← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. T.A. MESOYIOS INSTITUTE OF CAREER ADVANCEMENT LTD (πρώην ANTONIOU MULTIMEDIA TRAINING BOARD LEMITED) κ.α., Aρ.

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. T.A. MESOYIOS INSTITUTE OF CAREER ADVANCEMENT LTD (πρώην ANTONIOU MULTIMEDIA TRAINING BOARD LEMITED) κ.α., Aρ. Αγωγής: 801/16, 10/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 801/16 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. T.A. MESOYIOS INSTITUTE OF CAREER ADVANCEMENT LTD (πρώην ANTONIOU MULTIMEDIA TRAINING BOARD LEMITED)
  2. xxxxx xxxxx Θεορή
  3. xxxxx Θεορή Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 13.3.2019 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.6.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κα Χριστοδούλου, για Κώστας Π. Χ'' Κωστής Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Καρακώστα, για ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €34.406,67 και για το ποσό των €384.039,41, πλέον τόκοι και έξοδα καθώς και για την έκδοση διατάγματος πώλησης ενός ακινήτου στην Αγία Μαρίνα της επαρχίας Πάφου (στο εξής «επίδικο ακίνητο»), ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη Υ2281/2007 (στο εξής «επίδικη υποθήκη»). Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, σε συντομία είναι τα εξής: Οι ενάγοντες που είναι τράπεζα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 27/4/2007 παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή πιστώσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, με αρχικό όριο το ποσό των €34.172,03 (£20.000,00). Δυνάμει δεύτερης γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 21/1/2010, τους παραχώρησαν και νέα πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή δανείου τακτής προθεσμίας, ύψους €335.000,
  4. Οι εναγόμενοι 2 και 3, με έγγραφο εγγύησης, ημερομηνίας 21/1/2010 - ενσωματωμένο στη συμφωνία δανείου - εγγυήθηκαν προσωπικά και/ή αλληλέγγυα με τους εναγόμενους 1, όλες τις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες, παρούσες ή μελλοντικές καθώς και την εξόφληση του ποσού του δανείου, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων και εξόδων. Με δεύτερο έγγραφο εγγύησης - με περιεχόμενο ανάλογο με το πρώτο - ημερομηνίας 15/7/2011 εγγυήθηκαν και πάλι προσωπικά και/ή αλληλέγγυα με τους εναγόμενους 1, όλες τις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες, μέχρι του ποσού των €24.000,00, πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και/ή άλλες επιβαρύνσεις. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων για τις παραπάνω πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στους εναγόμενους 1, ο εναγόμενος 2, με την επίδικη υποθήκη υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων το επίδικο ακίνητο, για το ποσό των €341.720,29 (£200.000,00), πλέον τόκους. Επειδή οι λογαριασμοί των παραπάνω διευκολύνσεων παρουσίαζαν καθυστερήσεις, οι ενάγοντες, με αριθμό επιστολών τους προς τους τρεις εναγόμενους, τους κάλεσαν να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά, εντός τακτής προθεσμίας. Επειδή οι αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν, οι ενάγοντες, ασκώντας τα δικαιώματά τους δυνάμει των παραπάνω συμφωνιών, με τις επιστολές τους, ημερομηνίας 17/11/2015 προς όλους τους εναγόμενους τερμάτισαν και τις δυο συμφωνίες. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού που τηρούν οι εναγόντες, στις 22/4/2016, το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των €34.406,67, πλέον τόκοι 7,50% ετησίως, επί του ποσού των €33.601,63 από 23/4/2016 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δυο φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12), ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου, στις 24/4/2016 ανερχόταν στο ποσό των €384.039,41, πλέον τόκοι 7,50% ετησίως, επί του ποσού των €374.996,93 από 25/4/2016 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δυο φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν απόφαση εναντίον και των τριών εναγόμενων, προσωπικά και/ή αλληλέγγυα για τα παραπάνω ποσά. Επιπλέον, εναντίον του εναγόμενου 2 ζητούν και διάταγμα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Να μου επιτραπεί να πω ότι θεωρώ κάπως παράδοξη την αντίδραση των εναγόμενων στην εναντίον τους αγωγή, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο, οπότε ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι γιατί αισθάνθηκαν την ανάγκη να καταχωρήσουν ο καθένας ξεχωριστά το δικό του δικόγραφο και μάλιστα, την ίδια μέρα. Αρχίζοντας από τους εναγόμενους 1, με την υπεράσπισή τους, καταρχήν εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καθότι - όπως είναι η θέση τους - οι ενάγοντες προχώρησαν σε τερματισμό των επίδικων συμφωνιών σε χρόνο που υπήρχε σε εκκρεμότητα διαδικασία αναδιάρθρωσης των επίδικων δανείων και/ή πιστώσεων. Αναφορικά με τα δυο ποσά που συνθέτουν τις εναντίον τους αξιώσεις των εναγόντων ισχυρίζονται ότι είναι υπερβολικά και/ή περιλαμβάνουν παράνομες και/ή αθέμιτες χρεώσεις και/η παράνομους τόκους. Καταληκτικά, ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Δυνάμει ανταπαίτησης ζητούν αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση ότι στα ποσά που οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον τους έχουν γίνει παράνομες και/η αθέμιτες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις που έχουν μολύνει την αγωγή σε βαθμό ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον οποιουδήποτε των τριών εναγόμενων. Ο εναγόμενος 2, με τη δική του υπεράσπιση, βασικά υιοθετεί το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόμενων 1, περιλαμβανομένης και της προδικαστικής τους ένστασης καθώς και της ανταπαίτησής τους. Επιπλέον αναφέρει τα εξής: Παραδέχεται ότι για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες - για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους είχαν παραχωρήσει - υπόγραψε τα δύο έγγραφα εγγύησης καθώς και την επίδικη υποθήκη. Ωστόσο, αναφορικά με τις εγγυήσεις ισχυρίζεται ότι έχουν καταστεί άκυρες, καθότι οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1, σε κατοπινό στάδιο, χωρίς να πληροφορηθεί ο ίδιος προέβησαν σε τροποποίηση των μεταξύ τους συμφωνιών που εξασφαλίζουν οι εν λόγω εγγυήσεις. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κατά τον καταρτισμό και την υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης δεν τήρησαν τις απαιτούμενες από το σχετικό νόμο προϋποθέσεις και/ή διαδικασίες. Τέλος, η εναγόμενη 3, με την υπεράσπισή της υιοθετεί κι' αυτή το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόμενων 1 καθώς και την υπεράσπιση του εναγόμενου
  5. Ο τελευταίος, στις 13/3/2019 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες: πρώτο, να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή να ακυρώσει τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου - το οποίο βαρύνεται με την επίδικη υποθήκη - μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, και δεύτερο, να συνεχίσουν τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (στο εξής «Νόμος») και/ή να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 44Β και 44Γ του Νόμου, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο κοινοδίκαιο και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  6. Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, εντούτοις, με τη σύμφωνη γνώμη και του ευπαίδευτου δικηγόρου του εναγόμενου 2 διέταξα την επίδοσή της στους ενάγοντες, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση. Αποτελείται από 28 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων, xxxxx Σταυρινού. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δε συντρέχουν σε καμιά περίπτωση οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με θετική μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των εν λόγω προϋποθέσεων. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Στο ερώτημα, κατά πόσο ο εναγόμενος απόδειξε την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της ανταπαίτησής του, απαντώ καταφατικά. Ότι οι δυο αυτές ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ικανοποιούνται, αποδεικνύεται από τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων - δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2, οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της υπεράσπισής του στην αγωγή και την ίδια ώρα θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον των εναγόντων, δυνάμει της ανταπαίτησής του, στην ίδια αγωγή: Αναφορικά και με τις δυο συμφωνίες που συνήψαν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους 1, οι πρώτοι, για να δικαιούνταν να μεταβάλουν και/ή αλλάξουν το βασικό επιτόκιο, τα περιθώρια, την προμήθεια, οποιεσδήποτε χρεώσεις και/ή έξοδα, τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου, το χρόνο καταβολής του και γενικά να προβαίνουν σε οποιαδήποτε άλλη συναφή αλλαγή και η μεταβολή αυτή να είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη, όφειλαν να ενημερώσουν γραπτώς προηγουμένως τους εναγόμενους 1, πράγμα που ουδέποτε έπραξαν. Ο όρος και στις δυο συμφωνίες σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες δικαιούνταν οποτεδήποτε και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τους εναγόμενους 1 να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσουν αμέσως την πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίων, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού οφείλεται, είναι παράνομος. Κατά τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών, υπήρχε σε εκκρεμότητα αίτηση των εναγόμενων 1 για αναδιάρθρωση των επίδικων δανείων και/ή πιστώσεων, πράγμα που καθιστά τον τερματισμό πρόωρο και παράνομο και/ή άκυρο. Τα ποσά που συνθέτουν τις δυο αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των τριών εναγόμενων είναι υπερβολικά και/ή περιλαμβάνουν παράνομες και/ή αθέμιτες χρεώσεις και/η παράνομους τόκους. Τέλος, οι δυο συμφωνίες εγγύησης που υπόγραψε ο ίδιος κατέστησαν άκυρες, καθότι οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1, σε κατοπινό στάδιο, χωρίς να πληροφορηθεί ο ίδιος προέβησαν σε τροποποίηση των μεταξύ τους συμφωνιών που εξασφαλίζουν οι εν λόγω εγγυήσεις. Περαιτέρω, οι ενάγοντες, κατά τον καταρτισμό και την υπογραφή των εγγυήσεων δεν τήρησαν τις απαιτούμενες από το σχετικό νόμο προϋποθέσεις και/ή διαδικασίες. Για να επαναλάβω ο εναγόμενος 2 (όπως και οι άλλοι δυο), με την υπεράσπισή του ζητά απόρριψη της αγωγής και με την ανταπαίτησή του, αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση ότι στα ποσά που αξιώνουν εναντίον του οι ενάγοντες, έχουν γίνει παράνομες και/η αθέμιτες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις που έχουν μολύνει την παρούσα αγωγή σε βαθμό ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον οποιουδήποτε των τριών εναγόμενων. Από τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς του εναγόμενου είναι σαφές, ότι ανακύπτουν μερικά πολύ σοβαρά επίδικα θέματα - τόσο νομικά όσο και γεγονότων - τα οποία, ούτε απλό μα ούτε και επιτρεπτό είναι να επιλυθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Το δεύτερο, επειδή σύμφωνα με τη Γρηγορίου (ανωτέρω) - για να επαναλάβω - : «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Υπεισέρχομαι τώρα στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συναφώς με αυτή, ο εναγόμενος 2, στην ένορκή του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και συγκεκριμένα, στις παραγράφους 26 και 27 αναφέρει τα εξής: Όπως το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, εάν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα διατάγματα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44
(3)(δ) του Νόμου, τότε, δυστυχώς, δε θα εμποδιστεί η τράπεζα από το να προχωρήσει και να πραγματοποιήσει την εκποίηση της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, θα παραβιαστεί το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσει την υπόθεσή του, το δικαίωμά του στην ιδιοκτησία του και το δικαίωμά του στην ιδιωτική του ζωή. Ως εκ των πιο πάνω και έχοντας υπόψη ότι, όπως το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, οι πρόνοιες του άρθρου 44(Γ), όπως έχουν τροποποιηθεί είναι ξεκάθαρα αντισυνταγματικές καθώς παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος ζητά από το Δικαστήριο την προστασία του, για να μη χαθεί η υποθηκευμένη περιουσία, κάτι που θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Με τη σειρά του, ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην παράγραφο 24 της δικής του ένορκης δήλωσης αναφέρει τα εξής, υπό μορφή απάντησης στις παραπάνω αιτιάσεις του εναγόμενου: Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν τεκμηριώνονται επαρκώς και δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τυχόν ζημιά του μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη. Ο εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι τυχόν ζημιά, όσο μεγάλη κι' να είναι δεν μπορεί έστω και δύσκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα και ότι η τράπεζα αδυνατεί να προβεί σε πληρωμή της. Αντίθετα προκύπτει ότι από την πραγματοποίηση της πώλησης, θα πιστωθεί στο δάνειο και στο λογαριασμό του τρεχούμενου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες, ως τραπεζικός οργανισμός διαθέτουν την απαιτούμενη δυνατότητα για αποζημίωση του εναγόμενου σε μελλοντικό στάδιο, εάν αυτό απαιτηθεί. Για να επαναλάβω σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων - υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης -, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Ωστόσο, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης (ανωτέρω)), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα (ανωτέρω επίσης)). Παρατηρώ τα εξής: Ο εναγόμενος απότυχε να με πείσει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η οποία, είτε δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα είτε ακόμη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Από το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών του καθώς και από τη μαρτυρία του, θα έλεγα ότι, στην καλύτερη περίπτωση, αυτό που μπορεί να πετύχει με την υπεράσπισή του στην εναντίον του αγωγή είναι μείωση των δυο ποσών που αξιώνουν και εναντίον του οι ενάγοντες. Εξ' ου και το γεγονός, ότι υιοθέτει την ανταπαίτηση των εναγόμενων 1 - που είναι οι πρωτοφειλέτες έναντι των εναγόντων -, με την οποία ζητούν απλώς αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση ότι στα αξιούμενα ποσά έχουν γίνει παράνομες και/ή αθέμιτες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις, έστω κι' αν η εν λόγω αξίωση συναρτάται με τη γενική, αόριστη και χωρίς ίχνος τεκμηρίωση θέση και των τριών εναγόμενων, ότι οι ισχυριζόμενες από τους ίδιους παράνομες και/ή αθέμιτες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις έχουν μολύνει την παρούσα αγωγή σε βαθμό που το Δικαστήριο να μην μπορεί να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση εναντίον τους και υπέρ των εναγόντων. Ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο σε περίπτωση που κατά την ακρόαση της αγωγής ήθελε αποδειχθεί ότι συγκεκριμένο ποσό που περικλείεται στα δυο ποσά των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων, αποτελεί είτε παράνομη είτε αθέμιτη χρέωση είτε υπερχρέωση, αυτό, θα καταστήσει αδύνατη την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων, για το ποσό που προκύπτει ως υπόλοιπο, αφού αφαιρεθεί το ποσό που αποτελεί είτε παράνομη είτε αθέμιτη χρέωση είτε υπερχρέωση. Και κάτι ακόμη. Ο εναγόμενος, δικογραφικά παραδέχεται ρητά ότι υπόγραψε τις δυο συμβάσεις εγγύησης, έστω κι' αν για τους λόγους που αναφέρει ισχυρίζεται ότι αυτές έχουν καταστεί άκυρες, ενώ ρητά και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη παραδέχεται και τη σύσταση της επίδικης υποθήκης εκ μέρους του καθώς και το σκοπό για τον οποίο αυτή συστάθηκε. Και, με δεδομένο ότι η φερεγγυότητα των εναγόντων γενικά καθώς η δυνατότητά τους να τον αποζημιώσουν σε περίπτωση που ήθελε πετύχει στην ανταπαίτησή του δεν αμφισβητούνται δε βλέπω σε τι συνίσταται το ανεπανόρθωτο της ζημιάς που θα υποστεί από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, είτε ακόμη, για ποιο λόγο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, ένεκα του γεγονότος, ότι, ενώ θα πετύχει στην ανταπαίτησή του, στο μεταξύ, το επίδικο ακίνητο θα έχει πωληθεί. Σε τέτοια περίπτωση, αλλά και στην υποθετική περίπτωση που στη βάση της υπεράσπισής του απορριφθεί συνολικά η αγωγή των εναγόντων, αυτοί, ως τραπεζικός οργανισμός που διαθέτουν την απαιτούμενη δυνατότητα για αποζημίωσή του (αυτό ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών γι' αυτούς στην παράγραφο 24 της ένορκης του δήλωσης, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί), θα είναι σε θέση να τον αποζημιώσουν. Και τούτο, επειδή η όποια ζημιά θα υποστεί ο εναγόμενος από την πώληση του επίδικου ακινήτου, θα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως οπότε μπορεί πολύ εύκολα να εκτιμηθεί, αποτιμηθεί και κυρίως, να καταβληθεί σε χρήμα. Συγκεφαλαιώνοντας, εάν ο εναγόμενος πετύχει είτε στην υπεράσπισή του είτε στην ανταπαίτησή του, η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του από τη ζημιά που θα υποστεί από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, επομένως, η έκδοσή του δεν είναι απαραίτητη. Για να το πω και αλλιώς, στην περίπτωσή του δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε μεταβλητού κριτηρίου, που να καθιστά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναγκαία ή απαραίτητη (βλ. Odysseos, Παπαστράτης και Κυρίσαββα (ανωτέρω)). Μολονότι η αίτηση ουσιαστικά έχει κριθεί, εντούτοις υπάρχει ακόμη ένας λόγος ο οποίος οδηγεί σε απόρριψή της. Οι ενάγοντες, με το 12ο λόγο ένστασης υποβάλλουν τα εξής: τυχόν εξέταση της αίτησης, θα καταστρατηγούσε τις ρητές νομοθετικές πρόνοιες. Ο Νόμος προνοεί ότι το μόνο νομικό μέτρο επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που μπορεί να ασκήσει το πρόσωπο που διαφωνεί σε σχέση με οποιαδήποτε διαφορά εμπίπτει στο Μέρος VIA είναι η καταχώρηση έφεσης. Κάθε άλλη ενέργεια αποτελεί ξεκάθαρη παρέκκλιση από τις προσταγές του Νόμου και συνεπώς είναι καταχρηστική και έκνομη. Κανένα δε Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται αγωγής και συνεπώς μέτρου στα πλαίσια αυτής ή άλλου μέτρου, παρά μόνο μέτρου έφεσης, την οποία μπορεί να καταχωρήσει ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και μόνο για συγκεκριμένους λόγους. Ο δε λόγος που αφορά σε προσωρινό διάταγμα εννοεί προσωρινό διάταγμα, προγενέστερο της ενεργοποίησης της διαδικασίας πλειστηριασμού σε πλαίσιο αγωγής όπου υφίσταται σχετικό αγώγιμο δικαίωμα, όχι τέτοιο που εκδίδεται εκ των υστέρων και επί τούτου. Με το 14ο λόγο υποβάλλουν ότι η διαδικασία της μορφής που προωθεί ο εναγόμενος, όχι μόνο δεν προνοείται και δεν προβλέπεται, αλλά είναι και απαγορευμένη από το σχετικό Νόμο. Με το 18ο λόγο υποβάλλουν ότι η αίτηση είναι το αποτέλεσμα των εκ των υστέρων σκέψεων του εναγόμενου και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή είναι καταχρηστική. Τέλος, με τον 22ο λόγο υποβάλλεται ότι εάν ο εναγόμενος επιζητούσε γνήσια την προστασία του Δικαστηρίου μέσω προσωρινών διαταγμάτων, θα καταχωρούσε τέτοια αίτηση, νωρίτερα και/ή όταν του επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπου «Ι», με την οποία πληροφορήθηκε την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης, εφόσον η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από το 2016. Εν προκειμένω, ο σκοπός της καταχώρησης της αίτησης είναι καταχρηστικός και/ή δεν είναι άλλος από την ακύρωση του πλειστηριασμού. Παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του Μέρους VIA του Νόμου τροχοδρόμησαν τη διαδικασία πώλησης του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό. Συγκεκριμένα, στις 4/6/2015 καθώς και στις 14/9/2015, σε εφαρμογή του άρθρου 44Β
(2)του Νόμου - όπως ίσχυε τότε - επέδωσαν στους τρεις εναγόμενους, την προβλεπόμενη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος. Στις 12/10/2018, τους επέδωσαν και την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(1)του Νόμου, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», του ίδιου Παραρτήματος, ημερομηνίας 6/9/2018. Τέλος, την 1/3/2019 επέδωσαν στον εναγόμενο 2 και την προβλεπόμενη στο ισχύον άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», του ίδιου πάντοτε Παραρτήματος, ημερομηνίας 22/1/2019. Με αυτή, τον πληροφορούν ότι το προς όφελός τους ενυπόθηκο χρέος, το εξασφαλιζόμενο με την επίδικη υποθήκη έχει καταστεί πληρωτέο από το 2015 και γι' αυτό προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση του επίδικου ακινήτου με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, στις 25/6/2019, μεταξύ των ωρών 9:00 π.μ. και 5:00 μ.μ., σε συγκεκριμένο μέρος (αναφέρεται), στην Έμπα. Το άρθρο 44Γ του Νόμου, μετά την τροποποίησή του από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 (87(Ι)/2018) έχει ως εξής: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Από το περιεχόμενο του εδαφίου
(3)του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία ορίζεται η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου μπορεί να παραμεριστεί με έφεση, η οποία θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης, μόνο για τους 6 λόγους οι οποίοι αναφέρονται εξαντλητικά στο ίδιο εδάφιο. Ανάμεσά τους είναι και ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, ότι ο εναγόμενος 2 με την υπό κρίση αίτηση, αυτό που στην πραγματικότητα επιδιώκει, δεν είναι τη διατήρηση το status quo του επίδικου ακινήτου μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής καθώς και της ανταπαίτησής του, αλλά, καταχρηστικά και ουσιαστικά παράνομα, απλώς να εξασφαλίσει το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου αποτελεί λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» και κατ' επέκταση, ματαίωση της σκοπούμενης δυνάμει της εν λόγω ειδοποίησης, πώλησης του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό, ο οποίος θα γίνει δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου είναι κατάδηλο από τα εξής: Καταρχήν, ενώ οι ενάγοντες με την αγωγή τους, μεταξύ άλλων αξιώνουν και διάταγμα πώλησης του επίδικου ακινήτου, ο ίδιος, με την υπεράσπισή του παραδέχεται τη σύσταση της επίδικης υποθήκης καθώς και το σκοπό για τον οποίο συστάθηκε και με την ανταπαίτησή του, ζητά απλώς αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση ότι στα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες και εναντίον του, έχουν γίνει παράνομες και/ή αθέμιτες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις που έχουν μολύνει την αγωγή ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον οποιουδήποτε εναγόμενου. Ούτε αυτός μα ούτε και οποιοσδήποτε συνεναγόμενός του ισχυρίζονται ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη μα ούτε και ζητούν διάταγμα ακύρωσής της. Απ' εκεί και πέρα, ενώ η εναντίον του αγωγή καταχωρήθηκε στις 31/5/2016 και ο ίδιος καταχώρησε την υπεράσπισή του σ' αυτή καθώς και την ανταπαίτησή του στις 28/4/2017 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, 12 μόλις μέρες (στις 13/3/2019) μετά που οι ενάγοντες του επέδωσαν (την 1/3/2019) την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία έχουν ορίσει την ημερομηνία πώλησης του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό με τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου. Ακολούθως, στη νομική βάση της αίτησης περικλείονται και τα άρθρα 44Β και 44Γ του Νόμου που αποτελούν τις βασικές διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Ειδικά το άρθρο 44Γ αποτελεί το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για σκοπούς καταχώρησης έφεσης παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ». Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι ο εναγόμενος, με το πρώτο αίτημα ζητά ευθέως διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή να ακυρώσει τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου το οποίο βαρύνεται με την επίδικη υποθήκη και με το δεύτερο αίτημα, ακόμη πιο ξεκάθαρα ζητά διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες να συνεχίσουν τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Β και 44Γ του Νόμου και/ή να αναστέλλει την εν λόγω διαδικασία. Απ' εκεί και πέρα, στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει τα εξής: «Με την παρούσα διαδικασία αιτούμαι την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων με βάση τις πρόνοιες 44Β και 44Γ του Νόμου 9/1965, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, με τα οποία να απαγορεύεται στην Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα από του να πωλήσει το κάτωθι ακίνητο μου (πρόκειται για το επίδικο ακίνητο το υπό αναφορά σύμφωνα με τη σχετική περιγραφή του στη συνέχεια, στην ίδια παράγραφο) με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου και με βάση την Ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" ημερομηνίας 22/01/2019 η οποία μου επιδόθηκε στις 01.03.2019:» Στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014 αναφέρονται τα εξής: «Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Ακολούθως, το άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.1 προνοεί ότι: «Κάθε Παράρτημα σε Νόμο, μαζί με σημείωση σε αυτό θα ερμηνεύεται και εφαρμόζεται ως μέρος του Νόμου.» Ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι ο εναγόμενος 2 με αυτή επιδιώκει την έκδοση προσωρινού διατάγματος για παράνομο σκοπό καταφαίνεται από τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενάγοντες, ενεργοποιώντας την προβλεπόμενη στο Μέρος VIA του Νόμου, διαδικασία πώλησης του επίδικου ακινήτου, σε εφαρμογή του άρθρου 44Γ
(1)- όπως ίσχυε τότε -, στις 12/10/2018 επέδωσαν στους εναγόμενους την προβλεπόμενη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος. Προηγουμένως και συγκεκριμένα, στις 4/6/2015 καθώς και στις 14/9/2015, τους επέδωσαν και την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Β
(2), ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ», του ίδιου Παραρτήματος. Στη δεύτερη ειδοποίηση (Τύπου «Θ») - η οποία συνάδει πλήρως με το νενομισμένο τύπο - του Δεύτερου Παραρτήματος, το οποίο με βάση το άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου (ανωτέρω) αποτελεί μέρος του Νόμου, στην παράγραφο 5 αναφέρονται τα εξής: «Εάν έχετε επαρκείς λόγους να πιστεύετε ότι δεν οφείλετε στον δανειστή σας το απαιτούμενο ποσό ή εάν έχετε επαρκείς λόγους να πιστεύετε ότι ο δανειστής σας δεν έχει ενεργήσει σύμφωνα με το νόμο, ενδεχομένως να έχετε το δικαίωμα να προσφύγετε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους˙ οποιαδήποτε πράξη πρέπει να αρχίσει πριν την επίδοση της ειδοποίησης σε εσάς για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σας σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014. [Ν. 142(Ι) του 2014]» (οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου) Το νόημα της παραπάνω παραγράφου είναι το εξής: Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου σε εφαρμογή του Μέρους VIA του Νόμου και σ' αυτό το πλαίσιο επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ», ο ενυπόθηκος οφειλέτης και κάθε πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται η εν λόγω ειδοποίηση, εάν έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι δεν οφείλουν το απαιτούμενο από τον ενυπόθηκο δανειστή ποσό ή έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι αυτός δεν ενήργησε σύμφωνα με το Νόμο, ενδεχομένως έχουν δικαίωμα να προσφύγουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους. Ωστόσο, οποιαδήποτε πράξη, δηλαδή, διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, θα πρέπει να αρχίσει πριν επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, η ειδοποίηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου. Πρόκειται για τη δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, η εν λόγω ειδοποίηση, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση επιδόθηκε στον εναγόμενο 2, την 1/3/
  1. Με αυτή, οι ενυπόθηκοι δανειστές, δηλαδή οι ενάγοντες, τον πληροφορούν ότι θα προχωρήσουν σε πώληση του επίδικου - ενυπόθηκου - ακινήτου, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, στις 25/6/
  2. Χωρίς να υπεισέρχομαι καθόλου στο λόγο για τον οποίο ο εναγόμενος 2, ενώ καταχώρησε την υπεράσπισή του στην αγωγή καθώς και την ανταπαίτησή του, στις 28/4/2017, εντούτοις παρέλειψε έκτοτε να καταχωρήσει οποιαδήποτε αίτηση με την οποία να ζητά την έκδοση των διαταγμάτων που ζητά με την υπό κρίση αίτηση, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: η υπό κρίση αίτηση, η οποία αποτελεί πράξη, δηλαδή διαδικασία προσφυγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο, τη παραπάνω εννοία και με την οποία ο εναγόμενος, καθ' ομολογία του επιδιώκει ακόμη και την ακύρωση του προγραμματισμένου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, πλειστηριασμού, για πώληση του επίδικου ακινήτου, καταχωρήθηκε παράνομα (στις 13/3/2019), μετά που του είχε επιδοθεί η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία - για να επαναλάβω - οι ενάγοντες, τον ειδοποιούν ότι θα προχωρήσουν σε πώληση του επίδικου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού με βάση το Μέρος VIA του Νόμου, στις 25/6/
  3. Ότι η υπό κρίση αίτηση, εκτός από παράνομα καταχωρήθηκε και καταχρηστικά καταφαίνεται και από τα εξής: δεδομένου του χρόνου που έχει καταχωρηθεί (μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ»), η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα είχε νόημα μόνο για σκοπούς διατήρησης του σημερινού status quo του επίδικου ακίνητου προκειμένου να μην καταστεί δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα, σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης του εναγόμενου, εάν στο μεταξύ πωληθεί το επίδικο ακίνητο από τους ενάγοντες. Ωστόσο, ο εναγόμενος, με την ανταπαίτησή του, όχι μόνο δε ζητά οποιαδήποτε θεραπεία συναφώς με την επίδικη υποθήκη, αλλά καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση προκειμένου να ματαιώσει τη διαδικασία πλειστηριασμού για σκοπούς πώλησης του επίδικου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου (η οποία μάλιστα βρίσκεται στο τελικό στάδιο, αφού, ο πλειστηριασμός είναι προγραμματισμένος για τις 25/6/2019), κάτι που θα μπορούσε να πετύχει, μόνο καταχωρώντας έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», για οποιοδήποτε από τους 6 λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου. Θα μπορούσε ακόμη να λεχθεί ότι την καταχώρησε, μετά που του είχε επιδοθεί η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» ώστε σε περίπτωση που εξασφαλίσει το αιτούμενο διάταγμα, να δημιουργήσει εκ των υστέρων, δηλαδή παράνομα και μάλιστα, με τη συνδρομή του Δικαστηρίου, νόμιμο λόγο παραμερισμού της εν λόγω ειδοποίησης. Κάτι τέτοιο, ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει και τούτο, επειδή, για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο πιο πάνω - ως θέμα ερμηνείας της παραγράφου 5 της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου - οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αποσκοπεί στο να αμφισβητήσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του ενυπόθηκου χρέους, θα πρέπει να αρχίσει πριν από την επίδοση της ειδοποίησης για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Δηλαδή, της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ». Εάν ο εναγόμενος ήθελε να εξασφαλίσει το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(3)(δ) του άρθρου 44Γ του Νόμου, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί νόμιμο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης - κατά τον «Τύπο «ΙΑ» - της σκοπούμενης πώλησης του επίδικου ακινήτου είχε το χρόνο και το δικαίωμα να το κάνει, από τις 24/6/2017 που καταχώρησε την υπεράσπισή του στην αγωγή καθώς και την ανταπαίτησή του εναντίον των εναγόντων μέχρι και τις 28/2/2019, που είναι η προτεραία της ημερομηνίας κατά την οποία του επιδόθηκε από τους ενάγοντες η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ». Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου 2. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού - απαγορευτικού διατάγματος διαδικασίας εκποίησης ακινήτου με πλειστηριασμό, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.