν- (α) Έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ, ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης, είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. 44Κ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.
(2).....
(3)..... 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)....» 51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).» Η ουσία όσων διαλαμβάνονται στις παραπάνω διατάξεις - για ό,τι μας ενδιαφέρει - έγκειται στα εξής: Σε περίπτωση σύμβασης πώλησης ακινήτου, η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου - το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης - επ' ονόματι του αγοραστή, κατόπιν αίτησης του αγοραστή στο Διευθυντή, το ακίνητο μεταβιβάζεται επ' ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: πρώτο, έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης του ακινήτου και δεύτερο, υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του. Ο Διευθυντής εξετάζει την αίτηση και σε περίπτωση που οι δυο αυτές προϋποθέσεις πληρούνται, γνωστοποιεί στον ενυπόθηκο δανειστή, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, μετά την παρέλευση 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης. Με την ίδια ειδοποίηση, τον ενημερώνει ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, θα προβεί σε απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή - εντός της παραπάνω προθεσμίας - για τους εξής λόγους: πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή δεύτερο, ότι η σύμβαση μεταξύ των δυο είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Σε περίπτωση που η ένσταση είναι βάσιμη, είτε για τον ένα λόγο είτε για τον άλλο, ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Ο ενυπόθηκος δανειστής, αντί υποβολής ένστασης μπορεί να ζητήσει όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, αντί της απαλλαγής ή εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης. Σε τέτοια περίπτωση, ο Διευθυντής εξετάζει την αίτηση και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης στην εν λόγω ιδιοκτησία σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος. Αυτονόητο πως, σε τέτοια περίπτωση προχωρεί και στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Σε περίπτωση που η αίτηση μεταφοράς δεν τεκμηριώνεται, ο Διευθυντής προβαίνει σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του Διευθυντή, στη γραπτή αγόρευσή της, αναπτύσσοντας τους 2ο, 3ο και 4ο λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Συνάγεται από τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, ότι η ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ» αποτελεί γνωστοποίηση πρόθεσης για μεταβίβαση και όχι τελική απόφαση του Διευθυντή, η οποία υπόκειται σε έφεση, δυνάμει του άρθρου 51 του Νόμου. Η τελική απόφαση του Διευθυντή είναι εκείνη που εκδίδεται μετά από την εξέταση σχετικής ένστασης που υποβάλλεται από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στην παρούσα περίπτωση, ο Διευθυντής δεν άσκησε πλήρως την αρμοδιότητά του, όπως προβλέπεται στο Νόμο, ώστε να μπορεί να αναλάβει αρμοδιότητα το Δικαστήριο. Να σημειωθεί ότι με βάση το εδάφιο
(2)του άρθρου 51 του Νόμου, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται διαδικασιών, για τις οποίες ο Διευθυντής έχει εξουσία να αποφασίζει. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, προστίθεται, θα ισχυριστούν ότι ο Νόμος προβλέπει μόνο για συγκεκριμένους λόγους την υποβολή ένστασης, οι οποίοι δεν την αφορούν. Όμως, ακόμη και έτσι όφειλαν να υποβάλουν την ένστασή τους για τους λόγους που έκριναν ότι ευσταθούν και αν ο Διευθυντής την απέρριπτε, τότε μόνο θα δικαιούνταν να προχωρήσουν με καταχώρηση έφεσης. Η ενέργειά τους να προχωρήσουν απευθείας την παρούσα υπόθεση, επειδή απλά προδίκασαν ότι ο Διευθυντής θα απέρριπτε την ένστασή τους, διαφοροποιεί τη διαδικασία, χωρίς νομοθετικό έρεισμα. Είναι η θέση τους, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή εκφράζει πρόθεση μελλοντικής ενέργειας που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν παραβλάπτει τα συμφέροντα των ενυπόθηκων δανειστών, ώστε να μπορεί να εφεσιβληθεί δυνάμει του άρθρου 51 του Νόμου. Ως εκ τούτου, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη. Οι θεραπείες που επιδιώκονται με την έφεση είναι ελλιπείς, αφού στρέφονται εναντίον αποφάσεων του Διευθυντή, οι οποίες δεν είναι τελεσίδικες και ως τέτοιες δε δύνανται να επιφέρουν έννομα αποτελέσματα και κατ' επέκταση καθιστούν τη διαδικασία, εξ υπαρχής άκυρη. Όπως προκύπτει από τα κατατεθειμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου έγγραφα, η επιστολή, ημερομηνίας 25/8/2017, ήταν αυτή με την οποία ζητείτο από τους ενυπόθηκους δανειστές η προσκόμιση διατάγματος και που για τους σκοπούς του Νόμου αποτελεί την τελική απόφαση του Διευθυντή. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του αιτητικού της έφεσης ζητείται ακύρωση των αποφάσεων, ημερομηνίας 24/5/2017 και 14/7/2017. Ουδεμία αναφορά γίνεται για την τελική απόφαση του Διευθυντή, ως αυτή καταγράφεται στην επιστολή του, ημερομηνίας 25/8/2017, παρόλο που αποστάληκε στους ενυπόθηκους δανειστές και ουδέν διάταγμα ζητείται, όπως γίνεται με τις επιστολές, ημερομηνίας 24/5/2017 και 14/7/2017. Η ορθή διαδικασία θα ήταν να ζητείτο η ακύρωση της απόφασης, ημερομηνίας 25/8/2017, που αποτελεί και την τελική απόφαση του Διευθυντή. Παρατηρώ τα εξής: Με εξαίρεση τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου του Διευθυντή, ότι η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», δεν είναι εφέσιμη, την οποία αποδέχομαι, ως θέμα αρχής, για όλους τους λόγους που αναφέρει η κα Κυριάκου και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση και για τον επιπλέον λόγο, ότι καθώς ήδη έχει κριθεί, στο βαθμό που με την υπό κρίση έφεση βάλλεται η εν λόγω ειδοποίηση, η έφεση είναι εκπρόθεσμη, διαφωνώ κάθετα με οτιδήποτε άλλο αναφέρει η κα Κυριάκου. Ειδικότερα: Στην προκειμένη περίπτωση, ο Διευθυντής, αφού έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 44Κ
(1)του Νόμου, δηλαδή, ότι καταβλήθηκε πλήρως το τίμημα πώλησης του επίδικου διαμερίσματος και υπάρχει εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του, σε εφαρμογή του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, με την ειδοποίησή του κατά τον Τύπο «ΙΕ» προς τους ενυπόθηκους δανειστές, τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, μετά την παρέλευση 45 ημερών από την επίδοση της εν λόγω ειδοποίησής του. Με αυτή - που θα πρέπει να σημειωθεί είναι απολύτως σύμφωνη με το νενομισμένο τύπο -, τους πληροφόρησε για το δικαίωμά τους, όπως εντός της παραπάνω προθεσμίας, υποβάλουν ένσταση εναντίον της πρόθεσής του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος ή αίτηση μεταφοράς των επίδικων υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία. Καταληκτικά, τους πληροφόρησε ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αίτησης μεταφοράς, εντός της παραπάνω προθεσμίας, το Τμήμα, θα προχωρήσει στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση των επίδικων υποθηκών και στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, αντί ένστασης, επέλεξαν - ως είχαν δικαίωμα - να ζητήσουν μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε τρία άλλα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών. Το γεγονός ότι επέλεξαν να ασκήσουν το συγκεκριμένο δικαίωμα, αντί ένστασης σημαίνει δυο πράγματα. Καταρχήν, ότι δεν μπορεί να αποτελεί θέση τους, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, είτε ακόμη, ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος, που είναι και οι δυο - μόνο - λόγοι για τους οποίους είχαν δικαίωμα να υποβάλουν ένσταση, κατά της πρόθεσης του Διευθυντή να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή. Ακολούθως, ότι συναινούν στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, υπό τον αυτονόητο όρο ότι ο Διευθυντής θα μεταφέρει τις επίδικες υποθήκες σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία των ενυπόθηκων οφειλετών - πωλητών, αντί να προβεί σε απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωσή τους. Για να συνεχίσω, ο Διευθυντής, κατόπιν εξέτασης της αίτησης των ενυπόθηκων δανειστών για μεταφορά των επίδικων υποθηκών στα τρία άλλα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών, με την επιστολή του προς τους πρώτους, ημερομηνίας 14/7/2017, με θέμα «ΑΕΑ13/15 - Αίτημα μεταφοράς Υποθηκών», ουσιαστικά απέρριψε το αίτημά τους, με το εξής αιτιολογικό: επειδή το ένα από τα τρία ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών που του υποδείχτηκε για να μεταφέρει τις επίδικες υποθήκες με το σχετικό αίτημα, είχε αποξενωθεί. Σ' ό,τι αφορά τα άλλα δυο ακίνητα, με το σκεπτικό ότι, εφόσον υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα στις επίδικες υποθήκες, δεν μπορεί να συντελεστεί μεταφορά τους στα δυο αυτά ακίνητα, που επίσης του είχαν προτείνει οι ενυπόθηκοι δανειστές, για το λόγο ότι αυτά «..είναι ήδη υποθηκευμένα με άλλες συμβάσεις υποθηκών κάτι το οποίο αντιβαίνει στο αρ. 29 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965.» Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι τα όσα περικλείονται στην εν λόγω επιστολή του Διευθυντή, ουσιαστικά αποτελούν την απόφασή του επί της αίτησης των ενυπόθηκων δανειστών για μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία των ενυπόθηκων οφειλετών - πωλητών. Απόφαση, η οποία λήφθηκε σε εφαρμογή του άρθρου 44ΚΒ
(4)του Νόμου και συγκεκριμένα, σε εφαρμογή της τρίτης επιφύλαξης, η οποία διαλαμβάνει τα εξής: «Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).» Το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου Νόμου προνοεί ότι: «Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.» Το τι συνάγεται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, κατά τη γνώμη μου είναι το εξής: ο Διευθυντής, αφ' ης στιγμής, με την επιστολή τους προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 14/7/2017 απέρριψε το αίτημά τους για μεταφορά των επίδικων υποθηκών, αυτό που όφειλε να κάνει, σε εφαρμογή του εδαφίου
(2)του άρθρου 44ΚΒ (ανωτέρω) ήταν να προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση των επίδικων υποθηκών και σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή. Ο ισχυρισμός της κας Κυριάκου, ότι η παραπάνω απόφαση του Διευθυντή, δεν είναι εκτελεστή, αλλά εκφράζει απλώς πρόθεση μελλοντικής ενέργειας που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν παραβλάπτει τα συμφέροντα των ενυπόθηκων δανειστών ώστε να μπορούν να την εφεσιβάλουν, ως επίσης ότι αυτοί, μετά την παραπάνω απόφαση του Διευθυντή, όφειλαν να υποβάλουν ένσταση για τους λόγους που έκριναν ότι ευσταθούν και μόνο αν ο Διευθυντής την απέρριπτε θα είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν με καταχώρηση έφεσης είναι εσφαλμένος. Αυτό, καταρχήν, επειδή ο εν λόγω ισχυρισμός παραβλέπει ότι η τρίτη επιφύλαξη του εδαφίου
(4)του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου (ανωτέρω) - που θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι πανομοιότυπη με τη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του ίδιου άρθρου - αφορά στο Διευθυντή, ο οποίος, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης μεταφοράς των επίδικων υποθηκών, ενεργώντας κατ' ανάλογο τρόπο που ενεργεί και σε περίπτωση με τεκμηρίωσης ένστασης κατά της πρόθεσής του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2). Το ρήμα «προχωρεί» έχει την εξής έννοια: ο Διευθυντής, όπως και στην περίπτωση που απέρριπτε τυχόν ένσταση κατά της πρόθεσής του να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου έτσι και στην περίπτωσή μας που απέρριψε την αίτηση για μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε άλλα - συγκεκριμένα - ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών, αυτό που όφειλε να κάνει ήταν να προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση των επίδικων υποθηκών και σε μεταβίβαση του επίδικο διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή. Πουθενά στο Νόμο παρέχεται δικαίωμα στους ενυπόθηκους δανειστές να υποβάλουν ένσταση κατά της απόφασής του να απορρίψει το αίτημά τους για μεταφορά των επίδικων υποθηκών και ούτε και θα είχε νόημα να υπόβαλλαν τέτοια ένσταση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται στο Νόμο για δυο συγκεκριμένους λόγους, που καμία σχέση έχουν με το επί του προκειμένου αίτημά τους. Από τα παραπάνω καθίσταται τελείως ξεκάθαρο ότι το περιεχόμενο της επιστολής του Διευθυντή, με την οποία απέρριψε το αίτημα των ενυπόθηκων δανειστών αποτελεί απόφαση τη εννοία του Νόμου, η οποία, με όρους διοικητικού δικαίου υπέχει θέση εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεσή της, έννομες συνέπειες, δηλαδή μεταβάλλει τα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών έναντι των ενυπόθηκων οφειλετών (βλ. το σύγγραμμα του Αναστ. Ι. Τάχου «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο», δεύτερη έκδοση, 1988, σελ.308.). Και πώς μεταβάλλει τα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών η συγκεκριμένη απόφαση; Επειδή, πολύ απλά, με την απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση των επίδικων υποθηκών επί του επίδικου διαμερίσματος από το Διευθυντή και τη μεταβίβασή του επ' ονόματι του αγοραστή, καταργούνται οι εξασφαλίσεις που τους είχαν παράσχει οι ενυπόθηκοι οφειλέτες - πωλητές, για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παρείχαν εκείνοι. Με αυτό δεδομένο, οι ενυπόθηκοι δανειστές, σε εφαρμογή του άρθρου 51
(1)του Νόμου, ως «πρόσωπο», του οποίου παραβλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα από την εν λόγω απόφαση του Διευθυντή - η οποία λήφθηκε δυνάμει του Νόμου -, εφεσίβαλαν καθόλα νόμιμα και δικαιωματικά την εν λόγω απόφαση. Το τι ακολούθησε της αποστολής της παραπάνω επιστολής του Διευθυντή δε μεταβάλλει τα παραπάνω δεδομένα, που είναι και τα μόνα που έχουν έρεισμα το Νόμο. Με αυτό, αναφέρομαι στην επιστολή των δικηγόρων των ενυπόθηκων δανειστών προς το Διευθυντή, ημερομηνίας 11/8/2017 και στην απαντητική επιστολή του τελευταίου, ημερομηνίας 25/8/2017, που κατά την κα Κυριάκου πάντοτε, η δεύτερη, αποτελεί και την τελική απόφαση του Διευθυντή, που είναι και η μόνη η οποία θα μπορούσε να εφεσιβληθεί. Με την πρώτη, οι δικηγόροι των ενυπόθηκων δανειστών, μεταξύ άλλων αναφέρουν πως φέρουν ένσταση στην άρνηση του Διευθυντή να προβεί στη μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών σε άλλα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών και καλούν το Διευθυντή να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να προβεί στη εν λόγω μεταβίβαση. Με τη δεύτερη - που απαντά στην πρώτη - ο Διευθυντής πληροφορεί τους ενυπόθηκους δανειστές, ότι η ένστασή τους απορρίπτεται (για λόγους οι οποίοι αναφέρονται σε άλλο σημείο - πιο πάνω -). Ακόμη και να μπορεί να λεχθεί ότι η επιστολή του Διευθυντή, ημερομηνίας 25/8/2017 αποτελεί απόφαση, αυτή, δεδομένου ότι ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της επιστολής του, ημερομηνίας 14/7/2017, με όρους και πάλι διοικητικού δικαίου, η δεύτερη, ημερομηνίας 25/8/2017 αποτελεί βεβαιωτική πράξη, η πραγματική και νομική βάση της οποίας ταυτίζεται προς εκείνη της προηγηθείσας που είναι εκτελεστή (βλ. και πάλι το σύγγραμμα «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο» - ανωτέρω -, σελ. 318). Ως τέτοια, η δεύτερη - σε αντίθεση με την πρώτη που είναι εκτελεστή και μπορεί να προσβληθεί με έφεση - δεν εφεσιβάλλεται. Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία του 6ου λόγου έφεσης, με τον οποίο - για να επαναλάβω - υποβάλλεται ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη, καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά, η οποία του παρέχεται από το Νόμο. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, ο Διευθυντής, με την εκκαλούμενη απόφασή του, ημερομηνίας 14/7/2017 απέρριψε το αίτημα των ενυπόθηκων δανειστών για μεταφορά των επίδικων υποθηκών στα τρία ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών - πωλητών που του υποδείχθηκαν από τους πρώτους, επειδή, το ένα από αυτά αποξενώθηκε και τα άλλα δυο είναι ήδη υποθηκευμένα με άλλες συμβάσεις υποθηκών, οπότε το αίτημα για μεταφορά των επίδικων υποθηκών σ' αυτά, αντιβαίνει στο άρθρο 29 του Νόμου. Παρατηρώ τα εξής: Στο βαθμό που ο Διευθυντής απέρριψε το αίτημα μεταφοράς των επίδικων υποθηκών, επειδή το ένα από τα τρία ακίνητα που του υποδείχθηκαν από τους ενυπόθηκους δανειστές είχε αποξενωθεί, προφανώς, η απόφασή του είναι ορθή. Ακολουθεί ότι ο υπό κρίση λόγος έφεσης, συναφώς με αυτό το ακίνητο είναι αβάσιμος. Αφ' ης στιγμής το συγκεκριμένο ακίνητο είχε αποξενωθεί, δηλαδή δεν ανήκε πλέον στους ενυπόθηκους οφειλέτες, κατ' ουδένα νόμιμο τρόπο θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με τις επίδικες υποθήκες. Ωστόσο, σε σχέση με τα άλλα δυο ακίνητα, ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης είναι βάσιμος. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω ή αναλύσω το περιεχόμενο του άρθρου 29 του Νόμου, το οποίο έχει πλαγιότιτλο «Μεταγενέστεραι υποθήκαι» και διαλαμβάνει για το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να συστήσει - υπό προϋποθέσεις - και επιπλέον υποθήκες σε κάποιο ήδη υποθηκευμένο ακίνητό του, προς εξασφάλιση της πληρωμής κάποιου ποσού χρημάτων, το βάσιμο του υπό κρίση λόγου έφεσης καταφαίνεται από το γεγονός, ότι ο Διευθυντής, ο οποίος απέρριψε το αίτημα των ενυπόθηκων δανειστών για μεταφορά των επίδικων υποθηκών στα δυο ακίνητα που τους είχαν υποδειχθεί από αυτούς, κατ' επίκληση του άρθρου 29 το Νόμου, είναι φανερό, πως δεν έλαβε καθόλου υπόψη το άρθρο 44ΚΖ το Νόμου, το οποίο προνοεί ότι οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ (που διαλαμβάνουν για την προστασία των «εγκλωβισμένων αγοραστών») εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος Νόμου κ.ο.κ.. Για ό,τι αφορά την περίπτωσή μας, το νόημα της παραπάνω διάταξης είναι το εξής: αφ' ης στιγμής οι ενυπόθηκοι δανειστές ζήτησαν τη μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε κάποια άλλα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών, ο Διευθυντής όφειλε να εξετάσει το αίτημα, αποκλειστικά, με βάση το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου και ενδεχομένως και με οποιοδήποτε άλλο άρθρο από τα άρθρα 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ και όχι σε συνάρτηση με οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Νόμου. Και σε περίπτωση που το αίτημα, ιδωμένο υπό το φως του ορθού νομικού πλαισίου, κρινόταν ότι τεκμηριώνεται, ο Διευθυντής όφειλε να το αποδεχθεί. Το γεγονός ότι δεν το έκανε και τούτο, επικαλούμενος το άρθρο 29 του Νόμου, που δεν είχε δικαίωμα μα ούτε και υποχρέωση να λάβει υπόψη αποδεικνύει ότι, ουσιαστικά, τελώντας σε πλάνη περί το Νόμο, όντως εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εσφαλμένα, γεγονός που καθιστά την εκκαλούμενη απόφασή του εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη, όπως ακριβώς υποβάλλεται από τους ενυπόθηκους δανειστές. Και βέβαια, ως τέτοια, κανονικά υπόκειται σε ακύρωση. Κατά πόσο θα συμβεί αυτό, θα διαφανεί στη συνέχεια. Για να συνεχίσω, η αποδοχή του παραπάνω λόγου έφεσης καθιστά αχρείαστη και ανεπίτρεπτη την εξέταση των υπόλοιπων λόγων έφεσης, με τους οποίους, κατά βάση εγείρονται θέματα αντισυνταγματικότητας, τόσο της εκκαλούμενης απόφασης όσο και του Νόμου επί του οποίου αυτή εδράζεται. Θεωρώ λοιπόν αχρείαστη και κυρίως, ανεπίτρεπτη την εξέταση οποιουδήποτε λόγου έφεσης εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας, επειδή καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Μαρκιτανής ν. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Α. 923,) ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων γίνεται μόνο εάν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγήσει σε αποδοχή του αιτήματος του ένδικου βοηθήματος. Διαφορετικά απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Τούτο, επειδή τα Δικαστήρια δε χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Συνεπώς, εάν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης, δε θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δε χρειάζεται και δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης. Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335: «
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, παρά μόνο να πω τούτο∙ αφ' ης στιγμής η εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε εσφαλμένη, για ουσιαστικό λόγο, οπότε, ως τέτοια υπόκειται σε ακύρωση, καμιά ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε θέματος αντισυνταγματικότητας εγείρεται συναφώς με αυτή, είτε με το Νόμο επί του οποίου αυτή εδράζεται, υπάρχει. Μολονότι ο 6ο λόγος έφεσης - στην έκταση που έχει αναφερθεί - είναι βάσιμος, εντούτοις, η έφεση, δυστυχώς για τους εφεσείοντες - ενυπόθηκους δανειστές είναι έκθετη σε απόρριψη, για καθαρά δικαιοδοτικό λόγο. Ενώ καθ' ομολογία τους (βλ. την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της κας Λοϊζίδου) παρέλαβαν την εκκαλούμενη απόφαση, περί τις 31/7/2017 καταχώρησαν την υπό κρίση έφεση, στις 31/8/2017 (ημέρα Πέμπτη). Δηλαδή, την καταχώρησαν 31 μέρες μετά την παραλαβή της εκκαλούμενης απόφασης, αντί εντός 30 ημερών από την κοινοποίησή της σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του Νόμου. Και με δεδομένο ότι το εμπρόθεσμο της καταχώρησης της έφεσης, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για παροχή θεραπείας, μολονότι δεν υπάρχει σχετικός λόγος ένστασης, είτε από το Διευθυντή είτε από τον αγοραστή, επειδή το θέμα είναι δημόσιας τάξης, καθηκόντως και το αναδεικνύω και το εξετάζω. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ματθαίου
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452 επισημαίνονται τα εξής: «Θέματα δημόσιας τάξης - δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως είναι η εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της προσφυγής, εξετάζονται και πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήρο αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) (Βλ. μεταξύ άλλων Eleni Vrahimi and Another ν. The Republic (Attorney-General) (ανωτέρω)· Annika Christodoulou v. Republic (Public Service Commission)
(1967)3 C.L.R. 691·Nicos Lambrakis v. Republic (Educational Service Committee
(1970)3 C.L.R. 72· Cyprus Transport Co. Ltd. & Another v. Republic (Permits Authority)
(1970)3 C.L.R. 163· Razis and Another v. Republic
(1982)3 C.L.R. 45). Σε αριθμό Αναθεωρητικών Εφέσεων η Ολομέλεια εξέτασε αυτεπάγγελτα (ex officio) ζητήματα δημόσιας τάξης - δικαιοδοσίας, όπως έννομο συμφέρον κ.λ.π. χωρίς να εγερθούν είτε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, είτε από τα μέρη στην έφεση.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η έφεση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Δεδομένου του λόγου για τον οποίο η έφεση έχει απορριφθεί (αυτεπάγγελτα εκ μέρους μου και όχι επειδή έχει κριθεί βάσιμος, οποιοσδήποτε λόγος ένστασης, είτε του Διευθυντή είτε του αγοραστή) θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα - την οποία εκδίδω - είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions/Final /Interim (Αναφορά: Πολιτική - έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι «εγκλωβισμένου αγοραστή». ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.