CAPITAL ACCOMODATION (CYPRUS) LTD κ.α. ν. ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1161/17, 24/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1161/17 Μεταξύ:
- CAPITAL ACCOMODATION (CYPRUS) LTD
- KOUROUSHIS LION RESORTS LTD Εναγόντων και
- xxxxx ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ
- xxxxx ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ
- A.G.N. CONSTRUCTIONS LTD Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 10.11.2017 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.6.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες 1 και 2 - αιτητές: κα Χαραλάμπους, για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 3 - καθ' ων η αίτηση: κα Ποποβίδου, για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής των πρώτων είναι για: «Α. Αναγνωριστικό Διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι το ποσό των €1.312.821,68 σεντ που κατέχει η Εναγόμενη 3 κατέχεται από αυτήν ως εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος (constructive trustee) προς όφελος της Ενάγουσας 1 που είναι δικαιούχος (beneficiary) του ποσού αυτού. Β. Αναγνωριστικό Διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι το ποσό των €970.000- που κατέχει η Εναγόμενη 3 κατέχεται από αυτήν ως εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος (constructive trustee) προς όφελος της Ενάγουσας 2 που είναι δικαιούχος (beneficiary) του ποσού αυτού. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για επιστροφή του ποσού των €1.312.821,68 σεντ από την Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα 1, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή στη βάση κατακράτησης του ως εξ επαγωγής εμπίστευμα (constructive trust) του οποίου είναι δικαιούχος (beneficiary) η Ενάγουσα 1 και/ή άλλως πως. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για επιστροφή του ποσού των €970.000- από την Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα 2, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή στη βάση κατακράτησης του ως εξ επαγωγής εμπίστευμα (constructive trust) του οποίου είναι δικαιούχος (beneficiary) η Ενάγουσα και/ή άλλως πως. Ε. Διάταγμα παροχής λογαριασμού (order for an account) και/ή διεξαγωγής έρευνας (inquiry) εναντίον της Εναγόμενης 3 και προς όφελος της Ενάγουσας 1 αναφορικά με το ποσό των €1.312.821,68 σεντ που η Εναγόμενη 3 έλαβε από την Ενάγουσα
- ΣΤ. Διάταγμα παροχής λογαριασμού (order for an account) και/ή διεξαγωγής έρευνας (inquiry) εναντίον της Εναγόμενης 3 και προς όφελος της Ενάγουσας 2 αναφορικά με το ποσό των €970.000- που η Εναγόμενη 3 έλαβε από την Ενάγουσα
- Ζ. Διαζευκτικά, Αποζημιώσεις €1.312.821,68 σεντ εναντίον όλων των Εναγόμενων και προς όφελος της Ενάγουσας 1 για δόλο και/ή απάτη εις βάρος της και/ή λόγω συνομωσίας μεταξύ τους για δόλο και/ή απάτη εις βάρος της. Η. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα, Αποζημιώσεις €970.000- εναντίον όλων των Εναγόμενων και προς όφελος της Ενάγουσας 2 για δόλο και/ή απάτη εις βάρος της και/ή λόγω συνομωσίας μεταξύ τους για δόλο και/ή απάτη εις βάρος της. Θ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον όλων των Εναγομένων στη βάση του αστικού αδικήματος της απάτης και/ή του δόλου και/ή της συνομωσίας μεταξύ τους για δόλο και/ή απάτη εις βάρος των Εναγουσών. Ι. Νόμιμο τόκο. ΙΑ. Έξοδα.» Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους, στις 9/11/
- Την επομένη, 10/11 καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, στις 13/11 εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα, ως ακολούθως: (Α) Με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 3 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή εντολοδόχους και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους τους, να αποξενώσουν και/ή μεταφέρουν και/ή μεταβιβάσουν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων βρίσκεται κατατεθειμένο σε δυο τραπεζικούς λογαριασμούς (αναφέρεται ο αριθμός τους) στην τράπεζα Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd και/ή σε δυο άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς (αναφέρεται και πάλι ο αριθμός τους) στην τράπεζα USB Bank Plc και/ή σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό στις δυο αυτές τράπεζες και/ή σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό και/ή πιστωτικό ίδρυμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι του ποσού των €2.219.821,
- Το διάταγμα - που θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκδόθηκε μέχρι την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της υπό κρίση αίτησης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου - διαλαμβάνει επιφύλαξη σύμφωνα με την οποία, δε θα απαγορεύει στους εναγόμενους 3 να ξοδεύουν οποιοδήποτε εύλογο ποσό, το οποίο δε θα ξεπερνά το ποσό των €5.000,00 μηνιαίως, ούτως ώστε να καλύπτονται τα λειτουργικά τους έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων συμβούλων και δικηγόρων. (Β) Επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης, για το σκοπό επιτήρησης της εφαρμογής του πιο πάνω διατάγματος, με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι 3 και/ή οι διευθυντές και/ή αξιωματούχοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες και/ή εντολοδόχοι και/ή πληρεξούσιοι αντιπρόσωποί τους, όπως εντός 14 ημερών από την επίδοση του διατάγματος καταχωρήσουν ένορκη δήλωση, με την οποία να αποκαλύπτουν: πρώτο, τα στοιχεία όλων των τραπεζικών λογαριασμών που τηρούν και/ή τηρούσαν σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από τις 10/2/2016 και εντεύθεν, με οποιοδήποτε τραπεζικό και/ή πιστωτικό ίδρυμα, περιλαμβανομένων (αλλά όχι εξαντλητικά) των αριθμών λογαριασμού και δεύτερο, τα πιστωτικά και/ή χρεωστικά υπόλοιπα όλων των τραπεζικών λογαριασμών που τηρούν κατά την επίδοση του διατάγματος σε οποιοδήποτε τραπεζικό και/ή πιστωτικό ίδρυμα. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29, 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4 και 7 και Δ.64 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο, τη νομολογία καθώς και οποιαδήποτε άλλη καθοδηγητική νομολογία. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του xxxxx Ιωάννου. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο, στις 20/11/
- Την ημέρα αυτή, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων 1 και 2 περιορίστηκε να δηλώσει πως δεν τους αφορά η αίτηση. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων 3 ζήτησε και του δόθηκε χρόνος για να καταχωρήσει ένσταση. Οι εναγόμενοι 3 συμμορφώθηκαν με τους όρους του επικουρικού διατάγματος αποκάλυψης, την 1/12/
- Στη σχετική ένορκη δήλωση προέβηκε ο εκ των διευθυντών τους, xxxxx Κουρούσιης. Στις 12/12/2017 καταχώρησαν και την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση. Αποτελείται από 19 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβηκε και πάλι ο xxxxx Κουρούσιης. Οι εναγόμενοι 3, στις 18/12/2017 καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης του επίδικου προσωρινού διατάγματος, η οποία προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων 1 και
- Στις 27/12/2017 - και μετά από ακρόαση - η αίτηση εγκρίθηκε. Συγκεκριμένα, εκδόθηκε διάταγμα, με το οποίο επιτράπηκε στους εναγόμενους 3 να αποδεσμεύσουν ποσό ύψους €35.042,65 από τους παγοποιημένους λογαριασμούς για να πληρώσουν και/ή καλύψουν τους μισθούς των υπαλλήλων τους, για το Δεκέμβρη του
- Με δεύτερο διάταγμα, τους επιτράπηκε να ανοίξουν και/ή δημιουργήσουν νέο τραπεζικό λογαριασμό για να το χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους. Οι ενάγοντες 1 και 2, στις 15/1/2018 καταχώρησαν δυο αιτήσεις. Με τη μία ζητούσαν διάταγμα που να διατάσσει το xxxxx Κουρούσιη να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου αριθμού παραγράφων (αναφέρονται) της ένορκης δήλωσης στην οποία είχε προβεί προς υποστήριξη της ένστασης των εναγόμενων 3 στην υπό κρίση αίτηση. Με την άλλη ζητούσαν διάταγμα που να τους επιτρέπει να καταχωρήσουν απαντητική και/ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση που να απαντά σε ισχυρισμούς, οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους στην ένορκη δήλωση του xxxxx Κουρούσιη (ανωτέρω). Υπήρξε ένσταση από τους εναγόμενους 3 και στις δυο αυτές αιτήσεις. Ωστόσο αυτές - μετά από ακρόαση και πάλι -, με την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, ημερομηνίας 16/3/2018, έγιναν εν μέρει αποδεκτές. Η συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση των εναγόντων καταχωρήθηκε στις 28/3/2018 και προέβηκε σ' αυτή και πάλι, ο xxxxx Ιωάννου. Κατά την - πρώτη - ακρόαση της αίτησης, στις 15/5/2018, αντεξετάστηκε ο ενόρκως δηλών για τους εναγόμενους 3, επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης, στην έκταση που αυτό είχε επιτραπεί δυνάμει του σχετικού διατάγματος και η αίτηση ορίστηκε για την υποβολή γραπτών αγορεύσεων, στις 5/6/
- Την ημέρα αυτή υποβλήθηκε από κοινού αίτημα αναβολής, επειδή, όπως λέχθηκε, καταβάλλονταν προσπάθειες διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων. Το αίτημα έγινε δεκτό και η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση, στις 3/7/
- Την ημέρα αυτή υποβλήθηκε και πάλι από κοινού αίτημα αναβολής για το Σεπτέμβρη, καθότι, όπως λέχθηκε, εξακολουθούσαν να καταβάλλονται προσπάθειες επίτευξης διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων. Και αυτό το αίτημα έγινε δεκτό, οπότε η αίτηση ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 12/9/
- Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και με τον ίδιο τρόπο, η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε και την ημέρα αυτή, οπότε και ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 10/10/2018, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι, ωστόσο, αυτή τη φορά, για λόγους υγείας του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων
- Ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 24/10/2018, ημερομηνία κατά την οποία οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών υιοθέτησαν απλώς το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής τους - την οποία παρέδωσαν στο Δικαστήριο -, δηλώνοντας πως δεν επιθυμούν να προσθέσουν οτιδήποτε, ο ένας σε σχέση με την αγόρευση του άλλου. Η απόφαση επιφυλάχθηκε, ωστόσο ακολούθησε η παραίτηση του φυσικού δικαστή της αίτησης, η οποία μου ανατέθηκε στις 17/1/2019 για de novo εκδίκαση. Κατά την ακρόασή της αντεξετάστηκε εκ νέου ο εκ των διευθυντών των εναγόμενων 3 - στην έκταση που διαλαμβάνει το σχετικό διάταγμα, ημερομηνίας 16/3/2018 - επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των εναγόμενων 3 στην υπό κρίση αίτηση. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την υποβολή και πάλι γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των μερών. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρά όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τον 11ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι αιτητές ενεργούν κακόβουλα και/ή αδικαιολόγητα με το να ζητούν τα επίδικα διατάγματα. Με το 12ο λόγο, τους αποδίδεται ότι δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Με το 13ο λόγο, τους καταλογίζεται ότι απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη και ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν την αίτηση. Με το 14ο λόγο, τους προσάπτεται ότι παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδεις πληροφορίες, για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Τέλος, με το 15ο λόγο ένστασης, τους αποδίδεται ότι δεν ενεργούν με καλή πίστη. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων, αναπτύσσοντας τους παραπάνω συναφείς λόγους ένστασης στη γραπτή αγόρευσή τους, κάτω από τον τίτλο: «Οι Αιτητές εσκεμμένα απόκρυψαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα:» αναφέρουν τα εξής:
- Τη μετοχική δομή των εναγόμενων 3, ώστε να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ότι αυτοί, ουσιαστικά άμεσα και/ή έμμεσα ελέγχονται όπως και οι ενάγοντες από τους εναγόμενους 1 και
- Ήταν σημαντικό για τους αιτητές, προστίθεται, να αποκρύψουν τους μετόχους των εναγόμενων 3, για να ισχυριστούν συνωμοσία και απάτη των εναγόμενων 1 και 2 σε συμπαιγνία με τους εναγόμενους 3 ώστε να αποξενώσουν χρήματα των εναγόντων, προς καταδολίευσή τους και των πιστωτών τους. Ο ισχυρισμός αυτός καταρρίφθηκε εντελώς. Καταδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι 3 αποτελούν ξεχωριστή νομική οντότητα που αποτελείται από διαφορετικούς μετόχους. Εξηγήθηκε επίσης και είναι αναντίλεκτο γεγονός, ο λόγος που ο εναγόμενος 2 διορίστηκε διευθυντής των εναγόμενων
- Βεβαίως, ο στόχος των αιτητών να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, επιτεύχθηκε, αφού στο τέλος της ημέρας εξέδωσε τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, τα οποία είναι σε ισχύ εδώ και 2 χρόνια.
- Οι αιτητές απέκρυψαν, ενώ γνώριζαν, το πιο ουσιαστικό γεγονός, ότι οι εναγόμενοι 3 ήταν κύριοι εργολάβοι για την ανέγερση του ξενοδοχείου Amphora των εναγόντων 2 και η εταιρεία που προέβηκε σε εκτενείς και σημαντικές εργασίες ανακαίνισης/συντήρησης στο ξενοδοχείο των εναγόντων
- Εάν υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου ειλικρινής αποκάλυψη ότι το ξενοδοχείο Amphora κτίστηκε/ανεγέρθηκε από τους εναγόμενους 3 και ότι το ξενοδοχείο Capital ανακαινίστηκε/συντηρήθηκε από τους εναγόμενους 3, τότε, η απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο εξέτασης για τη μονομερή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα ήταν εντελώς διαφορετική.
- Τα πιο πάνω γεγονότα ήταν απόλυτα γνωστά στους αιτητές, αλλά εσκεμμένα και επιμελώς, δεν τα αποκάλυψαν στο Δικαστήριο.
- Βεβαίως, αν τα είχαν αποκαλύψει θα έπρεπε να αναφέρουν κατά πόσο οι εναγόμενοι 3 είχαν πληρωθεί για τις υπηρεσίες τους και τότε, θα ήταν αδύνατο να δικαιολογήσουν τα όσα τους καταλογίζουν περί απόσπασης χρημάτων σε συνωμοσία με τους εναγόμενους 1 και 2, χωρίς αντάλλαγμα. Ή θα έπρεπε ενδεχομένως να παρουσιάσουν διαφορετική θέση, δηλαδή, κατά πόσο οι εργασίες των εναγόμενων 3 δεν εκτελέστηκαν ικανοποιητικά ή και προβληματικά. Επέλεξαν την πλήρη παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ανάφεραν ότι τα χρήματα μεταφέρθηκαν στους εναγόμενους 3, χωρίς αντάλλαγμα και ότι δήθεν δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν γιατί. Ωσάν και ένα ολόκληρο ξενοδοχείο κτίστηκε από μόνο του και το άλλο συντηρήθηκε και/ή ανακαινίστηκε μερικώς από μόνο του ή χαριστικά από κάποιο;
- Δεν αποκάλυψαν και απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι 3 εργοδοτούν προσωπικό, ότι ασκούν εργασίες κ.λ.π. και αυτό με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να το οδηγήσουν στο συμπέρασμα, ότι, πρώτο, πρόκειται για μια σκιώδη εταιρεία που ελέγχεται από τους εναγόμενους 1 και 2 οι εναγόμενοι 3 και χρησιμοποιήθηκαν απλά, ως το όχημα αποξένωσης χρημάτων των εναγόντων και δεύτερο, ότι πρόκειται για απλά μια εταιρεία χωρίς οποιαδήποτε οικονομική υπόσταση και ανίκανη να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον της. Όλα τα πιο πάνω σφραγίζουν την τύχη της αίτησης, αφού σε περίπτωση που το Δικαστήριο λάμβανε γνώση όλων αυτών των γεγονότων που αποκαλύφθηκαν και επεξηγήθηκαν με την ένσταση των εναγόμενων 3, σίγουρα θα επηρέαζαν την κρίση του κατά την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων, μονομερώς. Και κριτής αυτού του γεγονότος είναι το Δικαστήριο και όχι το τι οι διάδικοι και οι συνήγοροί τους πιστεύουν ή θεωρούν. Σίγουρα, το Δικαστήριο, κατά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, θα προβληματιζόταν κατά πόσο θα έπρεπε να παγοποιήσει τους λογαριασμούς μιας δρώσας επιχείρησης με 50 και πλέον υπαλλήλους που εκτελούσε τόσα έργα, που το μόνο που έκανε ήταν να εισπράξει από τους ενάγοντες 1 και 2, μέρος των χρημάτων που είχε να λαμβάνει αναφορικά με την εκτέλεση των εργασιών της. Θα προβληματιζόταν για τα γεγονότα αναφορικά με την απόδοση δόλου και συνωμοσίας προς τους εναγόμενους 3, εάν γνώριζε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν κανένα ιδιοκτησιακό ή άλλο δικαίωμα επί των εναγόμενων 3, οι οποίοι αποτελούν ξεχωριστή επιχείρηση από αυτούς. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος» Ομοίως και τ' ακόλουθα από τη Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081: «Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
- Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
- Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."» Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας και Άλλοι ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2013)2 Α.Α.Δ. 62 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή αίτηση στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του δικαστηρίου. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποκαλύψει στο δικαστήριο όχι μόνο τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει, αλλά και οποιαδήποτε άλλα γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να γνωρίζει αν προέβαινε σε λογικές και κατάλληλες κάτω από τις περιστάσεις έρευνες και τα οποία γεγονότα θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation
(1996)1 A.A.Δ. 597, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd.
(1998)1 A.A.Δ. 1179 και Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82).» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Αρχίζοντας από το πρώτο θέμα που εγείρουν οι εναγόμενοι 3, και να ευσταθεί η θέση τους, ότι οι αιτητές απέκρυψαν τη μετοχική τους δομή θεωρώ πως δεν μου παρέχεται εξουσία να λάβω υπόψη το συγκεκριμένο γεγονός και να ακυρώσω το επίδικο διάταγμα. Και τούτο, επειδή, σε τέτοια περίπτωση είναι ως εάν να λειτουργούσα σαν Εφετείο, με εκκαλούμενη απόφαση, δική μου απόφαση. Το τι θέλω να πω με αυτό είναι το εξής: όταν το Δικαστήριο - έστω με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - επιλαμβανόταν της υπό κρίση αίτησης και στη βάση της υποστηρικτικής της μαρτυρίας - που ήταν μόνο η μαρτυρία των εναγόντων -εξέδιδε το επίδικο διάταγμα, γνώριζε πως δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιόν του αναφορικά με τους μετόχους των εναγόμενων
- Ακόμη, ως θέμα καθαρά νομικό γνώριζε τόσο το ρόλο και τις εξουσίες των διευθυντών και γενικά των αξιωματούχων καθώς και των μετόχων στη δομή κάθε εταιρείας. Ενόψει αυτού και με δεδομένο ότι ενώ δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του αναφορικά με τους μετόχους των εναγόμενων 3 μα ούτε και αναζήτησε τέτοια μαρτυρία, ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του επίδικου διατάγματος, σημαίνει πως δεν έκρινε ουσιώδους σημασίας για τη διαμόρφωση της κρίσης του το στοιχείο αυτό. Και με δεδομένο επίσης, ότι το παρόν Δικαστήριο, μολονότι είναι με διαφορετική σύνθεση από το Δικαστήριο που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα, εντούτοις, εξακολουθεί να είναι το ίδιο Δικαστήριο, είναι προφανές, πως δεν παρέχεται δυνατότητα ή εξουσία στο παρόν να ακυρώσει το επίδικο διάταγμα για το συγκεκριμένο λόγο. Εν πάση περιπτώσει - για να καταλήξω - ομολογώ ότι εάν η υπό κρίση αίτηση τίθετο εξ υπαρχής ενώπιον μου, είτε είχα μαρτυρία αναφορικά με τους μετόχους των εναγόμενων 3 είτε δεν είχα, θα εξέδιδα και εγώ μονομερώς το επίδικο διάταγμα. Οι λόγοι, θα διαφανούν αργότερα και συγκεκριμένα, κατά την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για έκδοση του επίδικου διατάγματος. Για να συνεχίσω, δεν είναι ορθό ότι οι αιτητές γνώριζαν και απόκρυψαν ότι οι εναγόμενοι 3 ήταν κύριοι εργολάβοι για την ανέγερση του ξενοδοχείου Amphora των εναγόντων 2 και η εταιρεία που προέβηκε σε εκτενείς και σημαντικές εργασίες ανακαίνισης/συντήρησης στο ξενοδοχείο των εναγόντων
- Αυτή η θέση των εναγόμενων παραβλέπει τους ακόλουθους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος: Η Bank of Cyprus Public Company Limited (στο εξής «τράπεζα»), στις 18/8/2017, δυνάμει αριθμού ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης διόρισε το μάρτυρα καθώς και τον xxxxx Ανδρονίκου, ως παραλήπτες και διαχειριστές των εναγόντων 1 και 2 καθώς και τριών άλλων εταιρειών (οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης). Επειδή και οι 5 αυτές εταιρείες, εδώ και πολλά χρόνια αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, η τράπεζα, στις 17/8/2017 (δηλαδή, την προηγουμένη του διορισμού των παραληπτών/διαχειριστών) απέστειλε στις εν λόγω εταιρείες, ειδοποιήσεις απαίτησης σύμφωνα με τους όρους των ομολόγων, με τις οποίες απαιτούσε την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού που εξασφαλίζεται με τα ομόλογα μέχρι τις 18/8/2017 και ώρα 13:
- Να σημειωθεί ότι ενάγοντες 1 και 2 οφείλουν στην τράπεζα δεκάδες εκατομμύρια ευρώ και η τελευταία φορά που της κατέβαλαν οποιαδήποτε πληρωμή έναντι των υποχρεώσεών τους ήταν το Γενάρη του
- Επειδή οι εν λόγω εταιρείες (δηλαδή και οι ενάγοντες 1 και 2) δε συμμορφώθηκαν με τις παραπάνω ειδοποιήσεις απαίτησης, η τράπεζα, με τις επιστολές της, ημερομηνίας 18/8/2017 διόρισε το μάρτυρα και τον Ανδρονίκου, ως παραλήπτες και διαχειριστές, ολόκληρης της περιουσίας τους δυνάμει των σχετικών όρων των ομολόγων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 που είναι διευθυντές των εναγόντων 1 και 2 καθώς και των τριών άλλων εταιρειών αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και να παραδώσουν κατοχή και έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών, επικαλούμενοι ακυρότητα των ομολόγων καθώς και του διορισμού των παραληπτών/διαχειριστών. Αντίθετα, η τράπεζα USB, στην οποία οι ενάγοντες 1 και 2 διατηρούσαν λογαριασμούς αναγνώρισαν το διορισμό τους και τους έδωσαν τον έλεγχο των λογαριασμών και των δυο εναγόντων. Από τις καταστάσεις που τους είχαν δοθεί από την εν λόγω τράπεζα, ανακάλυψαν ότι οι ενάγοντες 1 και 2, απέστειλαν στους εναγόμενους 3 το συνολικό ποσό των €2.219.821,68, μεταξύ των ημερομηνιών 10/2/2016 και της ημερομηνίας του διορισμού τους. Από το ποσό αυτό, €497.000,00 μεταφέρθηκε στους εναγόμενους 3 την ημέρα του διορισμού τους, προφανώς, προτού λάβουν τον έλεγχο των λογαριασμών. Στις 21/8/2017, οι παραλήπτες/διαχειριστές καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αίτηση 190/2017, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της εγκυρότητας του διορισμού τους. Στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης καταχώρησαν και μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσαν διάταγμα που να διατάσσει και τις 5 εταιρείες να τους παραδώσουν κατοχή των περιουσιακών τους στοιχείων. Η ενδιάμεση αίτηση απορρίφθηκε στις 24/8/2017, επειδή κρίθηκε ότι εξέλειπε το στοιχείο το κατεπείγοντος που να δικαιολογούσε την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, μονομερώς. Συνεπεία αυτού, στις 28/8/2017, στο πλαίσιο της ίδιας αίτησης καταχώρησαν νέα - δια κλήσεως αυτή τη φορά - αίτηση, ζητώντας ουσιαστικά ό,τι και με την απορριφθείσα, μονομερή, αίτηση. Όσα ακολουθούν είναι από τη συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση του μάρτυρα, ημερομηνίας 28/3/2018: Η σχετική απόφαση στην παραπάνω αίτηση εκδόθηκε στις 13/11/2017 και οι παραλήπτες/διαχειριστές έλαβαν κατοχή των περιουσιακών στοιχείων των 5 εταιρειών (δηλαδή και των εναγόντων 1 και 2), στις 16/11/
- Από την ημερομηνία του διορισμού τους, στις 18/8/2017 μέχρι και την ημέρα αυτή, οι εναγόμενοι 1 και 2, τους αποστερούσαν το δικαίωμα πρόσβασης προς τα ξενοδοχεία που ανήκουν στους ενάγοντες 1 και 2 και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών. Προστίθενται και τα εξής από την ίδια ένορκη δήλωση: Κατά την ημερομηνία της αρχικής ένορκης δήλωσης και κατά την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος, οι παραλήπτες δεν είχαν ακόμη πρόσβαση στα ξενοδοχεία των εναγόντων 1 και
- Απόκτησαν πρόσβαση σ' αυτά, μόλις στις 16/11/
- Ως εκ τούτου, προηγουμένως ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να γνωρίζουν ποιος έκτισε το ένα (Amphora) ή εάν είχαν γίνει ανακαινίσεις στο άλλο (Capital Coast). Αναφορικά με την επικοινωνία που είχε ο μάρτυρας με το γενικό διευθυντή του ξενοδοχείου των εναγόντων 1, κ. Ονουφρίου, παρά το γεγονός ότι πριν από την καταχώρηση της κυρίως αίτησης επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς, είτε μια είτε δυο φορές, εντούτοις, οι συνομιλίες τους ήταν πολύ βιαστικές, επειδή ο Ονουφρίου, ένεκα του γεγονότος ότι το ξενοδοχείο ελεγχόταν από τους εναγόμενους 1 και 2, δεν ήθελε να του δίδει πολλές πληροφορίες και ήταν ιδιαίτερα φειδωλός στα λεγόμενά του. Έτσι, ναι μεν κατάφερε να το ρωτήσει πολύ βιαστικά για το ζήτημα των μισθών των υπαλλήλων, αλλά δεν είχε την ευκαιρία να το ρωτήσει και για άλλα ζητήματα, όπως το ζήτημα των ισχυριζόμενων εργασιών και ανακαινίσεων. Ακόμη, μετά την ανάληψη κατοχής των ξενοδοχείων από τους παραλήπτες, ο μάρτυρας διαπίστωσε προσωπικά ότι το ξενοδοχείο των εναγόντων 1 είναι γενικά κακοσυντήρητο. Μάλιστα, ρώτησε τον κ. Ονουφρίου, εάν ευσταθούν οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κουρούσιη και του εξήγησε ότι, ναι μεν έγιναν κάποιες εργασίες από τους εναγόμενους 3 στο ξενοδοχείο των εναγόντων 1, αλλά, σίγουρα, όχι της κλίμακας που περιγράφεται από τον κ. Κουρούσιη. Επίσης, ο κ. Ονουφρίου, του ανάφερε ότι ουδέποτε πριν την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης του Κυρούσιη είχε δει τα επισυνημμένα σε αυτή τιμολόγια, εκτός των όσων αναφέρονται στα τεκμήρια της αρχικής ένορκης δήλωσης καθώς και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ίδιου. Από τα παραπάνω, κατά τη γνώμη μου δεν τίθεται θέμα απόκρυψης από τους αιτητές, οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος, το οποίο, εάν ήταν υπόψη του Δικαστηρίου, καθ' ον χρόνο επιλαμβανόταν της υπό κρίση αίτησης, θα ασκούσε επιρροή στην κρίση του σε βαθμό που να μην εξέδιδε το επίδικο διάταγμα. Οι αιτητές, ούτε γνώριζαν και θεωρώ πως, ούτε και θα μπορούσαν να γνωρίζουν με όσο εύλογη επιμέλεια και να κατέβαλλαν, όσα τους αποδίδονται από τους εναγόμενους 3 ότι απέκρυψαν. Όμως και πάλι, για λόγους που θα διαφανούν αργότερα και συγκεκριμένα, κατά την εξέταση της δεύτερης ουσιαστικής προϋπόθεσης για έκδοση του επίδικου διατάγματος θεωρώ ότι το Δικαστήριο που είχε επιληφθεί της αίτησης και εξέδωσε το επίδικο διάταγμα, μονομερώς, ακόμη και να είχε μαρτυρία ενώπιόν του που να στοιχειοθετούσε τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόμενων και πάλι, θα μπορούσε να το εκδώσει μονομερώς. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 3, στον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούσαν προσωπικό και ασκούσαν εργασίες, κατά τη γνώμη μου δεν είναι ουσιώδους σημασίας και ούτε θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου, καθ' ον χρόνο επιλαμβανόταν της υπό κρίση αίτησης και εξέδιδε το επίδικο διάταγμα, μονομερώς. Δεδομένης της φύσης των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι σαφές, ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε, βασικά, προκειμένου να διαφυλαχθεί το αντικείμενο της αγωγής. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει το οποίο οι εναγόμενοι 3 εγείρουν στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων τους, αφορά στη θέση τους, ότι, το γεγονός ότι οι ενάγοντες, 19 μήνες από την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν έχουν καταχωρήσει ακόμη έκθεση απαίτησης, παραλείποντας έτσι να προωθήσουν την αγωγή τους, καθιστά την όλη στάση και συμπεριφορά τους καταχρηστική, στοιχείο που από μόνο του δικαιολογεί την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων και την απόρριψη της αίτησης. Στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014 αναφέρονται τα εξής: «΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής - εν μέρει υπό μορφή επανάλειψης -: Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους, στις 9/11/
- Την επομένη, 10/11 καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, στις 13/11 εξασφάλισαν το επίδικο προσωρινό διάταγμα, ως εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή, στις 20/11/2017 και οι εναγόμενοι 3, στις 22/12/
- Οι εναγόμενοι 3, στις 18/12/2017 καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης του επίδικου προσωρινού διατάγματος, η οποία προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων 1 και
- Στις 27/12/2017 - μετά από ακρόαση - η αίτηση εγκρίθηκε. Οι ενάγοντες 1 και 2, στις 15/1/2018 καταχώρησαν δυο αιτήσεις. Με τη μία ζητούσαν διάταγμα που να διατάσσει το xxxxx Κουρούσιη να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου αριθμού παραγράφων (αναφέρονται) της ένορκης δήλωσης στην οποία είχε προβεί προς υποστήριξη της ένστασης των εναγόμενων στην υπό κρίση αίτηση. Με την άλλη ζητούσαν διάταγμα που να επιτρέπει στους ίδιους να καταχωρήσουν απαντητική και/ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση ισχυρισμών που περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους στην ένορκη δήλωση του xxxxx Κουρούσιη (ανωτέρω). Και οι δυο αυτές αιτήσεις - και πάλι, μετά από ακρόαση -, με την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, ημερομηνίας 16/3/2018 έγιναν εν μέρει αποδεκτές. Η συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση των εναγόντων καταχωρήθηκε στις 28/3/
- Κατά την πρώτη ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, στις 15/5/2018, αντεξετάστηκε ο ενόρκως δηλών για τους εναγόμενους 3, επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης - στην έκταση που είχε επιτραπεί αυτό δυνάμει του σχετικού διατάγματος - και η αίτηση ορίστηκε για την υποβολή γραπτών αγορεύσεων, στις 5/6/
- Την ημέρα αυτή υποβλήθηκε από κοινού αίτημα αναβολής, επειδή, όπως λέχθηκε, καταβάλλονταν προσπάθειες διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων. Το αίτημα έγινε δεκτό και η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση, στις 3/7/
- Την ημέρα αυτή υποβλήθηκε και πάλι από κοινού αίτημα αναβολής για το Σεπτέμβρη, καθότι, όπως λέχθηκε, εξακολουθούσαν να καταβάλλονται προσπάθειες επίτευξης διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων. Και αυτό το αίτημα έγινε δεκτό και η αίτηση ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 12/9/
- Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και με τον ίδιο τρόπο, η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε και στις 12/9/2018 οπότε και ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 10/10/
- Την ημέρα αυτή αναβλήθηκε και πάλι, ωστόσο, αυτή τη φορά, για λόγους υγείας του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων
- Ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 24/10/2018, ημερομηνία κατά την οποία οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών υιοθέτησαν απλώς το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής τους - την οποία παρέδωσαν στο Δικαστήριο - δηλώνοντας πως δεν επιθυμούν να προσθέσουν οτιδήποτε, ο ένας σε σχέση με την αγόρευση του άλλου. Επειδή έχει σημασία, παρανθεντικά να πω ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, στη γραπτή του αγόρευση ήγειρε και πάλι το υπό εξέταση θέμα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το εγείρει και σήμερα, με μόνη διαφορά, ότι τότε, γινόταν λόγος για περίοδο 12 μηνών από την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση του επίδικου διατάγματος, χωρίς να έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης από τους ενάγοντες και σήμερα, για περίοδο 19 μηνών. Για να συνεχίσω η απόφαση επιφυλάχθηκε, ωστόσο ακολούθησε η παραίτηση του φυσικού δικαστή της αίτησης, η οποία μου ανατέθηκε στις 17/1/2019 για de novo εκδίκασή της. Η ακρόαση της αίτησης ενώπιόν μου συμπληρώθηκε στις 14/5/2019, με την υποβολή και πάλι γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των μερών. Στην υπόθεση Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης (1992 1(Β) Α.Α.Δ. 1453), το γεγονός ότι οι εφεσείοντες, ενώ επέμεναν στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, εντούτοις παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, θεωρήθηκε απαράδεκτη πρακτική. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Ακολούθως, στην υπόθεση Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, η αγωγή είχε καταχωρηθεί με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 13/8/1997. Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Με οδηγίες του Δικαστηρίου διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε στις 26/2/1998, μετά από ακρόαση. Η σχετική απόφαση εφεσιβλήθηκε και μέχρι τότε δεν είχε γίνει οτιδήποτε για σκοπούς προώθησης της αγωγής. Το θέμα τέθηκε στο Εφετείο και εκκρεμούσης της έφεσης και συγκεκριμένα, στις 30/6/1998 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Ενόψει αυτών των χειρισμών των εφεσειόντων, οι εφεσίβλητοι εισηγήθηκαν την απόρριψη της έφεσης, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Εφετείο, με αναφορά στο παραπάνω απόσπασμα από τη Vuitton (ανωτέρω) καθώς και σε κάποιο άλλο απόσπασμα από την υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 149, στη βάση των παραπάνω γεγονότων, βασικά, υιοθετώντας την εισήγηση των εφεσίβλητων απέρριψε την έφεση, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της. Το σκεπτικό του Εφετείου περικλείεται στο απόσπασμα που ακολουθεί: «Η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων ήταν ειλικρινής στην τοποθέτησή της. Το σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 25.8.97 και άρχισε από τότε η προθεσμία των 10 ημερών για την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Όμως, όπως εξήγησε, στις πλείστες περιπτώσεις, με την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος λύεται και η διαφορά στην ουσία της. Έχουμε και εν προκειμένω εκτροπή και χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει. Ας σημειωθεί πως οι εφεσείοντες ζήτησαν και η έφεση εκδικάστηκε κατά προτεραιότητα ως επείγουσα. Ενώ, όπως φάνηκε, κάθε άλλο παρά ενδιαφέρτηκαν να προωθήσουν την αγωγή. Η αγωγή αφέθη στάσιμη με την προσδοκία της ικανοποίησης του ουσιαστικού αιτήματός της, με παρεμπίπτον διάταγμα.» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στη μεταγενέστερη υπόθεση Κίτσιος κ.ά. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1262. Περαιτέρω, στην υπόθεση Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά. ν. K.O.T.
(2002)1(B) A.A.Δ. 1274, στις 20/12/2000 είχε καταχωρηθεί από τον εφεσίβλητο ποινική υπόθεση εναντίον των εφεσειόντων για λειτουργία κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής λειτουργίας του κέντρου, το οποίο δόθηκε στις 22/3/2001, μετά από ακρόαση. Κατά την ακρόαση της καταχωρηθείσας έφεσης κατά της εν λόγω απόφασης, στις 21/6/2002, το Εφετείο διερωτήθηκε για την τύχη της κυρίως υπόθεσης, η οποία εκκρεμούσε. Ο εφεσίβλητος Κ.Ο.Τ., δεν την είχε προωθήσει με τη δικαιολογία ότι ο φάκελος της ήταν στο Εφετείο, λόγω της έφεσης και έτσι η υπόθεση παρέμεινε εκκρεμής, εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Στη βάση των γεγονότων αυτών, το Εφετείο, με αναφορά και πάλι στη Vuitton (ανωτέρω) αποφάσισε ως ακολούθως: «Δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε με την ουσία της έφεσης. Προτιθέμεθα να τερματίσουμε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος για το λόγο ότι η συνέχισή του θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, υπεδείχθη η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης.» Όπως αναφέρεται καταληκτικά: «Μόνη αρμόζουσα ενέργεια υπό τις συνθήκες είναι ο άμεσος τερματισμός της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, το οποίο έπαυσε από πολλού να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εξεδόθη και συνιστά πλέον κατάχρηση της διαδικασίας, εκφράζοντας την άκρα απαρέσκεια και απογοήτευση μας για την πορεία της υπόθεσης, αποκαλυπτική ελλείψεως στοιχειώδους ενδιαφέροντος για την τήρηση θεμελιακών αρχών του δικαίου.» Τέλος, στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 επισημαίνονται τα εξής: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες.» Παρατηρώ τα εξής: Η ουσία όλων των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των τριών εναγόμενων - σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων - έγκειται στη βασική τους αξίωση για επιστροφή του συνολικού ποσού των €2.219.821,68, το οποίο καταβλήθηκε από τους ενάγοντες 1 και 2 στους εναγόμενους 3. Οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αίτηση, στις 13/11/2017 εξασφάλισαν μονομερώς το επίδικο διάταγμα, με το οποίο, ακόμη και μετά την τροποποίησή του, στις 27/12/2017, απαγορεύεται στους εναγόμενους 3 να αποξενώσουν από τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ποσό, ίσο με το πιο πάνω ποσό που συνθέτει τη βασική - και - εναντίον τους, αξίωση των εναγόντων. Κατά την πρώτη ακρόαση της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα, την ημέρα της υποβολής των γραπτών αγορεύσεων, στις 24/10/2018, δηλαδή, σχεδόν ένα χρόνο μετά την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση του επίδικου διατάγματος, οι εναγόμενοι 3, επικαλούμενοι το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν είχαν καταχωρήσει ακόμη έκθεση απαίτησης, παραλείποντας έτσι να προωθήσουν την αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι αποτελεί γεγονός που καθιστά την όλη στάση και συμπεριφορά τους καταχρηστική, στοιχείο που από μόνο του δικαιολογεί την ακύρωση του επίδικου διατάγματος και την απόρριψη της αίτησης. Όπως αναφέρεται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους στη γραπτή του αγόρευση, το γεγονός ότι για περίοδο ενός έτους, οι αιτητές επαναπαύτηκαν στα διατάγματα που πέτυχαν και δεν προωθούν την αγωγή τους - αφού γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και ότι η αγωγή τους έγινε για επίτευξη αλλότριων σκοπών - το Δικαστήριο θα πρέπει να εξασκήσει την ευρεία διακριτική του εξουσία και να αποτρέψει τέτοια συμπεριφορά, απορρίπτοντας και ακυρώνοντας τα προσωρινά διατάγματα και απορρίπτοντας την αίτηση. Οι ενάγοντες, δεν αντέτειναν οτιδήποτε τότε συναφώς με τα παραπάνω που εγείρουν οι εναγόμενοι 3 και όχι μόνο. Ενώ διατάχθηκε η επανεκδίκαση της αίτησης και έκτοτε μέχρι και τις 14/5/2019 που υποβλήθηκαν οι νέες αγορεύσεις, παρήλθε περίοδος 7 περίπου μηνών, 18 μηνών από την έκδοση του επίδικου διατάγματος και 19 και πλέον μηνών μέχρι σήμερα και δεν έχουν καταχωρήσει ακόμη την έκθεση απαίτησης και ενώ οι εναγόμενοι 3 επικαλούνται και πάλι το γεγονός αυτό, ως λόγο απόρριψης της αίτησης και ακύρωσης του επίδικου διατάγματος, οι ίδιοι, ουσιαστικά, απαξιώνοντάς τους, ούτε τοποθετούνται επί τους θέματος μα ούτε και δίνουν κάποια εξήγηση για την παράλειψή τους να καταχωρήσουν την έκθεση απαίτησης, ενάμιση και πλέον χρόνο μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Στην περίπτωσή τους, θα έλεγα ότι τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής τα λεχθέντα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd (ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία (για να επαναλάβω): «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες.» Με τη διευκρίνηση βέβαια, ότι στην περίπτωση των εναγόντων, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τους ίδιους, οι οποίοι, ούτε έκθεση απαίτησης έχουν καταχωρήσει ακόμη, ούτε οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία δίδουν για την επί του προκειμένου παράλειψη και απραξία τους και τέλος, ούτε και φαίνεται να τους απασχολεί το εγερθέν από τους εναγόμενους 3 - και μάλιστα, δυο φορές - θέμα, θεωρώ ότι η έκταση της καθυστέρησης, από μόνη της, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Εάν οι ενάγοντες είχαν υπόψη τους οποιοδήποτε άλλο παράγοντα, ο οποίος θα μπορούσε να με οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα, όφειλαν να τον αναδείξουν. Δεδομένου ότι για όλους τους παραπάνω λόγους, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, χρησιμοποιώντας το λεκτικό του Εφετείου στη Loukos (ανωτέρω), στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία, με διάταγμα απόρριψης της αίτησης και κατ' επέκταση, ακύρωσης του επίδικου διατάγματος. Μολονότι η αίτηση έχει κριθεί εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου αποδειχθούν εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Πλείστα από τα παραπάνω επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη υπόθεση Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/2012, ημερομηνίας 24/3/2007 σύμφωνα με την οποία: «Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/91, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Με υπαγωγή της ενώπιον μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Στο ερώτημα, κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, απαντώ καταφατικά. Με μόνο λόγο ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων εδράζονται σε αναγνωρισμένες νομικά βάσεις και αιτίες αγωγής σε συνδυασμό και με σωρεία ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές, οι οποίοι περιέχονται είτε στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είτε στη συμπληρωματική και ιδιαίτερα, στην παράγραφο 73 της πρώτης είναι φανερό, ότι η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του επίδικου διατάγματος, ικανοποιείται. Στο ερώτημα, κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα οι ενάγοντες να πετύχουν στην αγωγή τους, απαντώ και πάλι καταφατικά. Στην κατάληξή μου αυτή προβαίνω, λαμβάνοντας υπόψη τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων - ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες - πλείστοι των οποίων ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών - σε συνδυασμό βέβαια και με τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, όπως αυτές εκτίθενται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής των πρώτων: Οι εναγόμενοι 1 και 2 που είναι αδέλφια, στον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντές των εναγόντων 1 και
- Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος 2 και ο ανιψιός του, xxxxx Κουρούσιης ήταν διευθυντές και των εναγόμενων
- Ο xxxxx Κουρούσιης είναι παιδί του εναγόμενου
- Από τη σύσταση των εναγόμενων 3, το 2010, ο xxxxx Κουρούσιης και η αδελφή του, xxxxx Κουρούσιη, παιδί κι' αυτή του εναγόμενου 1 ήταν και είναι μέτοχοι εξ ημισείας του 50% του μετοχικού κεφαλαίου των εναγόμενων
- Το υπόλοιπο 50% ανήκε και ανήκει στην ξαδέλφη τους και θυγατέρα του εναγόμενου 2, xxxxx Κουρούσιη. Η τράπεζα, στην οποία οι ενάγοντες 1 και 2 οφείλουν μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, επειδή αυτοί, από το Γενάρη του 2010 δεν προέβησαν σ' οποιαδήποτε πληρωμή έναντι των χρεών τους, στις 17/8/2017, δυνάμει αριθμού ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, τους απέστειλε ειδοποιήσεις απαίτησης, με τις οποίες απαιτούσε την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού μέχρι η ώρα 13:00, της επομένης, 18/8/
- Επειδή οι ενάγοντες 1 και 2 δε συμμορφώθηκαν με τις εν λόγω ειδοποιήσεις απαίτησης, η τράπεζα, την ίδια μέρα (δηλαδή στις 18/8/2017) διόρισε τους Ιωάννου και Ανδρονίκου, παραλήπτες και διαχειριστές, ολόκληρης της περιουσίας των εναγόντων 1 και
- Την ίδια μέρα, οι παραλήπτες/διαχειριστές ζήτησαν από τους εναγόμενους 1 και 2 την παράδοση της κατοχής και τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων 1 και 2, ωστόσο αυτοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Από τις καταστάσεις λογαριασμού που δόθηκαν στους πρώτους από την τράπεζα USB προέκυψε ότι οι ενάγοντες απο τις 10/2/2016 μέχρι και την ημέρα του διορισμού των παραληπτών/διαχειριστών απέστειλαν με έμβασμα στους εναγόμενους 3, το συνολικό ποσό των €2.219.821,
- Από αυτό, €497.000,00, την ημέρα του διορισμού των παραληπτών/διαχειριστών και ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν από την προηγουμένη μέρα ότι η τράπεζα είχε απαιτήσει την εξόφληση κάθε ποσού που της οφείλουν οι ενάγοντες 1 και 2 δυνάμει των σχετικών ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Από τα διάφορα έγγραφα που παρέλαβαν οι παραλήπτες/διαχειριστές από την ίδια τράπεζα προέκυψε ότι για τα περισσότερα εμβάσματα/μεταφορές χρημάτων των εναγόντων 1 και 2 στους εναγόμενους 3 δεν υπάρχουν καθόλου δικαιολογητικά. Ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν ότι οι ενάγοντες 1 και 2 είναι αφερέγγυοι και οφείλουν σε διάφορους πιστωτές τους, συνολικά, ποσά δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, έθεσαν τα προσωπικά τους συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα των εναγόντων και παραβιάζοντας έτσι τα καθήκοντα εμπιστοσύνης τους προς αυτούς, φρόντισαν να αποξενώσουν περιουσιακά τους στοχεία προς τους εναγόμενους 3, οι οποίοι, ουσιαστικά είναι δικής τους ιδιοκτησίας, αδιαφορώντας πλήρως για τη ζημιά που προκάλεσαν στους ενάγοντες 1 και 2 και δίδοντας στους εαυτούς τους προτεραιότητα έναντι των υπόλοιπων πιστωτών των εναγόντων. Για να επαναλάβω, οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 μέχρι 3 την επιστροφή του ποσού των €2.219.821,68, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή στη βάση της κατακράτησής του, ως εξ επαγωγής εμπίστευμα του οποίου είναι δικαιούχοι οι ενάγοντες 1 και
- Διαζευκτικά, ζητούν το ποσό αυτό υπό μορφή αποζημιώσεων δυνάμει δόλου και/ή απάτης σε βάρος τους και/ή λόγω συνωμοσίας μεταξύ τους για δόλο και/ή απάτη σε βάρος τους. Ακόμη ζητούν τιμωρητικές αποζημιώσεις για απάτη και/ή δόλο και/ή συνωμοσία για απάτη και/ή δόλο σε βάρος τους. Νουμένου ότι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγόντων σε συνδυασμό βέβαια και με διάφορους άλλους ισχυρισμούς τους, αποδειχτούν κατά την ακρόαση της αγωγής, η πιθανότητα επιτυχίας της, δυνάμει μιας ή περισσότερων από τις παραπάνω βάσεις και αιτίες της, με βάση το ορθό κριτήριο, σαφώς και είναι ορατή. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκαταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στο ερώτημα, κατά πόσο αυτή ικανοποιείται, απαντώ και πάλι καταφατικά. Δεδομένου του συνολικού ποσού που συνθέτει τη βασική αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων - το οποίο, ουσιαστικά αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής - σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι οι συνολικές καταθέσεις των εναγόμενων 3, την 1/12/2017, καθ' ομολογία τους (βλ. τη σχετική ένορκη δήλωση του xxxxx Κουρούσιη, ημερομηνίας 1/12/2017, στην οποία προέβη εκ μέρους των εναγόμενων 3, για σκοπούς συμμόρφωσής τους προς το επικουρικό διάταγμα, ημερομηνίας 13/11/2017) ανέρχονταν στο ποσό των €301.664,34, είναι σαφές, ότι σε περίπτωση απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του επίδικου διατάγματος, θα είναι δύσκολο - αν όχι αδύνατο - να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα, σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους. Τέλος, με μόνο λόγο ότι μετά την τροποποίηση του επίδικου διατάγματος, στις 27/12/2017 επιτράπηκε στους εναγόμενους 3 να ανοίξουν νέο τραπεζικό λογαριασμό για να το χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του επίδικου διατάγματος αντί της ακύρωσής του. Στην πρώτη περίπτωση, οι εναγόμενοι 3, ουδεμία ζημιά θα υποστούν, αφού, παρά την οριστικοποίηση του διατάγματος, θα μπορούν να λειτουργούν και να συναλλάσσονται κανονικά, ενώ στη δεύτερη, οι ενδεχόμενες επιπτώσεις για τους ενάγοντες 1 και 2 είναι τόσο προφανείς, οπότε θεωρώ περιττή οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτές. Συγκεφαλαιώνοντας, εάν δεν υπήρχε ο λόγος για τον οποίο η αίτηση θα απορριφθεί με άμεση συνέπεια την ακύρωση του επίδικου διατάγματος, θα το οριστικοποιούσα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα, ημερομηνίας 13/11/2017, ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 3 και σε βάρος των εναγόντων 1 και
- Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο