← Κύπρος

Voronov ν. Rising City Holdings Ltd, Αρ. Γενικής Αίτησης: 208/2017, 28/5/2019

Voronov ν. Rising City Holdings Ltd, Αρ. Γενικής Αίτησης: 208/2017, 28/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 208/2017 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΠΩΛΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2011 (Ν81(Ι)/2011) και Μεταξύ: xxxxx Voronov Αιτητή και Rising City Holdings Ltd Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- Αίτηση της Rising City Holdings Ltd, ημερομηνίας 3/5/2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.5.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές : κα Πιερή, για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ου η αίτηση: κα Δίγκα, για ΑΡΓΥΡΟΥ & ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής στη γενική αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση, xxxxx Voronov, στις 16/10/2017 εξασφάλισε διάταγμα (στο εξής «επίδικο διάταγμα»), το οποίο επέτρεπε την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου (στο εξής «Κτηματολόγιο») - για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης -, γραπτής σύμβασης (στο εξής «επίδικη σύμβαση»), την οποία συνήψε με τους καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση και αιτητές στην παρούσα αίτηση, Rising City Holdings Ltd (στο εξής «εταιρεία»), στις 26/8/2013, δυνάμει της οποίας είχε αγοράσει από την εταιρεία ένα οικόπεδο (στο εξής «επίδικο ακίνητο»), το οποίο θα προέκυπτε από το διαχωρισμό δυο ακινήτων της στο Νέο Χωριό της επαρχίας Πάφου. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, κατά βάση αποτελούν οι σχετικές πρόνοιες του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν. 81(Ι)/2011). Η αίτηση έγινε δια κλήσεως και απευθυνόταν στην εταιρεία και στο Κτηματολόγιο. Μολονότι επιδόθηκε και στους δυο, κατά την εξέτασή της, στις 16/10/2017, ουδεμία εμφάνιση υπήρξε εκ μέρους τους, οπότε, το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από παρών) εξέδωσε το επίδικο διάταγμα στην παρουσία μόνο του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Στις 3/5/2018, η εταιρεία καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το επίδικο διάταγμα, λόγω του ότι εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή επειδή αποστερήθηκε από την εταιρεία το δικαίωμα να ακουστεί και/ή επειδή η επίδοση σ' αυτή έγινε εσφαλμένα (δηλαδή στο διευθυντή της, ενώ υπήρχαν διορισμένοι παραλήπτες/διαχειριστές), με αποτέλεσμα να θεωρείται ως μη γενόμενη και/ή ως χρέος οφειλόμενο από το Δικαστήριο προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae). Η αίτηση βασίζεται στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν. 81(Ι)/2011)άρθρα 1 - 18, στον περί Εταιρειών Νόμο, άρθρα 334 - 344 και 372, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 Θ.7, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4 και 7 - 9 και Δ.64, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο και τις αρχές τις επιείκειας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς και στη νομολογία και ειδικότερα στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πουλλή

(2001)3 Α.Α.Δ.
  1. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του xxxxx Ιωάννου (στο εξής «Ιωάννου»), ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1, ο ίδιος καθώς και ο xxxxx Ανδρονίκου έχουν διοριστεί από την Bank of Cyprus Public Company Limited (στο εξής «τράπεζα»), ως διαχειριστές και παραλήπτες της περιουσίας της εταιρείας, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ημερομηνίας 9/5/
  2. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται σε 14 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου xxxxx Δημοσθένους, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Τα ακόλουθα γεγονότα, κατά κύριο λόγο απορρέουν από την ενώπιόν μου μαρτυρία και εν μέρει από στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και είναι αναντίλεκτα: Η εταιρεία, στις 9/5/2006 εξέδωσε και κατάθεσε στην τράπεζα ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης (στο εξής «ομόλογο») για σκοπούς εξασφάλισης όλων των υποχρεώσεών της - παρουσών και μελλοντικών - προς την τράπεζα. Με το ομόλογο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και όλη την περιουσία της κάθε μορφής που βρίσκεται οπουδήποτε (βλ. το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής του ομολόγου καθώς και τους όρους 2 και 3 του προοιμίου του - τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Ιωάννου -). Οι ακόλουθοι είναι μερικοί από τους όρους του ομολόγου: Το ολικό οφειλόμενο ποσό προς την τράπεζα, εκτός κι' αν η τράπεζα εγκρίνει οποτεδήποτε μεγαλύτερο ποσό, δε θα υπερβαίνει το ποσό των €854.300,72 (£500.000,00), πλέον τόκοι, έξοδα κ.ο.κ. (άρθρο 2). Αν οποτεδήποτε συμβεί οτιδήποτε αναφέρεται στις παραγράφους (α),(γ), (ε) ή (στ) του άρθρου 9, ταυτόχρονα με τα ποσά που καθίστανται πληρωτέα, η εξασφάλιση που παρέχεται με το ομόλογο, παγοποιείται αυτόματα και όλα τα στοιχεία της εταιρείας, θεωρούνται αμέσως ως δεσμευμένα με την επιβάρυνση (άρθρο 10). Αν οποτεδήποτε συμβεί οτιδήποτε αναφέρεται στις παραγράφους (α) μέχρι (στ) του άρθρου 9, η τράπεζα μπορεί, κατά την απόλυτη της κρίση, να διορίσει γραπτώς οποιοδήποτε πρόσωπο ως παραλήπτη και διαχειριστή του ενεργητικού της εταιρείας ή μέρους του (άρθρο 11). Ο παραλήπτης/διαχειριστής, θα είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας - η οποία θα είναι η μόνη υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του - και θα έχει την εξουσία και το δικαίωμα να εξασκεί τις εξουσίες παραλήπτη/διαχειριστή και να κάνει όλα όσα νόμιμα δικαιούται και μπορεί να κάνει τα οποία θεωρούνται αναγκαία για τη διεξαγωγή της εργασίας της εταιρείας ή θεωρούνται σχετικά ή συντελεστικά για τη διεξαγωγή της εργασίας της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των πιο κάτω: «α. Να λαμβάνει κατοχή και να ρευστοποιεί και να εισπράττει ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού και για το σκοπό αυτό να προβαίνει σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας, όπως θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο. γ. Να πωλεί, ή να ενοικιάζει, ή να συντελεί ώστε να πωληθεί ή να ενοικιαστεί οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού με άλλο τρόπο να το διαθέτει και με τέτοιους όρους, όπως θα θεωρήσει συμφέρον για την Τράπεζα.» (άρθρο 12).» Τέλος παραπέμπω και στο άρθρο 15(στ) και (ι) το οποίο ακολουθεί επίσης αυτούσιο: «Η Εταιρεία, με το Ομόλογο αυτό, συμφωνεί με την Τράπεζα και αναλαμβάνει την υποχρέωση: στ. Να μην πωλεί, εκχωρεί, μεταβιβάζει, υποθηκεύει, επιβαρύνει, ή αλλιώς αποξενώνει ή διαθέτει την ακίνητή της περιουσία, ή οποιοδήποτε μέρος της σε οποιαδήποτε Εταιρεία, Οίκο ή πρόσωπο εκτός από την Τράπεζα, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Τράπεζας. Ι. Να μη δημιουργήσει, εκτός μόνο προς όφελος της Τράπεζας, σ' οποιοδήποτε χρόνο στη διάρκεια της ισχύος αυτής της εξασφάλισης, "οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, ή άλλη επιβάρυνση", η οποία θα έχει προτεραιότητα, ή θα είναι της ίδιας τάξης, ή σειράς, όσον αφορά την προτεραιότητα σχετικά με το Ομόλογο αυτό και/ή "οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, ή άλλη επιβάρυνση" θα έπεται σε σειρά ή προτεραιότητα όσον αφορά το Ομόλογο αυτό.» Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο διορισμός των παραληπτών/διαχειριστών από την τράπεζα έγινε στις 18/8/
  3. Την ίδια μέρα, ο Ιωάννου παρέδωσε προσωπικά, στον εκ των διευθυντών της εταιρείας, xxxxx Κουρούσιη (στο εξής «Κουρούσιης»), την επιστολή της τράπεζας, ημερομηνίας 18/8/
  4. Με αυτή, η εταιρεία, μεταξύ άλλων πληροφορείται τ' ακόλουθα: Καταρχήν, ότι με βάση το ομόλογο και στη βάση της επιστολής της τράπεζας, ημερομηνίας 17/8/2017, η εταιρεία θα έπρεπε να είχε καταβάλει άμεσα τα ποσά που αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή. Ακολούθως, ότι επειδή αυτό δεν έγινε, η εξασφάλιση που παρέχεται με το ομόλογο παγοποιήθηκε, στη βάση και σύμφωνα με τις πρόνοιες του ομολόγου και όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας θεωρούνται πλέον ως δεσμευμένα με την εν λόγω επιβάρυνση. Τέλος, ότι δυνάμει του ομολόγου, η τράπεζα, στις 18/8/2017 διόρισε τους προαναφερόμενους, ως παραλήπτες/διαχειριστές του ενεργητικού της εταιρείας. Την ίδια μέρα, ο Κουρούσιης, κατόπιν νομικής συμβουλής που είχε πάρει, αρνήθηκε να παραδώσει στους παραλήπτες/διαχειριστές την κατοχή των περιουσιακών στοιχείων και υποστατικών της εταιρείας, επειδή αμφισβητούσε τη νομιμότητα του ομολόγου καθώς και του διορισμού των παραληπτών/διαχειριστών. Συνεπεία αυτού, οι τελευταίοι καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου τη Γενική Αίτηση 190/17 και στο πλαίσιό της, στις 13/11/2017 εξασφάλισαν δικαστικό διάταγμα, με το οποίο, ο Κουρούσιης καθώς και ακόμη ένα πρόσωπο (αναφέρεται το όνομά του), υπό την ιδιότητά τους ως αξιωματούχων και/ή διευθυντών και/ή μετόχων και/ή αντιπροσώπων και της εταιρείας, διατάσσονταν όπως εντός 48 ωρών από την επίδοση του διατάγματος, τους παραδώσουν την περιουσία της εταιρείας. Με το ίδιο διάταγμα, τους απαγορεύτηκε από το να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή ενέργειες που έχουν σκοπό ή δυνατόν να έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση και/ή παρακώλυση των παραληπτών/διαχειριστών στην άσκηση των καθηκόντων τους. Το διάταγμα επιδόθηκε στην εταιρεία, την επομένη, 14/11/
  5. Το Φεβρουάριο του 2018 και ενώ μέχρι τότε οι παραλήπτες/διαχειριστές δεν κατείχαν οποιαδήποτε αρχεία της εταιρείας, επικοινώνησε με τον Ιωάννου λειτουργός από το Επαρχιακό Γραφείο Φ.Π.Α. Πάφου και του ζήτησε διευκρινήσεις, μεταξύ άλλων και για 4 αγοραπωλητήρια συμβόλαια που είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και αφορούσαν την εταιρεία. Ο Ιωάννου δήλωσε άγνοια, αφού σε έρευνα που είχε διενεργήσει στο Κτηματολόγιο μαζί με τον άλλο παραλήπτη/διαχειριστή, στις 29/9/2017, δεν είχαν διαπιστώσει την ύπαρξη και καταχώρηση των εν λόγω συμβολαίων. Μετά από έρευνα που διενήργησε η τράπεζα στο Κτηματολόγιο, την 1/3/2018 διαπίστωσε ότι το Νοέμβρη του 2017 καταχωρήθηκαν στο Κτηματολόγιο 4 αγοραπωλητήρια συμβόλαια, με βάση τα οποία, μέρος συγκεκριμένων ακινήτων της εταιρείας, ανάμεσά τους και το επίδικο ακίνητο είχαν πωληθεί στον καθ' ου η αίτηση, το
  6. Οι παραλήπτες/διαχειριστές εξασφάλισαν αντίγραφα των εν λόγω συμβολαίων καθώς και διαφόρων άλλων εγγράφων σχετικών με την κατάθεση των συμβολαίων στο Κτηματολόγιο, ανάμεσά τους και την υπεύθυνη δήλωση του Κουρούσιη - η οποία απευθύνεται στο Κτηματολόγιο -, στην οποία προέβη εκ μέρους της εταιρείας, στις 14/11/
  7. Η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος επιδόθηκε στον Κουρούσιη για λογαριασμό της εταιρείας, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της. Απ' εκεί και πέρα αποτελεί θέση της εταιρείας - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ιωάννου - ότι σκόπιμα, της αποστερήθηκε το δικαίωμα να ακουστεί στην αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ο Κουρούσιης ή ο δικηγόρος του, ουδέποτε ενημέρωσαν τους παραλήπτες/διαχειριστές για την επίδοση της αίτησης. Δεν πρόκειται για αμέλεια, αλλά για συνομωσία μεταξύ του Κουρούσιη και του καθ' ου η αίτηση για να επιβαρύνουν την περιουσία της εταιρείας και έτσι να δυσχεράνουν το έργο των παραληπτών. Οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται η παραπάνω θέση της εταιρείας - σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ιωάννου - είναι οι εξής: Πρώτο, η επίδικη σύμβαση φέρεται να συνάφθηκε το 2013, αλλά χαρτοσημάνθηκε την 1/9/2017, ήτοι, μετά το διορισμό των παραληπτών/διαχειριστών. Δεύτερο, δεν έγινε καν προσπάθεια κατάθεσής της, πριν το διορισμό των παραληπτών/διαχειριστών και η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος καταχωρήθηκε στις 12/9/2017, δηλαδή, μετά το διορισμό των παραληπτών/διαχειριστών. Τρίτο, ο Κουρούσιης, όχι μόνο αποδέχθηκε επίδοση εκ μέρους της εταιρείας, παράτυπα, αλλά, επιπρόσθετα, δε διευθέτησε να εμφανιστεί η εταιρεία στην κυρίως αίτηση κα μάλιστα βοήθησε ενεργά τον καθ' ου η αίτηση να καταθέσει την επίδικη σύμβαση στο Κτηματολόγιο, συμπληρώνοντας σχετικό έντυπο εκ μέρους της εταιρείας και πάλι παράτυπα. Τέταρτο, ο Ιωάννου, ως παραλήπτης της εταιρείας έχει πρόσβαση στο μοναδικό τραπεζικό λογαριασμό της που εντόπισε και σ' αυτό, δεν έχει βρει ποτέ να έχει γίνει κάποια κατάθεση οποιουδήποτε τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου. Πέμπτο, ο καθ' ου η αίτηση είναι στενός συνεργάτης της οικογένειας Κουρούσιη. Έκτο, σύμφωνα με εκτίμηση που ζήτησε εταιρεία της οικογένειας Κουρούσιη, η εκτιμημένη αξία του επίδικου ακινήτου που κατ' ισχυρισμό αγοράστηκε από τον καθ' ου η αίτηση, ήταν €42.600,
  8. Συνεπώς, η τιμή πώλησης, δεν ακούγεται λογική, αφού είναι υπερτετραπλάσια της αγοραίας του αξίας. Γι' αυτούς τους λόγους, ο Ιωάννου διατηρεί υποψίες περί της γνησιότητας της επίδικης σύμβασης. Έβδομο, παρόμοια τακτική με την παρούσα περίπτωση έχει εφαρμοστεί από τον καθ' ου η αίτηση και σε άλλη περίπτωση (αναφέρεται). Οι ακόλουθες αποτελούν επίσης θέσεις της εταιρείας σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ιωάννου, οι οποίες καλύπτονται από τον τίτλο «Άλλες παρατυπίες της Κυρίως Αίτησης»: Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που λαμβάνει, η κυρίως αίτηση, εν πάση περιπτώσει δε θα έπρεπε να εγκριθεί, διότι, πέρα του ζητήματος της μη επίδοσής της στην εταιρεία, πάσχει και επί της ουσίας. Συγκεκριμένα, στο σώμα της δεν αναφέρεται ότι στηρίζεται σε γεγονότα που περιέχονται σε κάποια ένορκη δήλωση. Επίσης, η φερόμενη ως ένορκη δήλωση μετάφρασης, στην οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια: πρώτο, η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση στα ρωσικά και δεύτερο, η μετάφρασή της στα ελληνικά, έχει γίνει στα αγγλικά, περιλαμβανομένου και του λεγόμενου jurat, δηλαδή, της φράσης «sworn and signed before me, this date 8/9/2017, District Court of Nicosia». Η συγκεκριμένη φράση επιβάλλεται να είναι σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας για να είναι έγκυρη μια ένορκη δήλωση. Εφόσον αυτό δεν έχει γίνει, η εν λόγω ένορκη δήλωση δε θεωρείται έγκυρη. Συνεπώς, εάν είναι επί αυτής που στηρίζεται η κυρίως αίτηση, τότε συμπαρασύρεται σε ακυρότητα και η κυρίως αίτηση. Τέλος, η ίδια ένορκη δήλωση έγινε στις 8/9/2017, δηλαδή, 4 μέρες πριν από την καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Συνεπώς, εάν είναι επί αυτής που στηρίζεται η κυρίως αίτηση, τότε συμπαρασύρεται σε ακυρότητα και η κυρίως αίτηση, εφόσον η φερόμενη ως ένορκη δήλωση μετάφρασης έγινε προς υποστήριξη αίτησης που ήταν ανύπαρκτη κατά τη στιγμή που έγινε η εν λόγω ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρεται καταληκτικά από τον Ιωάννου, κάτω από τον τίτλο «Νομική πτυχή της παρούσας Αίτησης», με βάση τη νομική συμβουλή που λαμβάνει, ο τρόπος με τον οποίο έγινε η ισχυριζόμενη επίδοση στην εταιρεία πάσχει, εφόσον η ισχυριζόμενη επίδοση είναι παντελώς εσφαλμένη. Συνεπώς, η κυρίως αίτηση, θεωρείται ως ουδέποτε επιδοθείσα στην εταιρεία και για το λόγο αυτό έχει παραβιαστεί το δικαίωμά της να ακουστεί, κάτι που συνιστά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Η παράβαση του δικαιώματος της εταιρείας να ακουστεί, επαρκεί από μόνη της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παρέμβει και να παραμερίσει το επίδικο διάταγμα. Μάλιστα, σε τέτοιες περιπτώσεις, εάν το Δικαστήριο συμφωνήσει ότι πράγματι αποστερήθηκε από την εταιρεία το δικαίωμα να ακουστεί, τότε δε διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αλλά υποχρεούται να παραμερίσει το επίδικο διάταγμα, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae). Μάλιστα οφείλει να το παραμερίσει μόλις περιέλθει σε γνώση του η παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, χωρίς να απαιτείται καν συγκεκριμένη διαδικασία ή δικονομικό διάβημα. Οι βασικές θέσεις του καθ' ου η αίτηση έναντι των παραπάνω θέσεων της εταιρείας αναδύονται μέσα από τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων - λόγους ένστασης στην αίτηση: Από τον 1ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η έναρξη της διαδικασίας και όλα τα στάδια που ακολούθησαν, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της εναρκτήριας αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, έγιναν νομότυπα και σε πλήρη συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Από το 2ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η επίδοση της ίδιας αίτησης έγινε σε διευθυντή και/ή αξιωματούχο της εταιρείας, ως καθ' ύλη αρμόδιο και νόμιμο εκπρόσωπό της σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Από τον 3ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση βασίζεται σε εικασίες και/ή υποκειμενικά συμπεράσματα, τα οποία είναι καθ' όλα αβάσιμα και/ή ανυπόστατα και/ή η υπό κρίση αίτηση δεν υποστηρίζεται από τέτοιας μορφής και/ή ποιότητας μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει και/ή αποδεικνύει την ύπαρξη δόλου και/ή συνομωσίας μεταξύ του καθ' ου η αίτηση και του Κουρούσιη ή άλλων αξιωματούχων της εταιρείας. Από τον 6ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι καθορισμένες από τη νομολογία και τη νομοθεσία προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από τον 7ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Από το 10ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εταιρεία, με τη συμπεριφορά της επέδειξε πλήρη περιφρόνηση προς το Δικαστήριο, τους Θεσμούς και τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου, η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και απόπειρα να πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης και το τελεσίδικο του επίδικου διατάγματος. Από το 13ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος δε φέρει οποιεσδήποτε παρατυπίες. Τέλος, από το 14ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η υπό κρίση αίτηση και/ή παρούσα διαδικασία, υπό το φως της μαρτυρίας και των ισχυρισμών που προβάλλονται περί δόλου και/ή συνομωσίας δεν είναι η ενδεικνυόμενη για παραμερισμό και/ή ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Εντούτοις, τέτοιο αίτημα, θα έπρεπε να είχε εγερθεί με αγωγή, όπως ορίζει η Δ.33 Θ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αρχίζοντας από το αίτημα για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, λόγω παρατυπιών, η θέση μου είναι η εξής: δεδομένου ότι το πραγματικό που συνθέτει τους τρεις λόγους για τους οποίους η εταιρεία θεωρεί παράτυπη την αίτηση - η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος -, ήταν υπόψη του Δικαστηρίου, καθ' ον χρόνο επιλαμβανόταν της αίτησης και εξέδιδε το επίδικο διάταγμα, ακόμη και να υπάρχουν οι ισχυριζόμενες παρατυπίες, θεωρώ πως δε νομιμοποιούμε συνεπεία αυτών να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Και τούτο, επειδή, σε τέτοια περίπτωση, είναι ως εάν να λειτουργούσα σαν Εφετείο, με εκκαλούμενη, δική μου απόφαση. Μολονότι το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης και εξέδωσε το επίδικο διάταγμα ήταν με διαφορετική σύνθεση από παρόν, το οποίο καλείται να το παραμερίσει και/ή ακυρώσει, παραμένει γεγονός, ότι το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της πρώτης διαδικασίας είναι ίδιο με το παρόν το οποίο επιλαμβάνεται της υπό κρίση αίτησης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο βασικός λόγος για τον οποίο η εταιρεία ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος - ο οποίος αναφέρεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης και επαναλαμβάνεται στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση καθώς και στο περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου της εταιρείας - είναι ότι αυτό εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή επειδή αποστερήθηκε από την εταιρεία το δικαίωμα να ακουστεί και/ή επειδή η επίδοση σ' αυτή έγινε εσφαλμένα, (αφού επιδόθηκε στο διευθυντή της, ενώ υπήρχαν σ' αυτή διορισμένοι παραλήπτες/διαχειριστές), με αποτέλεσμα να θεωρείται ως μη γενόμενη και/ή ως χρέος οφειλόμενο από το Δικαστήριο προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολιτική Έφεση Αρ. 413/11, ημερομηνίας 3/2/2017 γίνεται εκτενής αναφορά στην περίπτωση παραμερισμού απόφασης ex debito justitiae. Το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Παράδειγμα πρόκλησης ακυρότητας ως εκ της μη επίδοσης της διαδικασίας, η οποία ως εκ τούτου δεν περιέρχεται σε γνώση του εναγομένου, παρέχει η υπόθεση Craig v. Kanssen [1943] K.B. 256, [1943] 1 All ER 108, στην οποία εξηγήθηκε ως κατωτέρω ο λόγος που η παράλειψη επίδοσης εγείρει θεμελιακό ζήτημα: «. it is beyond question that failure to serve process where service of process is required goes to the root of our conceptions of the proper procedure in litigation. Apart from proper ex parte proceedings, the idea that an order can validly be made against a man who has had no notification of any intention to apply for it has never been adopted in this country.» Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Pritchard η φράση ex debito justitiae δεν ταυτίζεται κατ΄ανάγκη με περιπτώσεις ακυρότητας, όπως αφέθηκε να νοηθεί στην υπόθεση Craig, αλλά καλύπτει κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό. Όπως το έθεσε ο Upjohn, L.J.: «The phrase means that the [defendant] is entitled as a matter of right to have it set aside ... This means no more than that, in accordance with settled practice, the court can only exercise its discretion in one way, namely by granting the order sought.» Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά την παράλειψη δέουσας επίδοσης, στην υπόθεση White v. Weston [1968] 2 W.L.R. 1459, που αφορούσε ακριβώς παράλειψη επίδοσης με συνεπακόλουθη έλλειψη γνώσης της διαδικασίας από τον εναγόμενο, ελέχθη ότι υπό τέτοιες περιστάσεις η απόφαση θα έπρεπε να παραμεριστεί ex debito justitiae και ότι η περαιτέρω συζήτηση ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η περίπτωση να χαρακτηριστεί ως ακυρότητα ή ως αντικανονικότητα, θα είχε μόνο ακαδημαϊκή σημασία. Η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία υιοθέτησε την αντίληψη του αγγλικού δικαίου πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Έτι περαιτέρω μάλιστα, η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα τη συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητά του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του. Το ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω, αφορά το κατά πόσο, σε περίπτωση που διαπιστώνεται δικαίωμα παραμερισμού υπό την παραπάνω έννοια, μπορεί να υπάρξει απεμπόληση του δικαιώματος τούτου (waiver) ή να δημιουργηθεί κώλυμα, ως εκ της συμπεριφοράς του εναγόμενου, στην άσκησή του (estoppel). Προς αυτή την κατεύθυνση κατέτεινε η προσπάθεια του Lord Denning M.R. στην απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Pritchard, με αναφορά, μάλιστα, στην περίπτωση διαδίκου ο οποίος, όπως εν προκειμένω ο εφεσείοντας, ενώ λαμβάνει γνώση της διαδικασίας, αφήνει την εκτέλεση της απόφασης να προχωρήσει εναντίον του χωρίς παράπονο και χωρίς να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης εντός εύλογου χρόνου. Κατά την πλειοψηφία, όμως, σε περίπτωση ακυρότητας και ειδικά σε περίπτωση κακής επίδοσης, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ελαττώματος ή η απεμπόληση του δικαιώματος προς παραμερισμό. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Craig, όπως και στην υπόθεση Hamp-Adams v. Hall [1911] 2 K.B. 942, C.A. Πιο πρόσφατα και στο υψηλότερο δικαστικό επίπεδο της Κοινοπολιτείας, λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) Strachan v. The Gleaner Co Ltdand Another [2005] UKPC 33: «The distinction between orders which are often (though in their Lordships' view somewhat inaccurately) described as nullities and those which are merely irregular is usually made to distinguish between those defects in procedure which the parties can waive and which the court has a discretion to correct and those defects which the parties cannot waive and which give rise to proceedings which the defendant is entitled to have set aside ex debito justitiae. The leading example is Craig v Kanssen [1943] kb 256, where the proceedings were not served on the defendant at all. The Court of Appeal held that the proceedings were a nullity which the defendant was entitled as of right to have set aside.» Ευθυγραμμισμένα με την προαναφερθείσα αγγλική νομολογία και με αναφορά σε αυτή, είναι τα όσα είχαν αναφερθεί από τον Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε), στην υπόθεση Gesico Photographic Ltd v. J.K. Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 ΑΑΔ 134, ότι δηλαδή διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στην υπόθεση Hewitson v. Fabre 21 Q.B.D. 6, στην οποία επιδόθηκε εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο, που δεν ήταν βρετανός υπήκοος, το ίδιο το κλητήριο ένταλμα και όχι η προνοούμενη ειδοποίηση του κλητηρίου. Αποφασίστηκε ότι τούτο ισοδυναμούσε με μη επίδοση και ότι η όλη διαδικασία ήταν άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio). Το Δικαστήριο δε, απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος δεν εδικαιούτο σε παραμερισμό λόγω του ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα. Το πρωτόδικο, εν προκειμένω, Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ακόλουθη αναφορά του Wills J., τονίζοντας την φράση που φαίνεται υπογραμμισμένη, θέλοντας να υποδείξει ότι θα υπήρχε ευχέρεια διάσωσης ανάλογα με τη συμπεριφορά του εναγομένου: «The defendant was here improperly served with the writ itself, which was no service, and accordingly he has been dealt with by our Courts without having been served with our process. He has done nothing to disentitle him in any way to relief; he did not appear or evince any willingness to be treated as a British subject. This is not a mere irregularity in the proceedings which we can cure under Order LXX. rule 2, but a defect in the jurisdiction.» Οι παρατηρήσεις όμως αυτές αφορούσαν την επιλογή του εναγομένου, παρά το ότι δεν έτυχε δέουσας επίδοσης, να καταχωρίσει εμφάνιση (appearance gratis) πριν την έκδοση της απόφασης, η οποία θα νομιμοποιούσε την περαιτέρω διαδικασία στην παρουσία του και την τελική απόφαση. Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου.» Βλέπε και την Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλεόυς
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 64 και την τελείως πρόσφατη υπόθεση Χριστοδουλίδου ν. Emkin Consulting Ltd κ.ά., Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:B131, Αίτηση Αρ. 80/2018, ημερομηνίας 4/4/2019. Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1506 (απόφαση Πλήρους Ολομέλειας): «.το Εφετείο παρέπεμψε το θέμα στην Πλήρη Ολομέλεια για να εξεταστεί στη βάση της σύμφυτής της εξουσίας κατά πόσο η υπό κρίση απόφαση του Εφετείου ήταν άκυρη εξ υπαρχής, λόγω της απουσίας της μίας πλευράς από τη διαδικασία, και της συνακόλουθης παράβασης της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης. Η κύρια αυθεντία στο θέμα αυτό είναι η υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060. Στην υπόθεση εκείνη, εκ παραδρομής, η έφεση δεν επιδόθηκε σε ένα από τους διαδίκους, ο οποίος έτσι δεν είχε γνώση της διαδικασίας και δεν παρέστη για να ακουστεί κατά την ακρόαση. Όταν το γεγονός αυτό περιήλθε στη γνώση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με σχετική επιστολή του επηρεαζόμενου μέρους, η Πλήρης Ολομέλεια επελήφθη του θέματος και κήρυξε την απόφαση άκυρη, δίδοντας οδηγίες για επανεκδίκαση της Έφεσης. Η βάση στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση στην υπόθεση αυτή ήταν η παραβίαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, αφού στερήθηκε ενδιαφερόμενος του δικαιώματος να ακουστεί προτού εκδοθεί απόφαση που επηρέαζε τα δικαιώματά του. Στη Sofocli, as Administration of the Estate of Sofoclis Karayiannides, deceased v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583 επισημάνθηκε ότι ενυπάρχει σύμφυτη δικαιοδοσία για θεραπεία ατέλειας σε δικαστική διαδικασία, όπου αυτό επιβάλλεται από τη διασφάλιση της λειτουργίας του Δικαστηρίου ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης. Όπως επισημάνθηκε στην Πουλλή (πιο πάνω), η αρχή της ακρόασης και των δύο μερών πριν το Δικαστήριο προέλθει σε κρίση «διακηρύχθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους Έλληνες ποιητές και τραγωδούς σαν ανυπέρβατη αρχή του δικονομικού δικαίου και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του διαδίκου». Στην υπόθεση Graig v. Kanssen [1943] 1 K.B. 256 (C.A.), στην οποία παραπέμπει η απόφαση στην Πουλλή, λέχθηκε πως παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας όπου αυτή απαιτείται, καθιστά άκυρη την διαταγή που εκδόθηκε εναντίον του προσώπου προς το οποίο έπρεπε να είχε επιδοθεί και ότι το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει τέτοια διαταγή κατά την ενάσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του, χωρίς την ανάγκη να υποβληθεί έφεση εναντίον της. Περαιτέρω, στην Πουλλή, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1066: «Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v. Lower Maisonette [1972] 2 All ER 737. Τα ίδια υιοθετεί και ο Sir Arnold P στην Ebrahim v. Αli [1983] 3 All E.R. 615: (σελ. 616)». ...... Είναι σαφώς η άποψη μας πως στην περίπτωση αυτή έχει παραβιασθεί το δικαίωμα διαδίκου να ακουστεί η θέση του προτού κριθεί το ζήτημα που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου και θα πρέπει η υπό κρίση απόφαση, για το λόγο αυτό, να κηρυχθεί άκυρη,.» Από τις παραπάνω αυθεντίες, οι δυο βασικές αρχές που αναδύονται είναι οι εξής: πρώτο, η έκδοση ερήμην απόφασης, χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη και μη δυνάμενη να διασωθεί. Δεύτερο, το Δικαστήριο, καθηκόντως οφείλει να παραμερίσει μια τέτοια απόφαση, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη, ακόμη και χωρίς την υποβολή σχετικού δικονομικού διαβήματος. Από τα παραπάνω καθίσταται τελείως ξεκάθαρο, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει θέμα κακής επίδοσης της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης στην αίτηση είναι τελείως αβάσιμοι: ο 7ος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ο 10ος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εταιρεία, με τη συμπεριφορά της επέδειξε πλήρη περιφρόνηση προς το Δικαστήριο, τους Θεσμούς και τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου, η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και απόπειρα να πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης και το τελεσίδικο του επίδικου διατάγματος. Τέλος, ο 14ος λόγος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η υπό κρίση αίτηση και/ή διαδικασία, υπό το φως της μαρτυρίας και των ισχυρισμών που προβάλλονται περί δόλου και/ή συνομωσίας, δεν είναι η ενδεικνυόμενη για παραμερισμό και/ή ακύρωση του επίδικου διατάγματος, ως επίσης, ότι τέτοιο αίτημα, θα έπρεπε να είχε εγερθεί με αγωγή, όπως ορίζει η Δ.33 Θ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το κρίσιμο ερώτημα που καλούμε να απαντήσω αφορά στο κατά πόσο ευσταθεί η θέση της εταιρείας, ότι η αίτηση, η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στους παραλήπτες/διαχειστές της και όχι στο διευθυντή της (δηλαδή στον Κουρούσιη). Αυτονόητο πως, εάν κριθεί ότι ευσταθεί η συγκεκριμένη θέση, το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να παραμεριστεί άνευ εταίρου, ex debito justitiae και ακολούθως να δοθεί η δυνατότητα στους παραλήπτες/διαχειριστές να καταχωρήσουν εκ μέρους της εταιρείας ένσταση στην κυρίως αίτηση. Όσα ακολουθούν από την απόφαση του Δικαστή Μαλαχτού (Π.Ε.Δ.) στην υπόθεση Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Αγωγή 4221/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 22/5/2014 (στην οποία το επίδικο θέμα ήταν κατά πόσο, υπό τις συνθήκες που περιέβαλλαν την υπόθεση, δικαίωμα διορισμού δικηγόρου για την εκπροσώπηση των εταιρειών στην αγωγή είχαν το διοικητικό συμβούλιο της κάθε εταιρείας ή οι διαχειριστές/παραλήπτες της), τηρουμένων των αναλογιών, τα θεωρώ καταλυτικής σημασίας και πολύ χρήσιμο βοήθημα ώστε να δοθεί απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα: «Ο όρος κυμαινόμενη επιβάρυνση και κυμαινόμενη εξασφάλιση σημαίνει επιβάρυνση ή εξασφάλιση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που επιβαρύνει την περιουσία της, η οποία δεν τίθεται σε άμεση εφαρμογή, αλλά κυμαίνεται έτσι ώστε να επιτρέπεται στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της. Ενώ καθορισμένη (fixed) επιβάρυνση είναι αυτή που χωρίς άλλο προσκολλάται σε συγκεκριμένη και καθορισμένη περιουσία ή περιουσία ικανή να συγκεκριμενοποιηθεί και καθοριστεί, η κυμαινόμενη επιβάρυνση κινείται με την περιουσία την οποία προορίζεται να επηρεάσει μέχρις ότου κάποιο γεγονός επισυμβεί ή κάποια ενέργεια γίνει που προκαλεί την προσκόλληση της στο αντικείμενο της επιβάρυνσης. Στην περίπτωση διορισμού παραλήπτη η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.7, παράγρ.824, 827 και 830). Παρά το ότι ο διαχειριστής/παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για το σκοπό αυτό. (Βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Η εταιρεία δεν δικαιούται να του δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο που θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G.Lightman και G.Moss, 5η έκδ., αναφέρεται (σελ.26) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» και (σελ. 276-277) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι `απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του'. Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: `... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του ... . Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
  1. i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
  2. ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί'.» Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 312) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στο διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...». Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 19η έκδ., αναφέρεται (σελ. 592- 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο διορισμός διοικητικού παραλήπτη από κατόχους ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια πάνω στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα ... Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν.» Στην Κύπρο ο διαχειριστής/παραλήπτπς μπορεί να ασκεί και τις εξουσίες που στην Αγγλία ανατίθενται στον διοικητικό παραλήπτη (administrative receiver). Αναφέρεται, ακόμη, (σελ. 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας μπορεί επίσης, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη να έχει ενεργά καθήκοντα να διεκπεραιώσει, για παράδειγμα, όπου η εξασφάλιση κάτω από την οποία διορίστηκε ο παραλήπτης δεν εκτείνεται στην ολότητα των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ή όπου περιουσία, που κρατείται από την εταιρεία ως καταπιστευματοδόχος ή ως ενέχυρο για τρίτα πρόσωπα, δεν καλύπτεται από τους όρους της εξασφάλισης.» Στο σύγγραμμα Charlesworth Company Law, 17η έκδ., 2005, αναφέρεται (σελ. 544) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Όταν παραλήπτης διορίζεται:
(1)Οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις αποκρυσταλλώνονται και καθίστανται καθορισμένες. Αυτό εμποδίζει την εταιρεία από του να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που επιβαρύνονται, χωρίς τη συγκατάθεση του παραλήπτη.
(2)Όταν παραλήπτης της επιχείρησης της εταιρείας διορίζεται, οι εξουσίες των διευθυντών να ελέγχουν την εταιρεία αναστέλλονται αλλά αυτοί μπορεί να έχουν κατάλοιπο ρόλου να διαδραματίσουν. Ετσι, όταν ο παραλήπτης αποφασίζει να μην αναλάβει ή να ρευστοποιήσει ένα περιουσιακό στοιχείο, το οποίο θα ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας και των άλλων πιστωτών να αναλάβει ή να ρευστοποιήσει, οι διευθυντές έχουν εξουσία να ενεργήσουν εκ μέρους της εταιρείας στην έκταση που τα συμφέροντα των κατόχων του ομολόγου, ως κατόχων ομολόγου, δεν απειλούνται.» Γίνεται αναφορά στην Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank [1978] 2 All E.R. 896, όπου τα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα οποία είχε διορισθεί ο παραλήπτης περιελάμβαναν αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των κατόχων του ομολόγου που τον διόρισε. Ο παραλήπτης είχε αρνηθεί να ενάξει τους κατόχους του ομολόγου και η αγωγή καταχωρίστηκε από τους διευθυντές για λογαριασμό της εταιρείας. Αποφασίστηκε πως η αγωγή μπορούσε να συνεχίσει. Επομένως, διαγράφεται η γενική εικόνα ότι τις υποθέσεις της εταιρείας χειρίζεται ο παραλήπτης, ενώ, πέραν της άσκησης κάποιων νομίμων καθηκόντων, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών ενεργοποιείται όταν ο παραλήπτης αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Η προϋπόθεση της άρνησης του παραλήπτη στην Newhart, όπου η αγωγή θα στρεφόταν κατά των κατόχων του ομολόγου, δηλαδή αυτούς που τον διόρισαν, θεμελιώνει τη θέση πως ο παραλήπτης είναι κυρίαρχος της κατάστασης. Ακόμα και ο χειρισμός αγωγής κατά των κατόχων του ομολόγου δυνάμει του οποίου διορίστηκε, εναποτίθεται σε αυτόν και οι διευθυντές έχουν ρόλο μόνο εάν αυτός αρνηθεί να προωθήσει τη σχετική αξίωση. Στην M.Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, C.A., αναφέρεται πως ένας παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ' όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει την επιβαρυμένη περιουσία. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, 1990 - 91 Edition, αναφέρεται (σελ. 569-70) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Από τη στιγμή του διορισμού του ως διοικητικού παραλήπτη της εταιρείας αυτός έχει τη μόνη εξουσία να διαχειρίζεται την επιβαρυμένη περιουσία. Οι σύμβουλοι της εταιρείας δεν έχουν πλέον εξουσία να διαχειρίζονται την επιβαρυμένη περιουσία. Όμως, συνεχίζουν να παραμένουν αξιωματούχοι και είναι ακόμα υπόλογοι, για παράδειγμα, να υποβάλλουν καταστάσεις και έγγραφα στον Εφορο Εταιρειών.» Γίνεται και εδώ αναφορά στην Newhart και σημειώνεται πως ο διορισμός παραλήπτη δεν αποστερεί τους διευθυντές της εξουσίας τους να ξεκινήσουν διαδικασίες στο όνομα της εταιρείας νοουμένου ότι δεν επεμβαίνουν στο έργο του παραλήπτη να ρευστοποιήσει τα επιβαρυμένα περιουσιακά στοιχεία. Αναφέρεται ακόμα πως οι διευθυντές μπορεί να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd. v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN (NSW) 199, New South Wales; Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand) και ακόμα να ενστούν σε αίτηση για διάλυση της εταιρείας (Re Reprographic Exports (Euromat) Ltd
(1978)122 SJ 400) ή να προκαλέσουν την εταιρεία να ενάξει τον παραλήπτη για παράβαση των καθηκόντων του (Watts v. Midland Bank plc [1986] BCLC 15) Η δυνατότητα αυτή στους διευθυντές κατοχυρώνει τα συμφέροντα της εταιρείας από τους διαχειριστές/παραλήπτες που δεν εκτελούν δεόντως τα καθήκοντα τους. Όμως, εφόσον οι διαχειριστές/παραλήπτες έχουν δεόντως διοριστεί και ο διορισμός τους δεν προσβάλλεται, αυτοί είναι οι ρυθμιστές της κατάστασης και η εταιρεία λειτουργεί και αποφασίζει μέσω τους. Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 315) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Περαιτέρω, οι διευθυντές δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν το όνομα της εταιρείας για να αμφισβητήσουν δικαστικά την εγκυρότητα του ομολόγου κάτω από το οποίο έλαβε χώρα ο διορισμός και προφανώς για να καταχωρήσουν αγωγές για αποζημιώσεις για σοβαρή αμέλεια η οποία στη συνήθη περίπτωση υποθήκης θα μπορούσε να καταχωριστεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη κατά του παραλήπτη». Στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 (αφορούσε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος) αναφέρθηκε ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Με αναφορά στην Newhart αναφέρεται πως οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον παραλήπτη/διαχειριστή. Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 296, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η κλασσική διαταγή διορισμού παραλήπτη συνήθως του παρέχει την εξουσία να επέμβει να εισπράξει και λάβει την περιουσία που αποτελεί την εξασφάλιση του ενάγοντα. Αυτό το ρητό λεκτικό αναπόφευκτα και εξυπακουόμενα εξουσιοδοτεί κάθε παρεμπίπτουσα ή βοηθητική ενέργεια. Και στη σελ.64 (σε δική μου μετάφραση): «Όταν σε ένα πρόσωπο παραχωρείται ρητή εξουσία να προωθήσει συγκεκριμένες ενέργειες αυτός, κατά το συνήθη τρόπο, έχει εξυπακουόμενη εξουσία να κάμει ότι είναι αναγκαίο ή υποβοηθητικό ώστε να εκτελέσει αποτελεσματικά αυτό για το οποίο έχει ρητή εξουσία. Η παραχώρηση της εξουσίας μεταφέρει μαζί της την παραχώρηση όλων των κατάλληλων μέσων, που δεν αποκλείονται ρητά, για να καταστήσει εφικτή την άσκηση της ιδίας της εξουσίας.» Οι πρόνοιες στους όρους 12 και 10, αντίστοιχα, των ομολόγων που αφορούν την «Ορφανίδης» και την «Grangowood» και «Stalico» εμμέσως πλην σαφώς παρέχουν εξουσία στους διαχειριστές/παραλήπτες να διορίζουν δικηγόρους για να εκπροσωπούν την Εταιρεία σε δικαστικές διαδικασίες. Ο διορισμός δικηγόρου δεν εξαντλείται στην επιλογή του δικηγόρου αλλά στο δικαίωμα αυτού που κάνει την επιλογή να δίδει οδηγίες προς το δικηγόρο ως προς το χειρισμό της υπόθεσης. Εάν οι διαχειριστές/παραλήπτες δεν μπορούν να ενάξουν για λογαριασμό της εταιρείας, η δυνατότητα τους να λάβουν κατοχή και να ρευστοποιήσουν και να εισπράξουν οποιοδήποτε μέρος του ενεργητικού της εταιρείας εμποδίζεται. Αντίθετα όμως, ρητά προνοείται στην παράγραφο (α) των σχετικών όρων πως μπορούν να προβαίνουν σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της εταιρείας όπως θα θεωρήσουν αναγκαίο ή σκόπιμο. Και εάν δεν μπορούν αυτοί να διορίσουν τους δικηγόρους σε αγωγές όπου η εταιρεία είναι ή θα είναι διάδικος, είτε σαν ενάγουσα είτε σαν εναγόμενη, πώς θα μπορούν να προβαίνουν στις διευθετήσεις και στους συμβιβασμούς τους οποίους θεωρούν ότι συμφέρουν, όπως προνοείται στην παράγραφο (δ); Στην Αγγλία υφίσταται νομοθετική ρύθμιση αναφορικά με τις εξουσίες του διαχειριστή/παραλήπτη. Αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Ι του Insolvency Act
  1. Ρητά μνημονεύεται η εξουσία διορισμού δικηγόρου και η καταχώρηση ή υπεράσπιση αγωγών ή άλλων δικαστικών διαδικασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, όπως και η παρουσίαση ή η υπεράσπιση αίτησης για διάλυση της εταιρείας Το ίδιο και στη Σκωτία με το άρθρο 15 του Floating Charges and Receivers Act,
  2. (Βλ. The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 135 - 137 και 72-74 αντίστοιχα). Στην Κύπρο δεν υφίσταται νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, αυτό όμως που καλύπτεται νομοθετικά σε άλλες δικαιοδοσίες παρέχει άριστη καθοδήγηση για την νομολογιακή ρύθμιση του ζητήματος στην Κύπρο.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Η εταιρεία, στις 9/5/2006 εξέδωσε και κατάθεσε στην τράπεζα το επίδικο ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, επί ολόκληρης της περιουσίας της. Δυνάμει αυτού και συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 15, η εταιρεία ανέλαβε και τις ακόλουθες υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας: «στ. Να μην πωλεί, εκχωρεί, μεταβιβάζει, υποθηκεύει, επιβαρύνει, ή αλλιώς αποξενώνει ή διαθέτει την ακίνητή της περιουσία, ή οποιοδήποτε μέρος της σε οποιαδήποτε Εταιρεία, Οίκο ή πρόσωπο εκτός από την Τράπεζα, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Τράπεζας. ι. Να μη δημιουργήσει, εκτός μόνο προς όφελος της Τράπεζας, σ' οποιοδήποτε χρόνο στη διάρκεια της ισχύος αυτής της εξασφάλισης, "οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, ή άλλη επιβάρυνση", η οποία θα έχει προτεραιότητα, ή θα είναι της ίδιας τάξης, ή σειράς, όσον αφορά την προτεραιότητα σχετικά με το Ομόλογο αυτό και/ή "οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, ή άλλη επιβάρυνση" θα έπεται σε σειρά ή προτεραιότητα όσον αφορά το Ομόλογο αυτό.» Η εταιρεία, κατά παράβαση της πρώτης από τις παραπάνω υποχρεώσεις τις, κατά τη διάρκεια της ισχύος του ομολόγου, χωρίς τη συγκατάθεση και εν αγνοία της τράπεζας, στις 26/8/2013 συνήψε την επίδικη σύμβαση, με την οποία συμφώνησε με τον καθ' ου η αίτηση να του πωλήσει το επίδικο ακίνητο. Στις 18/8/2017, η τράπεζα διόρισε παραλήπτες/διαχειριστές, επί ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε στην εταιρεία γραπτώς, την ίδια μέρα, με την επιστολή της, ημερομηνίας 18/8/2017, η οποία παραδόθηκε προσωπικά στον εκ των διευθυντών της εταιρείας, Κουρούσιη. Ο καθ' ου η αίτηση, στις 12/9/2017 καταχώρησε την αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, στις 16/10/2017 εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Η αίτηση επιδόθηκε στην εταιρεία και συγκεκριμένα στον Κουρούσιη, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της, στις 14/9/
  3. Ο Κουρούσιης, όχι μόνο δεν ενημέρωσε τους παραλήπτες/διαχειριστές για το γεγονός αυτό, αλλά, ούτε και μερίμνησε ώστε να εμφανιστεί οποιοσδήποτε στο Δικαστήριο εκ μέρους της εταιρείας, κατά την εξέταση της αίτησης, στις 16/10/2017, με αποτέλεσμα την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ερήμην της εταιρείας. Εν τω μεταξύ, επειδή ο Κουρούσιης αρνήθηκε να παραδώσει στους παραλήπτες/διαχειριστές την κατοχή της περιουσίας της εταιρείας - όπως του είχαν ζητήσει την ημέρα του διορισμού τους - οι τελευταίοι καταχώρησαν τη Γενική Αίτηση 190/17 και στο πλαίσιό της, στις 13/11/2017 εξασφάλισαν - μετά από ακροαματική διαδικασία - δικαστικό διάταγμα, το οποίο διέτασσε και τον Κουρούσιη, υπό την ιδιότητά του ως αξιωματούχου και/ή διευθυντή της εταιρείας, όπως εντός 48 ωρών από την επίδοση του διατάγματος παραδώσει στους παραλήπτες/διαχειριστές, ελεύθερη κατοχή, ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας. Με το ίδιο διάταγμα απαγορεύθηκε στον Κουρούσιη από το να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή ενέργειες, οι οποίες έχουν ως σκοπό ή δυνατόν να έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση και/ή παρακώλυση των παραληπτών/διαχειριστών από την άσκηση των καθηκόντων τους στην εταιρεία. Και ενώ το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία και του δικηγόρου της εταιρείας, που με απλά λόγια σημαίνει ότι αυτή έλαβε αμέσως γνώση για την ύπαρξη και το περιεχόμενό του και της επιδόθηκε την επομένη, 14/11/2017, την ημέρα αυτή, ο Κουρούσιης, υπό την ιδιότητά του ως γραμματέα/αντιπροσώπου της εταιρείας υπόγραψε τη σχετική υπεύθυνη δήλωση (τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Ιωάννου), η οποία υποβλήθηκε στο Κτηματολόγιο μαζί με το επίδικο διάταγμα και την επίδικη σύμβαση. Από τα πιο γεγονότα είναι φανερό, ότι η εταιρεία, κατά παράβαση και πάλι της πρώτης από τις παραπάνω υποχρεώσεις της έναντι της τράπεζας καθώς και της δεύτερης αυτή τη φορά - οι οποίες διαλαμβάνονται στο άρθρο 15 (στ) και (ι) του ομολόγου -, κατά τη διάρκεια της ισχύος του ομολόγου και ενώ πλέον υπήρχαν και διορισμένοι παραλήπτες/διαχειριστές ολόκληρης της περιουσίας της, χωρίς τη συγκατάθεση και εν αγνοία της τράπεζας, ουσιαστικά επιβάρυνε την περιουσία της και δημιούργησε εμπράγματο βάρος σ' αυτή. Το τελευταίο, επειδή η κατάθεση της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση έγινε με τη συνδρομή της και η εν λόγω κατάθεση δημιούργησε εμπράγματο βάρος επί του επίδικου ακινήτου. Συγκεφαλαιώνοντας, με βάση όλες τις αρχές που διέπουν το θέμα, όπως αυτές αναλύονται στην πολύ εμπεριστατωμένη και απόλυτα πειστική απόφαση του Δικαστή Μαλαχτού (ανωτέρω), αφ' ης στιγμής, κατά την επίδοση της αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος υπήρχαν διορισμένοι παραλήπτες/διαχειριστές, ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας και μάλιστα, εν γνώσει της εταιρείας και ο διορισμός των παραληπτών/διαχειριστών είχε ως αποτέλεσμα αυτοί να εκπροσωπούν την εταιρεία, έχοντας ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεών της και στην περίπτωσή τους δεν τίθεται θέμα ενεργοποίησης του καταλοίπου της εξουσίας των διευθυντών της εταιρείας και τούτο, επειδή δεν προκύπτει άρνηση δραστηριοποίησης εκ μέρους των παραληπτών/διαχειστών είναι φανερό, ότι η επίδοση της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, για να ήταν ορθή, νόμιμη, έγκυρη, κανονική και δεσμευτική για την εταιρεία, θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στους παραλήπτες/διαχειριστές της και όχι στο διευθυντή της. Οι παραλήπτες/διαχειριστές ήταν και οι μόνοι που είχαν δικαίωμα/εξουσία να δεχθούν την επίδοση της αίτησης, και αν επιθυμούσαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και να εκπροσωπήσουν την εταιρεία, στο πλαίσιο της αίτησης καθώς και να καταχωρήσουν σ' αυτή ένσταση. Η επί του προκειμένου εξουσία τους και γενικά η εξουσία τους να αναλαμβάνουν το χειρισμό δικαστικών υπόθεσαν συναφώς με την περιουσία της εταιρείας έχει έρεισμα και το ομόλογο και συγκεκριμένα, το άρθρο 12(α) το οποίο - για να επαναλάβω - προνοεί ότι ο παραλήπτης/διαχειριστής, θα είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας και θα έχει την εξουσία και το δικαίωμα να εξασκεί τις εξουσίες παραλήπτη/διαχειριστή και να κάνει όλα όσα νόμιμα δικαιούται και μπορεί να κάνει τα οποία θεωρούνται αναγκαία για τη διεξαγωγή της εργασίας της εταιρείας ή θεωρούνται σχετικά ή συντελεστικά για τη διεξαγωγή της εργασίας της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των πιο κάτω: «α. Να λαμβάνει κατοχή και να ρευστοποιεί και να εισπράττει ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού και για το σκοπό αυτό να προβαίνει σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας, όπως θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο.» Το γεγονός ότι η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος αντί να επιδοθεί στους παραλήπτες/διαχειριστές της εταιρείας επιδόθηκε στον Κουρούσιη, ο οποίος δεν είχε εξουσία να την παραλάβει, αλλά και απέκρυψε το γεγονός αυτό από τους παραλήπτες/διαχειριστές μα ούτε και μερίμνησε ώστε να εκπροσωπηθεί η εταιρεία στο Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης, με αποτέλεσμα την έκδοση του επίδικου διατάγματος, με το οποίο επιβαρύνθηκε το επίδικο ακίνητο, αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαγωγή των ακόλουθων συμπερασμάτων: Καταρχήν, ότι ο Κουρούσιης ενήργησε όπως ενήργησε, σκόπιμα, προκειμένου οι παραλήπτες/διαχειριστές να μην μπορέσουν να ασκήσουν τις εξουσίες τους δυνάμει του ομολόγου και συγκεκριμένα, για να καταστεί αδύνατο να λάβουν κατοχή και να ρευστοποιήσουν το επίδικο ακίνητο. Εξ' ου και το γεγονός, ότι βοήθησε τον καθ' ου η αίτηση στην κατάθεση της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο, γεγονός που αντιστρατεύεται και την, κατά το άρθρο 12(γ) του ομολόγου, εξουσία των παραληπτών/διαχειριστών να πωλούν ή να συντελούν ώστε να πωληθεί οποιοδήποτε μέρος του ενεργητικού της εταιρείας. Ούτε και θεωρώ τυχαίο, το γεγονός ότι οι παραλήπτες/διαχειριστές δεν έχουν βρει κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Ακολούθως, ότι δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι η επίδοση της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος έγινε στην εταιρεία, είτε ακόμη ότι περιήλθε στη γνώση της εταιρείας. Το πρώτο, τύποις μόνο έχει συμβεί και όχι ουσία. Και τούτο, επειδή ο διευθυντής της, στον οποίο έγινε η επίδοση δεν είχε εξουσία να παραλάβει την αίτηση εκ μέρους της εταιρείας, αφού, η επί του προκειμένου εξουσία ανήκε αποκλειστικά στους παραλήπτες/διαχειριστές. Τηρουμένων των αναλογιών μπορεί να λεχθεί περίπου ό,τι και στην υπόθεση Αντωνίου κ.ά. ν. C. Poupakis Transport Ltd
(2006)1(A) A.A.Δ. 651. Συγκεκριμένα, ότι η επίδοση στο διευθυντή της εταιρείας, αν και φαινομενικά και τυπικά είναι ορθή, εντούτοις είναι μολυσμένη με το στοιχείο της αντικανονικότητας, αφού, έγινε στο πρόσωπο που με την απραξία του, αρχικά, να μεριμνήσει ώστε να εκπροσωπηθεί η εταιρεία στο Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης, συνέβαλε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, ερήμην της εταιρείας και ακολούθως, με το να υπογράψει την υπεύθυνη δήλωση, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μαζί με το επίδικο διάταγμα και την επίδικη σύμβαση, συνέργησε στην εκτέλεση του επίδικου διατάγματος με την εγγραφή της επίδικης σύμβασης στο Κτηματολόγιο. Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι ο Κουρούσιης, δε θα πρεπε να δεχθεί την επίδοση της αίτησης στον ίδιο ή έστω, αφού την αποδέχθηκε, όφειλε να ενημερώσει αμέσως σχετικά τους παραλήπτες/διαχειριστές, για να τους δοθεί η δυνατότητα, εάν ήθελαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο εκ μέρους της εταιρείας και να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση. Δεδομένου ότι για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε ερήμην της εταιρείας, ουσιαστικά, χωρίς να της επιδοθεί η αίτηση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε, το επίδικο διάταγμα είναι νομικά ανυπόστατο, εξ υπαρχής άκυρο και μη δυνάμενο να διασωθεί. Με αυτό δεδομένο, το Δικαστήριο, καθηκόντως οφείλει να το παραμερίσει ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae) [βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (απόφαση Πλήρους Ολομέλειας) και Πουλλή (ανωτέρω)]. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Το διάταγμα ημερομηνίας 16/10/2017 παραμερίζεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος του καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση παραμερισμού διατάγματος κατάθεσης σύμβασης στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.