← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ.: 38/2018, 17/4/2019

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ.: 38/2018, 17/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 38/2018 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Και Επί τοις αφορώσι την Αιτηση - Έφεση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Αιτήτριας/Εφεσείουσας Και ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ Τ.Κ. KOUROUSHISPLAN LIMITED LTD xxxxx ΤΡΥΦΩΝΟΣ Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων Και ως τροποποιήθηκε σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 22/08/2018 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αίτηση Αρ.: 38/2018 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Και Επί τοις αφορώσι την Αιτηση - Έφεση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Αιτήτριας/Εφεσείουσας Και ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ Τ.Κ. KOUROUSHISPLAN LIMITED xxxxx ΤΡΥΦΩΝΟΣ Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17/4/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εφεσείοντες: κα Χαραλάμπους, για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εφεσίβλητο 1: κα Νικολάου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για εφεσίβλητους 2: καμιά εμφάνιση Για εφεσίβλητο 3: κα Λάμπρου, για Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτου, Υ504/2008, Υ505/2008 και Υ4540/2010, ημερομηνίας 1/2/2008, 1/2/2008 και 12/10/2010, αντίστοιχα (στο εξής «επίδικες υποθήκες»), οι εφεσίβλητοι 2 (στο εξής «ενυπόθηκοι οφειλέτες» ή «πωλητές»), υποθήκευσαν προς όφελος των εφεσειόντων (στο εξής «ενυπόθηκοι δανειστές», συγκεκριμένο ποσοστό του μεριδίου τους επί ενός ακινήτου τους στην Πόλη Χρυσοχούς, συγκεκριμένα, τα 5/10 του όλου ακινήτου για σκοπούς εξασφάλισης αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους ενυπόθηκους δανειστές. Οι επίδικες υποθήκες συστάθηκαν για το ποσό των €598.010,00, €1.025.160,00 και €2.200.000,00, αντίστοιχα, πλέον τόκους. Να σημειωθεί ότι σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο, με το φάκελο με αριθμό 6/ΑΧ/779/2013, στις 16/12/2014 προέκυψαν 19 ξεχωριστές νέες εγγραφές - τίτλοι ιδιοκτησίας. Έκτοτε, αυτό αποτελείται από 19 διαμερίσματα, τα οποία βαρύνονται με τις επίδικες υποθήκες. Αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, συναφώς με τις διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που τους είχαν παραχωρήσει, τους οφείλουν το συνολικό ποσό των €30.416.573,

  1. Συνεπεία αυτού, εναντίον τόσο αυτών όσο και διαφόρων άλλων προσώπων καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, τις αγωγές 1491/2014, 1492/2014 και 1521/2014, με τις οποίες - μεταξύ άλλων - ζητούν και διάταγμα εκποίησης των επίδικων υποθηκών. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 22/12/2014 (στο εξής «επίδικη σύμβαση»), ο εφεσίβλητος 3 (στο εξής «αγοραστής») αγόρασε από τους ενυπόθηκους οφειλέτες, το διαμέρισμα με αριθμό εγγραφής xxxxx, τεμάχιο xxx (στο εξής «επίδικο διαμέρισμα»), για το ποσό των €60.000,
  2. Αυτό είναι ένα από τα 19 συνολικά διαμερίσματα που προέκυψαν με το φάκελο με αριθμό 6/ΑΧ/779/2013 (ανωτέρω). Στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 57/2017, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στις 17/5/2017 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η εκπρόθεσμη κατάθεση της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η επίδικη σύμβαση κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, στις 8/6/2017 και πήρε τον αριθμό ΠΩΕ: 774/
  3. Ο αγοραστής, στις 12/7/2017, κάνοντας χρήση του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος») - το οποίο διαλαμβάνει για την προστασία των «εγκλωβισμένων» αγοραστών -, με έρεισμα το γεγονός της κατάθεσης της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο υπόβαλε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, δηλαδή στον εφεσίβλητο 1 (στο εξής «Διευθυντής»), την αίτηση με αριθμό ΑΕΑ: 582/2017, για μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του. Με την αίτησή του επισύναψε και δήλωση των πωλητών - ενυπόθηκων οφειλετών, με την οποία δηλώνουν ότι τους έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα πώλησης του επίδικου διαμερίσματος. Ακολούθως προσκόμισε βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας και βεβαίωση του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, με την οποία βεβαιώνεται πως δεν οφείλει κτηματικό φόρο στο δήμο, σε σχέση - πάντοτε - με το επίδικο διαμέρισμα. Ο Διευθυντής, αφού έκρινε ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44Κ

(1)του Νόμου, προϋποθέσεις, σε εφαρμογή του άρθρου 44ΚΒ, με την έγγραφη ειδοποίησή του κατά τον Τύπο «ΙΕ» προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 22/11/2017, τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Με την ίδια ειδοποίηση, τους πληροφόρησε για το δικαίωμά τους, όπως εντός 45 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης, υποβάλουν ένσταση κατά της πρόθεσής του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης, σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Με την τελευταία παράγραφο, τους υπόδειξε ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αιτιολογημένης ένστασης ή αίτησης μεταφοράς εντός της πιο πάνω προθεσμίας, θα προχωρήσει στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης ή του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 20/12/2017 υπόβαλαν ένσταση κατά της πρόθεσης του Διευθυντή για άρση των επίδικων υποθηκών και μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος. Οι κύριες θέσεις τους - σύμφωνα με αυτή - είναι οι εξής: Οι πωλητές υποθήκευσαν το επίδικο διαμέρισμα προς εξασφάλισή τους και/ή ως αντάλλαγμα, για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους είχαν παραχωρήσει. Οι επίδικες υποθήκες καταχωρήθηκαν νομότυπα στο Κτηματολόγιο και είναι προγενέστερες της επίδικης σύμβασης. Κανένα ποσό τους έχει πληρωθεί έναντι των επίδικων υποθηκών και ούτε εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό από την πώληση του επίδικου διαμερίσματος. Οι διευκολύνσεις που χορήγησαν στους πωλητές δεν έχουν ξοφληθεί ακόμη και προχώρησαν στην έγερση αγωγών εναντίον τους (πρόκειται για τις τρεις αγωγές που αναφέρονται σε άλλο σημείο - πιο πάνω -). Είναι η θέση τους, ότι η ενδεχόμενη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος αντίκειται και/ή αντικρούει και/ή παραβιάζει τη σχετική νομοθεσία, τα κατοχυρωμένα συνταγματικά τους δικαιώματα και ειδικότερα, το Άρθρο 23 (δικαίωμα της ιδιοκτησίας) και το Άρθρο 26 (δικαίωμα του συμβάλλεσθαι) και επίσης αντιβαίνει σε πρόσφατη νομολογία (ακολουθεί σχετική αναφορά σε δυο πρωτόδικες αποφάσεις). Ενόψει των ανωτέρω υποβάλλουν τη θέση ότι οι πρόνοιες του Νόμου που αφορούν την προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών είναι αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα η διαδικασία που ακολουθεί το Κτηματολόγιο σε σχέση με την αίτηση του αγοραστή, να καθίσταται κι' αυτή, αντισυνταγματική. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω είναι περαιτέρω η θέση τους, ότι η κατάθεση της επίδικης σύμβασης θεωρείται εμπράγματο βάρος, βάσει του άρθρου 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν.81(Ι)/2011)και λαμβάνει σειρά προτεραιότητας σε σχέση με άλλα εμπράγματα βάρη. Περαιτέρω και σε συνάρτηση με τα όσα ορίζει το άρθρο 12 του Νόμου, η εν λόγω κατάθεση έπεται των επίδικων υποθηκών και το Κτηματολόγιο κωλύεται και/ή εμποδίζεται και/ή δε νομιμοποιείται να μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα, πριν την πλήρη εξόφληση προς τους ίδιους, όλων των υποχρεώσεων των πωλητών - ενυπόθηκων οφειλετών, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις επίδικες υποθήκες. Ο Διευθυντής, με την επιστολή τους προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 28/12/2017, τους πληροφόρησε ότι απόρριψε την ένστασή τους, για τους εξής λόγους: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44ΙΗ του Νόμου, οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος του βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι 31/12/2014 ή έχει κατατεθεί σ' αυτό δυνάμει δικαστικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 81(Ι)/2011 (ανωτέρω), με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, επ' ονόματι του αγοραστή. Ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή, για τους εξής λόγους: πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή και δεύτερο, ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του άρθρου 44ΙΘ του Νόμου, όταν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύ Νόμου, αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης. Έχει αποφασιστεί από το Κτηματολόγιο, όπως εφεσιβληθούν οι δυο αποφάσεις (στις οποίες αναφέρονται οι ενυπόθηκοι δανειστές με την ένστασή τους). Λόγω του ότι η ένσταση δεν είναι τεκμηριωμένη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις των προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών, ο Διευθυντής, βάσει του άρθρου 44ΚΒ
(4)και του άρθρου 44ΚΒ
(2)του Νόμου, θα προχωρήσει σε απαλλαγή όλων των εμπραγμάτων βαρών και στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, εκτός εάν ο ενυπόθηκοι δανειστές προσκομίσουν εντός 30 ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων και θα έλεγα ότι αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, στις 6/2/2018 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση - που υπέχει θέση έφεσης - (στο εξής «έφεση») καθώς και μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, στις 13/2/2018 εξασφάλισαν διάταγμα αναστολής της διαδικασίας μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 16/4/2018, το διάταγμα κατέστη εξ συμφώνου απόλυτο. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, με την έφεσή τους ζητούν: πρώτο, διάταγμα που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση, ημερομηνίας 22/11/2017, δεύτερο, διάταγμα που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή, ημερομηνίας 28/12/2017, τρίτο, διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση, με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση/ειδοποίηση και/ή η όλη διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις/αποφάσεις του Διευθυντή, ημερομηνίας 22/11/2017 και 28/12/2017, τέταρτο, διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση, με την οποία να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος και πέμπτο, διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση, με την οποία να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η έφεση αποτελείται από 11 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο υπάλληλος των ενυπόθηκων δανειστών, xxxxx Σταυρινού. Ο Διευθυντής καταχώρησε ένσταση στην έφεση η εδράζεται σε 23 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κτηματολογικού λειτουργού - στον κλάδο εγγραφής - στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, xxxxx Ζίγκα. Οι πωλητές - ενυπόθηκοι οφειλέτες, μολονότι η έφεση, τους έχει επιδοθεί, ουδέποτε εμφανίστηκαν στη διαδικασία που ακολούθησε, σε αντίθεση με τον αγοραστή, ο οποίος εμφανίστηκε και παρότι δεν έχει καταχωρήσει ένσταση στην έφεση, εντούτοις, με ρητή δήλωση της δικηγόρου του υιοθέτησε το περιεχόμενο τόσο της ένστασης του Διευθυντή όσο και της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του. Η ακρόαση της έφεσης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια - και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο -, θα διαφανεί, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην εξέταση της έφεσης, υπό το φως όσων από τους λόγους της έχουν προωθηθεί από τους ενυπόθηκους δανειστές σε συνάρτηση βέβαια με όσους από τους λόγους ένστασης θεωρώ αναγκαίους, για σκοπούς έκδοσης της ετυμηγορίας μου. Προκαταρκτικά, θα ήθελα να πω τα εξής: Στο βαθμό που με την υπό κρίση έφεση ζητείται είτε ακύρωση είτε παραμερισμός είτε τέλος, αναστολή της έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ» -, με την οποία ο Διευθυντής γνωστοποίησε στους ενυπόθηκους δανειστές την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή -, η έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη. Δικαιοδοτικό βάθρο της έφεσης αποτελεί το άρθρο 51 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα από οποιαδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του Νόμου μπορεί να την εφεσιβάλει εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της εν λόγω διαταγής, γνωστοποίησης ή απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών (βλ. την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Σταυρινού), ότι παρέλαβαν την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», κατά ή περί τις 5/12/2017. Και με δεδομένο ότι η υπό κρίση έφεσή τους καταχωρήθηκε στις 6/2/2018, δηλαδή, δυο μήνες αργότερα είναι φανερό, ότι συναφώς με την εν λόγω ειδοποίηση, καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Επομένως, η έφεση, θα εξεταστεί σε συνάρτηση μόνο με όσα αφορούν στην απόφαση του Διευθυντή, με την οποία απέρριψε την ένσταση των ενυπόθηκων δανειστών και αποφάσισε να προχωρήσει στην απαλλαγή όλων των εμπραγμάτων βαρών και στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή. Με τον 1ο λόγο ένστασης, ο Διευθυντής υποβάλλει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έφεση περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς και/ή δε συνάδει και/ή έρχεται σε αντίθεση με τα πρότυπα που καθορίζονται με βάση τους Κανονισμούς και/ή τη νομοθεσία. Κανένα πρόβλημα επί του κύρους της έφεσης συνεπάγεται το γεγονός ότι, σε πολύ μικρό βαθμό, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση έφεση περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Τα ουσιαστικά γεγονότα που θεμελιώνουν την έφεση απορρέουν από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων. Στο σύνολό τους σχεδόν αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Απ' εκεί και πέρα, το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενυπόθηκους δανειστές χαρακτηρίζει νομικά με διαζευκτικό τρόπο μερικά γεγονότα, είτε την εκκαλούμενη απόφαση είτε το Νόμο είναι καθόλα θεμιτό σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτη δικηγόρος για το Διευθυντή (βλ. την El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255). Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της έφεσης. Διευκρινιστικά να πω ότι, αυτή, μολονότι εδράζεται σε 11 λόγους, εν τέλει, από αυτούς, οι μόνοι που έχουν προωθηθεί - έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων των ενυπόθηκων δανειστών - είναι οι 3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος λόγοι, με τους οποίους υποβάλλεται ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εκκαλούμενη απόφαση είναι ασύμβατα με τα Άρθρα 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος καθώς και με τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Επειδή ο Διευθυντής, με σειρά λόγων ένστασης υποβάλλει ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν εγείρουν με τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο το θέμα αντισυνταγματικότητας του Νόμου και/ή διατάξεών του, προκαταρκτικά, θα ήθελα να πω τα εξής: έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα και ιδίως, όσα αναφέρονται στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολιτική Έφεση Αρ. 429/11, ημερομηνίας 6/12/2017 και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των λόγων έφεσης - περιλαμβανομένης και της σχετικής αιτιολογίας τους - σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της έφεσης, ένορκης δήλωσης, θεωρώ πως δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα που με εμποδίζει να εξετάσω τα διάφορα θέματα αντισυνταγματικότητας που εγείρουν οι ενυπόθηκοι δανειστές. Υπέρ της ορθότητας της παραπάνω διαπίστωσής μου συνηγορούν και τα εξής: ο Διευθυντής, ο οποίος εγείρει την παραπάνω θέση, τόσο με την ένστασή του - καθώς και με την υποστηρικτική της ένορκη δήλωση - όσο και με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του απαντά με πλήρη επάρκεια σε όλα όσα συνθέτουν τη θέση των ενυπόθηκων δανειστών περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του Νόμου. Εδικά για το 19ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα, ποια από τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου παραβιάζουν το Σύνταγμα παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Ότι τα παραπάνω τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση καταφαίνεται από το γεγονός, ότι αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών, ότι ουσιαστικά ολόκληρο το Μέρος VIB του Νόμου είναι αντισυνταγματικό και αποτελεί δική μου θέση, ότι αυτό, για ό,τι αφορά, που είναι η προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών, αποτελεί ενιαία νομοθεσία. Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων εκτίθενται σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη Μαρκιτανής ν. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Α. 923, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων γίνεται μόνο εάν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγήσει σε αποδοχή του αιτήματος του ένδικου βοηθήματος. Διαφορετικά απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Τούτο, επειδή τα Δικαστήρια δε χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Συνεπώς, εάν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης, δε θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δε χρειάζεται και δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης. Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Ηλίας Κυριακίδης κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 485 σύμφωνα με την οποία: «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου. (Βλ. Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63 σελ. 78.)» Με τον 21ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές έχουν απεμπολήσει και/ή κωλύονται να επικαλούνται οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από τις επίδικες υποθήκες, λόγω της αρχής της εγκατάλειψης και/ή λόγω ολιγωρίας. Με τον 22ο λόγο, τους καταλογίζεται από το Διευθυντή ότι κωλύονται να διεκδικούν την ακύρωση και/ή αναστολή της εκκαλούμενης απόφασής του, καθότι επέλεξαν να μην ενεργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν και/ή δεν επέλεξαν να αιτηθούν μεταφοράς των επίδικων υποθηκών σε άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας των ενυπόθηκων οφειλετών. Οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης, λόγω της συνάφειάς τους, θα συνεξεταστούν. Για να καταστεί αυτό δυνατό θεωρώ αναγκαία την παράθεση των άρθρων 44ΙΗ, 44ΙΘ, 44Κ και 44ΚΒ του Νόμου. Ακλουθούν αυτούσια: «44ΙΗ. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. 44ΙΘ
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) τον πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (γ) τον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει εγγεγραμμένης στα μητρώα του ακινήτου σύμβασης υποθήκης, ή/και (δ) το δανειστή δυνάμει σύμβασης δανείου με τον αγοραστή.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν- (α) Έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ, ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης, είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. 44Κ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΔ», με την οποία τον καλεί όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης καταβάλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ο αγοραστής έχει καταβάλει μέρος του τιμήματος πώλησης και για το υπόλοιπο αυτού έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβληθεί εντός της προθεσμίας που απαιτείται σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, το υπόλοιπο αυτό καταβάλλεται στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό.
(3)Αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΘ παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την πλήρη υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1), σε περίπτωση κατά την οποία- (α) Δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), και (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. 44ΚΑ... 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης.» Η ουσία των όσων διαλαμβάνονται στις παραπάνω διατάξεις - για ό,τι μας ενδιαφέρει - έγκειται στα εξής: Σε περίπτωση σύμβασης πώλησης ακινήτου, η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο δυνάμει δικαστικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου - το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης - επ' ονόματι του αγοραστή, κατόπιν αίτησης του αγοραστή στο Διευθυντή, το ακίνητο μεταβιβάζεται επ' ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: πρώτο, έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης του ακινήτου και δεύτερο, υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του. Εάν οι δυο αυτές προϋποθέσεις πληρούνται, ο Διευθυντής γνωστοποιεί - και - στον ενυπόθηκο δανειστή, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, μετά την παρέλευση 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης. Με την ίδια ειδοποίηση, τον ενημερώνει ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, θα προβεί σε απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή - εντός της παραπάνω προθεσμίας - για τους εξής λόγους: πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή δεύτερο, ότι η σύμβαση μεταξύ των δυο είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Σε περίπτωση που η ένσταση είναι βάσιμη, είτε για τον ένα λόγο είτε για τον άλλο, ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Ο ενυπόθηκος δανειστής, αντί υποβολής ένστασης μπορεί να ζητήσει όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, αντί της απαλλαγής ή εξάλειψης ή ακύρωσής της. Σε τέτοια περίπτωση, ο Διευθυντής εξετάζει την αίτηση και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης στην εν λόγω ιδιοκτησία σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή. Παρατηρώ τα εξής: Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση έφεση είναι τέτοια, οπότε, σε περίπτωση εξέτασης οποιουδήποτε ζητήματος αντισυνταγματικότητας ή ασυμβατότητας των επίμαχων διατάξεων του Νόμου εγείρουν οι ενυπόθηκοι δανειστές, με οποιοδήποτε Άρθρο του Συντάγματος, θεωρώ ότι θα αντιστρατευόμουν τη νομολογιακή αρχή που διέπει το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων σύμφωνα με την οποία - για να επαναλάβω - : «Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» (βλ. Lapertas Fisheries Ltd κ.ά., (ανωτέρω).) Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενυπόθηκοι δανειστές, όταν τους επιδόθηκε η έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», με την οποία ο Διευθυντής, τους γνωστοποιούσε την πρόθεσή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή καθώς και για το δικαίωμά τους να υποβάλουν ένσταση εναντίον της πρόθεσής του αυτής ή αίτηση για μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, υποδεικνύοντάς τους, ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα προχωρούσε στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση των επίδικων υποθηκών και στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, επέλεξαν - ως είχαν δικαίωμα - να υποβάλουν ένσταση, με περιεχόμενο, ως εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω, ένα θέλω να πω. Ο ισχυρισμός του κ. Σταυρινού - της παραγράφου 7 της ένορκης του δήλωσης η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση έφεση -, ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές υπόβαλαν ένσταση στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή και κατ' επέκταση, στην εξάλειψη των επίδικων υποθηκών, καθότι, μεταξύ άλλων, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες δεν κατέχουν άλλη ακίνητη περιουσία, η οποία είναι ελεύθερη εμπραγμάτων βαρών και/ή επιβαρύνσεων, ούτως ώστε να μεταφερθούν οι υποθήκες σ' αυτή την περιουσία, είναι ανυπόστατος. Ουδεμία τέτοια αναφορά υπάρχει στην ένσταση (τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του κ. Σταυρινού). Όμως, αυτό δεν είναι και το πλέον σημαντικό. Οι επίδικες υποθήκες - για να επαναλάβω - συστάθηκαν για το συνολικό ποσό των €3.823.170,
  1. Ωστόσο, από το βεβαρημένο με αυτές ακίνητο, με το φάκελο με αριθμό 6/ΑΧ/779/2013, στις 16/12/2014 προέκυψαν 19 ξεχωριστές νέες εγγραφές - τίτλοι ιδιοκτησίας. Έκτοτε, αυτό αποτελείται από 19 διαμερίσματα, τα οποία βαρύνονται με τις επίδικες υποθήκες. Ανάμεσά τους και το επίδικο διαμέρισμα, εκτιμημένης αγοραίας αξίας €50.000,00 και €48.400,00, αντίστοιχα, σύμφωνα με δυο εκτιμήσεις των ενυπόθηκων δανειστών και €60.800,00, με βάση τη γενική εκτίμηση που έκανε το Κτηματολόγιο το
  2. Το πρώτο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι σε περίπτωση που οι ενυπόθηκοι δανειστές, αντί ένστασης υπόβαλλαν αίτηση μεταφοράς των επίδικων υποθηκών σε κάποιο άλλο ακίνητο των ενυπόθηκων οφειλετών (εκτιμημένης αγοραίας αξίας, €50.000,00, που είναι και η μεγαλύτερη του αξία σύμφωνα με τις δικές τους εκτιμήσεις) και το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν απαλλαγμένο από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, τα όποια δικαιώματά τους απορρέουν από τις επίδικες υποθήκες - δεδομένου και του σκοπού για τον οποίο αυτές είχαν συσταθεί - θα παρέμειναν αναλλοίωτα. Και τούτο, έχοντας υπόψη, ότι, σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή μεταφοράς των επίδικων υποθηκών σ' ένα τέτοιο ακίνητο, αυτές, ως εμπράγματο βάρος που είναι, θα ήταν πρώτες στη σειρά, ακόμη κι' αν αργότερα, το εν λόγω ακίνητο επιβαρυνόταν με οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος. Συναφώς με το θέμα, ο ενόρκως δηλών για του ενυπόθηκους δανειστές, στην παράγραφο 24 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται τα εξής: Υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία του ενυπόθηκου οφειλέτη/πωλητή καθώς και σε περιουσία των εγγυητών του. Όμως, στην παρούσα περίπτωση, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες δεν έχουν ελεύθερη περιουσία, η οποία μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελός των ενυπόθηκων δανειστών, με αποτέλεσμα η οικονομική αξία της περιουσίας που είναι υποθηκευμένη προς όφελος των τελευταίων, να παραμένει μειωμένη και έτσι σε αντίθεση με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του κ. Σταυρινού, ο κ. Ζίγκας, στην παράγραφο 11 της δικής του ένορκης δήλωσης - η οποία υποστηρίζει την ένσταση του Διευθυντή - ισχυρίζεται ότι όπως προκύπτει από τα αρχεία του Κτηματολογίου, οι πωλητές είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Ωστόσο, δε μένει ως εδώ. Επισυνάπτει και αντίγραφο σχετικού πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, από το οποίο προκύπτει ότι, πράγματι, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας σε διάφορα μέρη στην Κύπρο, συνολικής - εκτιμημένης - αγοραίας αξίας μερικών εκατομμυρίων ευρώ. Και με δεδομένο ότι από το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού - που αποτελεί και την καλύτερη δυνατή μαρτυρία για σκοπούς αποτύπωσης του νομικού καθεστώτος των ακινήτων που αναφέρονται σ' αυτό, έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για έγγραφο του Κτηματολογίου - δεν προκύπτει ότι οποιοδήποτε ακίνητο βαρύνεται με οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, οι ενυπόθηκοι δανειστές, οι οποίοι έχουν και το βάρος απόδειξης της έφεσής τους και κάθε λόγου που τη συνθέτει και ειδικά, όλων όσοι εγείρουν θέμα αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του Μέρος VIΒ του Νόμου - που διαλαμβάνει για την προστασία των «εγκλωβισμένων αγοραστών» - θεωρώ πως δεν απέδειξαν το γενικό και αόριστο ισχυρισμό τους, ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες δεν έχουν ελεύθερη περιουσία, η οποία μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελός τους. Ο κ. Σταυρινού, ο οποίος προβάλλει εκ μέρους τους τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν αναφέρει από πού αντλεί αυτό το στοιχείο σε αντίθεση με τον κ. Ζίγκα, ο οποίος εργάζεται στο Κτηματολόγιο. Δε μου διαφεύγει ότι ανάμεσα στα διάφορα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών τα οποία περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ζίγκα είναι και τα 19 διαμερίσματα που προέκυψαν με το φάκελο με αριθμό 6/ΑΧ/779/2013 - ανάμεσά τους και το επίδικο διαμέρισμα -, τα οποία βαρύνονται με τις επίδικες υποθήκες, οι οποίες δεν αναφέρονται στο εν λόγω πιστοποιητικό, αφού σ' αυτό δεν υπάρχει καθόλου αναφορά σε τυχόν επιβαρύνσεις/εμπράγματα βάρη, γενικά για οποιοδήποτε ακίνητο. Ωστόσο, εξ αυτού δεν μπορώ να πω ότι υπάρχουν επιβαρύνσεις και για οποιοδήποτε άλλο ακίνητο, πέραν των 19 διαμερισμάτων τα οποία προέκυψαν με τον πιο πάνω φάκελο. Εάν οι ενυπόθηκοι δανειστές, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες δεν έχουν ελεύθερη περιουσία η οποία μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελός τους, ήθελαν να τεκμηριώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό τους, θα μπορούσαν να ζητήσουν άδεια, για να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία να αναφέρουν τα εμπράγματα βάρη με τα οποία βαρύνεται καθένα από τη σωρεία ακινήτων των ενυπόθηκων οφειλετών που περιλαμβάνονται στο σχετικό πιστοποιητικό έρευνας που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ζίγκα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας δήλωσης, θα μπορούσαν να επισυνάψουν κι' αυτοί, ανάλογο πιστοποιητικό, στο οποίο να περιλαμβάνονται και τα εμπράγματα βάρη με τα οποία βαρύνεται κάθε ακίνητο των ενυπόθηκων οφειλετών και τούτο, για να διαφανεί και ποια θα ήταν η σειρά προτεραιότητας των επίδικων υποθηκών έναντι των άλλων εμπράγματων βαρών - αν υπήρχαν - σε περίπτωση που οι ενυπόθηκοι δανειστές, αντί ένστασης κατά της πρόθεσης του Διευθυντή να προβεί στην εξάλειψη των επίδικων υποθηκών επί του επίδικου διαμερίσματος και στη μεταβίβασή του επ' ονόματι του αγοραστή, υπόβαλλαν αίτηση για μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε κάποιο άλλο ακίνητο των ενυπόθηκων οφειλετών. Συναφώς με το θέμα, θα μπορούσαν ακόμη να ζητήσουν άδεια να αντεξετάσουν τον κ. Ζίγκα επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης. Ούτε το ένα έκαναν μα ούτε και το άλλο. Αυτό σημαίνει ότι η ακίνητη ιδιοκτησία των ενυπόθηκων οφειλετών που αναφέρεται στο σχετικό πιστοποιητικό έρευνας (τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση του κ. Ζίγκα), με εξαίρεση τα 19 διαμερίσματα που προέκυψαν με το φάκελο με αριθμό 6/ΑΧ/779/2013 - ανάμεσά τους και το επίδικο διαμέρισμα -, τα οποία βαρύνονται με τις επίδικες υποθήκες, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ελεύθερη εμπραγμάτων βαρών. Ακόμη ένα στοιχείο που συνηγορεί στην εξαγωγή του ίδιου συμπεράσματος είναι το εξής, το οποίο μάλιστα απορρέει από τη μαρτυρία των ενυπόθηκων δανειστών: Όπως αναφέρει ο κ. Σταυρινού στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης, οι επίδικες υποθήκες ενεγράφησαν στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής xxxxxx, ιδιοκτησίας των ενυπόθηκων οφειλετών. Μεταγενέστερα και κατόπιν έκδοσης ξεχωριστών τίτλων, αυτές μεταφέρθηκαν στα παράγωγα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο διαμέρισμα. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη συνέχεια - στην ίδια παράγραφο - επισυνάπτει σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου Πάφου, ως τεκμήριο Β. Το τι προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω έγγραφου, που όντως είναι πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, με αναφορά στους ενυπόθηκους οφειλέτες είναι τα εξής: Αυτό είναι ημερομηνίας 5/7/2017 και είναι του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (και όχι Πάφου, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο κ. Σταυρινού). Σύμφωνα με αυτό, η έρευνα είναι «για: ακίνητα παγκύπρια με εμπράγματα βάρη» (η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι δικά μου). Τέλος, σ' αυτό υπάρχει αναφορά σε 4 ακίνητα - ανάμεσά τους και το επίδικο διαμέρισμα -, τα οποία όντως φέρουν εμπράγματα βάρη. Με αυτό δεδομένο, το εύλογο συμπέρασμα που εξάγεται ακόμη και από τη μαρτυρία των ενυπόθηκων δανειστών είναι ότι όλα τα υπόλοιπα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών είναι ελεύθερα από εμπράγματα βάρη. Με όλα αυτά δεδομένα - για να καταλήξω -, το γεγονός ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές, χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία επέλεξαν να υποβάλουν ένσταση κατά της πρόθεσης του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή και να εξαλείψει τις επίδικες υποθήκες, αντί αίτησης μεταφοράς τους σ' ένα ή περισσότερα από τα υπόλοιπα ακίνητα των ενυπόθηκων οφειλετών, γεγονός το οποίο θα διασφάλιζε πλήρως το σύνολό των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από αυτές και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των ενυπόθηκων οφειλετών έναντι τους, ενώ από τη μια, τους απονομιμοποιεί από το να εγείρουν θέμα αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του Νόμου, για οποιοδήποτε λόγο και την ίδια ώρα καθιστά βάσιμους τους υπό κρίση λόγους ένστασης του Διευθυντή, από την άλλη, το βάσιμο των δυο αυτών λόγων ένστασης καθιστά γενικά το ζήτημα αντισυνταγματικότητας που εγείρουν με την υπό κρίση έφεση, μη απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιόν μου διαφοράς. (βλ. τη Lapertas Fisheries Ltd κ.ά., (ανωτέρω)). Πολλώ μάλλον, αν ληφθεί υπόψη και η άλλη νομολογιακή αρχή - από την ίδια απόφαση - σύμφωνα με την οποία, τα Δικαστήρια, αν είναι δυνατόν, θα ερμηνεύσουν με τέτοιο τρόπο το Νόμο ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων 1 και 3 και σε βάρος των εφεσειόντων. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions/Final /Interim (Αναφορά: Πολιτική - έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι «εγκλωβισμένου αγοραστή». ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.