← Κύπρος

FBARS TRADING CO LTD κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Aρ. Αγωγής: 546/18, 7/5/2019

FBARS TRADING CO LTD κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Aρ. Αγωγής: 546/18, 7/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 546/18 Μεταξύ:

  1. FBARS TRADING CO LTD
  2. TSEPA CONSTRUCTION LTD
  3. TSEPA INVESTMENTS LTD
  4. XXXXX ΤΣΕΛΕΠΟΥ
  5. XXXXX ΤΣΕΛΕΠΟΥ
  6. XXXXX XXXXX ΤΣΕΛΕΠΟΥ Εναγόντων και
  7. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  8. APS DEBT SERVICING CYPRUS LTD Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 31.1.2019 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.5.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες 1 μέχρι 6 - αιτητές: κ. Φοίβου για LC LAW ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κα Χαραλάμπους, για ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ & ΠΕΛΙΔΗΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 8/6/
  9. Η αγωγή περικλείει σωρεία αξιώσεων εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, ανάμεσά τους και οι εξής: Δήλωση, ότι όλες οι συμφωνίες δανείων και/ή χρηματοδοτήσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ εναγόντων 1 και εναγόμενων 1 σε σχέση με την ίδρυση και λειτουργία αριθμού λογαριασμών (οι οποίοι αναφέρονται) και οποιεσδήποτε συμφωνίες εξασφάλισης και/ή επιβάρυνσης είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες, ως καταρτισθείσες χωρίς τη νόμιμη και/ή οποιαδήποτε έγκυρη απόφαση των εναγόντων 1 και/ή διότι καταρτίστηκαν ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού και/ή παράνομης επιρροής των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες 1 και/ή διότι οι εν λόγω συμφωνίες διαλαμβάνουν καταχρηστικούς και/ή αόριστους και/ή ασαφείς όρους. Δήλωση, ότι όλοι οι όροι των συμφωνιών δανείων και πιστώσεων είναι καταχρηστικοί και/ή εν πάση περιπτώσει, αόριστοι και/ή ασαφούς περιεχομένου και/ή παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι. Αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες 1, ένεκα παράβασης από τους εναγόμενους 1 των όρων των πιο πάνω συμφωνιών, ως αποτέλεσμα της ύπαρξης και/ή της εφαρμογής παράνομων και/ή καταχρηστικών και/ή αόριστων και ανεφάρμοστων όρων στις επίδικες συμφωνίες και/ή ένεκα παράνομων και αυθαίρετων χρεοπιστώσεων των επίδικων λογαριασμών και/ή ως αποτέλεσμα της αμέλειας και/ή της παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγόμενων 1 και/ή των εναγόμενων. Δήλωση, ότι οι προσωπικές και εταιρικές εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που παραχώρησαν οι ενάγοντες 2 μέχρι 6 για την εξασφάλιση δανειακών υποχρεώσεων και/ή χρηματοδοτήσεων προς τους ενάγοντες 1 από τους εναγόμενους 1 εξασφαλίστηκαν και/ή παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους 1, ως αποτέλεσμα και/ή κατόπιν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή περιστατικών και/ή ως αποτέλεσμα παράνομης και/ή αθέμιτης επιρροής και/ή ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού και/ή ως αποτέλεσμα και αντίθετα με τις πρόνοιες των άρθρων 91, 93, 97, 98, 99, 100 και 101 της περί Συμβάσεως Νομοθεσίας και/ή ως αποτέλεσμα παραβίασης από τους εναγόμενους 1 και/ή της μη συμμόρφωσής τους προς τις πρόνοιες της περί Προστασίας Εγγυητών Νομοθεσίας. Δήλωση, ότι οι πιο πάνω εγγυήσεις και εξασφαλίσεις είναι άκυρες και/ή δέον να ακυρωθούν, διότι οι όροι τους είναι παράνομοι και/ή καταχρηστικοί και/ή αόριστοι και άκυροι και ανεφάρμοστοι. Διάταγμα που να αναγνωρίζει την ακυρότητα των πιο πάνω συμβάσεων εγγύησης και/ή διάταγμα που να διατάσσει την ακύρωσή τους και/ή δήλωση ότι οι δυο υποθήκες που παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες 3 και η μια που παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες 4 και 6 και/ή οι συμβάσεις υποθήκης και/ή οι δηλώσεις που περιέχονται σ' αυτές που παραχωρήθηκαν στους εναγόμενους 1 είναι παράνομες, άκυρες και/ή τυγχάνουν ακυρώσιμες και/ή ανεφάρμοστες, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 και/ή διότι οι πρόνοιες των ανωτέρω υποθηκών είναι αντιφατικές και/ή αόριστες και/ή ασαφούς περιεχομένου. Δήλωση, ότι οι πιο πάνω υποθήκες και/ή δηλώσεις είναι άκυρες και/ή ανεφάρμοστες, διότι το περιεχόμενο και/ή οι όροι τους είναι αντίθετοι και/ή δε συνάδουν και/ή παραβιάζουν τις ρητές πρόνοιες του Νόμου 9/1965 και/ή καταρτίστηκαν κατά παράβαση των ρητών προνοιών της εν λόγω νομοθεσίας και συγκεκριμένα, των άρθρων 3, 4, 5, 8, 9, 10, 21, 23, 31 και 32 και/ή κατά παράβαση της περί Συμβάσεων Νομοθεσίας και/ή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΚ και/ή των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και/ή Κανονισμών για την προστασία των καταναλωτών και/ή διότι οι εν λόγω υποθήκες δεν εξασφαλίζουν οποιοδήποτε νόμιμο και εισπράξιμο χρέος των εναγόντων 1 προς τους εναγόμενους και/ή διότι οι ενάγοντες 3, 4 και 6 παραχώρησαν τις επίδικες υποθήκες, ως αποτέλεσμα δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων υπό των εναγόμενων και/ή ένεκα παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή παράβασης των καθηκόντων πίστεως και τιμιότητας των εναγόμενων προς τους ενάγοντες 3, 4 και
  10. Δήλωση, ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες, διότι ενεγράφησαν κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου και/ή των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή επειδή είναι προϊόν παράνομα καταρτισθεισών συμφωνιών δανείου και/ή συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, εν γνώσει των εναγόμενων 1, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν ζημιές, ταλαιπωρία και έξοδα στους ενάγοντες και συνεπακόλουθες ζημιές και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων, πέραν των ενυπόθηκων ακινήτων. Διάταγμα που να διατάσσει την ακύρωση και/ή την εξάλειψη των ως άνω υποθηκών και/ή δηλώσεων και/ή των συμβάσεων των επίδικων υποθηκών και/ή διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 1 όπως ακυρώσουν και/ή εξαλείψουν τις επίδικες υποθήκες. Δήλωση και/ή απόφαση, ότι η ειδοποίηση Τύπου «Θ» που επιδόθηκε στους ενάγοντες 1 κατά ή περί τις 30/4/2018 σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου 9/65 είναι παράνομη, άκυρη, παραπλανητική, λανθασμένη και καταχρηστική και/ή δέον όπως ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί καθότι δεν πληροί τις εκ του Νόμου και των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και τις υπό του Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας απαιτούμενες προϋποθέσεις και/ή είναι πρόωρη και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των ρητών προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 και/ή του Τύπου του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου 9/65, διότι η επίδικη ειδοποίηση Τύπος «Θ» είναι λανθασμένη και/ή αντίκειται στις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 και/ή του Τύπου του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου 9/
  11. Δήλωση και/ή απόφαση, ότι το Μέρος VIA του Νόμου 9/65, ως έχει τροποποιηθεί το 2014 και/ή μεταγενέστερα είναι αντισυνταγματικό και παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, το δικαίωμα της ισότητας ενώπιον του Νόμου και της προστασίας του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας και της δίκαιης δίκης (αναφέρονται οι λόγοι). Δήλωση και/ή απόφαση, ότι η διαχείριση των λογαριασμών και δανείων και των εξασφαλίσεων των εναγόντων από τους εναγόμενους 2, εκ μέρους των εναγόμενων 1 είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου, με πραγματικό σκοπό να παρακαμφθούν οι πρόνοιες του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169(Ι)/2015 και να παραβιαστούν τα δικαιώματα τω εναγόντων. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, για αντισυμβατικές και/ή παράνομες και/ή άκυρες και δόλιες και/ή απατηλές και/ή αμελείς χρεοπιστώσεις από τους εναγόμενους 1 και/ή αμελείς ενέργειές τους στο λογαριασμό των συμφωνιών δανείου και/ή λογαριασμού, βάση των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Διάταγμα και/ή απόφαση, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 εξασφάλισαν και/ή ενέγραψαν τις επίδικες υποθήκες στα επίδικα ακίνητα των εναγόντων παράνομα και/ή κατά παράβαση των σχετικών προνοιών και/ή κανονισμών και/ή θεσμών που διέπουν στη λειτουργία και δραστηριότητά τους και/ή κατά παράβαση των αδειών τους και/ή του καταστατικού τους και/ή κατά παράβαση των ειδικών κανονισμών τους. Απόφαση και/ή διάταγμα, με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι όροι που περιέχονται στις επίδικες συμφωνίες δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων, υποθήκης και εγγύησης των εναγόντων είναι καταχρηστικοί όροι και/ή παραβιάζουν το σχετικό Νόμο περί καταχρηστικών ρητρών και/ή τη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΚ για την προστασία των καταναλωτών και/ή διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι οι όροι των εν λόγω επίδικων συμφωνιών αποτελούν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Απόφαση και/ή διάταγμα που να διατάσσει την εξάλειψη όλων των ανωτέρω υποθηκών επί των επίδικων ακινήτων από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις υπέρ των εναγόντων 1, συνεπεία παράνομου ανατοκισμού και/ή παράνομου τοκισμού των επίδικων δανείων τους και/ή των πιστωτικών διευκολύνσεών τους και/ή παράνομων χρεοπιστώσεων. Απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η ειδοποίηση Τύπου «Θ» που έχει επιδοθεί από τους εναγόμενους 1 στους ενάγοντες 1, κατά ή περί τις 30/4/
  12. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με όλα τα πιο πάνω, δήλωση και/ή απόφαση ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες που υπόγραψαν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους 1 κατέστησαν μόνιμα ή κατ' άλλο τρόπο που θα αποφασίσει το Δικαστήριο ανεφάρμοστες και/ή η εκτέλεσή τους κατέστη αδύνατη για καθαρά αντικειμενικούς λόγους, οφειλόμενους στην απρόσμενη, αναπάντεχη και μη αναμενόμενη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, το μέγεθος και η έκταση της οποίας επέφερε και/ή δημιούργησε σε βάρος των εναγόντων, μη αναμενόμενη και μη προβλεπτές οικονομικές δυσχέρειες (FRUSTRATION), γεγονός που επιτάσσει τον καταμερισμό των επιπτώσεων και/ή την αναλογικότητα στις συνέπειες. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή, στις 4/7/2018 και οι ενάγοντες, στις 31/1/2019 καταχώρησαν την υπό κρίση - μονομερή - αίτηση, με την οποία ζητούν τα ακόλουθα διατάγματα: Πρώτο, με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2 να προχωρήσουν με οποιαδήποτε διαβήματα πώλησης με πλειστηριασμό/εκποίηση της υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και 6, δυνάμει των υποθηκών Υ123/2010 και Υ131/2009 (στο εξής «επίδικες υποθήκες») μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δεύτερο, με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2 να αποστείλουν και επιδώσουν στους ενάγοντες τον Τύπο «ΙΑ» και/ή οποιοδήποτε άλλο τύπο ή έγγραφο που προνοεί ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965, για πώληση της υποθηκευμένης - δυνάμει των επίδικων υποθηκών - ακίνητης περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και 6 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τρίτο, με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2, στους διοικητικούς συμβούλους, αξιωματούχους, υπαλλήλους, υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους και/ή οποιοδήποτε από αυτούς, όπως προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαβήματα/μέτρα/διορισμού εκτιμητή ή άλλως πως, για εκποίηση της υποθηκευμένης - δυνάμει των επίδικων υποθηκών - ακίνητης περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και 6 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 - 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.Θ. 1 - 10 και Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 8 και 9 και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του - διευθυντή των εναγόντων 1 και συζύγου της ενάγουσας 6 - ενάγοντα 4, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτή από όλους τους ενάγοντες. Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, εντούτοις, στις 4/2/2019 που ήταν ορισμένη για εξέταση, με τη σύμφωνη γνώμη της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόντων διέταξα την επίδοσή της στους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι, στις 28/2/2019 καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση. Η ένσταση αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Κογκοττή, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 εργάζεται ως λειτουργός ανάκτησης χρεών στους εναγόμενους 2, στους οποίους μεταφέρθηκε από τους εναγόμενους 1 η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών, ανάμεσά τους και οι λογαριασμοί που αφορούν τους ενάγοντες. Κατά την ακρόαση της αίτησης - η οποία διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων - και τα δυο μέρη υπόβαλαν γραπτή αγόρευση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Τα ουσιαστικά γεγονότα που επικαλούνται οι ενάγοντες για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπό κρίση αίτησής τους - σύμφωνα με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της ένορκης δήλωσης - είναι τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι 1 ασχολούνταν με τραπεζικές δραστηριότητες και οι εναγόμενοι 2 εμφανίζονταν στον εναγόμενο 4, ως εξουσιοδοτημένοι να χειρίζονται εκ μέρους των εναγόμενων 1 τα καθυστερημένα οφειλόμενα των εναγόντων
  13. Περί το έτος 2008, οι ενάγοντες 4 και 5 προχώρησαν σε κοινοπραξία με τρία πρόσωπα (αναφέρονται τα ονόματά τους), για να δραστηριοποιηθούν στον τομέα εστίασης και συγκεκριμένα, στη δημιουργία Fashion Cafe στην Πάφο, το οποίο θα λειτουργούσε από τους ενάγοντες
  14. Οι τελευταίοι, με βάση γραπτές συμφωνίες δανείου (στο εξής «επίδικες συμβάσεις») συνήψαν με τους εναγόμενους 1 τρία δάνεια (στο εξής «επίδικα δάνεια»). Το πρώτο, ημερομηνίας 13/5/2008, για το ποσό των €300.000 και πιστωτικές διευκολύνσεις, για το ποσό των €200.
  15. Το δεύτερο, ημερομηνίας 20/1/2009, για το ποσό των €200.000 και το τρίτο, ημερομηνίας 8/1/2010, για το ποσό των €200.
  16. Οι ενάγοντες 3, 4 και 5 καθώς και τα υπόλοιπα μέρη της κοινοπραξίας παραχώρησαν εξασφαλίσεις προς τους εναγόμενους
  17. Στη συνέχεια, λόγω προστριβών μεταξύ των μερών της κοινοπραξίας, δυο από τα μέρη της αποχώρησαν και οι υποχρεώσεις τους αναλήφθηκαν από τους ενάγοντες 4 και
  18. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, οι ενάγοντες 1 ζήτησαν από τους εναγόμενους 1 νέες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες εγκρίθηκαν στις 28/12/
  19. Κατά τις 8/1/2010 συμφωνήθηκε τροποποίηση των μηνιαίων δόσεων των επίδικων δανείων, ενώ, περί το Μάρτη του 2010 έγιναν διαφοροποιήσεις στις εξασφαλίσεις των εναγόντων - μετά από αίτημά τους -, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν με την επιστολή των εναγόμενων 1, ημερομηνίας 18/3/
  20. Μετά και τις πιο πάνω αναλήψεις και διαφοροποιήσεις, μεταξύ των 20 συνολικά εξασφαλίσεων προς όφελος των εναγόμενων 1 (αναφέρονται όλες οι εξασφαλίσεις) αναφορικά με τα επίδικα δάνεια ήταν και εξακολουθούν να είναι οι εξής: πρώτη υποθήκη, €60.000, πλέον τόκοι στα γραφεία στο κτίριο XXXXX XXXXX, στο όνομα των εναγόντων 3, με αριθμό εγγραφής XXXXX. Δεύτερη Υποθήκη, €68.000, πλέον τόκοι, στα γραφεία στο κτίριο XXXXX XXXXX, στο όνομα των εναγόντων 3, με αριθμό εγγραφής XXXXX. Πρώτη υποθήκη, €456.000, πλέον τόκοι, στη μόνιμη κατοικία των εναγόντων 4 και 6, με αριθμό εγγραφής XXXXX. Πρώτη υποθήκη, €293.000, πλέον τόκοι, στα γραφεία στο οικόπεδο στο όνομα του XXXXX Χρυσάνθου, με αριθμό εγγραφής XXXXX (1/2 μερίδιο). Παρόλο που οι πιο πάνω εξασφαλίσεις ήταν υπερβολικές ως προς την εξασφάλιση των επίδικων δανείων, εντούτοις, οι ενάγοντες δεν είχαν άλλη επιλογή από την παραχώρησή τους, λόγω και της παράνομης αθέμιτης επιρροής των εναγόμενων
  21. Έναντι των επίδικων δανείων, οι ενάγοντες 1, μεταξύ της περιόδου ανάληψής τους μέχρι και το Δεκέμβρη του 2011 κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €150.
  22. Δυστυχώς, η επιχείρηση Fashion Cafe δεν ήταν πετυχημένη και οι ενάγοντες 1 τερμάτισαν τη λειτουργία της με το κλείσιμο της καφετέριας κατά ή περί τον Οκτώβρη του 2012, αφήνοντας μεγάλες προσωπικές υποχρεώσεις στους μετόχους. Αμέσως, οι διευθυντές των εναγόντων 1 επικοινώνησαν γραπτώς με τους εναγόμενους 1, εκφράζοντας τη θέλησή τους για διακανονισμό των υπολοίπων, με ανάληψη των επίδικων δανείων, προσωπικά. Μεταξύ εναγόντων 1 και εναγόμενων 1 πραγματοποιήθηκαν διάφορες συναντήσεις και συνομιλίες κατά την περίοδο 2012 - 2016, με σκοπό την επίτευξη εξώδικου συμβιβασμού. Οι ενάγοντες προχώρησαν σε αριθμό προτάσεων και επιστολών προς τους εναγόμενους 1, εκφράζοντας πάντοτε τη θέλησή τους για εξεύρεση λύσης, οι οποίες πάντοτε περιλάμβαναν αφαίρεση όλων των παράνομων χρεώσεων των εναγόμενων 1, χωρίς καμιά όμως ουσιαστική απάντηση επί των προτάσεών τους εκ μέρους των τελευταίων. Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά, οι εναγόμενοι 1, για πρώτη φορά απέστειλαν γραπτή πρόταση διευθέτησης, ημερομηνίας 8/2/
  23. Οι ενάγοντες προχώρησαν σε αντιπρόταση, στις 13/3/2017 και έκτοτε ήταν και εξακολουθούν να είναι σε διαβουλεύσεις με τους εναγόμενους ώστε να προβούν σε εξώδικη διευθέτηση προκειμένου, τόσο οι ίδιοι όσο και η περιουσία τους και ειδικά η μόνιμη κατοικία των εναγόμενων 4 και 6, να απαλλαγούν από τα επίδικα δάνεια. Σ' αυτό το πλαίσιο έχουν γίνει μέχρι σήμερα πολλές προσπάθειες διευθέτησης με τους εναγόμενους και οι ενάγοντες υπήρξαν πάντοτε συνεργάσιμοι και πρόθυμοι, χωρίς όμως οποιαδήποτε ουσιαστική ανταπόκριση από τους εναγόμενους, με αποτέλεσμα, οι τόκοι να έχουν συσσωρευτεί, λόγω των κατά καιρούς καθυστερήσεων που επιδείκνυαν οι εναγόμενοι. Περί τα τέλη Απριλίου 2018 πραγματοποιήθηκε συνάντηση η οποία κατέληξε όπως οι ενάγοντες προχωρήσουν και καταθέσουν προς τους εναγόμενους, πρόταση λύσης που να μπορεί να γίνει αποδεκτή από τους εναγόμενους
  24. Έκτοτε, τα μέρη βρίσκονται σε διάλογο προς εξεύρεση λύσης, η οποία θα είναι εφικτή και βιώσιμη μέσα στα πλαίσια των νόμιμων δικαιωμάτων των εναγόντων. Και ενώ οι εναγόμενοι ήταν σε διαπραγματεύσεις και ενώ συμφωνήθηκε στην πιο πάνω συνάντηση, όπως οι ενάγοντες προχωρήσουν σε σχετική πρόταση προς αυτούς, 5 μέρες αφότου οι εναγόμενοι 2 κάλεσαν τους ενάγοντες σε διαβουλεύσεις προς εξεύρεση λύσης, στις 26/4/2018 επιδόθηκε στους εναγόμενους 2, 4 και 5 ο Τύπος «Θ». Μετά και την παραλαβή της εν λόγω ειδοποίησης, οι ενάγοντες δεν είχαν άλλη επιλογή από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με την οποία αμφισβητούν τη νομιμότητα του Τύπου «Θ» καθώς επίσης - μεταξύ άλλων - το οφειλόμενο ποσό των δανείων και τις εξασφαλίσεις/υποθήκες/εγγυήσεις που δόθηκαν. Ακολούθησε αποστολή από τον ενάγοντα 4, εκ μέρους των εναγόντων, πρότασης προς τους εναγόμενους 2 για διευθέτηση των χρεών των εναγόντων 1 και απάντηση των εναγόμενων 2, στις 3/10/
  25. Στις 8/11/2018 υπήρξε νέα γραπτή πρόταση των εναγόντων και σε απάντηση, οι εναγόμενοι 2 απέστειλαν επιστολή, ημερομηνίας 20/11/2018, με την οποία ζητούσαν περαιτέρω πληροφορίες και έγγραφα για να αξιολογήσουν την πρόταση των εναγόντων, όπως και έγινε. Και ενώ συνεχίζονται οι προσπάθειες εξεύρεσης λύσης, οι εναγόμενοι 1 απέστειλαν στους ενάγοντες τις επιστολές, ημερομηνίας 21/12/2018, με την επισυναπτόμενη ειδοποίηση Τύπου «Ι», με τις οποίες τους πληροφορούν ότι εάν δεν προχωρήσουν σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών, θα προχωρήσουν με αναγκαστική πώληση/εκποίηση της υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και
  26. Συνεχίζοντας ο ενάγοντας 4 - μεταξύ άλλων - αναφέρει τα εξής: Όπως το συμβουλεύουν και οι δικηγόροι του, τόσο ο Τύπος «Θ» όσο και ο Τύπος «Ι» αποστέλλονται όταν δεν υπάρχει ανταπόκριση εκ μέρους του οφειλέτη. Και οι δυο αυτοί τύποι είναι άκρως παράτυποι και ενισχύουν τη θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι επιδεικνύουν μια συνεχιζόμενη παράνομη συμπεριφορά, χωρίς πραγματικά να επιθυμούν να εξευρεθεί λύση, παρόλο που μια τέτοια λύση ήταν και παραμένει πάντοτε εφικτή. Όσον αφορά τα επίδικα δάνεια, οι - σχετικές - επίδικες συμβάσεις περιλαμβάνουν απαράδεκτους όρους: (α) παρά τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και τις νομοθετικές ρυθμίσεις για την καταπολέμηση αθέμιτων και καταχρηστικών τραπεζικών πρακτικών, (β) παρά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, Δικαστηρίων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και των Κυπριακών Δικαστηρίων που δικαιώνουν τους δανειολήπτες και (γ) παρά τις αποφάσεις του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών που αναδεικνύουν και προστατεύουν τα δικαιώματα των δανειοληπτών. Περαιτέρω, οι επίδικες συμβάσεις περιλαμβάνουν όρους που δίδουν το δικαίωμα στους εναγόμενους 1: (α) να τις τερματίσουν μονομερώς, όποτε αποφασίσουν, χωρίς ικανοποιητικό λόγο και να ζητήσουν άμεση εξόφληση του δανείου, (β) να τροποποιούν όλους ή οποιουσδήποτε όρους αναφορικά με την αποπληρωμή του δανείου, (γ) να μεταβάλλουν κατά την κρίση τους και οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων, την προσαύξηση, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα και/ή να επιβαρύνουν το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση τους. Τέτοιο όροι είναι παράνομοι και καταχρηστικοί. Οι δε εξασφαλίσεις και επίδικες υποθήκες είναι άκυρες και/ή ανεφάρμοστες, διότι το περιεχόμενο και/ή οι όροι τους είναι αντίθετοι και/ή δε συνάδουν και/ή παραβιάζουν τις ρητές πρόνοιες του Νόμου 9/65 και/ή καταρτίστηκαν κατά παράβαση και/ή μη συμμόρφωση προς τις ρητές πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας και συγκεκριμένα, των άρθρων 3, 4, 5, 8, 9, 10, 21, 23, 31 και 32 και/ή της περί Συμβάσεων Νομοθεσίας και/ή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΚ και/ή των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και/ή Κανονισμών για την προστασία των καταναλωτών και/ή διότι οι εν λόγω υποθήκες δεν εξασφαλίζουν οποιοδήποτε νόμιμο και εισπράξιμο χρέος των εναγόντων 1 προς τους εναγόμενους 1 και/ή διότι οι ενάγοντες 3, 4 και 6 παραχώρησαν τις επίδικες υποθήκες, ως αποτέλεσμα δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων των εναγόμενων και/ή ένεκα παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή παράβασης των καθηκόντων πίστεως και τιμιότητας των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες 3, 4 και 6 και/ή διότι οι επίδικες υποθήκες δεν εξασφαλίζουν οποιοδήποτε νόμιμο και/ή εισπράξιμο χρέος των εναγόντων 1 προς τους εναγόμενους. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την εξασφάλιση εκ μέρους της ενάγουσας 6, αυτή έχει δοθεί βάσει πλάνης, αφού η ενάγουσα ήταν με την εντύπωση - όπως την είχαν πληροφορήσει και οι εναγόμενοι 1 - ότι θα έδιδε υποθήκη, αξίας περίπου €50.000 πάνω στο ½ μερίδιο που της ανήκει επί της πρώτης κατοικίας της. Αντίθετα με τα όσα συμφωνηθήκαν, η υποθήκη βρέθηκε να είναι επί ολόκληρης της κατοικίας, η οποία ανήκει εξ ημισείας στην ενάγουσα 6 και στο σύζυγό της - ενάγοντα
  27. Συνεχίζοντας ο ενάγοντας 4 αναφέρει και τα εξής: Όπως το συμβουλεύουν και οι δικηγόροι του, από τη στιγμή που υπάρχει αμφισβήτηση από τους ενάγοντες 1, ως προς το ποσό που οφείλεται προς τους εναγόμενους 1 καθώς και ως προς τις εξασφαλίσεις και προς το σκοπό αυτό οι ενάγοντες καταχώρησαν σχετική αγωγή εναντίον των εναγόμενων - η οποία ακόμη δεν έχει εκδικαστεί -, οι εναγόμενοι 1 δε νομιμοποιούνται να προχωρούν με τη διαδικασία εκποίησης της περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και
  28. Όπως επίσης, δε νομιμοποιούνται να προχωρούν με τη διαδικασία εκποίησης, τη στιγμή που τα μέρη είναι ακόμη σε διαπραγματεύσεις και οι ενάγοντες έχουν αποστείλει πρόταση προς τους εναγόμενους, για την οποία δεν έχουν ακόμη λάβει καμιά απάντηση. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι 1 έχουν λανθασμένα αποστείλει τόσο τον Τύπο «Θ» όσο και τον Τύπο «Ι». Επανειλημμένα έχουν επιδείξει μια παράνομη και εκβιαστική συμπεριφορά προς τους ενάγοντες, με συνεχείς απειλές, χωρίς να τηρούν οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες. Είναι ακριβώς λόγω αυτής της συμπεριφοράς τους που οι ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον τους και στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις των εναγόντων και των δικηγόρων τους, ότι η διαδικασία διαβουλεύσεων δεν έχει ολοκληρωθεί και επομένως είναι άκρως εκβιαστικό και πρόωρο να αποστέλλονται τέτοιου είδους επιστολές, συνεχίζουν παράνομα να προχωρούν με τη διαδικασία εκποίησης, με αποτέλεσμα, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, οι εναγόμενοι 1 να προχωρήσουν και με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», για πώληση της υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και 6, με πλειστηριασμό. Σύμφωνα με τον Κώδικα, η εκποίηση ακινήτων αποτελεί έσχατη λύση και δικαιολογείται μόνο, αφού εξαντληθούν όλα τα άλλα περιθώρια αναδιάρθρωσης, με άλλες βιώσιμες λύσεις. Στην παρούσα περίπτωση, τα μέρη εξακολουθούν να είναι σε διαπραγματεύσεις προς εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης. Επομένως, οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για εκποίηση της περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και 6, μόνο εκβιαστική μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς το σκοπό αυτό, μόλις παραλήφθηκε από τους ενάγοντες και ο Τύπος «Ι» αποστάλθηκε από τους δικηγόρους τους επιστολή στους εναγόμενους, ημερομηνίας 14/1/2019, εφιστώντας τους την προσοχή ότι δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις, αλλά ούτε και έχουν πάρει οι ενάγοντες απάντηση στην πρόταση που τους έχουν κάνει. Καταλήγοντας ο ενάγοντας 4 αναφέρει τα εξής: Όπως το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και όπως ειλικρινά πιστεύει: (α) οι ενάγοντες έχουν καλή ή συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, (β) η εξισορρόπηση των συμφερόντων επιβάλλει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και (γ) η ζημιά που θα υποστούν οι ενάγοντες και ειδικά οι ενάγοντες 4 και 6 με την εκποίηση της πρώτης κατοικίας τους, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι ανεπανόρθωτη, αφού δε θα καταστεί δυνατή η ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης σε μετέπειτα στάδιο της διαδικασίας ή κατά την ολοκλήρωση της, αφού οι εναγόμενοι 1 θα προχωρήσουν με την εκποίηση της υποθηκευμένης περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και
  29. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση - μεταξύ άλλων - είναι καταχρηστική. Όσα ακολουθούν - από τη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων - μολονότι είναι σε συνάρτηση με το δίκαιο και εύλογο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο, ως θέμα αρχής εξετάζεται σε περίπτωση που κρίνεται ότι πληρούνται οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δυνάμει του άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 (βλ. - μεταξύ άλλων - τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225), εντούτοις, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια είναι απόλυτα σχετικά και με τον υπό εξέταση λόγο έντασης: Στα πλαίσια εξέτασης αυτού του κριτηρίου είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά των αιτητών και συγκεκριμένα, το γεγονός ότι καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 8/6/2018 και έκτοτε, εδώ και 10 μήνες, δεν έχουν προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα, για να προωθήσουν τις αξιώσεις τους, ούτε καν έχουν καταχωρήσει έκθεση απαίτησης. Κατ' ακρίβεια, προστίθεται, έσπευσαν να καταχωρήσουν την αγωγή, λίγο μετά την επίδοση της ειδοποίησης «Θ» και βλέποντας ότι η διαδικασία πλειστηριασμού δεν είχε ξεκινήσει, δεν έπραξαν οτιδήποτε, αφού, στην πραγματικότητα, δεν τους ενδιαφέρει η προώθηση των αξιώσεών τους, παρά μόνο ενδιαφέρονται να καθυστερήσουν και εμποδίσουν ένα πιθανό πλειστηριασμό. Και αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι το επόμενο δικονομικό τους διάβημα, ήταν η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ένα μήνα μετά που είχαν παραλάβει την ειδοποίηση «Ι». Αυτοσκοπός είναι η καθυστέρηση του πλειστηριασμού και όχι η αναζήτηση των θεραπειών που φαίνονται στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, η έκθεση απαίτησης, ουδέποτε καταχωρήθηκε και πιθανόν, ουδέποτε να καταχωρηθεί. Είναι όμως καλά καθιερωμένη η νομική αρχή, ότι τα προσωρινά διατάγματα δεν μπορούν να είναι αυτοσκοπός και ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής από το διάδικο που ζητά τα ενδιάμεσα διατάγματα ή προς όφελος του οποίου εκδόθηκαν, οδηγεί σε απόρριψη της σχετικής αίτησης, είτε σε ακύρωση των διαταγμάτων. Στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014 αναφέρονται τα εξής: «΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 8/6/
  1. Δηλαδή, πριν από 11 μήνες. Με αυτή - η οποία περικλείει 21 αιτούμενες θεραπείες -, μεταξύ άλλων ζητούν την ακύρωση των επίδικων συμβάσεων, των επίδικων υποθηκών και γενικά των εξασφαλίσεων των επίδικων δανείων που είχαν παραχωρηθεί από τους εναγόμενους 1 στους ενάγοντες 1, ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «Θ» και τέλος, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Παρότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή, στις 4/7/2018, το επόμενο δικονομικό διάβημα των εναγόντων ήταν η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, στις 31/1/
  2. Δηλαδή, 8 σχεδόν μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και 7 μήνες μετά την καταχώρηση εμφάνισης από τους εναγόμενους. Και ενώ η αγωγή των εναγόντων (έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των αιτούμενων θεραπειών σύμφωνα με αυτή, της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση καθώς και αυτό της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων τους) είναι σαφές, ότι εδράζεται σε ευρεία και πολυδιάστατη βάση (νομική και πραγματική), εντούτοις, 11 ολόκληρους μήνες αργότερα, όχι μόνο δεν έχουν κάνει οτιδήποτε για σκοπούς προώθησής της, με πρώτο δικονομικό/διαδικαστικό διάβημα, την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης, αλλά, το μόνο που έκαναν ήταν ότι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Αυτό δε, με αιτία, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1, κάνοντας χρήση του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος») τροχοδρόμησαν τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με τη διαδικασία πλειστηριασμού, επιδίδοντάς τους, αρχικά, την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου και ακολούθως, την πρώτη γραπτή ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του ίδιου παραρτήματος, με την οποία τους καλούν όπως εντός 30 ημερών από την παραλαβή της καταβάλουν το αναφερόμενο στην εν λόγω ειδοποίηση ενυπόθηκο χρέος τους, δυνάμει των επίδικων υποθηκών, πλέον τόκους και έξοδα, ειδοποιώντας τους ότι σε διαφορετική περίπτωση, θα προχωρήσουν με τη διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και στη μεταβίβασή τους στον αγοραστή. Να σημειωθεί ότι οι επίδικες υποθήκες συστάθηκαν για σκοπούς εξασφάλισης των εναγόμενων 1 για τα επίδικα δάνεια που είχαν παραχωρήσει στους ενάγοντες
  3. Με την πρώτη υποθηκεύτηκε η κατοικία των εναγόντων 4 και 6 και με τη δεύτερη, το γραφείο των εναγόντων
  4. Και ενώ καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με αιτία το παραπάνω γεγονός και μάλιστα, μετά που τους είχε επιδοθεί η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», την καταχώρησαν, ουσιαστικά, όχι με σκοπό να μη διαταραχθεί το status quo των ενυπόθηκων ακινήτων και να μη χάσει η αγωγή τους το αντικείμενό της, αλλά, προκειμένου να ανακόψουν και ματαιώσουν την υπό εξέλιξη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους εναγόμενους, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Και όχι μόνο γι' αυτό. Ότι αυτός είναι ο ένας από τους λόγους για τους οποίους καταχώρησαν την αίτηση καταφαίνεται και από τα εξής: με αυτή, με το πρώτο αίτημα ζητούν απαγορευτικό διάταγμα πώλησης με πλειστηριασμό/εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Με το δεύτερο, ακόμη πιο ξεκάθαρα ζητούν διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 να τους αποστείλουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία, βασικά θα οριστεί η ημερομηνία πλειστηριασμού για πώληση των ίδιων ακινήτων και τέλος, με το τρίτο αίτημα ζητούν διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 κ.ο.κ., από το να προχωρήσουν σε διορισμό εκτιμητή, για εκποίηση της ίδιας, πάντοτε, περιουσίας, ενέργεια που εμπίπτει στη σχετική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Απ' εκεί και πέρα παραπέμπω και στ' ακόλουθα που αναφέρει ο ενάγοντας 4, στην παράγραφο 49 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση: «Η ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες και ειδικά οι Ενάγοντες 4 και 6 με την εκποίηση της πρώτης κατοικίας τους, εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι ανεπανόρθωτη αφού δε θα καταστεί δυνατή η ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης σε μετέπειτα στάδιο της διαδικασίας ή κατά την ολοκλήρωση της, αφού η Εναγόμενη 1 θα προχωρήσει με την εκποίηση της υποθηκευμένης περιουσίας των Εναγόντων 3, 4 και 6.» Όσα ακολουθούν και πάλι από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 4, αποκαλύπτουν ακόμη ένα λόγο για τον οποίο οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση καθώς και ότι, μάλλον δεν ενδιαφέρονται να προωθήσουν την αγωγή τους: Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις των εναγόντων και των δικηγόρων τους προς τους εναγόμενους ότι η διαδικασία διαβουλεύσεων δεν έχει ολοκληρωθεί και επομένως είναι άκρως εκβιαστικό και πρόωρο να αποστέλλονται τέτοιου είδους επιστολές, οι εναγόμενοι συνεχίζουν παράνομα να προχωρούν με τη διαδικασία εκποίησης, με αποτέλεσμα, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, οι εναγόμενοι 1 να προχωρήσουν με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» για πώληση της υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και 6, με πλειστηριασμό. Στην παρούσα περίπτωση, τα μέρη εξακολουθούν να είναι σε διαπραγματεύσεις προς εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης. Επομένως, οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για εκποίηση της περιουσίας των εναγόντων 3, 4 και 6, μόνο εκβιαστική μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς το σκοπό αυτό, μόλις παραλήφθηκε από τους ενάγοντες και ο Τύπος «Ι» αποστάλθηκε από τους δικηγόρους τους επιστολή προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 14/1/2019, εφιστώντας τους την προσοχή ότι οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, αλλά ούτε και έχουν πάρει απάντηση οι ενάγοντες στην πρόταση που έχουν κάνει προς τους εναγόμενους. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι καθ' ομολογία τους (βλ. τα όσα αναφέρει η ευπαίδευτη δικηγόρος τους στη σελίδα 5 της γραπτής αγόρευσής της), με την αγωγή τους, την οποία καταχώρησαν στις 8/6/2018 ζητούν - μεταξύ άλλων -ακύρωση των επίδικων συμβάσεων (δανείου), των επίδικων υποθηκών, των εγγυήσεων και γενικά των εξασφαλίσεων των επίδικων συμβάσεων, για σωρεία νομικών λόγων, 7 και πλέον μήνες αργότερα απέστειλαν επιστολή στους εναγόμενους, με την οποία τους εφιστούν την προσοχή στο γεγονός ότι δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμη οι διαπραγματεύσεις για εξεύρεση βιώσιμης λύσης σε σχέση με τα χρέη τους, τα οποία απορρέουν από όλες αυτές τις συμβάσεις και μάλιστα, ακόμη αναμένουν την απάντηση των εναγόμενων σε σχετική πρόταση που τους έχουν κάνει σ' αυτό το πλαίσιο, είναι δηλωτικό των πραγματικών λόγων για τους οποίους καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση και αποκαλυπτικό του λόγου για τον οποίο δεν έχουν καταχωρήσει μέχρι σήμερα έκθεση απαίτησης, παραλείποντας έτσι να προωθήσουν την αγωγή τους. Στην υπόθεση Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης (1992 1(Β) Α.Α.Δ. 1453), το γεγονός ότι οι εφεσείοντες, ενώ επέμεναν στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, εντούτοις παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, θεωρήθηκε απαράδεκτη πρακτική. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Ακολούθως, στην υπόθεση Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, η αγωγή είχε καταχωρηθεί με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 13/8/1997. Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Με οδηγίες του Δικαστηρίου διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε στις 26/2/1998, μετά από ακρόαση. Η σχετική απόφαση εφεσιβλήθηκε και μέχρι τότε δεν είχε γίνει οτιδήποτε για σκοπούς προώθησης της αγωγής. Το θέμα τέθηκε στο Εφετείο και εκκρεμούσης της έφεσης και συγκεκριμένα, στις 30/6/1998 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Ενόψει αυτών των χειρισμών των εφεσειόντων, οι εφεσίβλητοι εισηγήθηκαν την απόρριψη της έφεσης, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Εφετείο, με αναφορά στο παραπάνω απόσπασμα από τη Vuitton (ανωτέρω) καθώς και σε κάποιο άλλο απόσπασμα από την υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 149, στη βάση των παραπάνω γεγονότων, βασικά, υιοθετώντας την εισήγηση των εφεσίβλητων απέρριψε την έφεση, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της. Το σκεπτικό του Εφετείου περικλείεται στο απόσπασμα που ακολουθεί: «Η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων ήταν ειλικρινής στην τοποθέτησή της. Το σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 25.8.97 και άρχισε από τότε η προθεσμία των 10 ημερών για την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Όμως, όπως εξήγησε, στις πλείστες περιπτώσεις, με την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος λύεται και η διαφορά στην ουσία της. Έχουμε και εν προκειμένω εκτροπή και χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει. Ας σημειωθεί πως οι εφεσείοντες ζήτησαν και η έφεση εκδικάστηκε κατά προτεραιότητα ως επείγουσα. Ενώ, όπως φάνηκε, κάθε άλλο παρά ενδιαφέρτηκαν να προωθήσουν την αγωγή. Η αγωγή αφέθη στάσιμη με την προσδοκία της ικανοποίησης του ουσιαστικού αιτήματός της, με παρεμπίπτον διάταγμα.» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στη μεταγενέστερη υπόθεση Κίτσιος κ.ά. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1262. Τέλος, στην υπόθεση Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά. ν. K.O.T.
(2002)1(B) A.A.Δ. 1274, στις 20/12/2000 είχε καταχωρηθεί από τον εφεσίβλητο ποινική υπόθεση εναντίον των εφεσειόντων για λειτουργία κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής λειτουργίας του κέντρου, το οποίο δόθηκε στις 22/3/2001, μετά από ακρόαση. Κατά την ακρόαση της καταχωρηθείσας έφεσης κατά της εν λόγω απόφασης, στις 21/6/2002, το Εφετείο διερωτήθηκε για την τύχη της κυρίως υπόθεσης, η οποία εκκρεμούσε. Ο εφεσίβλητος Κ.Ο.Τ., δεν την είχε προωθήσει με τη δικαιολογία ότι ο φάκελος της ήταν στο Εφετείο, λόγω της έφεσης και έτσι η υπόθεση παρέμεινε εκκρεμής, εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Στη βάση των γεγονότων αυτών, το Εφετείο, με αναφορά και πάλι στη Vuitton (ανωτέρω) αποφάσισε ως ακολούθως: «Δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε με την ουσία της έφεσης. Προτιθέμεθα να τερματίσουμε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος για το λόγο ότι η συνέχισή του θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, υπεδείχθη η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης.» Όπως αναφέρεται καταληκτικά: «Μόνη αρμόζουσα ενέργεια υπό τις συνθήκες είναι ο άμεσος τερματισμός της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, το οποίο έπαυσε από πολλού να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εξεδόθη και συνιστά πλέον κατάχρηση της διαδικασίας, εκφράζοντας την άκρα απαρέσκεια και απογοήτευση μας για την πορεία της υπόθεσης, αποκαλυπτική ελλείψεως στοιχειώδους ενδιαφέροντος για την τήρηση θεμελιακών αρχών του δικαίου.» Για ό,τι μας ενδιαφέρει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης σε σημαντικό βαθμό προσομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης Goody's (ανωτέρω). Με μόνη διαφορά, ότι, ενώ στη δεύτερη απορρίφθηκε η έφεση κατά της ενδιάμεσης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των εφεσειόντων για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επειδή η έκθεση απαίτησης είχε καταχωρηθεί 10 ½ μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, οπότε θεωρήθηκε ότι οι εφεσείοντες, κάθε άλλο παρά ενδιαφέρθηκαν να προωθήσουν την αγωγή, η οποία, όπως λέχθηκε, αφέθη στάσιμη, με την προσδοκία της ικανοποίησης του ουσιαστικού αιτήματός της, με παρεμπίπτον διάταγμα, γεγονός που κρίθηκε ότι αποτελεί εκτροπή και χρήση του μηχανισμού για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για διαφορετικό σκοπό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει, στην παρούσα υπόθεση, ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο και συγκεκριμένα, επειδή οι ενάγοντες, ενώ επιμένουν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εντούτοις, 11 ολόκληρους μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής τους με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, δεν έχουν ακόμη καταχωρήσει ακόμη έκθεσης απαίτησης, αναπόφευκτα, με οδηγεί στο να απορρίψω την αίτηση, χωρίς να υπεισέλθω καθόλου στην ουσία της. Δεδομένου ότι για όλους τους παραπάνω λόγους, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, χρησιμοποιώντας το λεκτικό του Εφετείου στη Loukos (ανωτέρω), στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία, με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων 1 μέχρι 6. Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.