← Κύπρος

Κίμωνος, ως εκκαθαριστή της εταιρείας CHR CHRISTOFOROU ESTATES LTD ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.α., Αίτηση - Έφεση: 67/2017, 3/4/20

Κίμωνος, ως εκκαθαριστή της εταιρείας CHR CHRISTOFOROU ESTATES LTD ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.α., Αίτηση - Έφεση: 67/2017, 3/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση: 67/2017 Επί τοις αφορώσι το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και Επί τοις αφορώσι τους περί Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, Κανονισμοί 1 ως 18 και Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015, άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ Μεταξύ: xxxxx Κίμωνος, ως εκκαθαριστή της εταιρείας CHR CHRISTOFOROU ESTATES LTD Αιτητή-Εφεσείοντα -και-

  1. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου xxxxx xxxxx Dyer xxxxx xxxxx xxxxx Dyer Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3/4/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εφεσείοντα: κ. Μάντης, για Mantis & Athinodorou LLC Για εφεσίβλητο 1: κα Πηγασίου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για εφεσίβλητους 2 και 3: κα Τιμοθέου, για ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 5/4/2007 (στο εξής «επίδικη σύμβαση»), οι εφεσίβλητοι 1 και 2 (στο εξής «αγοραστές») αγόρασαν από την υπό εκκαθάριση εταιρεία CHR CHRISTOFOROU ESTATES LTD (στο εξής «πωλητές») συγκεκριμένο ακίνητο στη Γιόλου (στο εξής «επίδικο ακίνητο»), για το ποσό των €136,688,12 (£80.000,00). Την ίδια μέρα, μεταξύ των ιδίων συνάφθηκε και δεύτερη γραπτή συμφωνία, με την οποία οι πωλητές ανέλαβαν την ανέγερση μιας κατοικίας εντός του επίδικου ακινήτου, για το ποσό των €273,376,23 (£160.000,00). Η επίδικη σύμβαση, στις 18/4/2007 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με βάση τις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 και πήρε τον αριθμό φακέλου ΠΩΕ 1618/
  2. Στις 10/12/2009, στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 - Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου -, την οποία είχαν καταχωρήσει οι αγοραστές εναντίον των πωλητών εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση/διάταγμα, με το οποίο διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης. Με το ίδιο διάταγμα, οι εναγόμενοι - πωλητές και ο Διευθυντής του Κτηματολογίου (στο εξής «Διευθυντής») και/ή άλλα αρμόδια τμήματα διατάχθηκαν όπως προβούν στη μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου του επίδικου ακινήτου στα ονόματα των εναγόντων - αγοραστών, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε εμπράγματων βαρών. Στις 30/11/2012, στο πλαίσιο της αίτησης 80/2008 - Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου - εκδόθηκε διάταγμα διορισμού του εφεσείοντα, ως εκκαθαριστή των πωλητών. Στις 27/10/2015, οι αγοραστές, κάνοντας χρήση του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος») - το οποίο διαλαμβάνει για την προστασία των «εγκλωβισμένων» αγοραστών -, με έρεισμα το γεγονός της κατάθεσης της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο υπόβαλαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου την αίτηση ΑΕΑ 524/2015, για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους. Ο Διευθυντής, σε εφαρμογή του άρθρου 44Κ

(2)του Νόμου, με την ειδοποίησή του προς τους αγοραστές, ημερομηνίας 10/5/2016 - μεταξύ άλλων -, τους παρακάλεσε όπως εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησής του, καταβάλουν σε συγκεκριμένο λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Οι αγοραστές κατάθεσαν στο λογαριασμό που τους είχε υποδειχθεί το ποσό των €10.000,00 και προέβησαν σε ένορκη δήλωση, με την οποία - μεταξύ άλλων - ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν ολόκληρο το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Ακολούθως προσκόμισαν βεβαίωση καταβολής του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και ακόμη μια βεβαίωση - του Κοινοτικού Συμβουλίου Γιόλου -, με την οποία βεβαιώνεται πως δεν οφείλουν καμιά φορολογία στο Κοινοτικό Συμβούλιο Γιόλου. Ο Διευθυντής, προφανώς επειδή έκρινε ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44Κ
(1)του Νόμου, προϋποθέσεις, σε εφαρμογή του άρθρου 44ΚΒ του ίδιου Νόμου, με την έγγραφη ειδοποίησή του - κατά τον Τύπο «ΙΕ» - προς τους πωλητές, ημερομηνίας 28/7/2016, τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Με την ίδια ειδοποίηση, τους πληροφόρησε για το δικαίωμά τους, όπως εντός 45 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης - για ό,τι μας ενδιαφέρει -, υποβάλουν ένσταση κατά της πρόθεσής του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωσή της σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Με την τελευταία παράγραφο, τους υπόδειξε ότι σε περίπτωση - για ό,τι και πάλι μας ενδιαφέρει - μη υποβολής ένστασης εντός της πιο πάνω προθεσμίας, το Κτηματολόγιο θα προχωρούσε στην απαλλαγή ή εξάλειψη του εμπράγματου βάρους και στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών. Ο εφεσείων, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή των πωλητών, με την επιστολή του, ημερομηνίας 13/9/2016 υπόβαλε ένσταση κατά της πρόθεσης του Διευθυντή να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι των αγοραστών. Οι κύριες θέσεις του σύμφωνα με την ένσταση - οι οποίες επαναλαμβάνονται και στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση - είναι οι εξής: Οι αγοραστές δεν έχουν καταβάλει το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Από πληροφορίες που έχει πάρει από τον πρώην διευθυντή των πωλητών, κ. xxxxx Χριστοφόρου, ο οποίος έχει προσωπική γνώση των σχετικών/επίδικων γεγονότων από το φάκελο της υπόθεσης που αφορά την εκκαθάριση των πωλητών και από αντίγραφα του περιεχομένου της αίτησης των αγοραστών - για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους - που του έχουν δοθεί από το Κτηματολόγιο, αλλά και από άλλες πηγές, οι αγοραστές, για την επίδικη σύμβαση - η οποία αφορά πώλησης γης, για £80.000,00 - εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των £77.250,00 (€132.416,61). Η επιταγή ημερομηνίας 21/5/2007, που έχουν εκδώσει προς την εταιρεία SIMLPY CYPRUS ADVERTISERS LTD, δεν αποτελεί πληρωμή που μπορεί να θεωρηθεί ως πληρωμή του τιμήματος της επίδικης σύμβασης. Τα χρήματα αυτά, ουδέποτε κατέληξαν στους πωλητές, οι οποίοι, ουδέποτε ζήτησαν την πληρωμή τους ή την αποδέχθηκαν ως μέρος του τιμήματος. Δέχεται ότι έγιναν οι ακόλουθες πληρωμές προς τους πωλητές, ωστόσο, αυτές είναι για το άλλο συμβόλαιο, ίδιας ημερομηνίας, το οποίο αφορά την κατασκευή της κατοικίας και όχι την επίδικη σύμβαση: £4.200,00, στις 5/4/2007 και £49.700,00, στις 21/5/
  1. Αρνείται κατηγορηματικά ότι έγιναν οποιεσδήποτε άλλες πληρωμές προς τους πωλητές. Σχετικά με τις ισχυριζόμενες πληρωμές στον xxxxx Χριστοφόρου, δηλαδή £25.000,00, στις 29/10/2007, £100.000,00, στις 15/11/2007 και £47.840,00 αρνείται ότι ήταν έναντι της επίδικης σύμβασης. Τα χρήματα που δόθηκαν στις 29/10/2007 και στις 15/11/2007 ήταν έναντι του άλλου συμβολαίου, ημερομηνίας 5/4/2007, που αφορούσε την κατασκευή της κατοικίας και όχι την επίδικη σύμβαση. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη πληρωμή των €47.840,00, κατά ή περί τις 15/7/2008, ουδέποτε έγινε τέτοια πληρωμή. Το έντυπο που επιχειρούν να προσκομίσουν και παρουσιάσουν οι αγοραστές, ως απόδειξη είναι τιμολόγιο που ζητά την πληρωμή του ποσού αυτού. Δηλώνει επίσης, ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε αποκοπή του ποσού των €10.000,00 από το τίμημα της επίδικης σύμβασης, λόγω μη ολοκλήρωσης της κατοικίας. Περαιτέρω, δηλώνει ότι η κατοικία κατασκευάστηκε ως είχε συμφωνηθεί, χωρίς καμιά ατέλεια ή κατασκευαστικό λάθος. Οι πωλητές έπραξαν όλες τις ενέργειες που ήταν συμβατικά υποχρεωμένοι να πράξουν. Όπως αναφέρεται καταληκτικά, με βάση το σύνολο των πληροφοριών που έχει, οι αγοραστές οφείλουν το συνολικό ποσό των £77.250,00 (€132.416,61). Συνεπεία της πιο πάνω ένστασης, ο Διευθυντής, με την επιστολή του προς τους αγοραστές, ημερομηνίας 29/9/2016, με τίτλο «Ειδοποίηση υλοποίησης συμβατικών υποχρεώσεων μετά από εξέταση ένστασης.» - την οποία κοινοποίησε στον εφεσείοντα -, τους κάλεσε όπως εντός 30 ημερών από την παραλαβή της επιστολής του, προχωρήσουν, είτε στην υλοποίηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων είτε στην υποβολή ένστασης, προσκομίζοντας και τα δέοντα αποδεικτικά στοιχεία. Καταληκτικά, τους πληροφόρησε ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα προχωρούσε σε παραμερισμό της αίτησής τους. Η παραπάνω ειδοποίηση του Διευθυντή έτυχε απάντησης από τους δικηγόρους των αγοραστών, οι οποίοι του απέστειλαν σχετική επιστολή, ημερομηνίας 8/11/2016, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής: Οι αγοραστές, κατόπιν ρητών οδηγιών που πήραν από τον κ. xxxxx Χριστοφόρου, ο οποίος τότε ενεργούσε ως διευθυντής των πωλητών προέβησαν στην εκπλήρωση όλων των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα, αυτός, σε αντάλλαγμα του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου, τους κάλεσε να προβούν απευθείας στην πληρωμή των ποσών που ο ίδιος υπέδειξε. Οι αγοραστές δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο να μη συμμορφωθούν με τις οδηγίες του και ούτε βέβαια μπορούσαν να διανοηθούν ότι θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Επισημαίνεται το γεγονός, ότι για περίοδο 10 χρόνων δεν τους είχαν οχλήσει καθοιονδήποτε τρόπο, αφού με οδηγίες του κατέβαλλαν τα σχετικά ποσά. Με την ίδια επιστολή, οι δικηγόροι των αγοραστών πληροφορούν το Διευθυντή ότι έχουν αποστείλει επιστολές προς τους νομικούς συμβούλους των πωλητών, με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να έχουν την ανάλογη ανταπόκριση. Να σημειωθεί ότι οι αγοραστές, για σκοπούς τεκμηρίωσης της θέσης τους ότι κατέβαλαν πλήρως το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου, στις 22/2/2017 και 24/3/2017 προέβησαν και σε σχετική ένορκη δήλωση. Ο Διευθυντής, με την επιστολή του προς τον εφεσείοντα, ημερομηνίας 17/3/2017 - την οποία κοινοποίησε στους δικηγόρους των αγοραστών - μεταξύ άλλων, τον πληροφορεί τ' ακόλουθα: Το Τμήμα προχώρησε σε αποστολή ειδοποίησης υλοποίησης των συμβατικών υποχρεώσεων προς τους αγοραστές, οι οποίοι προχώρησαν σε ένσταση μέσω του δικηγόρου τους καθώς και σε ένορκη δήλωση, εκφράζοντας τη διαφωνία τους όσον αφορά τους λόγους ένστασης (του εφεσείοντα). Συγκεκριμένα, έχουν προσκομιστεί αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το τίμημα πώλησης ξοφλήθηκε πλήρως. Μεταξύ των ίδιων συμβαλλόμενων, υπήρχαν δυο συμφωνίες. Ένα συμβόλαιο κατασκευής, για £160.000,00 και ένα πωλητήριο έγγραφο τεμαχίου γης (πρόκειται για την επίδικη σύμβαση), για £80.000,
  2. Με την υπογραφή των συμβολαίων πληρώθηκε το ποσό των £5.000,00, παραμένοντας το υπόλοιπο των £235.000,
  3. Προσκομίστηκαν αντίγραφα αποδείξεων, για το συνολικό ποσό των £224.150,
  4. Περαιτέρω κατατέθηκε το ποσό των €10.000,00 (£5.852,74) σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό. Καταληκτικά, ο Διευθυντής ενημερώνει τον εφεσείοντα ότι θα προχωρήσει με τη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, εκτός εάν ο ίδιος προσκομίσει, εντός τριάντα
(30)ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από το ενώπιόν μου μαρτυρία και κυρίως, από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων. Ο εφεσείων, στις 2/5/2017 καταχώρησε την υπό κρίση έφεση, με την οποία ζητά: πρώτο, διάταγμα που να διατάσσει την ακύρωση ή παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή και δεύτερο, διάταγμα που να αναστέλλει και/ή ακυρώνει τη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου. Η έφεση εδράζεται - μεταξύ άλλων - στα άρθρα 12Α, 16, 17, 18, 19, 21 - 36 Μέρος VI, VIA και VIB και 51 του Νόμου, στο άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και τέλος, στα Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η έφεση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εφεσείοντα. Τόσο ο Διευθυντής όσο και οι αγοραστές καταχώρησαν - ξεχωριστά -ένσταση στην έφεση. Του Διευθυντή εδράζεται σε 13 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κτηματολογικού λειτουργού - υπεύθυνου του κλάδου εγγραφής - στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, xxxxx Ζίγκα. Των αγοραστών εδράζεται σε 12 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εξ αυτών - εφεσίβλητου 2. Η ακρόαση της έφεσης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια - και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο -, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην εξέταση της έφεσης, υπό το φως όσων από τους λόγους ένστασης θεωρώ αναγκαίους για σκοπούς έκδοσης της ετυμηγορίας μου. Ο Διευθυντής, με τον 5ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι η έφεση είναι καταχρηστική, αφού έχει ήδη εκδοθεί η εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 10/12/2009, στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 - Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου -, με την οποία διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, με τη μεταβίβαση του τίτλου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε εμπράγματων βαρών. Όπως αναφέρει ο κ. Ζίγκας στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Διευθυντή, εξ όσων τον πληροφορεί ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, η εν λόγω απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο που εμποδίζει τον εφεσείοντα να επικαλείται τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων των αγοραστών. Καθόλα σχετικός με τον παραπάνω λόγο ένστασης είναι και ο 1ος λόγος ένστασης των αγοραστών, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι πωλητές κωλύονται να εγείρουν την υπό κρίση έφεση, λόγω δεδικασμένου. Συγκεκριμένα, προστίθεται, υπάρχει δεδικασμένο, λόγω ταυτότητας προσώπων και λόγω διαφοράς που θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά και/ή νομικά δεδομένα, τα οποία ήταν αντικείμενο διάγνωσης και κρίσης και βρίσκονται σε συνάρτηση με το συμπέρασμα που έγινε δεκτό από την απόφαση της προγενέστερης αγωγής 26/2008 (ανωτέρω), η οποία έχει αποφασιστεί εκ συμφώνου. Όπως αναφέρει ο εκ των αγοραστών - εφεσίβλητος 2 στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των αγοραστών, στις 10/12/2009 εκδόθηκε απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 (ανωτέρω), με βάση την οποία, οι πωλητές και ο Διευθυντής και/ή άλλα αρμόδια τμήματα θα προχωρούσαν στην υλοποίηση της επίδικης σύμβασης, δηλαδή, στη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου στους αγοραστές, ως τα πρόσωπα που δικαιούνται στην εγγραφή του. Εξ όσων των πληροφορούν οι δικηγόροι του, η έκδοση της πιο πάνω απόφασης, έπρεπε να φέρει τέλος στο όλο θέμα, αφού αναφέρει ξεκάθαρα ότι το επίδικο ακίνητο πρέπει να μεταβιβαστεί τους αγοραστές. Συναφώς με τους ίδιους λόγους ένστασης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Διευθυντή, στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει τα εξής: Στην απόφαση, ημερομηνίας 10/12/2009 διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι οι υπό εκκαθάριση σήμερα πωλητές - οι οποίοι αντιπροσωπεύονται από τον εφεσείοντα - πληρώθηκαν το τίμημα πώλησης, διαφορετικά δε θα δέχονταν να εκδοθεί εκ συμφώνου το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. Αυτό εκδόθηκε με βάση τις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, ο οποίος προνοούσε ότι ο αγοραστής είχε προθεσμία τριών μηνών από την έκδοση του διατάγματος, για να προβεί σ' όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση, διαφορετικά, το δικαίωμά του για ειδική εκτέλεση, τερματιζόταν. Σύμφωνα με το τεκμήριο Γ της ένορκης δήλωσης του κ. Ζίγκα, οι αγοραστές δεν έλαβαν γνώση για το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης, το οποίο εξέπνευσε. Η πιο πάνω ατυχής γι' αυτούς, έκβαση του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, δε διαφοροποιεί το γεγονός, ότι με την εκ συμφώνου έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος, οι πωλητές παραδέχτηκαν την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Ως εκ τούτου, κωλύονται να αμφισβητούν αυτό το γεγονός με την παρούσα διαδικασία, τόσο, λόγω δεδικασμένου όσο και λόγω συμπεριφοράς. Με τη σειρά τους, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αγοραστών, στη δική τους γραπτή αγόρευση αναφέρουν τα εξής: Η παρούσα υπόθεση πρόκειται για κλασσική περίπτωση ύπαρξης δεδικασμένου. Ο διάδικος, ο οποίος μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης έρχεται να ενοχλήσει το έτερο μέρος για το ίδιο θέμα καταστρατηγεί την αρχή της τελεσιδικίας του δεδικασμένου και κυρίως, το δημόσιο συμφέρον. Η απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 (ανωτέρω) αποτελεί κώλυμα δεδικασμένου του εφεσείοντα να εγείρει οποιοδήποτε θέμα, μη αποπληρωμής της επίδικης σύμβασης. Είναι πρόδηλα ξεκάθαρο, ότι ο εφεσείων κωλύεται να προχωρήσει στην παρούσα έφεση και να επικαλείται θέματα τα οποία καλύπτονται από τελική δικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην απόρριψη της έφεσης, καθότι, η ουσιαστική της βάση, ήτοι, η μη αποπληρωμή της επίδικης σύμβασης έχει ήδη κριθεί και αποφασιστεί στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 και ως εκ τούτου, δε χωρεί καμιά αμφισβήτηση για οποιοδήποτε λόγο για την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης η οποία εκδόθηκε από καθόλα αρμόδιο Δικαστήριο. Ο εφεσείων, ούτε στην έφεση μα ούτε και στην ένορκη του δήλωση αμφισβητεί την εν λόγω δικαστική απόφαση. Τυχόν αμφισβήτησή της στο παρόν στάδιο, θα συνιστούσε εκτροχιασμό από τα επίδικα θέματα. Με τη διευκρίνιση ότι, πράγματι, ο εφεσείων, ουδέν αναφέρει για την εκ συμφώνου απόφαση η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 (ανωτέρω) καθώς επίσης, οι δικηγόροι του, δεν τοποθετούνται επί του ισχυρισμού του Διευθυντή και των αγοραστών ότι η ύπαρξη της εν λόγω απόφασης δημιουργεί δεδικασμένο, παρατηρώ τα εξής: Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1298 επισημαίνονται τα εξής: «Από την αρχή του 12ου αιώνα οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθοριστεί ο κανόνας, που είναι το αποτέλεσμα της έκδοσης μιας απόφασης από ένα Δικαστήριο, ....... Σε μετάφραση, "Αποκλεισμός από δεδικασμένο ή από ημιδεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων". (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336) Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίστηκε ότι, "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Ο Κανόνας βασίζεται σε δύο αρχές: (
  1. i)Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium) και (
  2. ii)Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι, (
  3. i)Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, (
  4. ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα του δεδικασμένου αφού η απόφαση στην αγωγή 11026/1997 έχει καταστεί τελεσίδικη και οι διάδικοι και στις δύο αγωγές είναι οι ίδιοι. Η τρίτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα επιβάλλει την ταύτιση των επίδικων θεμάτων, που εξυπακούει ότι το επίδικο θέμα στη β΄ διαδικασία θα πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην α΄ διαδικασία. Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η α΄ αγωγή βασίστηκε στο αδίκημα της απάτης και η β΄ αγωγή στο αδίκημα της αμέλειας και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η εφεσείουσα θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην α΄ αγωγή μαζί με το αδίκημα της απάτης και το αδίκημα της αμέλειας. Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας. Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί. Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 58, στην οποία η εφεσείουσα αρχικά καταχώρισε αγωγή για αποζημιώσεις για τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της σε τροχαίο ατύχημα. Μετά την έκδοση απόφασης για £1.900, καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον του ίδιου εφεσίβλητου ζητώντας αποζημιώσεις για τα τραύματα που είχε υποστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις Arnold v. Natwest Bank Plc [1991] 2 AC 93 και στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής που είχε τους ίδιους διαδίκους και ταυτόσημη βάση αγωγής με την προηγούμενη, προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Bank of Scotland v. Πλοίου "Sapphire Seas"
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1563: «Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι η εμβέλεια της εκ συμφώνου απόφασης. Σύμφωνα με το Spencer, Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, σελ. 39: «Απόφαση ή διάταγμα εκ συμφώνου μπορεί να συνιστά δεδικασμένο. Σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο απαλλάσσεται από την υποχρέωση να διερευνήσει ή να διερευνήσει περαιτέρω τα επίδικα θέματα και δεν αποφαίνεται δικαστικώς επ' αυτών· πλήν, όμως, με την κοινή παράκληση των μερών δίδει δικαστική επικύρωση και αναγκαστικό κύρος στα συμφωνηθέντα και με τον τρόπο αυτό μετατρέπει μια συμφωνία η οποία, εκτός δυνάμει νόμου, δεν θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει ως κώλυμα σε δικαστική απόφαση επί της οποίας μπορεί να θεμελιωθεί εισήγηση για δεδικασμένο. Αποφάσεις, διατάγματα και επιδικάσεις εκ συμφώνου είναι το ίδιο αποτελεσματικές όπως εκείνες που απαγγέλλονται μετά από ακροαματική διαδικασία για τη δημιουργία κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής και για την πραγματοποίηση συγχώνευσης των αιτιών αγωγής οι οποίες ηγέρθησαν στην αγωγή ...................................................... Η απόφαση για θεμελίωση δεδικασμένου δυνατόν να εξαρτάται από την ικανότητα ενός μέρους να συνάψει την σχετική συναλλαγή ή να δώσει την συγκατάθεση του. Δυνατόν επίσης να εξαρτάται από την εξουσία του δικαστηρίου να χορηγήσει τα σχετικά διατάγματα.»* Σημειώνουμε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί ποτέ θέμα αναφορικά με την ικανότητα του δικηγόρου, που εκπροσώπησε το εναγόμενο πλοίο, να δώσει τη συγκατάθεση του για την εκ συμφώνου απόφαση. Ούτε και έχει τεθεί θέμα αναφορικά με την εξουσία του δικαστηρίου να εκδώσει την εκ συμφώνου απόφαση. Η έννοια του κωλύματος αναφορικά με αιτία αγωγής (cause of action estoppel) έχει επεξηγηθεί από τον Diplock L.J. στην Thoday v. Thoday [1964] 1 All E.R. 341, 352 ως εξής: ........ Σε μετάφραση: «..... κώλυμα αναφορικά με αιτία αγωγής είναι εκείνο που εμποδίζει ένα μέρος μιας αγωγής από του να ισχυρίζεται ή να αρνείται, έναντι του άλλου μέρους, την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης αιτίας αγωγής, η μη ύπαρξη ή ύπαρξη της οποίας έχει αποφασισθεί από αρμόδιο δικαστήριο σε προηγούμενη διαδικασία ανάμεσα στα ίδια μέρη. Αν η αιτία αγωγής έχει αποφασισθεί ως υφιστάμενη αν π.χ. έχει δοθεί απόφαση επ' αυτής λέγεται ότι συγχωνεύεται στην απόφαση ή για εκείνους που προτιμούν τα λατινικά, transit in rem judicatam. Αν έχει αποφασισθεί ως μη υφιστάμενη, ο αποτυχών ενάγοντας δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι υφίσταται· κωλύεται per rem judicatam. Αυτή είναι απλώς εφαρμογή του κανόνα δημόσιας πολιτικής που εκφράζεται στο λατινικό γνωμικό 'nemo debet bis vexari pro una et eadem causa' (κανένας δεν μπορεί να ταλαιπωρείται δύο φορές για την ίδια αιτία).» Έχουμε την άποψη πως στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) γιατί με την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης έχει αποφασισθεί η ύπαρξη της αιτίας αγωγής, την οποία είχε επικαλεσθεί η Τράπεζα, σε διαδικασία ανάμεσα στα ίδια μέρη. Επομένως η αιτία αγωγής έχει συγχωνευθεί στην εκ συμφώνου απόφαση. Εν όψει της δημιουργίας κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής, η Τράπεζα κωλύεται από του να επαναφέρει το θέμα, για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα ήτοι απόφαση εναντίον του εναγομένου πλοίου. Μια τέτοια πορεία θα εξουδετέρωνε την αρχή της τελεσιδικίας. Εδώ έχουν τη θέση τους τα λεχθέντα στην Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608 (απόφαση Νικήτα, Δ.): «Ο αντίθετος προσανατολισμός θα δημιουργούσε επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο έχει τη θεωρητική του προέλευση και διατύπωση στο Ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ουλπιανό ανήκει η κλασσική φράση, που εκφράζει την πεμπτουσία του δόγματος, quia res judicata pro veritate accipitur (Dig. 15,25), που συνδέθηκε με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Αξίζει να παραθέσουμε από τη μελέτη του καθηγητή Χρίστου Μπάκα στον τόμο Δεδικασμένο του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών
(1989)στη σελ. 50, που φανερώνει τη διαχρονική αξία του δόγματος: 'Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της ........ Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση ......'» Στην παρούσα υπόθεση η Τράπεζα έχει εγείρει πραγματοπαγή αγωγή (in rem) με εναγόμενο το πλοίο. Έχει επιλέξει να συναινέσει στην έκδοση εκ συμφώνου απόφασης. Η συναίνεση εκ μέρους της άλλης πλευράς δόθηκε από εκπρόσωπο του εναγομένου πλοίου. Η εκ συμφώνου απόφαση, όπως έχουμε ήδη αποφανθεί, έχει δημιουργήσει κώλυμα αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel). Η Τράπεζα στην παρούσα υπόθεση έχει επιλέξει να υιοθετήσει μια τελεσίδικη ρύθμιση των αξιώσεων της στην αγωγή. Δεν έχει επιλέξει - όπως είναι η περίπτωση με τις αυθεντίες στις οποίες έχει αναφερθεί ο κ. Meeson - να επιδιώξει απόφαση επί του προσωπικού δικαιώματος και να αφήσει ανοικτό το θέμα του περιουσιακού δικαιώματος. Επομένως οι αυθεντίες στις οποίες έχει αναφερθεί ο κ. Meeson δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Διακρίνονται λόγω των γεγονότων τους. Η εκ συμφώνου απόφαση την οποία έχει επιδιώξει και πετύχει η Τράπεζα δεν αφήνει περιθώρια για επιδίωξη άλλης θεραπείας. Συνιστά απόφαση εναντίον του εναγομένου πλοίου και μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εκτέλεσης εναντίον του πλοίου αν δεν παρεμβάλλονταν άλλοι εξ αποφάσεως πιστωτές των οποίων η παρεμβολή έχει σαν συνέπεια την γένεση διαδικασίας για καθορισμό των προτεραιοτήτων. Το γεγονός ότι η εκ συμφώνου απόφαση δεν παρέχει δικαίωμα στην Τράπεζα να λάβει μέρος στη διαδικασία καθορισμού των προτεραιοτήτων δεν συνιστά λόγο ο οποίος είναι ικανός ν' ανατρέψει το δεδικασμένο που έχει δημιουργηθεί με την εκ συμφώνου απόφαση και ν' ανοίξει το δρόμο για έκδοση νέας απόφασης μέσα από ακροαματική διαδικασία. Ούτε είναι ικανό να αφαιρέσει οτιδήποτε από την εμβέλεια και την αποτελεσματικότητα του δεδικασμένου που έχει δημιουργηθεί από την εκ συμφώνου απόφαση. Η νομική αξιολόγηση και θεώρηση από τους δικηγόρους της Τράπεζας, της κατάστασης που μπορούσε να προκύψει από την εκ συμφώνου απόφαση δεν είναι ικανή ν' ανοίξει το δρόμο για έκδοση νέας απόφασης. Οι αξιώσεις της Τράπεζας, όπως είχαν διατυπωθεί στο κλητήριο ένταλμα, έχουν αποφασισθεί και ικανοποιηθεί τελεσίδικα με την εκ συμφώνου απόφαση και δεν μπορούν να επαναφερθούν. Το γεγονός ότι η αξίωση της Τράπεζας βασίζεται σε υποθήκη η οποία, σύμφωνα με τον κ. Meeson, περιλαμβάνει δύο ξεχωριστά δικαιώματα δεν είναι ικανό να οδηγήσει στην έκδοση νέας απόφασης. Εναπόκειτο στην Τράπεζα να είχε επιδιώξει τη διεκδίκηση των δύο ξεχωριστών δικαιωμάτων και δεν την έχει επιδιώξει. Αντίθετα έχει επιδιώξει την τελεσίδικη ρύθμιση των αξιώσεων της με εκ συμφώνου απόφαση. Βλέπε και Ευθυμίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 398 και Σιμιλλίδης ν. Σιμιλλίδη
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1012.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Δε συμφωνώ με τη θέση του Διευθυντή και των αγοραστών ότι η εκ συμφώνου απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 (ανωτέρω), με την οποία διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε εμπράγματων βαρών, δημιουργεί δεδικασμένο, στο βαθμό που για σκοπούς τεκμηρίωσης της θέσης τους ισχυρίζονται τα εξής: Αρχίζοντας από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Διευθυντή, παραπέμπω στους ακόλουθους ισχυρισμούς του: Στην απόφαση, ημερομηνίας 10/12/2009 διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι οι πωλητές πληρώθηκαν το τίμημα πώλησης, διαφορετικά δε θα δέχονταν να εκδοθεί εκ συμφώνου το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. Με την εκ συμφώνου έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος, οι πωλητές παραδέχθηκαν την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Ως εκ τούτου, κωλύονται να αμφισβητούν αυτό το γεγονός, τόσο λόγω δεδικασμένου όσο και λόγω συμπεριφοράς. Όσ' ακολουθούν είναι από τη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων των αγοραστών: Είναι πρόδηλα ξεκάθαρο, ότι ο εφεσείων κωλύεται από το να προχωρήσει στην παρούσα αίτηση και να επικαλείται θέματα τα οποία καλύπτονται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην απόρριψη της έφεσης, καθότι, η ουσιαστική της βάση, ήτοι, η μη αποπληρωμή της επίδικης σύμβασης έχει ήδη κριθεί και αποφασιστεί στο πλαίσιο της αγωγής 26/2008 και ως εκ τούτου, δε χωρεί καμιά αμφισβήτηση για οποιοδήποτε λόγο, για την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης η οποία εκδόθηκε από καθόλα αρμόδιο Δικαστήριο. Ακολουθεί η θέση μου: Η απόφαση ημερομηνίας 10/12/2009, με την οποία διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και ειδικά οι πωλητές και ο Διευθυντής, διατάχθηκαν να προβούν στη μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε εμπράγματων βαρών εδράζεται στις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, ο οποίος καταργήθηκε από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011). Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του Νόμου, Κεφ. 232 είναι σαφές, ότι για σκοπούς έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν αποτελεί προϋπόθεση η καταβολή του τιμήματος πώλησης του ακινήτου. Σ' αυτό συνηγορεί και το άρθρο 10 του ίδιου νόμου - με τίτλο «Θεραπείες πωλητή» - σύμφωνα με το οποίο: «Όταν οποιοσδήποτε αγοραστής ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει σύμβασης σε σχέση με την οποία τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που καθορίζονται από το άρθρο 2, αρνηθεί να καταβάλει το τίμημα αγοράς και αποδεχτεί την ιδιοκτησία, η θεραπεία του πωλητή δυνάμει της σύμβασης αποτελείται μόνο από αποζημιώσεις.» Των παραπάνω λεχθέντων είναι φανερό πως, ούτε η έκδοση της παραπάνω απόφασης μα ούτε και το περιεχόμενό της τεκμηριώνουν τη θέση του Διευθυντή και των αγοραστών ότι καταβλήθηκε το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Παρόλα αυτά, η έκδοση της εν λόγω απόφασης και κυρίως, το περιεχόμενό της εμποδίζουν λόγω δεδικασμένου τον εφεσείοντα και κατ' επέκταση τους πωλητές να ισχυρίζονται ότι δεν έχει καταβληθεί το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου, ωστόσο, για διαφορετικό λόγο. Η αγωγή 26/2008 (ανωτέρω), στο πλαίσιο της οποίας διατάχθηκε - εκ συμφώνου - η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης καταχωρήθηκε από τους αγοραστές εναντίον των πωλητών, οι οποίοι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εκπροσωπούνται από τον εφεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή τους. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η καταβολή του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου δεν αποτελούσε προϋπόθεση για σκοπούς έκδοσης του σχετικού διατάγματος. Ωστόσο, η θέση των πωλητών σήμερα - μέσω του εφεσείοντα - ότι το τίμημα πώλησης δεν έχει καταβληθεί, υποθέτω υπήρχε και κατά το χρόνο καταχώρησης της εν λόγω αγωγής και πολύ περισσότερο, κατά το χρόνο έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης. Με αυτό δεδομένο, η θέση αυτή, μολονότι δε θα μπορούσε να αποτελέσει βάση υπεράσπισης στην εναντίον τους αγωγή, θα μπορούσε κάλλιστα και θεωρώ πως θα πρεπε να αποτελέσει βάση, είτε αυτοτελούς αγωγής εναντίον των αγοραστών είτε ανταπαίτησης στο πλαίσιο της εναντίον τους αγωγής (26/2008, ανωτέρω). Προφανώς, ούτε το ένα έγινε μα ούτε και το άλλο. Και ενώ οι πωλητές επικαλούνται αυτή τη βάση ετεροχρονισμένα σήμερα, ως λόγω ακύρωσης της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία ο Διευθυντής αποφάσισε να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι των αγοραστών, το παράδοξο είναι ότι οι ίδιοι συμφώνησαν να συμβεί αυτό, πολλά χρόνια προηγουμένως, στο πλαίσιο της παραπάνω αγωγής, με τον πλέον επίσημο τρόπο. Με την έκδοση δικαστικής απόφασης. Με αυτό δεδομένο, θα έλεγα ότι, στην περίπτωσή τους ισχύουν απόλυτα όσ' ακολουθούν από τη Χαραλάμπους (ανωτέρω): «Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης.» Και λίγο παρακάτω: «Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.» Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι, στην περίπτωση των πωλητών - όπως και στη Bank of Scotland (ανωτέρω) - η εκ συμφώνου απόφαση έχει δημιουργήσει κώλυμα αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel). Και κάτι ακόμη, προτού καταλήξω. Επειδή ο Διευθυντής - για να επαναλάβω -, με τον 5ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι η έφεση είναι καταχρηστική και τούτο, επειδή έχει ήδη εκδοθεί εκ συμφώνου δικαστική απόφαση, με την οποία διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, με τη μεταβίβαση του τίτλου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε εμπράγματων βαρών, ακολούθως, θα εξετάσω κατά πόσο η υπό κρίση έφεση αποτελεί όντως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014 αναφέρονται τα εξής: «Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Παρατηρώ τα εξής: Οι αγοραστές, αρχές του 2008 καταχώρησαν εναντίον των πωλητών την αγωγή με αριθμό 26/2008 (ανωτέρω). Στο πλαίσιό της, στις 10/12/2009 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση και συγκεκριμένα, διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και ειδικά οι πωλητές και ο Διευθυντής και/ή άλλα αρμόδια τμήματα, διατάχθηκαν όπως προβούν στη μεταβίβαση του τίτλου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε εμπράγματων βαρών. Να σημειωθεί ότι κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης, τόσο οι ενάγοντες - αγοραστές όσο και οι εναγόμενοι - πωλητές, εκπροσωπούνταν από δικηγόρο. Η εν λόγω απόφαση, από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν προκύπτει να έχει ανατραπεί και/ή ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί οποτεδήποτε, είτε ακόμη να έχει επιδιωχθεί κάτι τέτοιο από τους πωλητές. Με αυτό δεδομένο είναι καθόλα έγκυρη, δεσμευτική, οριστική και αμετάκλητη, έναντι πάντων. Ούτε και ισχυρίζονται το αντίθετο οι πωλητές. Χωρίς να υπεισέρχομαι στο λόγο για τον οποίο οι αγοραστές παρέλειψαν να απευθυνθούν - δυνάμει του άρθρου 4 του Νόμου (Κεφ. 232, ανωτέρω) - στο Κτηματολόγιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας των τριών μηνών από την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, με αίτημα τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους, οπότε, σε εφαρμογή του άρθρου 5 του ίδιου Νόμου έπαυσε και τερματίστηκε το δικαίωμά τους να αξιώσουν ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι οι πωλητές, όταν συναινούσαν στην έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης, με την οποία διατασσόταν η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, είχαν πλήρη αντίληψη και γνώση (εν πάση περιπτώσει όφειλαν να έχουν και το ένα και το άλλο, μιας και εκπροσωπούνταν από δικηγόρο), ότι, εάν οι αγοραστές απευθύνονταν στο Κτηματολόγιο εμπρόθεσμα και ζητούσαν τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους, δυνάμει της εν λόγω απόφασης, αυτό θα γινόταν. Σε τέτοια περίπτωση και με δεδομένο ότι η εκ συμφώνου απόφαση είχε εκδοθεί στις 10/12/2009, πιθανότατα, το επίδικο ακίνητο, μερικούς μήνες αργότερα, θα μεταβιβαζόταν στους αγοραστές. Προφανώς, επειδή αυτό δεν έγινε, οι αγοραστές, στις 27/10/2015, κάνοντας χρήση του Μέρους VIB του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει για την προστασία των «εγκλωβισμένων» αγοραστών, με έρεισμα το γεγονός της κατάθεσης της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο υπόβαλαν σ' αυτό την αίτηση ΑΕΑ 524/2015, για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση του εφεσείοντα και αποφάσισε τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών - αιτητών. Και ενώ αυτό που αποφάσισε ο Διευθυντής, μετά από ένσταση εκ μέρους του εφεσείοντα - και κατ' ουσία των πωλητών - είναι ακριβώς αυτό που είχε αποφασιστεί εκ συμφώνου με τη δικαστική απόφαση, οι πωλητές - μέσω του εφεσείοντα -, ουδεμία εξήγηση δίδουν, γιατί ενώ σήμερα ενίστανται τόσο έντονα στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών - ανεξαρτήτως λόγου που συμβαίνει αυτό - συμφώνησαν να συμβεί αυτό με δικαστική απόφαση, 6 περίπου χρόνια προηγουμένως. Όπως επίσης δεν εξηγούν, γιατί στο πλαίσιο της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση, παρέλειψαν να καταχωρήσουν ανταπαίτηση εναντίον των αγοραστών, με αίτημα την καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου. Στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης εκ μέρους τους, συναφώς με τα παραπάνω, θεωρώ ότι η καταχώρηση της υπό κρίση έφεσης, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση ή παραμερισμός της εκκαλούμενης απόφασης, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο απ' ό,τι είχαν συμφωνήσει να γίνει δυνάμει δικαστικής απόφασης, συνιστά κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Με αυτό δεδομένο, για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό που χρησιμοποιεί και το Εφετείο στη Loukos (ανωτέρω), στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία, με διάταγμα απόρριψής της. Δεδομένων των δυο σοβαρών λόγων για τους οποίους η έφεση δεν μπορεί να πετύχει, παρέλκει νομίζω να ασχοληθώ είτε με τους λόγους έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης είτε με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης εγείρουν ο Διευθυντής και οι αγοραστές. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων 1 μέχρι 3 και σε βάρος του εφεσείοντα. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions/Final /Interim (Αναφορά: Πολιτική - έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι «εγκλωβισμένων αγοραστών». Δεδικασμένο - κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.