← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. M.A.V. Stylianou Development Ltd κ.α., Aρ. Αγωγής: 580/18, 22/5/2019

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. M.A.V. Stylianou Development Ltd κ.α., Aρ. Αγωγής: 580/18, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 580/18 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. M.A.V. Stylianou Development Ltd
  2. XXXXX (XXXXX) XXXXX Παπασάββα
  3. XXXXX Στυλιανού
  4. XXXXX Στυλιανού Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 18.12.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.5.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 μέχρι 4 - αιτητές: κ. Μελάς, για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Σωφρονίου, για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €107.135,83, πλέον τόκοι και έξοδα καθώς και για την έκδοση διατάγματος πώλησης ενός ακινήτου στην Πόλη Χρυσοχούς (στο εξής «επίδικο ακίνητο») το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη ΑΥ.2921/2004 (στο εξής «επίδικη υποθήκη»). Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, σε συντομία είναι τα εξής: Οι ενάγοντες που είναι τράπεζα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 13/2/2002 (στο εξής «επίδικη σύμβαση») παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 - με την εγγύηση και/ή κάλυψη των εναγόμενων 2, 3 και 4 -, όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 12/8/2004 συμφωνήθηκε η ανανέωση του εν λόγω λογαριασμού και δυνάμει απόφασης/έγκρισης, ημερομηνίας 12/7/2005 - την οποία οι εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν γραπτώς, στις 22/7/2005 - συμφωνήθηκε η επανέγκρισή του. Δυνάμει εγγράφου εγγύησης, ημερομηνίας 22/7/2005, οι εναγόμενοι 2 και 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγόμενων 1, παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες, για ποσό μέχρι €102.516,09 (£60.000,00), πλέον τόκους. Η εναγόμενη 2, στις 5/2/2009 υπόγραψε και δεύτερο έγγραφο - ανάλογο με το προηγούμενο -, για ποσό μέχρι €128.145,
  5. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες, ο εναγόμενος 3, με την επίδικη υποθήκη υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων το επίδικο ακίνητο - καθώς και ακόμη ένα, το οποίο απαλλάχθηκε στις 7/6/2005 - για το ποσό των €128.145,11 (£75.000,00), πλέον τόκους. Κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης, το οφειλόμενο υπόλοιπό των εναγόμενων 1 ανέρχεται στο ποσό των €107.835,23, πλέον τόκοι, με κεφαλαιοποίησή τους, δυο φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Οι ενάγοντες ειδοποίησαν επανειλημμένα τους εναγόμενους και με τις επιστολές τους, ημερομηνίας 27/2/2015, 4/6/2015 και 12/6/2017 κάλεσαν τους εναγόμενους 1 να ξοφλήσουν εντός τακτής προθεσμίας, όλες τις καθυστερήσεις, ωστόσο, αυτοί, δεν ανταποκρίθηκαν. Συνεπεία αυτού, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 4/9/2017 τερμάτισαν την επίδικη σύμβαση. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή καθώς και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων, με την οποία ζητούν τα ακόλουθα: Πρώτο, διάταγμα και/ή απόφαση που να κηρύσσουν την παρούσα διαδικασία ως πρώιμη και/ή καταχρηστική και/ή απορριπτέα, δεύτερο, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, τρίτο, διαζευκτικά, δήλωση ότι η επίδικη σύμβαση έχει ματαιωθεί λόγω απρόβλεπτων γεγονότων (Frustration) και/ή επηρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιολογείται η μεταβολή των υποχρεώσεών τους προς τους ενάγοντες, τέταρτο, σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της επίδικης σύμβασης, απόφαση και/ή διάταγμα για περιοδικές πληρωμές προς εξόφληση οποιουδήποτε νομίμως οφειλόμενου υπόλοιπου σύμφωνα με τις σημερνές οικονομικές δυνατότητες των εναγόμενων, πέμπτο, ακύρωση των συμφωνιών εγγύησης και/ή υποθηκών και/ή άλλων παρεπόμενων συμφωνιών μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων και έκτο, διάταγμα για αντιλογισμό και/ή διόρθωση του λογαριασμού και/ή των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών, βάσει των όρων της επίδικης σύμβασης, με τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες στους εναγόμενους, πλην του κεφαλαίου και των τόκων που συμφωνήθηκαν με βάση την επίδικη σύμβαση. Οι εναγόμενοι, στις 18/12/2018 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες: πρώτο, να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου, ιδιοκτησίας της εναγόμενης 2, το οποίο βαρύνεται με την επίδικη υποθήκη μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και δεύτερο, να συνεχίσουν τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 - ως έχει τροποποιηθεί από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 - (στο εξής «Νόμος»), στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο κοινοδίκαιο και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  6. Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, ουσιαστικά υπέχει θέση δια κλήσεως. Αυτό, επειδή, στις 21/12/2018 που τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων, αντί διατάγματος ζήτησε ημερομηνία επίδοσης της αίτησης, όπως και έγινε. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 9 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικαστηριακής λειτουργού στη μονάδα αναδιαρθρώσεων και ανάκτησης χρεών των εναγόντων, XXXXX Κανάρη. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης, θα ήθελα να τοποθετηθώ επί της θέσης της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής της - ότι, επειδή η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Δε συμφωνώ με την κα Ασσιώτου. Ότι η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα είναι γεγονός. Ωστόσο αποτελεί επίσης γεγονός, ότι η μη συμμόρφωση λόγω οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης με τα προβλεπόμενα από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, αναφορικά και με το χρόνο, με βάση τη Δ.64 Θ.1.

(1)θεωρείται παρατυπία και δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία και οποιοδήποτε βήμα σ' αυτή. Απ' εκεί και πέρα αποτελεί επίσης γεγονός, ότι για σκοπούς παραμερισμού οποιασδήποτε διαδικασίας κ.ο.κ., λόγω παρατυπίας, με βάση το Θ.2 της ίδιας διαταγής απαιτείται αίτηση η οποία θα πρέπει να υποβάλλεται εντός ευλόγου χρόνου και προτού ο διάδικος που την υποβάλλει, προβεί σ' οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, προφανώς αποτελεί παρατυπία θεραπεύσιμη αναφορικά με το χρόνο. Με αυτό δεδομένο, εάν οι εναγόμενοι ήθελαν πραγματικά να μη ληφθεί υπόψη η ένσταση, όφειλαν να καταχωρήσουν αίτηση παραμερισμού της και αυτό, όχι οποτεδήποτε, αλλά, εντός ευλόγου χρόνου, αφότου περιήλθε σε γνώση τους η επί του προκειμένου παρατυπία και εν πάση περιπτώσει, προτού οι ίδιοι προβούν σ' οποιοδήποτε νέο βήμα. Όχι απλώς δεν καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού, αλλά, αντίθετα, εν γνώσει τους ότι η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, κατά την ακρόαση της αίτησης, στις 4/4/2019, η κα Ασσιώτου που τους εκπροσωπεί, περιορίστηκε στο να μου παραδώσει το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής της και να δηλώσει ότι υιοθέτει το περιεχόμενό της. Και το ένα και το άλλο αποτελούν νέο βήμα στη διαδικασία, γεγονός το οποίο κατά τη γνώμη μου εμποδίζει τους εναγόμενους να μου ζητούν να μη λάβω υπόψη την ένσταση των εναγόντων. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ενώ ζητούν να συμβεί αυτό, επειδή η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, ούτε ισχυρίζονται μα ούτε και διαπιστώνω να επηρεάστηκαν καθοιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους συνεπεία αυτού. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της αίτησης. Με τον 7ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των εν λόγω προϋποθέσεων. Με τον 8ο λόγο υποβάλλεται ότι οι αξιώσεις των εναγόμενων είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να τους καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της τράπεζας, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Τέλος, με τον 9ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της τράπεζας και της απόρριψης της αίτησης. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Στο ερώτημα, κατά πόσο οι εναγόμενοι απόδειξαν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της ανταπαίτησής τους, απαντώ καταφατικά. Ότι ικανοποιούνται οι δυο αυτές ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποδεικνύεται από τους ακόλουθους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων, οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της υπεράσπισής τους στην εναντίον τους αγωγή και την ίδια ώρα θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόντων, δυνάμει της ανταπαίτησής τους, στην ίδια αγωγή: Η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη, χωρίς κανένα και/ή το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα, γιατί έγινε και/ή υπογράφηκε υπό συνθήκες που δημιούργησαν και/ή προκάλεσαν οι ενάγοντες και/ή οι ενάγοντες εκμεταλλευόμενοι καταστάσεις και/ή το γεγονός ότι αποτελούσαν ισχυρό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, επέβαλαν καταχρηστικούς και/ή αυθαίρετους όρους, οι οποίοι αντίκεινται στις αρχές της επιείκειας και των σχετικών συναλλακτικών ηθών. Οι ακόλουθοι όροι της επίδικης σύμβασης είναι άκυροι και/ή καταχρηστικοί, χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα, διότι είναι αντίθετοι στα χρηστά και/ή συναλλακτικά ήθη και/ή τους κανόνες επιείκειας και/ή των καθηκόντων επιμέλειας, πίστης και πρόνοιας που έχουν οι τράπεζες απέναντι στους πελάτες τους. Δεν αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και/ή αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους της σύμβασης που είχε συνταχθεί εκ των προτέρων από τους ενάγοντες και δημιουργούσαν σε βάρος των εναγόμενων 1, σημαντική ανισότητα στα δικαιώματά και υποχρεώσεις των διαδίκων. Ειδικότερα: Οι όροι που καθορίζουν το ύψος του τόκου αποτελούν προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή πίεσης και/ή εκμετάλλευσης και/ή ανισότητας μεταξύ των διαδίκων και/ή του γεγονότος ότι οι ενάγοντες είναι ισχυρό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και ως τέτοιοι είναι παράνομοι και/ή καταχρηστικοί και/ή ιδιαίτερα επαχθείς και/ή ετεροβαρείς και/ή αντίκεινται στους κανόνες επιείκειας. Οι όροι περί επιπρόσθετων τόκων και/ή τόκων υπερημερίας και/ή προμήθεια και/ή τραπεζικά δικαιώματα και/ή άλλες χρεώσεις δημιουργούν σημαντική ανισότητα και/η ανισορροπία μεταξύ των μερών και/ή επιβάλλουν και επιβαρύνουν τους εναγόμενους 1 με ασύμφορο ρίσκο και/ή είναι παράνομοι και/ή καταχρηστικοί και/ή ετεροβαρείς και/ή ιδιαίτερα επαχθείς και/ή ενάντια στους κανόνες που διέπουν τις τραπεζικές σχέσεις των εναγόντων με τους πελάτες τους και/ή αντίκεινται στους κανόνες επιείκειας και/ή αποτελούν ποινική ρήτρα. Οποιαδήποτε ρήτρα περί μονομερούς μεταβολής στους όρους της επίδικης σύμβασης είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αδικαιολόγητη και/ή μη δεσμευτική και/ή παραβιάζει ουσιωδώς τα δικαιώματα των εναγόμενων 1 και/ή δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ως τέτοια είναι καταχρηστική, γιατί δημιουργεί σε βάρος των εναγόμενων 1 σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση. Οποιαδήποτε ρήτρα παραχωρεί μονομερή δικαιώματα στους ενάγοντες, χωρίς αντίστοιχη πρόνοια υπέρ των εναγόμενων 1 είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αδικαιολόγητη και/ή μη δεσμευτική και/ή παραβιάζει ουσιωδώς τα δικαιώματά τους και ως τέτοια είναι καταχρηστική, γιατί δημιουργεί σε βάρος τους σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση. Οι ενάγοντες δεν ενημέρωσαν τους εναγόμενους 1 έγκαιρα και/ή καθόλου και/ή πλήρως και/ή νόμιμα, όσον αφορά τις συνέπειες των πράξεών τους και/ή της υπογραφής τους σύμφωνα με τους κανόνες επιείκειας και/ή των συναλλακτικών ηθών και/ή της πρακτικής που ακολουθείται στις σχέσεις των διαδίκων και ενήργησαν κατά τρόπο που δεν τους άφησαν να ενεργήσουν οικειοθελώς. Οι ενάγοντες ετοίμαζαν όλα τα έγγραφα και καλούσαν τους εναγόμενους 1 για υπογραφή, χωρίς προηγουμένως να διαβουλεύονται και/ή να διαπραγματεύονται το περιεχόμενό τους. Οι ενάγοντες εξασφάλισαν τεχνηέντως την υπογραφή των εναγόμενων 2, 3 και 4 στη συμφωνία εγγύησης, ημερομηνίας 22/7/2005, χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να μελετήσουν τα σχετικά έγγραφα και/ή να τους επεξηγηθεί η συνέπεια της υπογραφής τους και/ή να ελέγξουν τα εισοδήματα και/ή τις οικονομικές τους δυνατότητες. Η εν λόγω εγγύηση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή πρέπει να ακυρωθεί (για σωρεία λόγων, οι οποίοι αναφέρονται). Η επίδικη υποθήκη είναι επαχθής και/ή άδικη και/ή η αξία του επίδικου ακινήτου είναι δυσανάλογη σε σχέση με την απαίτηση των εναγόντων. Οι ενάγοντες επέτρεψαν και/ή εξώθησαν τον εναγόμενο 3 να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα υποθήκης, ενώ γνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι δεσμεύσεις ή και υποχρεώσεις που αναλάμβανε ήσαν πλήρως ή και ολοκληρωτικά ή και άδικα επαχθείς γι' αυτόν. Παρέλειψαν να τον προτρέψουν να εξασφαλίσει ή και να λάβει ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή προτού υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα. Αντισυμβατικά και/ή παράνομα και/ή με παράνομες παραστάσεις, το χρέωναν και/ή χρεώνουν με αδικαιολόγητους και/ή υπερβολικούς τόκους και/ή επιβαρύνσεις. Η εν λόγω συμφωνία δεν πληροί και/ή ικανοποιεί και/ή είναι κατά παράβαση του περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου και/ή κανονισμών. Είναι καταχρηστική και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αντινομική και/ή ενέχει υπερβολικά ψηλές κυρώσεις και/ή χρεώσεις και/ή τόκους και/ή δικαιώματα και/ή στερούνται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Οι ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες και διατάξεις των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και της Κοινοτικής Νομοθεσίας που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες και/ή τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ. Οι εναγόμενοι αρνούνται το ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο και αμφισβητούν το ύψος του επιτοκίου. Αρνούνται ότι υπήρξε οποιαδήποτε ενημέρωση για την αλλαγή του επιτοκίου. Στα πλαίσια των προσπαθειών τους για εξεύρεση λειτουργικής και βιώσιμης λύσης αναδιάρθρωσης όλων των λογαριασμών τους - αφού λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε μεταξύ άλλων και τους δικούς τους τομείς δραστηριοποίησης, παρουσίαζαν δυσκολία να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους - υπέβαλαν στους ενάγοντες προτάσεις για παγοποίηση των δανείων και/ή αναστολής πληρωμής των δόσεων των λογαριασμών τους μέχρι να ανακάμψουν τα οικονομικά τους. Όμως, η αντιμετώπιση των εναγόντων δεν ήταν η αναμενόμενη. Αρνούνταν να συνεργαστούν και έθεταν όρους περί μετατροπής των τρεχούμενων λογαριασμών τους σε δάνεια που δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί. Οι ενάγοντες, όχι μόνο δε νομιμοποιούνταν να τερματίσουν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού των εναγόμενων 1 - καθώς και των υπόλοιπων λογαριασμών τους -, αλλά όφειλαν να ανταποκριθούν έγκαιρα στα αιτήματα των εναγόμενων και να προβούν σε αναδιάρθρωση των λογαριασμών τους. Παρότι οι ίδιοι ήταν συνεργάσιμοι δανειολήπτες και τους παρακαλούσαν για εξεύρεση λύσης, αυτοί, δε συμμορφώθηκαν και/ή δεν εφάρμοσαν την οδηγία και/ή εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 41 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997, στο πλαίσιο υιοθέτησης θετικής και αποτελεσματικής προσέγγισης για την επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν μεταξύ δανειοληπτών και των πιστωτικών ιδρυμάτων, λόγω της κυπριακής οικονομικής και χρηματοοικονομικής κρίσης. Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης των πιο πάνω, τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με τις γνωστές συνέπειές τους στην κυπριακή οικονομία αποτελούν ένα απρόβλεπτο γεγονός που έχει ματαιώσει την επίδικη σύμβαση και/ή αυτή επηρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε οποιαδήποτε ενέργεια των εναγόντων με βάση τους όρους της, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και/ή συνθήκες και/ή τη μεταβολή που επήλθε, θεωρείται κακόπιστη και/ή ανέντιμη και/ή καταχρηστική και/ή ως παραβαίνουσα ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων. Να πω απλώς, ότι οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους ζητούν απόρριψη της αγωγής, ενώ το τι ζητούν με την ανταπαίτησή τους, αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), οπότε δε χρειάζεται να επαναλάβω. Από τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς τους είναι σαφές, ότι ανακύπτουν μερικά πολύ σοβαρά επίδικα θέματα - τόσο νομικά όσο και γεγονότων - τα οποία, ούτε απλό μα ούτε και επιτρεπτό είναι να επιλυθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Το δεύτερο, επειδή σύμφωνα με τη Γρηγορίου (ανωτέρω) - για να επαναλάβω - : «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Για να καταλήξω, ότι οι δυο πρώτες ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος πληρούνται, ουσιαστικά το ομολογούν και οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους. Προς τούτο παραπέμπω στις ακόλουθες αναφορές του δικηγόρου που ετοίμασε τη γραπτή αγόρευση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας: Δέχομαι ότι στη βάση των ισχυρισμών που προωθούνται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Στυλιανού και αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα, τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, τροποποιητικών συμφωνιών, εξασφαλίσεων και υποθηκών), τους όρους των συμφωνιών και τις αυθαίρετες χρεώσεις που δήθεν επιβαρύνθηκαν οι αιτητές, ενδεχομένως, η 1η προϋπόθεση του άρθρου 32 να πληρείται (παράγραφος 3.1.6.). Ενδεχομένως και στη βάση των ίδιων προωθούμενων ισχυρισμών, το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για τη 2η προϋπόθεση, δηλαδή, ότι με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, οι αιτητές έχουν καταδείξει στον περιορισμένο, πάντοτε, βαθμό, ότι όντως, η ανταπαίτησή τους, τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην αγωγή 404/18 και η αγωγή 2235/14 έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Τα όσα αναφέρει στη συνέχεια ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, εκτός του ότι είναι σε αντίφαση με τα παραπάνω δε συμφωνώ ότι εκθεμελιώνουν την αίτηση και την ανταπαίτηση των εναγόμενων στην παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα δε συμφωνώ ότι ο εναγόμενος 3 στην ένορκη δήλωση που έχει προβεί προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης προβαίνει στις παραδοχές που του προσάπτονται. Όσα ακολουθούν απαντούν σε όσα αναφέρονται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων, ως συνιστούντα τις «ρητές παραδοχές» του εναγόμενου 3 στην ένορκη του δήλωση: Δεν είναι αλήθεια ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται ανεπιφύλακτα την υπογραφή όλων των επίδικων συμφωνιών. Η αλήθεια περικλείεται στις παραγράφους 24, 25 και 29 της επίμαχης ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 3, στην οποία - μεταξύ άλλων - αναφέρει τα εξής, τα οποία, βασικά συνάδουν πλήρως με τους προαναφερόμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων: Στις 28/6/2018, οι ενάγοντες μας επέδωσαν την πιο πάνω αγωγή, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούν το κατ' αυτούς υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Με την υπεράσπισή και ανταπαίτησή μας, πέραν του ότι αμφισβητούμε την εγκυρότητα του τρεχούμενου λογαριασμού, αμφισβητείται και η εγκυρότητα των όρων της επίδικης σύμβασης. Να σημειωθεί ότι στη συνέχεια αναφέρονται οι σχετικοί λόγοι που αναφέρονται και στη υπεράσπισή των εναγόμενων (παράγραφοι 24 και 25). Το γεγονός της υπογραφής της επίδικης σύμβασης, η αμφισβήτηση της εγκυρότητας των όρων της, η αμφισβήτηση του χρεωστικού υπολοίπου και η άρνηση της τράπεζας να προβεί σε αναδιάρθρωση του λογαριασμού μας αποτελεί την κύρια βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησής μας (παράγραφος 29). Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι υπήρξαν δυσκολίες στην καταβολή των προβλεπόμενων - από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων - δόσεων και δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δεν αναιρεί οποιοδήποτε ισχυρισμό προβάλλουν υπό μορφή υπεράσπισης συναφώς με την τις εν λόγω συμφωνίες, είτε ακόμη, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της ανταπαίτησής τους. Το ίδιο ισχύει και για την παραδοχή τους ότι αποτάθηκαν επανειλημμένα στην τράπεζα, ζητώντας την αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων καθώς και ότι οφείλουν κάποιο ποσό στην τράπεζα. Για να συνεχίσω, δεν είναι ορθό ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται γενικά και αόριστα, ότι πρόθεσή τους ήταν να πωληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα, προς πλήρη εξόφληση όλων των οφειλόμενων - προς την τράπεζα - ποσών και για πλήρη διευθέτηση των απαιτήσεων της τράπεζας. Από το περιεχόμενο της επιστολής των εναγόμενων 1 (τεκμηρίο 5 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3), στην οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων - που θα πρέπει να σημειωθεί ότι απευθύνεται στους ενάγοντες, στο πλαίσιο των προσπαθειών των εναγόμενων για αναδιάρθρωση των λογαριασμών τους - είναι τελείως ξεκάθαρο, ότι οι εναγόμενοι, ναι μεν παρουσιάζονται να είναι διατεθειμένοι να πωλήσουν την ακίνητη περιουσίας τους, πλην όμως, συντεταγμένα, ας μου επιτραπεί να πω, με τον τρόπο και κατά το χρόνο που διαλαμβάνεται στη σχετική εισήγησή τους, από την οποία προκύπτει ότι η πώληση του επίδικου ακινήτου αποτελεί την έσχατη λύση και νοουμένου ότι δεν τελεσφορήσουν οι προηγούμενες. Βλ. τη φράση «Σε πρώτη φάση η προσπάθεια θα επικεντρωθεί στην πώληση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν χρησιμοποιούνται από την επιχείρηση και είναι ελεύθερα επιβαρύνσεων» και γενικά, ολόκληρη την επιστολή, από την οποία προκύπτει ότι γνώμονας των εισηγήσεων των εναγόμενων, τότε, ήταν να διατηρηθούν στη ζωή και να συνεχίσουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Και με δεδομένο ότι το επίδικο ακίνητο, όπως αναφέρεται από τον εναγόμενο 3 στην παράγραφο 27 της ένορκης του δήλωση αποτελεί μέρος της επαγγελματικής στέγης των εναγόμενων 1 και αυτό αποτελεί ένα από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θεωρώ ότι καθίσταται τελείως ξεκάθαρο ότι είναι και παραπλανητικό, συν τοις άλλοις, το να τους αποδίδεται ότι το μόνο που έκαναν ήταν ότι εξέφρασαν την πρόθεσή τους να πωληθούν τα επίδικα ακίνητα (ένα είναι αυτό) για εξόφληση όλων των οφειλόμενών τους προς την τράπεζα. Όπως επίσης παραπλανητικό είναι το να υποβάλλεται από τους ενάγοντες, ότι το μόνο επίδικο θέμα της υπόθεσης είναι ο καθορισμός του ύψους του ποσού που οφείλουν οι εναγόμενοι. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που διαφεύγει τους ενάγοντες είναι το εξής: και δίκαιο να είχαν, οι εναγόμενοι, ό,τι επιδιώκουν με την υπό κρίση αίτηση, ουσιαστικά είναι να τους εμποδίσουν να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο με τη διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, εκκρεμούσης της αγωγής καθώς και της ανταπαίτησης, για όλους τους λόγους που αναφέρει ο εναγόμενος 3 στην ένορκή του δήλωση. Και τούτο, επειδή οι εναγόμενοι, με την ανταπαίτησή τους, μεταξύ άλλων ζητούν ακύρωση της επίδικης υποθήκης, που αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της ανταπαίτησης. Υπεισέρχομαι τώρα και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αποτελεί θέση των εναγόντων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους - ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η ανταπαίτηση δε θα χάσει το αντικείμενό της και τούτο, ενόψει των ρητών παραδοχών των εναγόμενων, ότι το μόνο επίδικο θέμα της αγωγής είναι κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση, για ολόκληρη την απαίτησή τους ή μόνο για τα ποσά που εναγόμενοι παραδέχονται ότι τους οφείλουν δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Η διαδικασία και ολοκλήρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού, προστίθεται, είναι παντελώς ανεξάρτητη διαδικασία και δεν επηρεάζει τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, η οποία θα εκδικαστεί στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και δεν αποτελεί βεβαίως διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Αναφορικά με τη θέση του εναγόμενου 3, περί απώλειας των ενυπόθηκων ακινήτων, πέραν της δεδηλωμένης, ενόρκως, πρόθεσης των εναγόμενων να πωλήσουν οι ίδιοι κάποια ενυπόθηκα ακίνητα, με βάση το ρητό όρο 4 των εγγράφων υποθήκης, ο κίνδυνος απώλειας της ακίνητης περιουσίας τους υπήρχε πάντοτε, από την αρχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και δεν είναι ένα καινούργιο δημιούργημα του Νόμου 87
(1)/2018, αφού, με τη νέα νομοθεσία, δε δόθηκαν νέα δικαιώματα στους ενυπόθηκους οφειλέτες (δανειστές πιστεύω ήθελε να πει ο συνήγορος), δηλαδή, ο νέος νόμος, δε δημιούργησε ένα νέο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να πωλεί την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία, το οποίο δεν είχε προηγουμένως, είτε δυνάμει των εγγράφων υποθήκης είτε δυνάμει του άρθρου 37 του Νόμου, παρά μόνο δημιούργησε ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος που είχε να πωλεί την ακίνητη ιδιοκτησία που ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε υποθηκεύσει προς όφελός του, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε λάβει. Άρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανεπανόρθωτη ζημιά, όταν το δικαίωμα της τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα υπήρχε πάντοτε και της δόθηκε από τους ίδιους τους ενάγοντες, οι οποίοι είναι υπερήμεροι και παραδέχονται ότι οφείλουν στην τράπεζα το ποσό των €57.000,00 περίπου, με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Εν πάση περιπτώσει, οι δήθεν ανεπανόρθωτες βλάβες που θα υποστούν οι εναγόμενοι, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν πολύ εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα. Η τράπεζα είναι ένα εύρωστο και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως τις όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι εναγόμενοι από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρατηρώ τα εξής: Το ποιο είναι το αντικείμενο της ανταπαίτησης των εναγόμενων αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επομένως, δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Απ' εκεί και πέρα δε συμφωνώ με τους ενάγοντες, ότι η ζημιά που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι θα υποστούν από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι χρηματικής μόνο φύσεως, οπότε, οι οικονομικά ισχυροί ενάγοντες μπορούν να τους αποζημιώσουν. Η τελευταία θέση τους, καταρχήν παραβλέπει την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή ότι η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ναι μεν σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων - υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης - σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη, πλην όμως, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Odysseos, Παπαστράτης και Κυρίσαββα (ανωτέρω)). Όσα ακολουθούν αποβλέπουν στο να αναδείξουν τους λόγους για οποίους οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς και σε τι συνίσταται η ζημιά που θα υποστούν σε περίπτωση μη έκδοσή τους: Οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του Μέρους VIA του Νόμου τροχοδρόμησαν τη διαδικασία πώλησης του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό. Συγκεκριμένα, στις 5/10/2018 επέδωσαν στους εναγόμενους 3 και 4 την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(1)του Νόμου, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, με την οποία τους ειδοποιούν ότι το ενυπόθηκο χρέος τους δυνάμει της επίδικης υποθήκης ανέρχεται στο ποσό €117.515,54, πλέον τόκοι. Με την ίδια ειδοποίηση, τους καλούν να καταβάλουν το ποσό αυτό καθώς και τους τόκους εντός 30 ημερών και τους ειδοποιούν ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα προχωρήσουν με τη διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου, στην πώληση του επίδικου ακινήτου και στη μεταβίβασή του στον αγοραστή. Προηγουμένως, προφανώς οι ενάγοντες, δυνάμει του άρθρου 44Β του Νόμου, επέδωσαν στους εναγόμενους και την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Θ» του ίδιου παραρτήματος και τούτο, επειδή η αποστολή της αποτελεί προαπαιτούμενο για σκοπούς έγκυρης και νόμιμης διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Η παράγραφος 3 του άρθρου 44Β του Νόμου προνοεί ότι: «Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Ακολούθως, το άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.1 προνοεί ότι: «Κάθε Παράρτημα σε Νόμο, μαζί με σημείωση σε αυτό θα ερμηνεύεται και εφαρμόζεται ως μέρος του Νόμου.» Δεδομένου ότι η ειδοποίηση Τύπου «Θ» περικλείεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου, το περιεχόμενό της, με βάση το άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου (ανωτέρω) αποτελεί μέρος του Νόμου. Και σ' αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: Με την παράγραφο 1, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ενημερώνεται για το δικαίωμά του, όπως σε περίπτωση που αντιμετωπίζει πραγματική δυσκολία στην καταβολή των δόσεών του, προσέλθει στον ενυπόθηκο δανειστή, προσκομίζοντάς του όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και ειδικά αυτές που σχετίζονται με τον επηρεασμό της οικονομικής του κατάστασης. Ενημερώνεται ακόμη, ότι σε τέτοια περίπτωση, ενδεχομένως να έχει δικαίωμα αναδιάρθρωσης του χρέους του δυνάμει του «Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που Αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες» της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το άρθρο 3 της περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας του 2015, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 41 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως 2015 (Ν.66(Ι)/97)προνοεί ότι σκοπός της Οδηγίας είναι η εφαρμογή από τα αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠΙ) αποδοτικών και αποτελεσματικών στρατηγικών, πολιτικών, δομών, διαδικασιών και μηχανισμών για τη διαχείριση καθυστερήσεων και την επίτευξη δίκαιων και βιώσιμων αναδιαρθρώσεων των χορηγήσεων των δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση που διέρχεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Το άρθρο 3
(1)του Παραρτήματος 1 της Οδηγίας προνοεί ότι τα ΑΠΙ υιοθετούν τους πέντε βασικούς πυλώνες που αναφέρονται στη συνέχεια, κατά τη διαχείριση καθυστερήσεων και κατά το χειρισμό των δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Ως πρώτος πυλώνας ορίζεται η τήρηση του Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες και οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, όπως προβλέπεται στο Παράρτημα 2. Τέλος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 του Μέρους 1 του Κώδικα, ο Κώδικας έχει στόχο να παρέχει στα ΑΠΙ, κατεύθυνση, ως προς την προσέγγιση που πρέπει να ακολουθούν, ούτως ώστε να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την ανάπτυξη και εφαρμογή βιώσιμων μέτρων αναδιάρθρωσης σύμφωνα με την ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη. Ο βασικός στόχος, προστίθεται, είναι η εξυπηρέτηση των χορηγήσεων από τους δανειολήπτες, η δίκαιη μεταχείρισή τους από τα ΑΠΙ, να ελαχιστοποιηθεί το ύψος των κατασχέσεων, προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινωνικός στόχος παραμονής των δανειοληπτών στην κατοικία τους και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και, συνεπώς, της στήριξης της κυπριακής οικονομίας στην ολότητά της. Τέλος, η παράγραφος 5 της ειδοποίησης Τύπου «Θ» ακολουθεί αυτούσια: «Εάν έχετε επαρκείς λόγους να πιστεύετε ότι δεν οφείλετε στον δανειστή σας το απαιτούμενο ποσό ή εάν έχετε επαρκείς λόγους να πιστεύετε ότι ο δανειστής σας δεν έχει ενεργήσει σύμφωνα με το νόμο, ενδεχομένως να έχετε το δικαίωμα να προσφύγετε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους˙ οποιαδήποτε πράξη πρέπει να αρχίσει πριν την επίδοση της ειδοποίησης σε εσάς για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σας σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014. [Ν. 142(Ι) του 2014]» (οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου) Το ορθό νόημα της παραπάνω παραγράφου είναι το εξής: Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου σε εφαρμογή του Μέρους VIA του Νόμου και σ' αυτό το πλαίσιο επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ», ο ενυπόθηκος οφειλέτης και κάθε πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται η εν λόγω ειδοποίηση, εάν έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι δεν οφείλουν το απαιτούμενο από τον ενυπόθηκο δανειστή ποσό ή έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι αυτός δεν ενήργησε σύμφωνα με το Νόμο, ενδεχομένως έχουν δικαίωμα να προσφύγουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους. Ωστόσο, οποιαδήποτε πράξη, δηλαδή, διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, θα πρέπει να αρχίσει πριν επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, η ειδοποίηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι η υπεράσπιση των εναγόμενων καθώς και η ανταπαίτησή τους - δεδομένων των δικογραφημένων ισχυρισμών τους και κυρίως, των αιτούμενων αξιώσεών τους εναντίον των εναγόντων, ανάμεσά τους και η αξίωσή τους για κήρυξη της διαδικασίας της αγωγής, ως πρώιμης και/ή καταχρηστικής καθώς και η αξίωσή τους για ακύρωση της επίδικης υποθήκης - εντάσσονται στο παραπάνω νομικό πλαίσιο, ενώ, το τι ακριβώς επιδιώκουν με την υπό κρίση αίτηση καθώς και οι λόγοι καταφαίνονται από τους ακόλουθους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση: Ζητώ την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Β και 44Γ του Νόμου, με τα οποία να απαγορεύεται στους ενάγοντες να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο. Και τούτο, επειδή μετά την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Ι», με βάση το Νόμο, μόνο με την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος θα μπορέσουμε να πετύχουμε στην προβλεπόμενη από το Νόμο έφεση, την οποία θα πρέπει να καταχωρήσουμε εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Το άρθρο 44Γ του Νόμου, μετά την τροποποίησή του από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 (87(Ι)/2018) έχει ως εξής: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Από την παραπάνω διάταξη είναι σαφές, ότι η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αποτελεί ένα από τους 6 μόνο λόγους για τους οποίους μπορεί να παραμεριστεί η δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, με την οποία ορίζεται η ημερομηνία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δε συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι». Παρατηρώ τα εξής: Αφ' ης στιγμής οι εναγόμενοι πιστεύουν πως δεν οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό που αυτοί απαιτούν εναντίον τους και τους καταλογίζουν ότι δεν ενήργησαν σύμφωνα με το νόμο και γι' αυτό καταχώρησαν την ανταπαίτησή τους, με την οποία αμφισβητούν το δικαίωμα των εναγόντων να προχωρήσουν στην απαίτηση του ποσού της εναντίον τους αξίωσης και στο πλαίσιό της, αξιώνουν και την ακύρωση της επίδικης σύμβασης και ενώ εκκρεμεί ακόμη η αγωγή καθώς και η ανταπαίτηση, οι ενάγοντες τροχοδρόμησαν τη διαδικασία πώλησης του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου και με δεδομένο ότι η επίδικη υποθήκη και το επίδικο ακίνητο αποτελούν μερικά από τα αντικείμενα/επίδικα θέματα τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης και εκτός κι' αν οι εναγόμενοι εξασφαλίσουν το προβλεπόμενο στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα και μάλιστα, προτού τους επιδοθεί η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», οι ενάγοντες, στη βάση της εν λόγω ειδοποίησης, θα μπορούν να προχωρήσουν στην πώληση του επίδικου ακινήτου, χωρίς να έχουν δικαίωμα οι εναγόμενοι να επιδιώξουν στο πλαίσιο έφεσης να ανακόψουν αυτή την πορεία, ζητώντας τον παραμερισμό της σχετικής ειδοποίησης, είναι φανερό, ότι η αίτηση, καταρχήν αποβλέπει στην προστασία ενός εκ των αντικειμένων της ανταπαίτησης, το οποίο σε περίπτωση πώλησης του επίδικου ακινήτου, θα χαθεί. Απ' εκεί και πέρα, ότι οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, όχι απλώς για να έχουν βάσιμο λόγο έφεσης παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» - σε περίπτωση που οι ενάγοντες τους επιδώσουν την εν λόγω ειδοποίηση -, αλλά, για ουσιαστικούς λόγους, που αφορούν στην αμφισβήτηση του δικαιώματος των εναγόντων να προχωρήσουν σε πώληση του επίδικου ακινήτου, αποδεικνύεται από σωρεία λόγων - νομικών και πραγματικών -, οι οποίοι αναφέρονται τόσο στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόμενων όσο και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Παραπέμπω απλώς στα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3 συναφώς με τις καταβληθείσες προσπάθειες αναδιάρθρωσης των διαφόρων χρεών των εναγόμενων 1, ανάμεσά τους και το χρέος τους δυνάμει της επίδικης σύμβασης και στα όσα προσάπτονται στους ενάγοντες υπό μορφή παραβάσεων, τόσο της Οδηγίας όσο και του Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες, της Κεντρικής Τράπεζας, για τις αναδιαρθρώσεις. Ειδικά επί του ισχυρισμού των εναγόντων ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και πώλησης του επίδικου ακινήτου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανεπανόρθωτη ζημιά, επειδή, όπως αναφέρει στη γραπτή του αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, οι δήθεν ανεπανόρθωτες βλάβες που θα υποστούν οι εναγόμενοι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα και άρα είναι ανακτήσιμες και εύκολα αποζημιώσιμες και η τράπεζα (δηλαδή οι ενάγοντες) είναι ένα εύρωστο και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως τις όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι εναγόμενοι από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παρατηρώ τα εξής: Δε συμφωνώ με τους ενάγοντες. Δεν είναι ορθό ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η ζημιά που ενδεχομένως θα υποστούν οι εναγόμενοι, θα είναι μόνο χρηματική, η όποια μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί, αποτιμηθεί και αποκατασταθεί από τους ενάγοντες σε χρήμα. Όλες αυτές οι θέσεις των εναγόντων, μεταξύ άλλων παραβλέπουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3, της παραγράφου 27 της ένορκης του δήλωσης: εάν το επίδικο ακίνητο πωληθεί τώρα με τη διαδικασία που επέλεξαν οι ενάγοντες, σίγουρα, η τιμή του θα είναι πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και η εναγόμενη 2 θα χάσει την περιουσία της που αποτελεί μέρος της επαγγελματικής στέγης των εναγόμενων 1. Και με δεδομένο ότι ο εναγόμενος 3, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης είναι διευθυντής των εναγόμενων 1 και εκ των μετόχων τους, αλλά και σύζυγος της εναγόμενης 2 στην οποία ανήκει το επίδικο ακίνητο και η εναγόμενη 4, όπως αναφέρει στην παράγραφο 12 είναι θυγατέρα του, παραπέμπω και στο περιεχόμενο της παραγράφου 40, στην οποία αναφέρει τα εξής: Είναι εξαιρετικά σημαντικό και επείγον να εκδοθούν άμεσα τα αιτούμενα διατάγματα, αφού μόνο έτσι θα καταφέρουμε να σώσουμε την περιουσία μας, που αποτελεί και την επαγγελματική μας στέγη, από τη διαχείριση της οποίας καλύπτονται όλα τα έξοδα της οικογένειάς μου, αφού δεν έχουμε άλλα έσοδα. Ειδικά για τα τελευταία που αναφέρει ο εναγόμενος επαναλαμβάνω και το βασικό στόχο του Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας (ανωτέρω) που είναι η εξυπηρέτηση των χορηγήσεων από τους δανειολήπτες, η δίκαιη μεταχείρισή τους από τα ΑΠΙ, να ελαχιστοποιηθεί το ύψος των κατασχέσεων, προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινωνικός στόχος παραμονής των δανειοληπτών στην κατοικία τους και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και, συνεπώς, της στήριξης της κυπριακής οικονομίας στην ολότητά της. Των παραπάνω λεχθέντων, διερωτώμαι πόσο βάσιμα μπορεί να υποβάλλεται ότι οι δήθεν ανεπανόρθωτες βλάβες που θα υποστούν οι εναγόμενοι, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα, είτε ακόμη, τι νόημα μπορεί να έχει το γεγονός ότι οι ενάγοντες είναι ένα εύρωστο και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα και σε θέση να καλύψουν πλήρως τις όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι εναγόμενοι από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τη στιγμή που σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή, μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, μια ολόκληρη οικογένεια (οι εναγόμενοι 2, 3 και 4) θα χάσει άμεσα την επαγγελματική της στέγη και ταυτόχρονα, τη μοναδική πηγή εισοδήματος, με προβλεπτές, αυτονόητες, αλυσιδωτές και ιδιαίτερα επαχθείς επιπτώσεις - ιδιαίτερα στις μέρες μας - και ουδείς γνωρίζει πότε και με ποιο μέτρο θα υπολογιστούν οι σχετικές ζημιές των εναγόμενων σε περίπτωση που πετύχουν στην ανταπαίτηση τους και κυρίως, πώς μπορεί να αποκατασταθούν όσες από αυτές δεν είναι χρηματικής φύσεως. Συναφώς με τα παραπάνω, οι ενάγοντες, ουδέν αναφέρουν. Ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης και η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εναγόμενων, επομένως, στην περίπτωσή τους, ο συγκεκριμένος παράγοντας δεν είναι ο μόνος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, αλλά και όλα τ' άλλα - μεταβλητά κριτήρια, (βλ. Odysseos, Παπαστράτης και Κυρίσαββα (ανωτέρω)) είναι ολοφάνερο. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ό,τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο αυτό είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα. Όπως πολύ ορθά αντικρίζουν νομικά το θέμα οι ενάγοντες - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους -, οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσο θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση ή τη μη έκδοσή του, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, κατά πόσο με την έκδοσή του αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής, τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) και τέλος, ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurosypria Airlines Ltd, υπό εκκαθάριση, μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 1783). Δε χρειάζεται να πω ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στους εναγόμενους σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το έχω ήδη κάνει. Απ' εκεί και πέρα ομολογώ ότι αδυνατώ να αντιληφθώ σε τι θα συνίσταται η ζημιά των εναγόντων από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σε τέτοια περίπτωση, το επίδικο ακίνητο θα εξακολουθεί να είναι υποθηκευμένο και να αποτελεί εμπράγματη εξασφάλιση προς όφελός τους - για το σκοπό που έχει υποθηκευτεί -και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, θα μπορούν να προχωρήσουν σε πώλησή του με πλειστηριασμό, δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος, όπως εξάλλου είναι και η σχετική αξίωσή τους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ενώ η ανταπαίτηση των εναγόμενων, εν μέρει θα χάσει το αντικείμενό της - και τούτο, επειδή με αυτή, οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων ζητούν και την ακύρωση της επίδικης υποθήκης και στο μεταξύ οι ενάγοντες θα προχωρήσουν σε πώληση του επίδικου ακινήτου με την εν εξελίξει διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου, η οποία, εκτός κι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεν μπορεί να ανακοπεί έστω προσωρινά με οποιοδήποτε άλλο, τρόπο -, οι ενάγοντες, ως ένα «εύρωστο και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα» που είναι, είτε τώρα πωλήσουν το επίδικο ακίνητο είτε αργότερα, δε νομίζω να επηρεαστούν τα οικονομικά τους συμφέροντα καθοιονδήποτε τρόπο. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης προέχει η διατήρηση του σημερινού status quo του επίδικου ακινήτου, το οποίο, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα ανατραπεί δραματικά σε βάρος των εναγόμενων, σε βαθμό που θα είναι πραγματικά δύσκολο και ενδεχομένως αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προτού καταλήξω, θα ήθελα να τοποθετηθώ και επί μερικών ακόμη ισχυρισμών του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων, ο οποίος τους συναρτά με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Αποτελεί θέση του, ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων έναντι των εναγόντων, αλλά και έναντι του Δικαστηρίου είναι κακόπιστη και παραπλανητική σε τέτοιο βαθμό, που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Ειδικότερα: Οι εναγόμενοι, πρώτο, απέκρυψαν και δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στο ρητό όρο 4 της συμφωνίας και των εγγράφων υποθήκης και το δικαίωμα της τράπεζας να πωλήσει απευθείας τα ενυπόθηκα ακίνητα, κατά την απόλυτη της κρίση, δικαίωμα το οποίο ενεργοποιήθηκε με την παραδεκτή από τους ίδιους υπερημερία τους και με τη μη εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών που οι υποθήκες εξασφαλίζουν και που οι ίδιοι παραδέχονται ότι οφείλουν. Δεύτερο, καταχώρησαν την αγωγή 2234/14, αλλά και ανταπαιτήσεις, τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην αγωγή 404/18, ισχυριζόμενοι δήθεν αθέμιτη πίεση, οικονομικό εξαναγκασμό και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της τράπεζας και αμφισβητώντας τη νομιμότητα και ύπαρξη, τόσο των συμφωνιών όσο και του χρέους, ανατρέποντας ακολούθως τους εαυτούς τους, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Τρίτο, παραδέχτηκαν ρητά και απερίφραστα ότι δε συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας και δεν κατέβαλαν τις προβλεπόμενες από τις συμφωνίες δόσεις και ότι πρόθεση και επιθυμία τους είναι η αναδιάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων τους, την οποία απαίτησαν επανειλημμένα. Τέταρτο, ενώ εισηγήθηκαν και πρότειναν στην τράπεζα την πώληση ενυπόθηκων ή ακόμη και ολόκληρης της επιχείρησής τους για εξόφληση των (παραδεκτά) οφειλομένων προς την τράπεζα ποσών, εισήγηση την οποία επαναλαμβάνουν και στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, εντούτοις ενίστανται στη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού, ισχυριζόμενοι ότι δεν επιθυμούν να απολέσουν τη ακίνητή τους ιδιοκτησία, έστω κι αν το δικαίωμα της τράπεζας να την πωλήσει, υπήρχε πάντοτε από την υπογραφή της επίδικης υποθήκης. Πέμπτο, έστω κι αν παραδέχονται ότι το οφειλόμενο ποσό του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται σε €57.000,00, περίπου, εντούτοις, δεν προσφέρουν καν στην Τράπεζα το ποσό αυτό, παρά μόνο απαιτούν από την Τράπεζα να αποδεχθεί περαιτέρω μείωση της τάξης των €17.000,00, αφού, στις 14/12/2018 πρότειναν το ποσό των €40.000,00 προς πλήρη εξόφληση του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Παρατηρώ τα εξής: Αρχίζοντας από το πρώτο, αφ' ης στιγμής οι εναγόμενοι, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτουν και την επίδικη υποθήκη, δεν μπορεί να τους καταλογίζεται βάσιμα ότι απέκρυψαν ή δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου σ' οποιοδήποτε όρο του επισυνημμένου σ' αυτή εγγράφου υποθήκης και ειδικότερα, τον όρο
  1. Ούτε και νομίζω να είναι τόσο αφελείς οι εναγόμενοι, που θα θεωρούσαν ότι το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης δε θα μελετούσε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του προτού εκδώσει την ετυμηγορία του. Αναφορικά με το δεύτερο, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι ποιοι από τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ανατρέπουν οποιουσδήποτε από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων. Αναφορικά με το τρίτο, δε συμφωνώ ότι οι εναγόμενοι, με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση παραδέχτηκαν ρητά και απερίφραστα ότι δε συμμορφώνονταν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας καθώς και οτιδήποτε άλλο αναφέρεται από το δικηγόρο των εναγόντων στο ίδιο πλαίσιο. Οι ακόλουθοι - μεταξύ άλλων - ισχυρισμοί του εναγόμενου 3, είτε καταρρίπτουν τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων είτε ακόμη αποδεικνύουν ότι οι αυτοί διαστρέφουν τις θέσεις των εναγόμενων, τόσο τις δικογραφημένες όσο και αυτές που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση: Οι ενάγοντες που δε δέχονταν να συνεργαστούν μαζί μας και να αναδιαρθρώσουν τους λογαριασμούς μας, μειώνοντας τα επιτόκια - όπως τους ζητούσαμε -, μας οδήγησαν στη σημερινή μας κατάσταση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά, όταν ζητούσαμε την αναδιάρθρωση προέβαιναν σε αύξηση των επιτοκίων τους (παράγραφος 23). Με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή μας στην παρούσα αγωγή, πέραν του ότι αμφισβητούμε την εγκυρότητα του τρεχούμενου λογαριασμού, αμφισβητείται και η εγκυρότητα των όρων της επίδικης σύμβασης, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά, προδιατυπωμένους όρους που είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από τους ενάγοντες και δεν τίθετο θέμα διαπραγμάτευσής τους. Στην ουσία αποτελούσαν συμβάσεις προσχώρησης, που είτε υπόγραφες είτε δεν προχωρούσε η πράξη. Μάλιστα, κατά τους δικηγόρους μας, αρκετοί από τους όρους των συμβολαίων είναι καταχρηστικοί και έχουν κριθεί ως τέτοιοι, αλλά και ως παράνομοι. Ειδικότερα: (α) Ο όρος ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει οποτεδήποτε τις προμήθειες, το περιθώριο, τα τραπεζικά δικαιώματα, (β) ο όρος περί χρέωσης τόκων υπερημερίας (γ) Ο όρος περί δικαιώματος της τράπεζας να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου ή του υπολοίπου (δ) ο όρος περί μονομερούς αύξησης του επιτοκίου, χωρίς να καθορίζονται αντικειμενικά κριτήρια (ε) οποιαδήποτε ρήτρα περί μονομερούς μεταβολής στους όρους της συμφωνίας (στ) ο όρος ότι για να βρεθεί ο τόκος, θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες, (ζ) οποιαδήποτε ρήτρα που παραχωρεί μονομερή δικαιώματα στην τράπεζα, χωρίς αντίστοιχη πρόνοια υπέρ μου (παράγραφος 25). Πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι βάσει της Οδηγίας και του Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις, να μας προτείνουν δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση αναδιάρθρωσης (παράγραφος 27). Λόγω της οικονομικής κρίσης και της εισόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μνημόνιο καθώς και λόγω των γεγονότων του Μαρτίου 2013, τα οποία αποτελούν ένα απρόβλεπτο γεγονός, η επίδικη συμφωνία έχει ματαιωθεί και θα πρέπει να αναπροσαρμοστεί βάσει των σημερινών γεγονότων και δεδομένων και βάσει της σημερινής οικονομικής μας κατάστασης. Δεδομένης αυτής της καινούργιας κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, οποιαδήποτε ενέργεια της τράπεζας, με βάση τους όρους της επίδικης σύμβασης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα θεωρείται κακόπιστη και καταχρηστική (παράγραφος 34). Τέλος, οι δυο τελευταίοι από τους παραπάνω ισχυρισμούς του δικηγόρου των εναγόντων έχουν ήδη απαντηθεί. Ουσιαστικά αποτελούν επανάληψη ανάλογων ισχυρισμών του, οι οποίοι περικλείεται στην παράγραφο 3.1.
  2. της γραπτής του αγόρευσης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων, όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται, ενώ η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι Α. και Β. της αίτησης, με διαφοροποίηση σε σχέση με το Α., ως ακολούθως: με διαγραφή της φράσης «και/ή Διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού» (2η και 3η γραμμή). Τα έξοδά της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 μέχρι 4 και σε βάρος των εναγόντων. Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού - απαγορευτικού διατάγματος διαδικασίας εκποίησης ακινήτου με πλειστηριασμό, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.