ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αίτηση - Έφεση Αρ.: 257/2017, 7/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ.: 257/2017 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της ALPHA BANK CYPRUS LTD Αιτήτριας/Εφεσείουσας και ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ KLEANTHIS SAVVA DEVELOPERS LTD xxxxx GRAHAM Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7/6/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εφεσείοντες: κα Μιχαήλ, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για εφεσίβλητο 1: κ. Ερωτοκρίτου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για εφεσίβλητους 2: καμιά εμφάνιση Για εφεσίβλητο 3: κα Τσαπούτσιη, για Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου, Υ3117/2006, ημερομηνίας 28/6/2006 (στο εξής «επίδικη υποθήκη»), οι εφεσίβλητοι 2 (στο εξής «ενυπόθηκοι οφειλέτες» και/ή «πωλητές»), υποθήκευσαν προς όφελος των εφεσειόντων (στο εξής «ενυπόθηκοι δανειστές» δυο ακίνητά τους στην Πέγεια, για σκοπούς εξασφάλισης αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους τελευταίους. Η επίδικη υποθήκη συστάθηκε για το ποσό των €939.730,79 (£550.000,00), πλέον τόκους. Μεταγενέστερα και κατόπιν έκδοσης ξεχωριστών τίτλων των παραπάνω ακινήτων, η επίδικη υποθήκη μεταφέρθηκε επί των νέων ακινήτων που προέκυψαν, ανάμεσά τους και το ακίνητο με αριθμό έγγραφης xxxxxx, τεμ.xxx που αποτελεί διώροφη κατοικία (στο εξής «επίδικη κατοικία»). Αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, για τις διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που τους έχουν παραχωρήσει, τους οφείλουν το συνολικό ποσό των €46.888.754.00, πλέον τόκους. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 5/8/2008 (στο εξής «επίδικη σύμβαση»), ο εφεσίβλητος 3 (στο εξής «αγοραστής») καθώς και η σύζυγός του, xxxxx Green, αγόρασαν από τους ενυπόθηκους οφειλέτες την επίδικη κατοικία, για το ποσό των €203.000,00. Στις 11/8/2008, η επίδικη σύμβαση κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και πήρε τον αριθμό ΠΩΕ: 2519/2008. Μετά το θάνατο της xxxxx Green - στις 29/11/2011 - και συγκεκριμένα, στις 24/7/2013, δυνάμει γραπτής σύμβασης μεταξύ της διαχειρίστριας της περιουσίας της και του αγοραστή, η πρώτη εκχώρησε στο δεύτερο, όλα τα δικαιώματα της αποβιωσάσης που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση. Και αυτή η σύμβαση, στις 19/9/2013 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και πήρε τον αριθμό ΚΕ: 142/2013. Ο αγοραστής - μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου του -, στις 11/11/2016, κάνοντας χρήση του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος») - το οποίο διαλαμβάνει για την προστασία των «εγκλωβισμένων» αγοραστών -, με έρεισμα το γεγονός της κατάθεσης στο Κτηματολόγιο της επίδικης σύμβασης καθώς και της σχετικής με αυτή, σύμβασης εκχώρησης (ανωτέρω) υπόβαλε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, δηλαδή στον εφεσίβλητο 1 (στο εξής «Διευθυντής»), την αίτηση με αριθμό ΑΕΑ: 1996/2016, για μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του. Ο Διευθυντής, αφού έκρινε ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 44Κ
(1)του Νόμου, προϋποθέσεις, σε εφαρμογή του άρθρου 44ΚΒ, με την έγγραφη ειδοποίησή του κατά τον Τύπο «ΙΕ» προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 5/7/2017, τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή, δυνάμει της επίδικης σύμβασης και της σύμβασης εκχώρησης. Με την ίδια ειδοποίηση, τους πληροφόρησε για το δικαίωμά τους, όπως εντός 45 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης, υποβάλουν ένσταση κατά της πρόθεσής του να προχωρήσει στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης, σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωσή τους. Με την τελευταία παράγραφο, τους υπόδειξε ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αιτιολογημένης ένστασης ή αίτησης μεταφοράς, εντός της πιο πάνω προθεσμίας, θα προχωρήσει στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης ή του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 29/8/2017 υπόβαλαν ένσταση κατά της παραπάνω πρόθεσης του Διευθυντή. Όπως αναφέρεται με αυτή, η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να εγείρει στο κατάλληλο πλαίσιο θέμα εγκυρότητας και/ή νομιμότητας της «παρούσας διαδικασίας» και των αποτελεσμάτων που θα επιφέρει, με αναφορά, μεταξύ άλλων, στο ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης, προστίθεται, η τράπεζα ενίσταται στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας στον αγοραστή, επειδή ουδέποτε συγκατατέθηκε στην πώλησή της σ' αυτόν και η προτιθέμενη μεταβίβαση επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντά της, αγνοώντας επίσης πλήρως, το γεγονός ότι η επίδικη υποθήκη καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο, πριν από την επίδικη σύμβαση. Ο Διευθυντής, με την επιστολή τους προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ημερομηνίας 4/9/2017, τους πληροφόρησε ότι απέρριψε την ένστασή τους, για τους εξής λόγους: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή, για τους εξής λόγους: πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή και δεύτερο, ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(4)του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, προστίθεται, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης. Όπως αναφέρεται καταληκτικά, λόγω του ότι η ένσταση δεν είναι τεκμηριωμένη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις των προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών, ο Διευθυντής, βάσει του άρθρου 44ΚΒ
(2)και
(4), θα προχωρήσει στην απαλλαγή της επίδικης υποθήκης και στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή, εκτός εάν οι ενυπόθηκοι δανειστές προσκομίσουν εντός 30 ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων και θα έλεγα ότι αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, στις 9/10/2017 καταχώρησαν την υπό κρίση έφεση καθώς και μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, την ίδια μέρα εξασφάλισαν διάταγμα αναστολής της διαδικασίας μεταβίβασης της επίδικης κατοικίας. Με την έφεσή τους ζητούν: πρώτο, διάταγμα που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή, ημερομηνίας 5/7/2017, δεύτερο, διάταγμα που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή, ημερομηνίας 4/9/2017, τρίτο, διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση, με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη, η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις/αποφάσεις του Διευθυντή, ημερομηνίας 5/7/2017 και 4/9/2017, τέταρτο, διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση, με την οποία να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος και/ή τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η έφεση αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο λειτουργός στη διεύθυνση καθυστερήσεων των ενυπόθηκων δανειστών, xxxxx Άδωνη. Ο Διευθυντής καθώς και ο αγοραστής καταχώρησαν ένσταση στην έφεση. Του πρώτου εδράζεται σε 19 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κτηματολογικού λειτουργού - στον κλάδο εγγραφής - στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, xxxxx Ζίγκα. Του δεύτερου εδράζεται σε 31 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του, xxxxx Τσαπούτσιη. Οι πωλητές - ενυπόθηκοι οφειλέτες, μολονότι η έφεση τους έχει επιδοθεί, εντούτοις, ουδέποτε εμφανίστηκαν στη διαδικασία που ακολούθησε. Η ακρόαση της έφεσης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια - και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο -, θα διαφανεί, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην εξέταση της έφεσης, υπό το φως, όσων από τους λόγους της έχουν προωθηθεί από τους ενυπόθηκους δανειστές σε συνάρτηση βέβαια, με όσους από τους λόγους των δυο ενστάσεων θεωρώ αναγκαίους, για σκοπούς έκδοσης της ετυμηγορίας μου. Προκαταρκτικά, θα ήθελα να πω τα εξής: Στο βαθμό που με την υπό κρίση έφεση ζητείται είτε ακύρωση είτε παραμερισμός είτε τέλος, αναστολή της έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ» - με την οποία ο Διευθυντής γνωστοποίησε στους ενυπόθηκους δανειστές την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή -, η έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη. Δικαιοδοτικό βάθρο της έφεσης αποτελεί το άρθρο 51 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα από οποιαδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του Νόμου μπορεί να την εφεσιβάλει εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της εν λόγω διαταγής, γνωστοποίησης ή απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών (βλ. την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Άδωνη) ότι παρέλαβαν την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», κατά ή περί τις 17/7/
- Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση έφεση καταχωρήθηκε στις 9/10/2017 - δηλαδή, δυο και πλέον μήνες αργότερα - είναι φανερό, ότι συναφώς με την εν λόγω ειδοποίηση, καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Επομένως, η έφεση, θα εξεταστεί σε συνάρτηση μόνο με όσα αφορούν στην απόφαση του Διευθυντή με την οποία απέρριψε την ένσταση των ενυπόθηκων δανειστών και αποφάσισε να προχωρήσει στην απαλλαγή της επίδικης υποθήκης και στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή. Ο αγοραστής, με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι η αίτηση έχει καταρτιστεί επί λανθασμένου τύπου και/ή είναι παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί διότι δεν καταρτίστηκε στον προκαθορισμένο τύπο. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως γενικός, αόριστος και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης. Εκτός του ότι δεν επεξηγείται από τον αγοραστή, ποιος είναι ο προκαθορισμένος τύπος που κατά τον ίδιο θα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιήσει οι ενυπόθηκοι δανειστές, για σκοπούς καταχώρησης της έφεσης είναι και το γεγονός, ότι και να ευσταθεί η θέση του, ότι ο τύπος της υπό κρίση έφεσης είναι λανθασμένος, αυτό, κατά τη γνώμη μου δεν καθιστά άνευ άλλου το εν λόγω δικονομικό διάβημα, άκυρο ή θνησιγενές. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο αγοραστής, ενώ ουσιαστικά ζητά απόρριψη της έφεσης για το συγκεκριμένο λόγο, δεν εξηγεί σε τι συνίσταται η ζημιά που έχει υποστεί - αν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά - συνεπεία της επί του προκειμένου αντικανονικότητας, που και να υπάρχει, αποτελεί απλή παρατυπία, που είναι θεραπεύσιμη. Ως τελείως αβάσιμος απορρίπτεται και ο 4ος λόγος ένστασης του αγοραστή, με τον οποίο υποβάλλει ότι η αίτηση βασίζεται σε ελλιπή και/ή λανθασμένη νομική βάση. Με μόνο λόγο ότι στη νομική βάση της έφεσης - μεταξύ άλλων -περικλείονται όσα από τα άρθρα του Νόμου αναφέρονται, τα άρθρα 80 και 81 του Νόμου, Κεφ. 224 και τέλος, όσα από τα άρθρα του Συντάγματος, επίσης αναφέρονται, η νομική βάση της έφεσης είναι πλήρης. Αναφορικά με τον 3ο λόγο ένστασης του αγοραστή, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η έφεση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, παρατηρώ τα εξής: Σε σχέση με την έγγραφη ειδοποίηση του Διευθυντή κατά τον Τύπο «ΙΕ», καθώς ήδη έχει αναφερθεί, όντως η έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει και για την απόφαση του Διευθυντή, την οποία γνωστοποίησε στους ενυπόθηκους δανειστές, με την επιστολή του, ημερομηνίας 4/9/2017 και με την οποία απέρριψε την ένστασή τους κατά της πρόθεσής του να προχωρήσει στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή και τους πληροφόρησε ότι θα προχωρήσει στην απαλλαγή της επίδικης υποθήκης και στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας. Η εν λόγω επιστολή (Παράρτημα Β στην έφεση), αποδεδειγμένα παραλήφθηκε από τους ενυπόθηκους δανειστές, στις 11/9/2017 (βλ. τη σχετική ταχυδρομική απόδειξη η οποία επισυνάπτεται στο Παράρτημα Β) και η υπό κρίση έφεση καταχωρήθηκε στις 9/10/
- Με λίγα λόγια, οι ενυπόθηκοι δανειστές, συμμορφούμενοι με το άρθρο 51 του Νόμου, την καταχώρησαν εντός 30 ημερών από την ημέρα που τους κοινοποιήθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Τελείως αβάσιμος είναι και ο 9ος λόγος ένστασης του αγοραστή, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι είναι καταχρηστική και/ή διότι οι ενυπόθηκοι δανειστές καταχρώνται τις δικαστικές διαδικασίες, εγείροντας δυο παράλληλες δικαστικές διαδικασίες για να πετύχουν τον ίδιο σκοπό. Από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, δεν προκύπτει ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές ακολουθούν και κάποια άλλη διαδικασία, εκτός από την παρούσα με υπό κρίση έφεση προκειμένου να πετύχουν την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή να προβεί στην απαλλαγή της επίδικης υποθήκης και στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή. Ο αγοραστής, πάντοτε, με το 17ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι ο xxxxx Άδωνη δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και δεν μπορεί να ορκίζεται θετικά για τα γεγονότα της. Και αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο ενόρκως δηλών για τους ενυπόθηκους δανειστές είναι λειτουργός καθυστερήσεων στην υπηρεσία τους και όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης, έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης και κατέχει όλα τα έγγραφα που την αφορούν. Πέραν τούτου είναι και το γεγονός, ότι, τα κρίσιμα, ουσιώδη και καθοριστικά για την έκβαση της υπόθεσης γεγονότα, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια απορρέουν από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Και η υπόθεση, θα κριθεί με νομική θεώρηση και αποτίμηση των εν λόγω γεγονότων, υπό το φως της σχετικής εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας. Με τον 22ο λόγο ένστασης, ο αγοραστής υποβάλλει ότι η ένσταση των ενυπόθηκων δανειστών στην ειδοποίηση του Διευθυντή είναι εκπρόθεσμη και/ή υποβλήθηκε μετά την πάροδο των 45 ημερών, εντός των οποίων προβλέπει ο Νόμος ότι θα έπρεπε να είχε υποβληθεί. Και αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Με αυτό, ο αγοραστής, προφανώς παραπέμπει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 44ΚΒ του Νόμου, έγγραφη ειδοποίηση του Διευθυντή κατά τον Τύπο «ΙΕ», ημερομηνίας 5/7/2017, με την οποία γνωστοποίησε στους ενυπόθηκους δανειστές την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας, εντός 45 ημερών από την επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης. Είναι γεγονός, ότι η ένσταση κατά της παραπάνω πρόθεσης του Διευθυντή, δυνάμει του εδαφίου
(3)του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου, θα πρέπει να υποβληθεί εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης. Ωστόσο αποτελεί επίσης γεγονός, ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές καταχώρησαν την ένστασή τους εντός της παραπάνω προθεσμίας. Όπως προκύπτει από τη σχετική ταχυδρομική απόδειξη η οποία επισυνάπτεται στην επίμαχη ειδοποίηση (Παράρτημα Α στην έφεση), αυτή παραλήφθηκε στις 17/7/2017. Και με δεδομένο ότι η ένσταση υποβλήθηκε στις 29/8/2017, είναι φανερό ότι υποβλήθηκε εμπρόθεσμα. Με τον 28ο λόγο έφεσης, ο αγοραστής και πάλιν υποβάλλει ότι η έφεση πάσχει και θα πρέπει να απορριφθεί επειδή λανθασμένα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών, οι ενυπόθηκοι δανειστές κατέστησαν τον ίδιο και το Διευθυντή, διαδίκους στη διαδικασία. Ομολογώ ότι εκτός από αβάσιμο θεωρώ και ακατανόητο το συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Δεδομένης της φύσης και του αντικειμένου της υπό κρίση έφεσης, ειλικρινά δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτό που θέλει να πει ο αγοραστής, είναι πως δε θα πρεπε να καταστεί ο ίδιος διάδικος στην έφεση - το αντικείμενο της οποίας αφορά άμεσα και επηρεάζει τα περιουσιακά του συμφέροντα και δικαιώματα -, ενώ, εάν εκείνο που θέλει να πει είναι πως δε θα πρεπε να καταστεί διάδικος ο Διευθυντής, η απάντησή μου είναι ακόμη πιο απλή. Αφ' ης στιγμής ο Διευθυντής δεν εγείρει τέτοιο λόγο ένστασης, δε νομιμοποιείται να τον εγείρει ο ίδιος. Ως εντελώς αβάσιμους θεωρώ και τους τρεις τελευταίους λόγους ένστασης του αγοραστή. Για σκοπούς οικονομίας χρόνου - αντί να τους επαναλάβω -απαντώ απευθείας σ' αυτούς: Μία είναι η απόφαση του Διευθυντή και το γεγονός ότι αυτή επισυνάφθηκε και στην έφεση - εκτός από την υποστηρικτική της ένορκη δήλωση, γεγονός το οποίο παραβλέπει ο αγοραστής - ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι δυνάμει ποιου νόμου ή αρχής δικαίου είναι τόσο σοβαρό ατόπημα σε βαθμό που επισύρει την ποινή της απόρριψης της έφεσης. Απ' εκεί και πέρα και πάλι δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια παραβιάζονται τα θεμελιώδη και/ή ουσιώδη δικαιώματα του αγοραστή και/ή του αποστερούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα για δίκαιη δίκη και/ή αντεξέταση, ένεκα του γεγονότος ότι η ειδοποίηση του Διευθυντή κατά τον Τύπο ΙΕ καθώς και η εκκαλούμενη απόφασή του επισυνάπτονται και στην έφεση. Ακολούθως διερωτώμαι και τι νόημα θα είχε ο αγοραστής να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα για τους ενυπόθηκους δανειστές επί του περιεχομένου είτε της ειδοποίησης του Διευθυντή κατά τον Τύπο «ΙΕ» είτε της εκκαλούμενης απόφασής του, με την οποία απέρριψε την ένσταση των ενυπόθηκων δανειστών και αποφάσισε να προχωρήσει στην απαλλαγή της επίδικης υποθήκης και στη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του ιδίου. Μήπως για να υποβάλει στο μάρτυρα ότι η εν λόγω απόφαση είναι λανθασμένη; Τέλος, τα ουσιώδη και απολύτως αναγκαία έγγραφα για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση έφεσης που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα για τους ενυπόθηκους δανειστές είτε επισυνάπτονται και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Διευθυντή, είτε ακόμη, το περιεχόμενό τους αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Ο Διευθυντής, με το 17ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές έχουν απεμπολήσει και/ή κωλύονται να επικαλούνται οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από την επίδικη υποθήκη, λόγω της αρχής της εγκατάλειψης και/ή λόγω ολιγωρίας. Όσα ακολουθούν από την παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του Διευθυντή, υποθέτω ότι είναι για σκοπούς τεκμηρίωσης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Ειδικότερα: Είναι άξιο αναφοράς, το γεγονός ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν προέβησαν μέχρι σήμερα σε καμιά ενέργεια είσπραξης του οφειλόμενου χρέους προς τους πωλητές. Παρόλο το ισχυριζόμενο υπόλοιπο, ουδέν δικαστικό μέτρο άσκησαν και ουδεμία αγωγή καταχώρησαν εναντίον τους, για τις ισχυριζόμενες οφειλές στην πορεία των χρόνων. Επιπλέον, οι ενυπόθηκοι δανειστές, παρόλο που ισχυρίζονται ότι είναι εκτεθειμένοι λόγω της απόφασης του Διευθυντή, ακόμη και όταν παρέλαβαν την επιστολή του, Τύπου «ΙΕ», με την οποία ειδοποιούνταν ότι υπήρχε πρόθεση για μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας επ' ονόματι του αγοραστή, προώθησαν μόνο την υπό κρίση έφεση και μέχρι την καταχώρησή της, δεν μερίμνησαν για την προώθηση αγωγής προς είσπραξη του ισχυριζόμενου ποσού. Δε συμφωνώ με το Διευθυντή. Και θα έλεγα πως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δεν μπορεί κανείς να αποδίδει σε κάποιο ότι εγκαταλείπει τόσο απλά τα δικαιώματά του έναντι οποιουδήποτε, ο οποίος του χρωστά 46 και πλέον εκατομμύρια ευρώ. Επί του προκειμένου συμφωνώ με τις ακόλουθες θέσεις των ενυπόθηκων δανειστών σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων τους: Ουδέποτε έχουν αποποιηθεί των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την επίδικη υποθήκη. Ζήτημα ολιγωρίας ή καθυστέρησης στην έγερση αγωγής μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση, μόνο όπου ο ενάγοντας επιδιώκει θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας και όχι στην περίπτωσή τους, που η έφεσή τους εδράζεται στο άρθρο 51 του Νόμου και με την οποία ζητούν ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή να εξαλείψει την επίδικη υποθήκη και να μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία επ' ονόματι του αγοραστή. Τέλος, αφ' ης στιγμής οι ενυπόθηκοι δανειστές, όταν ειδοποιήθηκαν από το Διευθυντή για την πρόθεσή του να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο καταχώρησαν εμπρόθεσμα τη νενομισμένη ένσταση και ακολούθως, μετά την απόρριψή της από το Διευθυντή, και πάλι εμπρόθεσμα, καταχώρησαν την υπό κρίση έφεση, δεν μπορεί να γίνεται βάσιμα λόγος για απεμπόληση δικαιώματος (waiver), αφού κάτι τέτοιο μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο εφόσον η συμπεριφορά του δικαιούχου υποδηλώνει αναμφισβήτητα (unequivocally) εγκατάλειψη του δικαιώματος (βλ. Louis Tourist v. Ηλία
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 98). Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της έφεσης. Διευκρινιστικά να πω ότι, αυτή, μολονότι εδράζεται σε 10 λόγους, εν τέλει, από αυτούς, οι μόνοι που έχουν προωθηθεί - έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων των ενυπόθηκων δανειστών - είναι εκείνοι με τους οποίους υποβάλλεται ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εκκαλούμενη απόφαση είναι ασύμβατα με τα Άρθρα 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος καθώς και με τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Επειδή ο Διευθυντής, με τους 13ο, 14ο και 15ο λόγους ένστασης, βασικά υποβάλλει ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν εγείρουν με τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο το θέμα αντισυνταγματικότητας του Νόμου και/ή διατάξεών του, θα ήθελα να πω τα εξής: Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα και ιδίως, όσα αναφέρονται στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολιτική Έφεση Αρ. 429/11, ημερομηνίας 6/12/2017 και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των λόγων έφεσης - περιλαμβανομένης και της σχετικής αιτιολογίας τους - σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της έφεσης, ένορκης δήλωσης, θεωρώ πως δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα που με εμποδίζει να εξετάσω τα διάφορα θέματα αντισυνταγματικότητας που εγείρουν οι ενυπόθηκοι δανειστές, στην έκταση που αυτό ήθελε κριθεί αναγκαίο. Υπέρ της ορθότητας της παραπάνω διαπίστωσής μου συνηγορούν και τα εξής: ο Διευθυντής, ο οποίος εγείρει την παραπάνω θέση, τόσο με την ένστασή του - περιλαμβανομένης και της υποστηρικτικής της ένορκης δήλωσης - όσο και με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του απαντά με πλήρη επάρκεια σε όλα όσα συνθέτουν τη θέση των ενυπόθηκων δανειστών, περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του Νόμου. Εδικά για το 15ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα, ποια από τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου παραβιάζουν το Σύνταγμα παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Ότι τα παραπάνω τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση καταφαίνεται από το γεγονός, ότι αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών, ότι, ουσιαστικά, ολόκληρο το Μέρος VIB του Νόμου είναι αντισυνταγματικό και αποτελεί δική μου θέση, ότι αυτό, για ό,τι αφορά, που είναι η προστασία των «εγκλωβισμένων» αγοραστών αποτελεί ενιαία νομοθεσία. Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων εκτίθενται σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη Μαρκιτανής ν. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Α. 923, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων γίνεται μόνο εάν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγήσει σε αποδοχή του αιτήματος του ένδικου βοηθήματος. Διαφορετικά απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Τούτο, επειδή τα Δικαστήρια δε χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Συνεπώς, εάν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης, δε θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δε χρειάζεται και δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης. Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Ηλίας Κυριακίδης κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 485 σύμφωνα με την οποία: «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου. (Βλ. Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63 σελ. 78.)» Αποτελεί θέση των ενυπόθηκων δανειστών ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου στη βάση των οποίων λήφθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή είναι ασύμβατα με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Προς τεκμηρίωση αυτής της θέσης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των ενυπόθηκων δανειστών, στη γραπτή αγόρευσή τους, με αναφορά σε κυπριακή και ξένη νομολογία καθώς και σε διάφορα συγγράμματα υποβάλλουν την ορθή θέση - με την οποία συμφωνεί και ο Διευθυντής -, ότι η επίδικη υποθήκη, ως εμπράγματο βάρος καθώς και τα δικαιώματα και οι απαιτήσεις που προκύπτουν από αυτή προς όφελος των ενυπόθηκων δανειστών εμπίπτουν εντός της έννοιας της περιουσίας και αποτελεί περιουσία η οποία τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 23 του Συντάγματος (βλ. μεταξύ άλλων, το σύγγραμμα του Κώστα Παρασκευά «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες» σελ. 360, Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. Υποθέσεις Αρ. 1480/11 κ.ά., ημερομηνίας 11/6/2014 καθώς και την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 3/16, ημερομηνίας 16/3/2017, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Αποτελεί επίσης θέση των ενυπόθηκων δανειστών ότι με τις επίμαχες διατάξεις του Νόμου (άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ) επί των οποίων εδράζεται η εκκαλούμενη απόφαση επιβάλλεται αδικαιολόγητη στέρηση ή περιορισμός στα περιουσιακά δικαιώματά τους που απορρέουν από την επίδικη υποθήκη, χωρίς να τους προσφέρεται οποιαδήποτε εύλογη αποζημίωση, καθότι αποξενώνεται περιουσία τους, αφού το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, θα μεταφερθεί στον αγοραστή, απαλλαγμένο εξ ολοκλήρου από την επίδικη υποθήκη που το βαραίνει, χωρίς να τους παρέχεται οποιαδήποτε δίκαιη ή εύλογη αποζημίωση για την ακύρωση της υποθήκης. Καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 23 του Συντάγματος ικανοποιείται ώστε να δικαιολογείται παρέμβαση στην περιουσία και στα περιουσιακά τους δικαιώματα που απορρέουν από την επίδικη υποθήκη. Στέρηση ιδιοκτησίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με το μηχανισμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης σύμφωνα με Άρθρο 23.4 του Συντάγματος και υπό τον όρο της καταβολής δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, κάτι που στην περίπτωσή τους δε έχει γίνει. Η κεντρική θέση του Διευθυντή έναντι των παραπάνω θέσεων των ενυπόθηκων δανειστών περικλείεται στο 18ο λόγο ένστασης, με τον οποίο τους καταλογίζει ότι κωλύονται να διεκδικούν την ακύρωση και/ή αναστολή της εκκαλούμενης απόφασής του, καθότι επέλεξαν να μην ενεργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν και/ή δεν επέλεξαν να αιτηθούν μεταφοράς της επίδικης υποθήκης σε άλλα ακίνητα, ιδιοκτησίας των ενυπόθηκων οφειλετών. Συναφώς με αυτό το λόγο ένστασης, στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα εξής: Όπως προκύπτει από τα αρχεία του Κτηματολογίου, οι ενυπόθηκοι δανειστές είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο, πλην του επίδικου ακίνητου, οπότε είχαν τη δυνατότητα να αιτηθούν μεταφοράς της επίδικης υποθήκης σε άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας των πωλητών - ενυπόθηκων οφειλετών και προς τούτο ενημερώθηκαν με την επιστολή, ημερομηνίας 5/7/2017 (πρόκειται για την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ» η εν λόγω επιστολή). Όμως, οι ίδιοι επέλεξαν να μην ενεργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και αμέλησαν να προωθήσουν τη μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε άλλα ακίνητα των πωλητών με σκοπό να μετριάσουν την ισχυριζόμενη ζημιά τους. Με τη σειρά του, ο ενόρκως δηλών για τους ενυπόθηκους δανειστές, στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει τα εξής, τα οποία βασικά αποτελούν εκ προοιμίου απάντηση στις παραπάνω θέσεις του Διευθυντή: Όπως φαίνεται από την κτηματολογική έρευνα, ημερομηνίας 13/2/2017 (τεκμήριο 7 στην ένορκη του δήλωση), η οποία αποτελείται από περίπου 699 σελίδες, η επίδικη υποθήκη προηγείται των υπόλοιπων επιβαρύνσεων που υπάρχουν επί του επίδικου ακινήτου. Αποτελεί την πρώτη επιβάρυνση, για το ποσό των €939.730,79, πλέον τόκους και έπεται η επίδικη σύμβαση, για το ποσό των €203.000,00 και ακολουθεί πολύ μεταγενέστερα, η σχετική με αυτή, σύμβαση εκχώρησης ΚΕ: 142/2013. Οι ενυπόθηκοι δανειστές, ουδεμία γνώση είχαν για την υπογραφή της επίδικης σύμβασης και το ίδιο ισχύει και για τη σύμβαση εκχώρησης. Ουδέποτε έδωσαν τη συγκατάθεσή τους στους πωλητές να αποξενώσουν/πωλήσουν το επίδικο ακίνητο, κάτι το οποίο έκαναν κατά παράβαση της επίδικης υποθήκης και ουδέποτε εισέπραξαν το προϊόν πώλησης του επίδικου ακινήτου. Οι πωλητές, δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος. Υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο για μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία των πωλητών. Όμως, αυτοί, δεν έχουν ελεύθερη περιουσία η οποία μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελός των ενυπόθηκων δανειστών, με αποτέλεσμα οι ενυπόθηκοι δανειστές να παραμείνουν εκτεθειμένοι συνεπεία της επικείμενης μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, σε αντίθεση με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το επακόλουθο της επικείμενης μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου και της ακύρωσης της επίδικης υποθήκης είναι η εξ ολοκλήρου αποστέρηση της ιδιοκτησίας και των δικαιωμάτων των ενυπόθηκων δανειστών, καθότι αυτά θίγονται σε βαθμό εξανεμίσεώς τους. Δε λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Κτηματολόγιο ούτε από το Νόμο, η μείωση της αξίας της εξασφάλισης που κατέχουν οι ενυπόθηκοι δανειστές, εφόσον διαγράφεται από τις εξασφαλίσεις τους η αξία της επίδικης υποθήκης, ίση με την αξία του επίδικου ακινήτου. Οι πρόνοιες του Νόμου, δεν προλαμβάνουν οποιαδήποτε εκμετάλλευση από οποιοδήποτε πρόσωπο, ως ορίζει το Σύνταγμα. Δηλαδή, η διαδικασία αυτή των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ δε λαμβάνει καθόλου υπόψη, ούτε τη σειρά προτεραιότητας εγγραφής των εμπραγμάτων βαρών ούτε τις διατάξεις των άρθρων 24 - 31 και ειδικότερα του άρθρου 31
(2)ούτε και το Άρθρο 23. Η συγκεκριμένη διαδικασία, όχι μόνο προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενυπόθηκους δανειστές - τους οποίους αφήνει εκτεθειμένους -, αλλά βοηθά τους πωλητές να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους έναντι τους, χωρίς οποιοδήποτε κόστος. Παραβιάζονται επίσης και όλες οι πρόνοιες των άρθρων 21 - 36 του Νόμου και καθίστανται άνευ αντικειμένου. Όσα ακολουθούν αποβλέπουν στο να δώσουν απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση της παραπάνω επιχειρηματολογίας των ενυπόθηκων δανειστών, τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου είναι ασύμβατα με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Για να καταστεί αυτό δυνατό θεωρώ αναγκαία την παράθεση των άρθρων 44ΙΗ, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΖ του Νόμου. Ακολουθούν αυτούσια: «44ΙΗ. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. 44ΙΘ
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) τον πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (γ) τον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει εγγεγραμμένης στα μητρώα του ακινήτου σύμβασης υποθήκης, ή/και (δ) το δανειστή δυνάμει σύμβασης δανείου με τον αγοραστή.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν- (α) Έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ, ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης, είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. 44Κ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΔ», με την οποία τον καλεί όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης καταβάλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ο αγοραστής έχει καταβάλει μέρος του τιμήματος πώλησης και για το υπόλοιπο αυτού έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβληθεί εντός της προθεσμίας που απαιτείται σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, το υπόλοιπο αυτό καταβάλλεται στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό.
(3)Αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΘ παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την πλήρη υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1), σε περίπτωση κατά την οποία- (α) Δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), και (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης. 44ΚΖ. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου. » Η ουσία όσων διαλαμβάνονται στις παραπάνω διατάξεις - για ό,τι μας ενδιαφέρει - έγκειται στα εξής: Σε περίπτωση σύμβασης πώλησης ακινήτου η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου - το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης - επ' ονόματι του αγοραστή, κατόπιν αίτησης του αγοραστή στο Διευθυντή, το ακίνητο μεταβιβάζεται επ' ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: πρώτο, έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης του ακινήτου και δεύτερο, υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του. Ο Διευθυντής εξετάζει την αίτηση και σε περίπτωση που οι δυο αυτές προϋποθέσεις πληρούνται, γνωστοποιεί στον ενυπόθηκο δανειστή, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, μετά την παρέλευση 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης. Με την ίδια ειδοποίηση, ενημερώνει τον ενυπόθηκο δανειστή ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή - εντός της παραπάνω προθεσμίας - για τους εξής λόγους: πρώτο, ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή δεύτερο, ότι η σύμβαση μεταξύ των δυο είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Σε περίπτωση που η ένσταση είναι βάσιμη, είτε για τον ένα λόγο είτε για τον άλλο, ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Ο ενυπόθηκος δανειστής, αντί υποβολής ένστασης μπορεί να ζητήσει όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης. Σε τέτοια περίπτωση, ο Διευθυντής εξετάζει την αίτηση και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης στην εν λόγω ιδιοκτησία σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος. Αυτονόητο πως, σε τέτοια περίπτωση προχωρεί και στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Σε περίπτωση που η αίτηση μεταφοράς δεν τεκμηριώνεται, ο Διευθυντής προβαίνει σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Νοείται ότι, όλες οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου καθώς και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου. Παρατηρώ τα εξής: Από την παραπάνω επιφύλαξη και μόνο καταρρίπτεται πλήρως η θέση των ενυπόθηκων δανειστών συναφώς με το λόγο για τον οποίο, όταν τους επιδόθηκε από το Διευθυντή η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», με την οποία τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, αντί να ζητήσουν μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε κάποιο άλλο ακίνητο ή ακίνητα των πωλητών - ενυπόθηκων οφειλετών, υπόβαλαν ένσταση. Δεδομένου ότι ακόμη και από τη δική τους μαρτυρία, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, αποδεδειγμένα είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο, εκτός από το επίδικο ακίνητο, ακόμη κι' αν αυτή βαρύνεται με οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, εάν οι ίδιοι ζητούσαν τη μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε οποιοδήποτε τέτοιο ακίνητο ή ακίνητα, αυτή θα ήταν πρώτη σε σειρά έναντι οποιουδήποτε άλλου εμπράγματου βάρους ή επιβάρυνσης επί του εν λόγω ακινήτου ή ακινήτων. Δηλαδή, με λίγα λόγια, στην περίπτωσή τους δε θα ίσχυε το άρθρο 23
(1)του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι, αφότου γίνει αποδεκτή δήλωση υποθήκης, το ακίνητο για το οποίο αυτή συστάθηκε και εφόσον διαρκεί, βαρύνεται για την πληρωμή του ποσού που εξασφαλίζει, κατά προτεραιότητα έναντι οποιασδήποτε άλλης οφειλής και υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη, εξαιρουμένων των οφειλών που εξασφαλίζονται με προηγούμενη δήλωση υποθήκης επί του ίδιου ακινήτου καθώς και κάθε επιβάρυνσης η οποία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ικανοποιείται κατά προτεραιότητα έναντι οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή εμπράγματου βάρους. Αναμφίβολα, η υποθήκη, ως εμπράγματο βάρος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί ιδιοκτησία η οποία τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Ωστόσο, προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει παραβίαση του συγκεκριμένου δικαιώματος των ενυπόθηκων δανειστών, θα πρέπει να αναζητηθεί ο προορισμός του δικαιώματος (βλ. Κυπριανού κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8). Ποιος λοιπόν είναι ο προορισμός της υποθήκης είναι το κρίσιμο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί. Η απάντηση προκύπτει από το σχετικό ορισμό που δίνει το άρθρο 2 του Νόμου σύμφωνα με το οποίο: ««υποθήκη», μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενικών εκφράσεων σημαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τινός χρέους ή υποχρεώσεως.» Κάθε άλλο από δύσκολη είναι η ερμηνεία του όρου. Με την υποθήκη, που ασφαλώς αποτελεί σύμβαση, ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου το επιβαρύνει για σκοπούς εξασφάλισης συγκεκριμένου χρέους ή υποχρέωσής του. Αυτός λοιπόν είναι ο προορισμός της υποθήκης. Να εξασφαλίσει μέσω του βεβαρημένου με αυτή ακινήτου, το χρέος ή την υποχρέωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου και όχι να καταστήσει τον ενυπόθηκο δανειστή, ιδιοκτήτη του βεβαρημένου ακινήτου. Των παραπάνω λεχθέντων, για να επανέλθω στα δεδομένα της υπό κρίση έφεσης, οι ενυπόθηκοι δανειστές, όταν ο Διευθυντής με την έγγραφη ειδοποίησή του κατά τον Τύπο «ΙΕ», τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, εάν αντί ένστασης, ζητούσαν τη μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε κάποιο άλλο ακίνητο ή ακίνητα των πωλητών - ενυπόθηκων οφειλετών - δοθέντος ότι ακόμη και καθ' ομολογία τους υπάρχουν τέτοια ακίνητα -, έχοντας υπόψη ότι σε τέτοια περίπτωση, η επίδικη υποθήκη, ανεξαρτήτως, τυχόν άλλων εμπράγματων βαρών επί του εν λόγω ακινήτου/ακινήτων, η ίδια, ως εμπράγματο βάρος, θα εξακολουθούσε να είναι πρώτη στη σειρά, όλα τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την επίδικη υποθήκη τα οποία προστατεύονται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, θα παρέμειναν αμετάβλητα. Και τούτο, επειδή η επίδικη υποθήκη, θα εξακολουθούσε να υπάρχει για το σκοπό για τον οποίο είχε συσταθεί και το μόνο που θα άλλαζε θα ήταν το μέσο εκπλήρωσης του προορισμού της, δηλαδή το ενυπόθηκο ακίνητο, που θα ήταν άλλο/άλλα από το επίδικο ακίνητο. Μόνο σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι η υπόλοιπη ακίνητη ιδιοκτησία των πωλητών - ενυπόθηκων οφειλετών, είτε ελεύθερη εμπραγμάτων βαρών και γενικά επιβαρύνσεων είτε δεσμευμένη με οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος ή επιβάρυνση ήταν συνολικής αξίας, μικρότερης της αξίας του επίδικου ακινήτου, θα μπορούσε να υποβληθεί βάσιμα από τους ενυπόθηκους δανειστές, ότι η πρόνοια του Νόμου που διαλαμβάνει για τη μεταφορά υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της επίδικης υποθήκης είναι ασύμβατη με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Έπεται ότι, στο βαθμό που με την υπό κρίση έφεση, οι ενυπόθηκοι δανειστές ζητούν την ακύρωση της εκκαλούμενης απόφασης του Διευθυντή, επειδή, όπως είναι η θέση τους, τόσο αυτή όσο και οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου επί των οποίων εδράζεται είναι αντισυνταγματικές, αφού παραβιάζουν το Άρθρο 23 του Συντάγματος, ο 18ος λόγος ένστασης του Διευθυντή (ανωτέρω) είναι βάσιμος. Αποτελεί επίσης θέση των ενυπόθηκων δανειστών ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή είναι ασύμβατα με το Άρθρο 25 του Συντάγματος. Με το σχετικό λόγο έφεσης υποβάλλεται ότι οι παραπάνω διατάξεις παραβιάζουν το κατοχυρωμένο δικαίωμα των ενυπόθηκων δανειστών για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, βάσει του Άρθρου 25 του Συντάγματος. Οι συγκεκριμένες διατάξεις, προστίθεται, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, παρεμβαίνουν στο δικαίωμα των ενυπόθηκων δανειστών να οργανώνουν ελεύθερα και να προγραμματίζουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, όπως θεωρούν σωστό, μέσα στα πλαίσια του Νόμου και με σκοπό την κερδοφορία. Το εν λόγω δικαίωμά τους παραβιάζεται, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη, αλλά, ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 25 του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του δικαιώματος αυτού. Αναπτύσσοντας το συγκεκριμένο λόγο έφεσης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των ενυπόθηκων δανειστών, στη γραπτή αγόρευσή τους, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής: Όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία τους και τους όρους της επίδικης υποθήκης, οι ενυπόθηκοι δανειστές, στα πλαίσια της νόμιμης επαγγελματικής/επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, παρείχαν τραπεζικές διευκολύνσεις στους πωλητές - ενυπόθηκους οφειλέτες, οι οποίες εξασφαλίστηκαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να εξασφαλίζονται με τη σύναψη και εγγραφή της επίδικης υποθήκης. Βάσει των ανωτέρω, η μέθοδος μεταβίβασης ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, όπως αυτή περιγράφεται στα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου καθώς και η εκκαλούμενη απόφαση η οποία βασίζεται σ' αυτά, συνιστούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματική εκ των υστέρων παρέμβαση και ακύρωση της επαγγελματικής ελευθερίας των ενυπόθηκων δανειστών, ως αυτή εκδηλώθηκε νόμιμα με την εγγραφή τις επίδικης υποθήκης. Συνιστούν επίσης επιζήμια ανατροπή των δεδομένων που δημιουργήθηκαν υπέρ τους στα πλαίσια της νόμιμης επαγγελματικής/επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, στις 28/6/2006 που γράφτηκε και παραμένει γραμμένη μέχρι σήμερα η προς όφελός τους επίδικη υποθήκη. Εκτός του ότι είναι οι ίδιοι οι ενυπόθηκοι δανειστές που επέλεξαν να βρεθούν προ του φάσματος της απαλλαγής της επίδικης υποθήκης και της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή και τούτο, επειδή - για να επαναλάβω -, ενώ με βάση τις επίμαχες πρόνοιες του Νόμου είχαν δικαίωμα να ζητήσουν τη μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία των ενυπόθηκων οφειλετών - πωλητών, δεν το έπραξαν, παρά μόνο επιχειρούν να πείσουν περί της αντισυνταγματικότητας των εν λόγω προνοιών του Νόμου, οπότε, όπως και για τη θέση τους ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι ασύμβατες με το Άρθρο 23 του Συντάγματος έτσι και τώρα εμποδίζονται από το να εγείρουν θέμα αντισυνταγματικότητας, είτε της εκκαλούμενης απόφασης είτε των διατάξεων του Νόμου επί των οποίων αυτή εδράζεται, με αναφορά και στο άρθρο 25 του Συντάγματος - το οποίο διαλαμβάνει για το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος ή απασχόλησης σε οποιανδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία - είναι και το γεγονός, ότι, όπως πολύ ορθά υποβάλλει ο Διευθυντής - μέσω της ευπαίδευτης δικηγόρου του - η προστασία του Άρθρου 25 αφορά μόνο σε άμεση και όχι έμμεση επέμβαση (βλ. το σύγγραμμα του Ανδρέα Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», σελ. 166 και τις υποθέσεις Cyprus Phassouri Plantations Co. Ltd a.o. v. The Organization of Agricultural Insurance a.o.
(1987)3(C) C.L.R. 2047 και Aristides a.o. v. Republic
(1983)3(B) C.L.R. 1507). Ομολογώ πως δεν έχω πειστεί ότι η μέθοδος μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, όπως αυτή περιγράφεται στα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου καθώς και η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία βασίζεται στις εν λόγω διατάξεις, αποτελούν εκ των υστέρων άμεση επέμβαση ή παρέμβαση και ακύρωση της επαγγελματικής ελευθερίας των ενυπόθηκων δανειστών, όπως αυτή εκδηλώθηκε νόμιμα με την εγγραφή τις επίδικης υποθήκης, ώστε να μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματική παρέμβαση. Αποτελεί επίσης θέση των ενυπόθηκων δανειστών, ότι οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου στη βάση των οποίων λήφθηκε η εκκαλούμενη απόφαση είναι ασύμφωνες και αντίθετες με το Άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο εξασφαλίζει και προστατεύει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους, αναπτύσσοντας την παραπάνω θέση στην ικανή τους αγόρευση, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής: Η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, τα οποία προνοούν για τη μεταβίβαση του επίδικο ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή και την ακύρωση και εξάλειψη της - υφιστάμενης - επίδικης υποθήκης συνιστά μεταγενέστερη νομοθετική παρέμβαση η οποία στρεβλώνει τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» των ενυπόθηκων δανειστών, το οποίο περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Με την εκ των υστέρων - της σύναψης της επίδικης υποθήκης - νομοθετική παρέμβαση, ήτοι, με τη θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ και ειδικότερα του άρθρου 44ΚΒ
(2)και
(3), προστίθεται, στρεβλώνεται η βούληση των μερών, ήτοι των ενυπόθηκων δανειστών και πωλητών - ενυπόθηκων οφειλετών, ως προς τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, όπου συμφωνήθηκε, ως οι όροι 1, 2, 3, 8(γ), 9 και 10 της επίδικης υποθήκης. Το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο κτήμα που του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι υφιστάμενου χρέους, ανέκαθεν αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Με τις προσβαλλόμενες διατάξεις του Νόμου, τα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών καταστρατηγούνται στην ολότητά τους. Με το υπό κρίση νομοθέτημα, τους αποστερείται η ασφάλεια/υποθήκη και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή - η οποία συνιστά περιουσία, προστατευόμενη από το Σύνταγμα - που κατέχουν έναντι του επίδικου ακινήτου, χωρίς να έχουν εξοφληθεί τα οφειλόμενα χρέη από τους ενυπόθηκους οφειλέτες, χωρίς τη συγκατάθεση των ενυπόθηκων δανειστών και χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε αποζημίωση. Έναντι των παραπάνω θέσεων των ενυπόθηκων δανειστών, η ευπαίδευτη δικηγόρος του Διευθυντή, στην εξίσου ικανή αγόρευσή της, μεταξύ άλλων αντιτείνει ότι: Καμιά επέμβαση προκύπτει στο «δικαίωμα του συμβάλλεσθαι» των ενυπόθηκων δανειστών. Η επίδικη υποθήκη ουσιαστικά δεν καταργείται με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού, ακόμη και αν προχωρήσει ο Διευθυντής στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, θα παραμείνει εγγεγραμμένη και θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις υπόλοιπες εγγραφές που προέκυψαν μετά τον οριζόντιο διαχωρισμό. Με γνώμονα την καθοδηγητική ερμηνεία που δίδει η νομολογία σε σχέση με την προστασία που προσφέρει το Άρθρο 26 του Συντάγματος στο «δικαίωμα του συμβάλλεσθαι», καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση στο ατομικό αυτό δικαίωμα είναι νόμιμη, εφόσον δε θίγεται η ουσία ή ο πυρήνας του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση δε θίγεται με οποιοδήποτε τρόπο ο πυρήνας του δικαιώματος των ενυπόθηκων δανειστών, αφού η επίδικη υποθήκη δε διαγράφεται ή καταργείται με την εκκαλούμενη απόφαση. Η επίδικη υποθήκη αφορά συμβατική σχέση μεταξύ ενυπόθηκων δανειστών και πωλητών και εν γένει τις μεταξύ τους συμφωνίες και εξασφαλίσεις. Κατ' επέκταση, η εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης δε δύναται να ευθυγραμμιστεί και/ή να ισοσταθμιστεί σε εμπόδιο ή απαίτηση εναντίον περιουσιακού δικαιώματος τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή. Η επίδικη σύμβαση και η επίδικη υποθήκη αποτελούν ξεχωριστές συμβάσεις. Οι δε τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται από το Νόμο είναι συνταγματικά επιτρεπτοί και/ή στοχεύουν στη διατήρηση της εν λόγω αυτοτέλειας των συμβάσεων και την παρεμπόδιση εμβολής οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τρίτων στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από έκαστες τις εν λόγω συμβάσεις. Αφ' ης στιγμής οι ενυπόθηκοι δανειστές, ουδέποτε ανέπτυξαν την οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη έννομη σχέση με τον αγοραστή, που στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί για τους σκοπούς του Νόμου τον καλόπιστο αγοραστή, δε θα ήταν δίκαιο αυτός να απωλέσει και/ή να στερηθεί τη δικαιούμενη περιουσία του και/ή την κάρπωση αυτής, συνεπεία ύπαρξης και/ή διεκδίκησης χρηματικών αξιώσεων εναντίον των πωλητών από μέρους των ενυπόθηκων δανειστών. Παρενθετικά να πω ότι ο αγοραστής, ούτε με τη μαρτυρία του μα ούτε και με τη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων του προβάλλει οποιαδήποτε ουσιαστική θέση συναφώς με το σύνολο των θέσεων των ενυπόθηκων δανειστών περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του Νόμου και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι αναφορές μου συναφώς με το θέμα παραπέμπουν στις θέσεις των ενυπόθηκων δανειστών, από τη μια και στις αντίστοιχες θέσεις του Διευθυντή, από την άλλη. Παρατηρώ τα εξής: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» (ανωτέρω), σελ. 167, η «ελευθερία του συμβάλλεσθαι» περιλαμβάνει την επιλογή του αντισυμβαλλόμενου, την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης καθώς και την καταγγελία της. Οι μόνοι όροι, περιορισμοί ή δεσμεύσεις που μπορεί να επιβληθούν στην άσκηση του δικαιώματος, όπως ρητά ορίζεται στο ίδιο το Άρθρο 26.1, προστίθεται, είναι εκείνοι που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 1/14 και 4/14, ημερομηνίας 31/10/2014 επισημαίνονται τα εξής: «Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Η πρόνοια αυτή έτυχε νομολογιακής ερμηνείας σε ανώτατο επίπεδο. Στην ΥπόθεσηChimonides v. Manglis
(1967)1 CLR 125 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ήταν ομόφωνη αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαιώματος. Η πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται είναι το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης και όχι τα δικαιώματα που δημιουργούνται δυνάμει της σύμβασης. Η μειοψηφία έκρινε ότι η προαναφερόμενη πρόνοια προστατεύει την πλήρη ελευθερία του «συμβάλλεσθαι», η οποία υπόκειται μόνο σε τέτοιους όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις, που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις 1480/2011 κ.α., Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014, σε σχέση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος έγινε, παρεμφερώς, αναφορά στην απόφαση της πλειοψηφίας, στην Chimonides (ανωτέρω), χωρίς όμως, το δικαστήριο, να ενδιατρίψει στη νομολογία που ακολούθησε επί του θέματος, αναφορικά με την εμβέλεια της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26, εφόσον μια τέτοια έρευνα δεν ήταν απαραίτητη για τους σκοπούς εκείνης της απόφασης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4ηΑναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα, από την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων Αναφορά Αρ.9/16, ημερομηνίας 26/1/2017, τα οποία εν μέρει αποτελούν επανάληψη όσων αναφέρονται στην προηγούμενη υπόθεση: «Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ΄ ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο υπό Αναφορά Νόμος σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας και δεν έχει ως στόχο την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ και λαμβανομένου υπόψιν ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται εξαίρεση (για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια συγκεκριμένου ύψους) στην εξαίρεση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από την πρόνοια που ποινικοποιεί την τοκογλυφία, κρίνομε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση όφειλε να είχε αιτιολογήσει δεόντως την παρέμβαση της στο, συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», πράγμα που δεν έπραξε.» Έχοντας υπόψη ότι, για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω βασικά έχω δεχθεί τη θέση του Διευθυντή - η οποία περικλείεται στο 18ο λόγο ένστασης - ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές κωλύονται να διεκδικούν την ακύρωση και/ή αναστολή της εκκαλούμενης απόφασης και να εγείρουν θέμα αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων του Νόμου επί των οποίων αυτή εδράζεται με αναφορά στα Άρθρα 23 και 25 του Συντάγματος και τούτο, επειδή επέλεξαν να μην ενεργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, αφού παρέλειψαν να ζητήσουν μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε άλλα ακίνητα, ιδιοκτησίας των ενυπόθηκων οφειλετών, όσα ακολουθούν, τα οποία συνθέτουν τη θέση μου επί του θέματος αντισυνταγματικότητας που εγείρουν οι ενυπόθηκοι δανειστές, με αναφορά στο Άρθρο 26 του Συντάγματος είναι σε συνάρτηση μόνο με το σχετικό μέρος του Νόμου. Για να το πω και αλλιώς, εκείνο που θα με απασχολήσει στη συνέχεια και για το οποίο θα αποφανθώ είναι κατά πόσο οι διατάξεις του Νόμου που προνοούν για το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή, αντί ένστασης κατά της πρόθεσης του Διευθυντή να μεταβιβάσει ενυπόθηκο ακίνητο επ' ονόματι αγοραστή και να απαλλάξει, εξαλείψει ή ακυρώσει την υποθήκη με την οποία αυτό βαρύνεται, να ζητήσει τη μεταφορά της υποθήκης σε κάποιο άλλο ακίνητο ή ακίνητα, ιδιοκτησίας και πάλι του πωλητή είναι σε αντίθεση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Απαντώ ευθέως στο ερώτημα. Οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου, γενικά (και ειδικά το άρθρο 44ΚΒ
(4)) είναι σαφώς και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η επίδικη υποθήκη συνάφθηκε στις 28/6/2006. Οι ενυπόθηκοι δανειστές καθώς και οι πωλητές - ενυπόθηκοι οφειλέτες που είναι οι συμβαλλόμενοι σ' αυτή, κατά την ελεύθερη τους βούληση διαμόρφωσαν το περιεχόμενό της. Σ' αυτό το πλαίσιο καθόρισαν το επίδικο ακίνητο, που έχει συγκεκριμένα νομικά και φυσικά και χαρακτηριστικά στοιχεία, ως το αντικείμενο της μεταξύ τους σύμβασης και όχι οποιοδήποτε ακίνητο, ιδιοκτησίας των ενυπόθηκων οφειλετών, γενικά και αόριστα, απροσδιορίστων χαρακτηριστικών στοιχείων και γνωρισμάτων. Η μεταγενέστερη παρέμβαση και συγκεκριμένα, η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου - με το Νόμο 139(Ι)/2015 -, τα οποία προνοούν για τη μεταβίβαση ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή του και στην απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, παρέχοντας στον ενυπόθηκο δανειστή, ως μόνο δικαίωμα να ζητήσει τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή - ενυπόθηκου οφειλέτη, είναι η θέση μου, ότι πράγματι στρεβλώνει τη βούληση των συμβαλλομένων μερών στη σύμβαση υποθήκης και θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» - στην προκειμένη περίπτωση, των ενυπόθηκων δανειστών - το οποίο, για να επαναλάβω περικλείει και το δικαίωμα της διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ. 683 (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς, μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η «ελευθερία του συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα των συμβαλλομένων να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασής τους. Με αυτό δεδομένο, η πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωσή μας, ούτε ισχυρίστηκε κανείς μα ούτε και προκύπτει απ' οπουδήποτε ότι οι επίμαχες διατάξεις του Νόμου αποτελούν θεμιτό και επιτρεπτό περιορισμό, όρο ή δέσμευση που εδράζεται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Και με δεδομένο ότι στην παραπάνω Αναφορά κρίθηκε ότι η «ελευθερία του συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα των συμβαλλομένων να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους, οπότε, η πρόνοια του νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική, κατά τη γνώμη μου, το ίδιο και μάλιστα πολύ πιο ξεκάθαρα ισχύει για τις επίμαχες διατάξεις του Νόμου, οι οποίες προσφέρουν στον ενυπόθηκο δανειστή - ουσιαστικά υποχρεωτικά - ως εναλλακτική επιλογή προκειμένου να μην απαλλαγεί, εξαλειφθεί ή ακυρωθεί νόμιμα συσταθείσα σύμβαση υποθήκης την οποία σύνηψε, με αντικείμενο συγκεκριμένο ακίνητο και τούτο, προς όφελος αγοραστή του ενυπόθηκου ακινήτου, το δικαίωμα να ζητήσει τη μεταφορά της υποθήκης σε κάποιο άλλο ακίνητο ή ακίνητα του ενυπόθηκου οφειλέτη. Των παραπάνω λεχθέντων, ίχνος αμφιβολίας υπάρχει ότι οι επίμαχες διατάξεις του Νόμου είναι σε ευθεία αντίθεση και σύγκρουση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο παραβιάζουν κατάφωρα. Δηλαδή είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματικές. Με αυτό δεδομένο, η εκκαλούμενη απόφαση η οποία εδράζεται στις εν λόγω διατάξεις, υπόκειται σε ακύρωση και παραμερισμό. Δεδομένου ότι η έφεση έχει κριθεί θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω και τον τελευταίο λόγο για τον οποίο οι ενυπόθηκοι δανειστές ισχυρίζονται ότι οι επίμαχες διατάξεις του Νόμου και η εκκαλούμενη απόφαση η οποία εδράζεται στις εν λόγω διατάξεις είναι αντισυνταγματικές. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η έφεση επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα, ως οι παράγραφοι Β και ΣΤ της έφεσης. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και σε βάρος των εφεσίβλητων 1 και 3. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions/Final /Interim (Αναφορά: Πολιτική - έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι «εγκλωβισμένου αγοραστή». ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο