← Κύπρος

Kavalla Forest Limited κ.α. ν. Bank of Cyprus Public Company Limited, Αριθμός Αγωγής :- 322/2018, 7/5/2019

Kavalla Forest Limited κ.α. ν. Bank of Cyprus Public Company Limited, Αριθμός Αγωγής :- 322/2018, 7/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A18 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 322/2018 Μεταξύ :-

  1. Kavalla Forest Limited
  2. Kavalla Forest Construction Limited
  3. S. & N. Together Hotels Catering Public Limited
  4. D. G. Acme Home Solutions Limited
  5. G. & S. Vathkia's Asparagus Limited
  6. XXXXX Δράκος
  7. XXXXX Δράκου
  8. XXXXX Δράκου Ενάγοντες Και Bank of Cyprus Public Company Limited Εναγόμενη Αίτηση Ημερομηνίας 30/4/2017 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Δευτέρα 7η Μαΐου 2019 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κος. Μιχάλης Βασιλειάδης για Μιχάλης Βασιλειάδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μιχάλης Βασιλειάδης Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Έλισα Θεοδώρου για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Έλισα Θεοδώρου Ενάγων 6 παρών, κος. Γεώργιος Δράκος, Διευθυντής Εναγουσών 1, 2, 3, 4 και 5 Ενδιάμεση Απόφαση 1 Καταχώρισαν οι ενάγοντες μονομερή αίτηση με την οποία αιτούνται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τόσο αναφορικά με την απαγόρευση εκποίησης αριθμού υποθηκών όσο και απαγόρευσης χρήσης διαφόρων ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Όμως, όπως διαπιστώνεται, το αίτημα δεν έχει προωθηθεί καθόλου σε σχέση με τα προσωρινά διατάγματα απαγόρευσης χρήσης των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης είτε με σχετική μαρτυρία είτε με οποιαδήποτε επιχειρηματολογία. Συνεπώς, απλά διευκρινίζεται πως η εξέταση του αιτήματος των εναγόντων περιορίζεται, όπως έχει προωθηθεί, σε εξεύρεση απάντησης στο εξής ερώτημα. Κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων απαγόρευσης εκποίησης των υποθηκών οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο Α της αίτησης. Συνολικά αναφέρονται 24 υποθήκες ενώ διαζευκτικά επιδιώκεται και η απαγόρευση πώλησης με οποιοδήποτε τρόπο των ακινήτων τα οποία αφορούν αυτές οι υποθήκες, όμως και πάλι η προώθηση του αιτήματος σαφώς περιοριζόταν στο ενδεχόμενο πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό και μάλιστα με τη νέα διαδικασία πώλησης από τον ενυπόθηκο οφειλέτη η οποία καθιερώθηκε με το Μέρος VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015 (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «σχετικός Νόμος»). Επιπλέον, η εξεύρεση απάντησης στο συγκεκριμένο ερώτημα επηρεάζεται και από το γεγονός ότι η αίτηση υπό εξέταση δεν είναι η πρώτη η οποία έχει υποβληθεί προς το Δικαστήριο καθότι ακριβώς ένα μήνα προηγουμένως, δηλαδή στις 30/3/2018, καταχωρίσθηκε παρόμοια αίτηση (στο εξής θα καλείται η «πρώτη αίτηση») ενώ στο μεσοδιάστημα καταχωρίσθηκε και η Αίτηση-Έφεση 78/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Σημειώνεται απλά πως τόσο η πρώτη αίτηση όσο και η Αίτηση-Έφεση απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο το οποίο εκδίκασε τις συγκεκριμένες διαδικασίες και το οποίο είχε διαφορετική σύνθεση από το Δικαστήριο το οποίο εξετάζει την παρούσα αίτηση. 2 Ως προς τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης υπενθυμίζεται πως το Δικαστήριο κάλεσε τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων όπως αγορεύσει υπέρ του αιτήματος όπως αυτό είχε υποβληθεί, δηλαδή μονομερώς. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του, εισήλθε εντός του Δικαστηρίου δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης (σημειωτέον πως ήδη από τις 12/4/2018 η εναγόμενη είχε καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης) και η οποία, εκφράζοντας την επιθυμία όπως υποβάλει ένσταση στην αίτηση, αιτήθηκε χρόνο για καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, αίτημα το οποίο δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη και το χρονικό διάστημα στη διάθεση του πριν από την πρώτη ημερομηνία διεξαγωγής πλειστηριασμού, δηλαδή στις 9/5/
  9. 3 Εντούτοις, δόθηκε η ευκαιρία και δυνατότητα συμμετοχής στην ακροαματική διαδικασία με προφορική αγόρευση εντός της ίδιας ημερομηνίας. Εφαρμόζοντας δηλαδή τη διαδικασία γνωστή ως opposed ex-parte motion (βλ. σχετικά την απόφαση Meggary J. Pickwick International Inc (GB) Ltd v Multiple Sound Distributors Ltd and another [1972] 3 All ER 384) διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο το δικαίωμα περιορισμένης συμμετοχής στην ακρόαση δίχως προηγουμένως να είχε καταχωρισθεί ένσταση και ένορκη δήλωση. 4 Επομένως, το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης λαμβάνει υπόψη του τόσο τα όσα αναφέρονται εντός της αίτησης και της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της όσο και την επιχειρηματολογία αμφότερων των δικηγόρων των διαδίκων. 5 Βεβαίως αυτό το οποίο επίσης λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι και το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Σύμφωνα με το οποίο η αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι η πρώτη η οποία καταχωρίσθηκε από τους ενάγοντες αλλά η δεύτερη. Αξίζει δε να σημειωθεί πως τα προσωρινά διατάγματα την έκδοση των οποίων αιτούνται οι ενάγοντες είναι πανομοιότυπα με τα διατάγματα τα οποία είχαν αιτηθεί με την πρώτη αίτηση τους. Επιπλέον, σε μεγάλο βαθμό ακόμη και τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης είναι τα ίδια με τα γεγονότα τα οποία αποτελούσαν τη μαρτυρία προς υποστήριξη της πρώτης αίτησης. 6 Αναφορικά με αυτά τα γεγονότα παρατηρούνται τα ακόλουθα. Από τις 47 παραγράφους της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης οι πρώτες 26 είναι πανομοιότυπες με τις αντίστοιχες παραγράφους της πρώτης αίτησης. Ακολούθως, παρεμβάλλεται στη συνέχεια μια νέα παράγραφος, ενώ οι επόμενες 4 παράγραφοι επίσης είναι πανομοιότυπες με τις 4 παραγράφους οι οποίες ακολουθούσαν την παράγραφο πριν από την παρεμβολή της νέας παραγράφου. 7 Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών, σε 9 νέες παραγράφους αναφέρεται στα ακόλουθα. Πρώτο, στον εντοπισμό στο διαδίκτυο τεσσάρων Δελτίων Α στα οποία ανακοινώνονται οι ημερομηνίες πώλησης με πλειστηριασμό ορισμένων ενυπόθηκων ακινήτων, τα οποία Δελτία Α όμως ουδέποτε επιδόθηκαν στον ίδιο, δεύτερο, στην καταχώριση της πρώτης αίτησης και των όσων γεγονότων ακολούθησαν μετά και από την απόφαση απόρριψης της πρώτης αίτησης με την καταχώριση σχετικής Αίτησης-Έφεσης η οποία επίσης απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, τρίτο, προβάλλεται η θέση πως το μοναδικό δικονομικό μέτρο το οποίο απομένει διαθέσιμο στους ενάγοντες είναι η αναστολή πώλησης της ακίνητης περιουσίας τους με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι εάν αυτά δεν δοθούν τότε θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί στο μέλλον πλήρης και ορθή δικαιοσύνη αφού θα πωληθεί σε τρίτους η ακίνητη περιουσία των εναγόντων σε εξευτελιστική τιμή όπως αυτή καθορίζεται στα επισυνημμένα ως τεκμήρια Δελτία Α, τέταρτο, αναφέρεται σε δημοσίευση του κινδύνου διάλυσης της εναγόμενης εταιρείας, δηλαδή της τράπεζας, έτσι ώστε να μην είναι δυνατό τότε να αποδοθεί δικαιοσύνη αν πωληθεί η ακίνητη περιουσία των εναγόντων και τέλος, αναφέρεται πως η εναγόμενη στις 19/4/2018 δήλωσε την προθυμία της να διευθετηθεί όλο το χρέος των εναγόντων με πληρωμή του ποσού των €3.200.000,
  10. 8 Οι υπόλοιπες 7 τελευταίες παράγραφοι της ένορκης δήλωσης είναι επίσης πανομοιότυπες με τις τελευταίες παραγράφους της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της πρώτης αίτησης. 9 Πέραν και από τη γενικότερη εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων ως προς την ικανοποίηση των απαραίτητων προϋποθέσεων προς έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τις οποίες δεν κρίνει απαραίτητο όπως εξετάσει το Δικαστήριο σε περίπτωση κατά την οποία κρίνεται πως η διαδικασία η οποία έχει ακολουθηθεί είναι είτε καταχρηστική είτε ακατάλληλη, προτάθηκαν και επιχειρήματα βάσει των οποίων η αίτηση δεν θα πρέπει να κριθεί ως καταχρηστική. 10 Βεβαίως το ενδεχόμενο της ύπαρξης κατάχρησης σε σχέση με την περίπτωση υπό εξέταση προκύπτει από το γεγονός πως ήδη οι ενάγοντες όχι μόνο έχουν καταχωρίσει παρόμοια αίτηση με την παρούσα η οποία έχει απορριφθεί αλλά επιπλέον είχαν καταχωρίσει και Αίτηση-Έφεση και η οποία επίσης απορρίφθηκε. 11 Αυτό το οποίο επίσης παρατηρείται από το Δικαστήριο είναι πως παρά και το γεγονός ότι ουσιαστικά η αίτηση δεν βασίζεται στον σχετικό Νόμο, δηλαδή στο Μέρος VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015, είτε υπό την έννοια συμπερίληψης του σχετικού Νόμου στη νομική βάση της αίτησης είτε βεβαίως υπό την έννοια της τήρησης του δικονομικού μέτρου το οποίο προβλέπεται στον σχετικό Νόμο για καταχώριση έφεσης εναντίον της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, εντούτοις ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων επικαλείται και πρόνοιες του σχετικού Νόμου αναφορικά δηλαδή με τον τρόπο επίδοσης των ειδοποιήσεων πλειστηριασμού με εισήγηση πως αυτές δεν τηρήθηκαν. 12 Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση του βασικού ερωτήματος κατά πόσο δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ανεξάρτητα και από το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης, καταγράφεται η αναγνώριση από το Δικαστήριο της αγωνίας των εναγόντων σε σχέση με την κατάσταση στην οποία έχουν οδηγηθεί ως αποτέλεσμα της δανειοδότησης τους στην πορεία του χρόνου, δίχως όμως η αναγνώριση αυτή να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ως προς την έκβαση αυτής της απόφασης. Καθότι πέραν και από το δεδομένο πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την ουσία της αγωγής τονίζεται κυρίως επί αυτού του σημείου πως τα Δικαστήρια δεν εξετάζουν τη σοφία ενός νομοθετήματος αλλά οφείλουν να το εφαρμόσουν ως έχει. 13 Όπως αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις στη νομολογία μας το Δικαστήριο δεν εξετάζει τη σοφία ή τη σκοπιμότητα του νόμου, αλλά απλώς τον εφαρμόζει, ερμηνεύοντας την πρόθεση του νομοθέτη, όπως προκύπτει από τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε (βλ. σχετικά, παραδείγματος χάριν, την απόφαση Χριστίνα Κωνσταντινίδου ν. Συμβουλίου Οπτικών

(1999)4 Α. Α. Δ. 558). Όσο και να αμφισβητείται από τους ενάγοντες η σοφία του νομοθέτη αναφορικά με τη συγκεκριμένη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων και τις συνέπειες αυτής της διαδικασίας εντούτοις το Δικαστήριο όχι μόνο δεν έχει αρμοδιότητα να διαφοροποιήσει ρητές πρόνοιες σε νομοθετική ρύθμιση αλλά ούτε και υπεισέρχεται ή εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία ενός νομοθετήματος, (βλ., μεταξύ άλλων, Dias United Publishing Co Ltd ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α. Α. Δ. 550). Παρά και το γεγονός πως δεν έχει τεθεί θέμα αντισυνταγματικότητας του σχετικού Νόμου παρατηρείται απλά πως ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση εξέτασης της συνταγματικότητας ενός Νόμου αποτελεί αξίωμα του δικαίου της ερμηνείας ότι τα Δικαστήρια, στην εξέταση της συνταγματικότητας της νομοθεσίας, δεν ασχολούνται, ούτε επηρεάζονται από τα κίνητρα, την πολιτική, τη σοφία, ή τις επιπτώσεις του νόμου (βλ. σχετικά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ρ.Ι.Κ. κ. ά. ν. Καραγιώργη κ. ά.
(1991)3 Α. Α. Δ. 159). Τονίζεται συνεπώς πως το Δικαστήριο αναπόφευκτα λαμβάνει υπόψη του και εφαρμόζει τον σχετικό Νόμο ως έχει. 14 Επιπλέον, αναφορικά και με το γεγονός πως αφού προηγουμένως οι ενάγοντες σύμφωνα και με τον σχετικό Νόμο είχαν προωθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία έφεσης στην Αίτηση-Έφεση 78/18 η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 23/4/2018, ενώ πλέον επιστρέφουν και πάλι στο Δικαστήριο επί της ίδιας νομικής βάσης η οποία χρησιμοποιήθηκε και στη διαδικασία της πρώτης αίτησης τους, δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο το αξίωμα της ιεράρχησης των κανόνων δικαίου έτσι ώστε ο ειδικός νόμος να κατισχύει του γενικού (lex specialis derogat legi generali). Βεβαίως ακόμη και να μην είχε καταχωρισθεί η πρώτη αίτηση αναμφίβολα και πάλι το Δικαστήριο θα εξέταζε την καταλληλότητα του ένδικου μέσου το οποίο οι ενάγοντες επέλεξαν προς εξασφάλιση των αιτούμενων θεραπειών, την απαγόρευση δηλαδή της εκποίησης των επίδικων υποθηκών. 15 Η απόφαση του Δικαστηρίου απόρριψης της πρώτης αίτησης, ημερομηνίας 2/4/2018, αν και σαφής επί του συγκεκριμένου θέματος της ύπαρξης συγκεκριμένων ένδικων μέσων, όπως βεβαίως αυτά προβλέπονται από τον σχετικό Νόμο, για αμφισβήτηση και ακύρωση διαδικασίας πλειστηριασμού, εντούτοις χρησιμοποιείται ως μέρος της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων έτσι ώστε ακόμη και βάσει αυτής να προωθείται - λανθασμένα κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου - η θέση ότι έχοντας πλέον εξαντλήσει και αυτή τη μέθοδο επιδίωξης αναστολής της διαδικασίας πλειστηριασμού δεν αποτελεί κατάχρηση η επιστροφή των εναγόντων στην ίδια διαδικασία με την οποία είχαν αρχικά διεκδικήσει τις ίδιες θεραπείες. 16 Εφόσον δηλαδή απέτυχε η διαδικασία βάσει του σχετικού Νόμου τότε δεν προκύπτει η οποιαδήποτε κατάχρηση από την επαναφορά ουσιαστικά της ίδιας διαδικασίας η οποία αρχικά δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 2/4/
  1. Αυτή θέτοντας το πολύ απλά είναι και η θέση των εναγόντων όπως αυτή προβάλλεται σύμφωνα και με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. 17 Θέση όμως η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως ορθή έστω και με τα όσα περιορισμένα δεδομένα έχουν τεθεί υπόψη του. Καθότι βεβαίως αν και σύμφωνα με το αίτημα τίθεται ως μέρος του αιτήματος απαγόρευσης ένας μεγάλος αριθμός υποθηκών των οποίων επιδιώκεται η απαγόρευση εκποίησης, δηλαδή συνολικά 24 στον αριθμό, εντούτοις με τη μαρτυρία ως προς τη διεξαγωγή πλειστηριασμού της οποίας επιδιώκεται η απαγόρευση (δηλαδή το περιεχόμενο της παραγράφου 32 της ένορκης δήλωσης, το τεκμήριο 3 και τα τεκμήρια 5 (α) έως και 5 (β)) αυτή αναφέρεται σε 5 συνολικά ακίνητα σύμφωνα με τα Δελτία Α ενώ σύμφωνα με τις ειδοποιήσεις Τύπου "ΙΑ" αυτή αφορά 7 συνολικά ακίνητα και 4 συνολικά υποθήκες με ημερομηνίες πώλησης είτε στις 9/5/2018 είτε στις 16/5/
  2. 18 Ουσιαστικά, με το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα τίθεται και θέμα μεγαλύτερης ευρύτητας επηρεασμού υποθηκών, δίχως όμως αυτό το αίτημα να βασίζεται και σε συγκεκριμένη μαρτυρία ως προς τη δεδομένη ύπαρξη διαδικασίας πλειστηριασμού, για όλες δηλαδή τις υποθήκες η εκποίηση των οποίων θα μπορούσε να επηρεαστεί σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ουσιαστικά, το αίτημα αναφορικά με τις υπόλοιπες υποθήκες βασίζεται στο μελλοντικό ενδεχόμενο ύπαρξης παρόμοιας διαδικασίας πλειστηριασμού και στις υπόλοιπες περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης. 19 Από νομικής άποψης όμως κυρίως σημασία δεν έχει το κατά πόσο όντως καλύπτονται από τη μαρτυρία όλες οι αναφερόμενες υποθήκες στην παράγραφο Α της αίτησης αλλά το ερώτημα το κατά πόσο η επιστροφή των εναγόντων στην ίδια διαδικασία βάσει της οποίας δεν έγινε δεκτό αρχικά το αίτημα τους αποτελεί κατάχρηση ή όχι της διαδικασίας ή ακόμη κατά πόσο και πάλι έχει επιλεγεί το κατάλληλο ένδικο μέσο προς εξασφάλιση των αιτούμενων θεραπειών. 20 Δηλαδή, ένα γενικότερο θέμα το οποίο εγείρεται βεβαίως είναι και το κατά πόσο, έστω και να μην είχε καταχωρισθεί η πρώτη αίτηση, οι ενάγοντες έχουν ουσιαστικά την επιλογή αντί να ακολουθήσουν τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από τον σχετικό Νόμο να επιδιώξουν βάσει άλλων γενικότερων νομοθετημάτων, όπως και των περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60(όπως αυτός τροποποιήθηκε) τις θεραπείες τις οποίες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν με τη διαδικασία έφεσης η οποία προβλέπεται ρητά από τον σχετικό Νόμο. 21 Κατ΄ αρχάς, με όλο το σεβασμό προς την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η καταχώριση εκ νέου παρόμοιας αίτησης με αυτή η οποία καταχωρίσθηκε στις 30/3/2018 με την πρώτη αίτηση αποτελεί κατάχρηση. 22 Η κατάχρηση αυτή δεν προκύπτει από την αποτυχία της προσπάθειας διαφοροποίησης της υφιστάμενης κατάστασης με αυτή η οποία υπήρχε στις 2/4/2018 κατά την ακρόαση της πρώτης αίτησης αλλά από το ίδιο το δεδομένο πως ενώ το Δικαστήριο με την απόφαση του, της ίδιας ημερομηνίας έδωσε την ορθή κατεύθυνση ως προς τη νομοθεσία η οποία θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής αναφορικά με το αίτημα των εναγόντων, εντούτοις οι ενάγοντες έχοντας εφαρμόσει τη συγκεκριμένη διαδικασία επιστρέφουν πίσω ενώπιον του Δικαστηρίου και πάλι επί ανεφάρμοστης νομικής βάσης ζητώντας τις ίδιες θεραπείες. 23 Διευκρινίζεται πως σύμφωνα και με τη νομολογία μας η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές και όχι απλά αυτή της παράλληλης προώθησης διαδικασιών με στόχο την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α. Α. Δ. 248, δεν είναι μόνο η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων η οποία ελέγχεται από το Δικαστήριο αλλά και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η πολλαπλότητα βεβαίως έχει άμεση σχέση και με την καταλληλότητα της διαδικασίας η οποία έχει επιλεγεί από τους ενάγοντες και μάλιστα για δεύτερη φορά. 24 Δηλαδή, στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η πολλαπλότητα προκύπτει από την αναβίωση ουσιαστικά διαδικασίας η οποία ήδη είχε κριθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση του στην πρώτη αίτηση ως ακατάλληλη και μη εφαρμόσιμη διατηρώντας υπόψη βεβαίως την ύπαρξη εξειδικευμένης νομοθεσίας επί του θέματος. 25 Ανεξάρτητα και από τη διαφωνία των εναγόντων, όπως αυτή εκφράζεται με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, ως προς την αποτελεσματικότητα του σχετικού Νόμου έτσι ώστε βάσει αυτού να διασφαλίζεται η δίκαιη αντιμετώπιση του ενυπόθηκου οφειλέτη, ιδιαίτερα δε με τις πιθανές οικονομικές συνέπειες για τους ενάγοντες στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, αυτός είναι ο Νόμος ο οποίος εφαρμόζεται σε περίπτωση ιδιωτικής πώλησης από τον ενυπόθηκο δανειστή και ο οποίος θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής αναφορικά με όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εναγόμενη θα επιδιώξει την εκποίηση με αυτό τον τρόπο οποιασδήποτε από τις υποθήκες οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο Α της αίτησης υπό εξέταση. 26 Διευκρινίζεται συνεπώς πως πέραν και από τη διαπίστωση ως προς την ύπαρξη κατάχρησης ως αποτέλεσμα της επιλογής καταχώρισης εκ νέου αίτησης παρόμοια της οποίας είχε ήδη εξεταστεί και στο παρελθόν από το Δικαστήριο, αυτό το οποίο επίσης διαπιστώνεται, για δεύτερη φορά ουσιαστικά, ανεξάρτητα και από τη διαφορετική σύνθεση του Δικαστηρίου, είναι πως η διαδικασία η οποία έχει επιλεγεί από τους ενάγοντες εναντίον της προώθησης είτε της προγραμματισμένης είτε της πιθανής διαδικασίας πώλησης με πλειστηριασμό της οποιασδήποτε υποθήκης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο Α της αίτησης, δεν είναι η ορθή διαδικασία. Ορθή βεβαίως υπό την έννοια της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από τον σχετικό Νόμο σε αυτές τις περιπτώσεις. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή παρά να απορρίψει την αίτηση των εναγόντων. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται. 27 Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, ανεξάρτητα και από το αποτέλεσμα της εκδίκασης της δεν κρίνεται πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος της εναγόμενης, έστω και με την επιδίκαση εξόδων σε σχέση με τον περιορισμένο βαθμό στον οποίο αυτή συμμετείχε στην ακροαματική διαδικασία της αίτησης. Ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως η αίτηση είχε υποβληθεί μονομερώς δίχως οι ενάγοντες να είχαν επιδιώξει τη συμμετοχή της εναγόμενης στην ακροαματική διαδικασία η οποία τυχαία προέκυψε αλλά επίσης και τα όσα αναφέρονται σχετικά από τον Meggary J. προς το τέλος της απόφασης Pickwick International Inc (GB) Ltd v Multiple Sound Distributors Ltd and another (βλ. πιο πάνω). 28 Ως ορθότερη διαταγή επί του θέματος των εξόδων κρίνεται όπως αυτά να είναι έξοδα στην πορεία της αγωγής. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης τα οποία θα είναι έξοδα στην πορεία της αγωγής, σύμφωνα δηλαδή και με το αποτέλεσμα είτε εκδίκασης της ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωσης της. 29 Τέλος, έχοντας υπόψη και την έλλειψη μέχρι σήμερα νομολογίας του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφορικά με την εφαρμογή του σχετικού Νόμου, θα ήταν παράλειψη του Δικαστηρίου να μην αναφερθεί και στην ιδιαίτερα βοηθητική επί του θέματος πρωτόδικη απόφαση επί παρόμοιου θέματος, η οποία παρουσιάστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγόμενης, του αδελφού Δικαστή Φιλίππου Α.Ε.Δ. στην αγωγή 2783/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ Δημητρούλλας Ανδρέου Δημήτρη Ευτυχίου ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ημερομηνίας 30/10/2017 και το μέρος της οποίας με το οποίο εξετάζεται η πρώτη προδικαστική ένσταση η οποία εγέρθηκε και η οποία ουσιαστικά καλύπτει τη νομική πτυχή αναφορικά με την καταχώριση αγωγής και μονομερούς αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αντί της χρήσης των ένδικων μέσων τα οποία προβλέπονται από τον σχετικό Νόμο και τη σημασία η οποία αποδίδεται εντός αυτής στη λήψη αυτών των ένδικων μέσων, στον κίνδυνο επέκτασης των νομοθετικά προβλεπόμενων λόγων και ένδικων μέσων αμφισβήτησης ή ακύρωσης πλειστηριασμού με αποτέλεσμα δημιουργίας τόσο ασάφειας του δικαίου αλλά και πρόκληση ατέρμονων δικαστικών διαδικασιών και της υπερίσχυσης ουσιαστικά του σχετικού Νόμου, ως ειδικός Νόμος κατ΄ εφαρμογή και της αρχής lex specialis derogat legi generali, σε αντίθεση με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, (όπως αυτός τροποποιήθηκε). 30 Βεβαίως ανεξάρτητα και από αυτή την ευμενή αναφορά διευκρινίζεται πως το σκεπτικό του Δικαστηρίου βάσει του οποίου έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα απόρριψης της αίτησης υπό εξέταση ασφαλώς είναι αυτό το οποίο παρατίθεται πιο πάνω σύμφωνα και με τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης δίχως δηλαδή να υιοθετείται το σκεπτικό της προαναφερόμενης απόφασης η οποία ασφαλώς αποφασίστηκε σύμφωνα με τα δικά της γεγονότα. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.