← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. FERGUSON κ.α., Αρ. Αγωγής: 1439/2012, 10/5/2019

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. FERGUSON κ.α., Αρ. Αγωγής: 1439/2012, 10/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1439/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων - και -

  1. XXXXX XXXXX FERGUSON,
  2. XXXXX MARION
  3. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 13.12.2012 Ημερομηνία: 10.5.2019 Εμφανίσεις: Για αιτητές - εναγόμενους 1 και 2: κα Κούτη, για G. KOUZALIS LLC Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Μαυρικίου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των CHF 321.935,55, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 6/12/2011 μέχρι 5/4/2012, ύψους CHF 4.257,84, πλέον τόκο ενός μηνός LIBOR με προσαύξηση προς 3,8433% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5,35% ετησίως από 5/4/2012 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, 2 φορές το χρόνο, στις 30/6 και 31/
  4. Η παραπάνω αξίωση των εναγόντων σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης εδράζεται σε γραπτή συμφωνία, ημερομηνίας 13/2/2009, με την οποία παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 και 2, δάνειο, για το ποσό των CHF 295.000,
  5. Οι ενάγοντες, με μονομερή αίτησή τους, ημερομηνίας 18/6/2012, στις 14/9/2012 εξασφάλισαν διάταγμα, ως ακολούθως: Α. Με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητήριου εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στους εναγόμενους 1 και 2, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Β. Με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητήριου εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στους εναγόμενους 1 και 2, μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
  6. Γ. Όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, εντός 30 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Δ. Όπως σε περίπτωση μη καταχώρησης εμφάνισης, εντός της πιο πάνω προθεσμίας, τότε, οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση, θα θεωρείται ότι έχει επιδοθεί στους εναγόμενους 1 και 2, εάν αντίγραφό της αναρτηθεί στον Πίνακα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, για περίοδο πέντε

(5)ημερών. Στις 4/12/2012 επιδόθηκαν στους εναγόμενους 1 και 2 στο Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα έγγραφα: πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην ελληνική γλώσσα καθώς και στην αγγλική, πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην ελληνική γλώσσα καθώς και στην αγγλική και τέλος, πιστό αντίγραφο του παραπάνω διατάγματος στα ελληνικά (στο εξής «επίδικο διάταγμα»). Εννέα μέρες αργότερα και συγκεκριμένα, στις 13/12/2012, οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στην αγωγή καθώς και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία, στο πλαίσιο των 4 ξεχωριστών αιτούμενων θεραπειών που τη συνθέτουν, κατά βάση ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το επίδικο διάταγμα καθώς και οι σχετικές επιδόσεις που τους έγιναν δυνάμει αυτού, για σωρεία λόγων, οι οποίοι, στο σύνολό τους σχεδόν επαναλαμβάνονται σε όλες τις αιτούμενες θεραπείες. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Ζαντή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων 1 και 2. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται σε 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της υπαλλήλου τους, XXXXX Χριστοδουλίδη. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, την οποία θα εξετάσω με βάση τους λόγους που την υποστηρίζουν, όπως αναπτύσσονται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων 1 και 2 στη γραπτή αγόρευσή τους: Προκαταρκτικά να πω, ότι με τον 1ο λόγο - που είναι γενικός - υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες δεν ακολούθησαν την προβλεπόμενη, ορθή και νομότυπη διαδικασία επίδοσης, δεν επέδωσαν στους εναγόμενους τα έγγραφα που όφειλαν να τους επιδώσουν σύμφωνα με το Νόμο, τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Με το 2ο λόγο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες δεν επέδωσαν τη μονομερή αίτηση - με την οποία εξασφάλισαν το επίδικο διάταγμα -, την επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση μετά των τεκμηρίων και πιστών μεταφράσεων όλων των ανωτέρω στην αγγλική γλώσσα, ως επίσης και πιστή μετάφραση του επίδικου διατάγματος στα αγγλικά. Παρατηρώ τα εξής: Ο συγκεκριμένος λόγος, όπως σχεδόν και όλοι οι άλλοι λόγοι που εγείρουν οι εναγόμενοι για σκοπούς στοιχειοθέτησής της αίτησής τους, με την οποία ζητούν ακύρωση του επίδικου διατάγματος καθώς και των σχετικών επιδόσεων που τους έγιναν δυνάμει αυτού εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και αποφασίστηκαν σε δυο αποφάσεις του. Τα περισσότερα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau κ.ά
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Ό,τι απέμεινε αποφασίστηκε στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερομηνίας 12/4/2016, η οποία, ουσιαστικά συμπληρώνει την πρώτη, με την οποία παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία απαντήθηκαν από αυτό, με την απόφασή του, ημερομηνίας 16/9/2015 (βλ. την υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Dau Si Senh and Others, C-519/13). Επί της ουσίας τώρα, ακριβώς το ίδιο θέμα απασχόλησε και το Εφετείο στην πρώτη από τις παραπάνω υποθέσεις. Έχοντας υπόψη ότι τα δεδομένα της εν λόγω υπόθεσης είναι ίδια ακριβώς με τα δεδομένα στην παρούσα υπόθεση προκειμένου να καταδείξω το αβάσιμο του υπό εξέταση λόγου, αντί οποιασδήποτε δικής μου απάντησης παραθέτω τη θέση του Εφετείου στη δική του απόφαση, την οποία προφανώς υιοθετώ. Ειδικότερα: Το γεγονός ότι κατά παράβαση της Δ.48 Θ.13 δεν επιδόθηκε και η μονομερής αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος καθώς και η υποστηρικτική της ένορκη δήλωση, στην προκειμένη περίπτωση δεν οδηγεί από μόνο του σε ακύρωση της επίδοσης που έγινε δυνάμει του ΕΚ 1393/
  2. Με δεδομένο ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονται στο επίδικο διάταγμα, το κενό θα μπορούσε εύκολα να θεραπευθεί, εάν δε διαπιστώνονταν άλλα σημαντικά κωλύματα, με την εκ των υστέρων επίδοση των εγγράφων που δεν επιδόθηκαν. Στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης, δυνάμει του Κανονισμού 1393/2007, η Δ.48 Θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγόμενου. Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται τέτοιο θέμα, δηλαδή, ερημοδικίας των εναγόμενων, η επί του προκειμένου παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Κανονισμού 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού, οπότε εναπόκειτο πλέον στους ενάγοντες να ζητήσουν από το Δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ωστόσο, στην περίπτωσή τους, δεν τίθεται τέτοιο θέμα και τούτο, επειδή η μονομερής αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος έχει πλέον περιέλθει σε γνώση των εναγόμενων, οι οποίοι μάλιστα εκπροσωπούνται από δικηγόρους, οπότε, η συγκεκριμένη παράλειψη, στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί. Ειδικά για το γεγονός ότι το επίδικο διάταγμα δεν επιδόθηκε στους εναγόμενους και μεταφρασμένο στα αγγλικά, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην ίδια υπόθεση, απαντά ως εξής, τα οποία να θεωρηθούν και ως απάντησή μου επί του θέματος: Με βάση το εθνικό δίκαιο (Δ.48 Θ.12) και τα νομολογηθέντα είναι δεδομένη η υποχρέωση επίδοσης του διατάγματος. Μάλιστα είναι ορθή πρακτική, το Δικαστήριο να περιλαμβάνει όρο στο ίδιο το διάταγμα για επίδοσή του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όπου γίνεται πρόνοια στο διάταγμα για το χρόνο εμφάνισης. Έστω κι αν στο επίδικο διάταγμα δεν υπάρχει πρόνοια για επίδοσή του, εντούτοις, από τη στιγμή που οι ενάγοντες θεώρησαν σκόπιμο να το συμπεριλάβουν στα έγγραφα που επέδωσαν στους εναγόμενους, όφειλαν να το συνοδεύσουν με πιστή μετάφραση στην αγγλική. Ωστόσο, η επί του προκειμένου παράλειψή τους δεν είναι αρκετή για να ακυρώσει την όλη επίδοση. Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο, έστω υπό διαμαρτυρία και αυτή η παράλειψη μπορεί να θεραπευθεί, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους εναγόμενους. Να σημειωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στη δεύτερη από τις παραπάνω αποφάσεις του - τη συμπληρωματική -, καταλήγοντας, έταξε προθεσμία 30 ημερών προκειμένου οι εφεσείοντες να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να θεραπεύσουν την επί του προκειμένου παράλειψη καθώς και ακόμη μια, στην οποία θα αναφερθώ αργότερα. Με τον 3ο λόγο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες, κατά την υποβολή και εξέταση της αίτησης για έκδοση του επίδικου διατάγματος, όφειλαν να αιτηθούν και να συμπεριλάβουν τα απαραίτητα από τους Θεσμούς έγγραφα. Ως τέτοια αναφέρονται, η ίδια η αίτηση, η υποστηρικτική της ένορκη δήλωση και τα επισυνημμένα σ' αυτή έγγραφα καθώς και οι μεταφράσεις τους στα αγγλικά. Πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί συναφώς με τον προηγούμενο λόγο, τα οποία ισχύον και για τον υπό κρίση, το αβάσιμο κι αυτού του λόγου αποδεικνύεται από τα εξής, τα οποία αναφέρονται και πάλι στην πρώτη εφετειακή απόφαση: Ο ίδιος ο ΕΚ 1393/2007, δεν κατονομάζει τα έγγραφα που πρέπει να επιδοθούν σε κάθε περίπτωση. Επομένως, τα έγγραφα που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να επιδίδονται είναι αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα που διατάζει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Των παραπάνω λεχθέντων, οι ενάγοντες, ουδεμία υποχρέωση είχαν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να συμπεριλάβει στο επίδικο διάταγμα, τα όσα υποβάλλουν οι εναγόμενοι. Εν πάση περιπτώσει, ούτε και είναι ορθό ότι ο διάδικος οφείλει να ζητήσει από το Δικαστήριο να συμπεριλάβει σε οποιοδήποτε διάταγμα, οτιδήποτε αποτελεί καθήκον του ίδιου του Δικαστηρίου να συμπεριλάβει στο διάταγμα - ανάλογα και με τη φύση του - είτε ακόμη, ότι στο διάταγμα θα πρέπει να ορίζεται υπό μορφή διαταγής, οτιδήποτε θα πρέπει να γίνει - ως αποτέλεσμα της έκδοσής του - κατά νομοθετική πρόβλεψη ή επιταγή. Με τον 4ο λόγο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες λανθασμένα επικαλούνται τον ΕΚ 44/2001 για να καταδείξουν ότι επιδόθηκαν όλα τα αναγκαία και ορθά έγγραφα. Περιορίζομαι να πω, ό,τι και το Εφετείο στην πρώτη από τις παραπάνω υποθέσεις. Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι δεν έχουν ερημοδικήσει, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του ΕΚ 44/
  3. Με τον 5ο λόγο υποβάλλεται ότι οι πιο πάνω παραλείψεις των εναγόντων δεν αποτελούν απλή παρατυπία που να θεραπεύεται από τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πέραν όσων αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), από τα οποία προκύπτει το αβάσιμο και αυτού του λόγου, προστίθενται και τα εξής: Επί του προκειμένου, η θέση του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι κάθετα αντίθετη με τη θέση των εναγόμενων. Όπως αναφέρεται στη δεύτερη, από τις παραπάνω αποφάσεις του, όλες οι δικονομικές παραλείψεις (εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου) είναι θεραπεύσιμες. Με τον 6ο λόγο υποβάλλεται ότι η μεταγενέστερη - της επίδοσης - γνώση ή ενημέρωση των εναγόμενων δεν υποκαθιστά την εξ αρχής παράλειψη των εναγόντων για νομότυπη επίδοση. Ο συγκεκριμένος λόγος, ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη - με διαφορετική διατύπωση - του προηγούμενου λόγου, ο οποίος έχει απαντηθεί. Με αυτό δεδομένο, το μόνο που θέλω να πω - εν μέρει υπό μορφή επανάληψης - είναι το εξής: από το συνδυασμό όσων αναφέρονται στις δυο εφετειακές αποφάσεις καθώς και στη σχετική με αυτές, απόφαση, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι όλες οι δικονομικές παραλείψεις (εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου) είναι θεραπεύσιμες και καμιά από αυτές οδηγεί στην ακύρωση, είτε του επίδικου διατάγματος είτε των επιδόσεων που έγιναν δυνάμει αυτού. Με τον 7ο λόγο υποβάλλεται ότι το φερόμενο κλητήριο ένταλμα και η ειδοποίηση περί αυτού, χωρίς ημερομηνία, με τη συμπερίληψή τους στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ζαντή, απώλεσαν την ιδιότητα και φύση τους και έχουν καταστεί απλώς τεκμήρια στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Επί του συγκεκριμένου λόγου επαναλαμβάνω απλώς ό,τι αναφέρει το Εφετείο, στην πρώτη από τις παραπάνω αποφάσεις του, τα οποία υιοθετώ πλήρως. Δε συμφωνώ με τους εναγόμενους. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, αλλά και με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εναγόμενων, οι οποίοι καταχώρησαν εμπρόθεσμα εμφάνιση στην αγωγή, έστω υπό διαμαρτυρία. Με τον επόμενο - χωρίς αρίθμηση - λόγο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες, προ της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος και προ της εξασφάλισης του επίδικου διατάγματος, παρέλειψαν να εξασφαλίσουν διάταγμα σφράγισης. Το γεγονός αυτό, προστίθεται, καθιστά την επίδικη επίδοση και το διάταγμα του Δικαστηρίου άκυρα εξ υπαρχής. Διαφωνώ με τους εναγόμενους. Αφ' ης στιγμής στο κλητήριο ένταλμα περιλαμβάνονται και οι εναγόμενοι 3, οι οποίοι διαμένουν στην Κύπρο, δηλαδή εντός δικαιοδοσίας και το κλητήριο τους επιδόθηκε στις 22/5/2012 και οι ενάγοντες καταχώρησαν την μονομερή αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος για επίδοση - στους εναγόμενους 1 και 2 - εκτός δικαιοδοσίας, στις 18/6/2012, δηλαδή, μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους 3, οι ενάγοντες, ουδεμία υποχρέωση είχαν να καταχωρήσουν αίτηση για άδεια σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος, προτού το καταχωρήσουν. Με τον 8ο λόγο υποβάλλεται ό,τι υποβάλλεται εν μέρη και με το 2ο λόγο. Συγκεκριμένα, ότι οι ενάγοντες δε συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του ΕΚ 1393/2007 και ειδικότερα παρέλειψαν να μεταφράσουν το επίδικο διάταγμα στην αγγλική γλώσσα, γλώσσα κατανοητή για τους εναγόμενους. Για να επαναλάβω, η επί του προκειμένου παράλειψη των εναγόντων είναι θεραπεύσιμη και σε καμιά περίπτωση οδηγεί σε ακύρωση, είτε του επίδικου διατάγματος είτε των επιδόσεων που έγιναν στη βάση του. Με τον 9ο λόγο υποβάλλεται ότι δε διασφαλίζεται ότι τα Τεκμήρια Α και Γ της ένορκης δήλωσης της XXXXX Μαππή είναι ακριβείς, πιστές και πιστοποιημένες μεταφράσεις στην αγγλική γλώσσα των Τεκμηρίων Β και Δ της ίδιας ένορκης δήλωσης. Απαντώ ως εξής: Ούτε ο ΕΚ 1393/07 ούτε η εθνική νομοθεσία μα ούτε και το επίδικο διάταγμα ορίζουν ότι τα υπό αναφορά έγγραφα θα πρέπει να μεταφραστούν πιστά και πιστοποιημένα στην αγγλική γλώσσα, όπως εσφαλμένα υποβάλλουν οι εναγόμενοι. Εν πάση περιπτώσει, η XXXXX Μαππή που τα μετάφρασε, όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, μιλά πολύ καλά ελληνικά και αγγλικά και μπορεί να μεταφράσει από τη μια γλώσσα στην άλλη. Οι εναγόμενοι δε, που υποβάλλουν τα πιο πάνω, δεν επεξηγούν σε ποιο σημείο τα έγγραφα στην αγγλική γλώσσα δεν έχουν μεταφραστεί πιστά από τα αντίστοιχά τους στην ελληνική. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι δεδομένου ότι καταχώρησαν εμφάνιση και μάλιστα μέσω δικηγόρων, οι οποίοι γνωρίζουν ελληνικά, ακόμη και να μην έχουν μεταφραστεί με απόλυτη ακρίβεια τα επίμαχα έγγραφα από τα ελληνικά στα αγγλικά, δεν τίθεται καθόλου θέμα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων τους. Με το 10ο λόγο υποβάλλεται ότι δεν έχει επιδοθεί στους εναγόμενους 1 και 2 γραπτή τυποποιημένη βεβαίωση/πιστοποιητικό, συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ (Annex II) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Αυτό είναι γεγονός. Όπως επίσης είναι γεγονός, ότι το εγερθέν θέμα αποτέλεσε και την αιτία παραπομπής από το Ανώτατο Δικαστήριο με την πρώτη από τις παραπάνω αποφάσεις του, του σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απάντηση του οποίου περικλείεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από τη συμπληρωματική εφετειακή απόφαση: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασή του στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh and Others, C-519/13, ημερ. 16.9.2015, απάντησε ότι ο Κανονισμός 1393/2007 σ' ότι αφορά την προκειμένη περίπτωση έχει την έννοια ότι:- «..η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτιμήσεως να γνωστοποιεί στον παραλήπτη πράξεως ότι έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως αυτής, χρησιμοποιώντας συστηματικά προς τούτο το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/
  4. ............................... ..η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση ή κοινοποίηση πράξεως στον παραλήπτη της χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/2007 δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας, η παράλειψη δε αυτή μπορεί να θεραπευθεί κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.»» Από το παραπάνω απόσπασμα είναι φανερό, ότι η επί του προκειμένου παράλειψη δεν οδηγεί σε ακυρότητα, είτε του επίδικου διατάγματος είτε των επιδόσεων που έχουν γίνει δυνάμει αυτού. Και αυτή η παράλειψη μπορεί να θεραπευθεί και στο τέλος της απόφασής μου θα δοθούν σχετικές οδηγίες, ανάλογες, με αυτές που έχουν δοθεί από το Εφετείο. Με τον 11ο λόγο υποβάλλεται ό,τι ακριβώς και με το 10ο λόγο. Ο 12ο λόγος είναι τόσο γενικός και αόριστος σε βαθμό που θεωρώ πως δε χρήζει είτε αναφοράς είτε σχολιασμού. Δεδομένου ότι για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί δεν τίθεται θέμα, είτε ακύρωσης είτε παραμερισμού της επίδοσης οποιουδήποτε εγγράφου έχει επιδοθεί στους εναγόμενους, ο 13ο λόγος - σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων των εναγόμενων - με τον οποίο υποβάλλεται ότι τυχόν παραμερισμός της επίδοσης δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στους ενάγοντες μα ούτε και πλήττεται η απονομή της δικαιοσύνης, είναι άνευ αντικειμένου. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι σε σχέση με τις δυο παραλείψεις που ήδη έχει κριθεί ότι χρήζουν θεραπείας, στη συνέχεια θα δοθούν εκ μέρους μου σχετικές οδηγίες, θεωρώ πως δεν έχει νόημα να τοποθετηθώ επί του 14ου λόγου, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η παρούσα αίτηση δεν αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, 5 ½ και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης εφετειακής απόφασης, 3 ½ και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τέλος, 3 και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της συμπληρωματικής εφετειακής απόφασης, κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης προώθησαν όλους τους παραπάνω λόγους, θέσεις και ισχυρισμούς, που στο σύνολό τους σχεδόν, δεν έχουν γίνει αποδεκτοί, είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο είτε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με όλο το σεβασμό θεωρώ πως δεν τους νομιμοποιεί να ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση, ούτε περιφρονεί μα ούτε και παραπλανεί το Δικαστήριο. Και το ένα και το άλλο, θα μπορούσαν σίγουρα να λεχθούν κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης. Σε καμιά περίπτωση όμως, μετά την έκδοση των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και αυτής του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο έναντι πάντων. Τέλος, με το 15ο λόγο υποβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση είναι παραπλανητική, στο σύνολό της. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του λόγου, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων αναφέρουν τα εξής: στην ένορκη δήλωση της XXXXX Χριστοδουλίδη αναφέρεται επανειλημμένα ότι οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, χωρίς να διευκρινίζεται ότι αυτό τελεί υπό διαμαρτυρία. Επίσης, οι ενάγοντες διατείνονται στην ένστασή τους, ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου και ότι η επίδοση των εγγράφων ήταν ορθή και νομότυπη. Ωστόσο, το διάταγμα επιτρέπει την επίδοση του πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος, της ειδοποίησης περί αυτού καθώς και των μεταφράσεων αυτών στους εναγόμενους, μέσω της δικαιοδοσίας που προνοείται από τους Κανονισμούς 44/2001 και 1393/
  5. Σε σωρεία υποθέσεων πρωτόδικων, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (αναφέρονται οι σχετικές υποθέσεις), οι οποίες πραγματεύθηκαν τα ίδια γεγονότα και παραλείψεις των εναγόντων όσο αφορά τα θέματα επίδοσης, οι αιτήσεις ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδοσης των κλητηρίων ενταλμάτων και των ειδοποιήσεων περί αυτών, πέτυχαν και οι επιδόσεις ακυρώθηκαν για όλους τους λόγους που αναφέρουν και οι ίδιοι πιο πάνω. Παρατηρώ τα εξής: Το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και όχι σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια ή λογική καθιστά την εν λόγω ένορκη δήλωση παραπλανητική και μάλιστα, στο σύνολό της. Και τούτο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι το σημείωμα εμφάνισης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και το Δικαστήριο, ας μου επιτραπεί να πω, διαθέτει τη στοιχειώδη παρατηρητικότητα ώστε να μπορεί να διαπιστώσει και να αντιληφθεί ότι αυτό είναι υπό διαμαρτυρία. Κατά τα λοιπά, το γεγονός ότι άλλα πρωτόδικα Δικαστήρια αποδέχθηκαν ανάλογες - με την υπό κρίση αίτηση - αιτήσεις και ακύρωσαν τις σχετικές επιδόσεις, δεν αναιρεί το πιο σημαντικό γεγονός, ότι το Εφετείο, στις παραπάνω υποθέσεις, ακύρωσε αριθμό ανάλογων πρωτόδικων αποφάσεων με αυτές στις οποίες παραπέμπουν οι εναγόμενοι, οι οποίοι, με κάθε σεβασμό, με την επιμονή τους να προωθήσουν την υπό κρίση αίτηση, επικαλούμενοι όλους τους παραπάνω λόγους, μου δημιουργούν βάσιμα την υποψία, ότι, ενδεχομένως και να μην έχουν καθόλου υπόψη τους, είτε ακόμη - και αυτό είναι το χειρότερο - περιφρονούν πλήρως τις δυο εφετειακές αποφάσεις καθώς και αυτή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεφαλαιώνοντας, κανένας λόγος ακύρωσης ή παραμερισμού, είτε του επίδικου διατάγματος είτε της επίδοσης οποιουδήποτε εγγράφου έχει γίνει στους εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει αυτού, έχει τεκμηριωθεί. Ακολουθεί ότι η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τις δυο δικονομικές παραλείψεις που έχω εντοπίσει (μη επίδοση της μετάφρασης του διατάγματος, ημερομηνίας 14/9/2012 καθώς και της τυποποιημένης βεβαίωσης δυνάμει του Άρθρου 8 του ΕΚ 1393/2007), οι ενάγοντες, εντός 45 ημερών από σήμερα, να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να τις θεραπεύσουν. Ό,τι απομένει είναι τα έξοδα της αίτησης, για τα οποία παρατηρώ τα εξής: Στη δεύτερη εφετειακή απόφαση (ανωτέρω) παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία θεωρήθηκε ότι οι διαπιστωθείσες δικονομικές παραλείψεις δεν ήταν θεραπεύσιμες, γεγονός που οδήγησε στην ακυρότητα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Με αυτό δεδομένο, οι εφεσείοντες - ενάγοντες θεωρήθηκαν ως επιτυχόντες διάδικοι και οι εφεσίβλητοι εναγόμενοι, ως αποτυχόντες διάδικοι. Και τούτο, επειδή υποστήριξαν την πρωτόδικη απόφαση. Παρόλα αυτά, το Εφετείο, παρά την ύπαρξη του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση, κατά την άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής του ευχέρειας παρέκκλινε από το γενικό κανόνα και στη βάση του σκεπτικού που ακολουθεί εξέδωσε διαταγή, κάθε πλευρά να πληρώσει τα δικά της έξοδα: Έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, έστω κι αν θα μπορούσαν να βρουν άλλους πιο απλούς τρόπους για να θεραπεύσουν τις παρατυπίες, παρά να εμμένουν τυπολατρικά στο γράμμα του Νόμου και των Κανονισμών που έγινε αιτία να καθυστερήσει για μερικά χρόνια η εκδίκαση των επτά υπό εκδίκαση υποθέσεων και εκατοντάδων άλλων αγωγών που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και αλλού. Πέραν τούτου, αναγνωρίστηκε ότι τα νομικά ζητήματα που εγέρθηκαν σε σχέση με την επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 ήταν καινοφανή, ακόμη και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι, όχι μόνο δεν έλαβαν καθόλου υπόψη την έμμεση παραίνεση του Εφετείου αναφορικά με τον τρόπο που θα πρεπε να επιδιώξουν να θεραπεύσουν τις παρατυπίες που υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση - που είναι ίδιες ακριβώς με αυτές στις εφετειακές υποθέσεις -, αλλά, αντίθετα, χρόνια πλέον μετά την έκδοση των δυο εφετειακών αποφάσεων καθώς και αυτής του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επέμεναν στην προώθηση της παρούσας αίτησης και στην προβολή θέσεων και ισχυρισμών που αντιστρατεύονται και αποδοκιμάζουν όσα έχουν αποφασιστεί στις τρεις αυτές υποθέσεις, οι οποίες - για να επαναλάβω - αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο. Με αυτά δεδομένα θεωρώ πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποστώ του κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Πολύ περισσότερο, που παρέκκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Των παραπάνω λεχθέντων, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 και
  6. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας και των σχετικών με αυτό επιδόσεων.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.