← Κύπρος

Χριστοδούλου ν. C.H.R. OTHONOS HOMES LTD, Αρ. Αγωγής: 3291/2010, 30/8/2019

Χριστοδούλου ν. C.H.R. OTHONOS HOMES LTD, Αρ. Αγωγής: 3291/2010, 30/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3291/2010 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χριστοδούλου, από την Πέγεια Ενάγουσα και C.H.R. OTHONOS HOMES LTD, από την Πάφο Εναγόμενη Ημερομηνία: 30.08.2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα : κ Α. Χρ. Δημητριάδης για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: κα Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους για Δήμητρα Καρακώστα και Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση της Ενάγουσας, ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της, συνίσταται στις ακόλουθες θεραπείες. Α. Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο και/ή Έγγραφο Αντιπαροχής ημερ. 13.12.2007 δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα πώλησε προς την Εναγομένη 90% του ακινήτου της με αρ. εγγραφής χχχχχ του Φ/Σχ. XLV/9, τεμάχιο αρ. χχχ, τοποθεσία χχχχχχχχχχ του Δήμου χχχχχχ, για σκοπούς ενιαίας ανάπτυξης του ακινήτου από την Εναγομένη και την ανέγερση συγκροτήματος πλήρως αποπερατωμένων διαμερισμάτων και καταστήματος με τους απαραίτητους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και εγκαταστάσεις, προκαταβολικά παρεβιάσθη και/ή διερρήχθη και/ή ηθετήθη (anticipatory breach) ουσιωδώς από την Εναγόμενη. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 13.12.2007 ετερματίσθη νομίμως και δεόντως παρά της Ενάγουσας δι' επιστολής του δικηγόρου της ημερομηνίας 2.9.2010, υπαιτιότητα των Εναγομένων. Γ. Ειδικές αποζημιώσεις €230.000= λόγω μείωσης της αξίας του Ακινήτου, Δ. Ειδικές αποζημιώσεις €71.761= ως συμφωνηθείσες αποζημιώσεις και/ή απολεσθέντα ενοίκια και/ή απώλειες μέχρι 20.04.2012 λόγω μη παράδοσης των οικοδομημάτων της αντιπαροχής. Ε. Ειδικές Αποζημιώσεις €76.887== ως συμφωνηθείσες αποζημιώσεις και/ή απολεσθέντα ενοίκια και/ή απώλειες για τον χρονική περίοδο μετά την καταχώρηση της παρούσας Έκθεσης Απαίτησης, λόγω μη παράδοσης των οικοδομημάτων της αντιπαροχής. ΣΤ. Ειδικές αποζημιώσεις €94.176,74 (£55,119,20) για πληρωμές στον Φόρο Εισοδήματος για Κεφαλαιουχικό κέρδος. Ζ. Ειδικές αποζημιώσεις €4.500 για κατεδάφιση και/ή μετακίνηση και/ή αφαίρεση όλων των οικοδομημάτων και/ή κατασκευασμάτων και/ή υλικών και/ή αντικειμένων και/ή οτιδήποτε άλλο ανήγειρε και/ή τοποθέτησε στο Ακίνητο η Ενάγουσα. Η. Ειδικές αποζημιώσεις €9.500= για έξοδα εμπειρογνωμόνων. Θ. Ειδικές αποζημιώσεις €12.500= για δικηγορική αμοιβή για εξωδικαστική εργασία. Ι. Απόφαση και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγομένη από το να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο επί και/ή εντός και/ή διαμέσου και/ή υπογείως του Ακινήτου. ΙΑ. Απόφαση και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου διαττάτον την Εναγομένη όπως προβεί εις την ακύρωση και/ή ανάκληση και/ή απόσυρση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου και/ή Έγγραφου Αντιπαροχής ημερ. 13.12.2007 εκ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου χχχχχ και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να εξουσιοδοτείται η Ενάγουσα και/ή οιονδήποτε παρ' αυτής εντεταλμένο πρόσωπο και/ή ο διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου χχχχχ όπως προβεί εις την απόσυρση και/ή ακύρωση και/ή ανάκληση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου και/ή Έγγραφου Αντιπαροχής εκ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου χχχχχ. IB. Απόφαση και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου διαττάτον την Εναγομένη και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της όπως εγκαταλείψει και παραδώσει ελευθέραν κατοχήν του Κτήματος προς την Ενάγουσα. ΙΓ. Γενικές αποζημιώσεις εκ €50.000= δια παράβαση και/ή διάρρηξη και/ή αθέτηση του Πωλητηρίου Εγγράφου υπαιτιότητι της Εναγομένης. ΙΔ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται να κρατήσει και/ή συμψηφίσει το παρά της Εναγομένης πληρωθέν και/ή πιστωθέν συνολικό ποσό εκ €299.005,25 (£175.000) έναντι ζημιάς και/ή απώλειας της και/ή άλλως. ΙΕ. Νόμιμους τόκους. ΙΣΤ. Έξοδα και Φ.Π.Α. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη σύναψη της συμφωνίας αντιπαροχής, ημερομηνίας 13.12.2007 μεταξύ των διαδίκων, ωστόσο ισχυρίζονται ότι ο όρος 5 της συμφωνίας, για παράδοση των οικοδομημάτων αντιπαροχής εντός 18 μηνών από την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, εμπεριέχει παρανομία καθ' ότι για την ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής απαιτείται σχετική άδεια οικοδομής, και συνεπώς καθίσταται άκυρος χωρίς να επηρεάζει την υπόλοιπη συμφωνία. Θα πρέπει δε να ερμηνευθεί ότι η παράδοση των οικοδομημάτων της αντιπαροχής θα γινόταν εντός 18 μηνών από την έκδοση άδειας οικοδομής. Η Ενάγουσα γνώριζε ότι η άδεια οικοδομής εκδόθηκε την 01.06.2010 και η καθυστέρηση στην έκδοση της ήταν γεγονός πέραν του ελέγχου των Εναγόμενων. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε αρνήθηκαν την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων ή ότι ενημέρωσαν την Ενάγουσα και το σύζυγο της πως αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, ή ότι δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αναγκαία δανειοδότηση για συμπλήρωση του έργου της συμφωνίας αντιπαροχής, το οποίο θα συμπληρωνόταν από συγκεκριμένη εταιρεία, την OTHONOS BROS CONSTRUCTION LTD. Επιπλέον αρνούνται ότι για την ανέγερση του συγκροτήματος χρειαζόταν χρονική περίοδος 18 μηνών. Οι κατασκευαστικές εργασίες άρχισαν αρχές Σεπτεμβρίου 2010, ο δε χρόνος κατασκευής του μέρους του κτιρίου που αφορούσε την αντιπαροχή προς την Ενάγουσα ήταν δυνατό να διαρκέσει 3 μήνες και να ολοκληρωθεί μέχρι την 21.11.2010, ωστόσο η Ενάγουσα με τις πράξεις της και/ή προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου απαγόρευσε στους Εναγόμενους να ολοκληρώσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους και παράλληλα τους προκάλεσε ζημιές, τις οποίες οι Εναγόμενοι διεκδικούν με Ανταπαίτηση. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία αντιπαροχής, το σημαντικότερο μέρος της οποίας είχε εκτελεσθεί και η Ενάγουσα κατακράτησε το ποσό των ΛΚ175.000,00 που οι Εναγόμενοι της κατέβαλαν. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες του ακινήτου, κατά 60/100 μερίδια, και ως εκ τούτου δεν διαπράττουν το αδίκημα της επέμβασης. Οι Εναγόμενοι με την Ανταπαίτηση τους ζητούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας αντιπαροχής εκ μέρους της Ενάγουσας είναι παράνομος και αντισυμβατικός, απόφαση για το ποσό των ΛΚ175.000,00 - σε Ευρώ 299.005,25 - πλέον τόκο 8% που αντιπροσωπεύει το ποσό που κατέβαλαν στην Ενάγουσα, η οποία το κατακρατεί πλουτίζοντας αδικαιολόγητα. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο τερματισμός της συμφωνίας αντιπαροχής εκ μέρους της Ενάγουσας ήταν νόμιμος, τότε η Ενάγουσα να διαταχθεί να επιστρέψει στους Εναγόμενους το ποσό των ΛΚ175.000,00 πλέον τόκους και οι Εναγόμενοι να επαναμεταβιβάσουν το μέρος του ακινήτου, 60/100 μερίδια, στην Ενάγουσα. Τέλος ζητούν γενικές και ονομαστικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα. Στην Απάντηση της η Ενάγουσα απορρίπτει την εκδοχή των Εναγόμενων και με την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνείται την απαίτηση των Εναγόμενων και αιτείται την απόρριψη της. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης της η Ενάγουσα παρουσίασε τρεις μάρτυρες - στο εξής ΜΕ - και οι Εναγόμενοι, προς υποστήριξη της Υπεράσπισης τους και προς απόδειξη της Ανταπαίτησης τους, παρουσίασαν επίσης τρεις μάρτυρες - στο εξής ΜΥ. Αντεξετάσθηκαν επίσης και δύο μάρτυρες από πλευράς Ενάγουσας, αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία τους την οποία επικαλέστηκε η πλευρά των Εναγόμενων. Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. ΜΕ1 κατέθεσε ο Χχχχχ Τχχχχχ, πολιτικός μηχανικός, του οποίου η μαρτυρία επικεντρώθηκε στη μελέτη που αυτός διενήργησε αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, όπου στη βάση άδειας οικοδομής που εξασφαλίστηκε, θα κατασκευάζονταν τέσσερα blocks - οικοδομικά τετράγωνα - με συνολικό αριθμό 22 διαμερισμάτων και ένα κατάστημα. Όταν επισκέφθηκε το ακίνητο το 2010 διαπίστωσε ότι βρισκόταν υπό κατασκευή ο σκελετός μέρους της οικοδομής, η οποία ανήκε στο block A και στη φάση αυτή είχαν κατασκευαστεί τα περιμετρικά καλούπια της θεμελίωσης, η κάτω στρώση του οπλισμού καθώς και ο οπλισμός των κολόνων ισογείου. Παρουσίασε δε σχετικές φωτογραφίες. Το υπό ανέγερση έργο, εφ' όσον γίνονταν συντονισμένες προσπάθειες και ορθή οργάνωση από την εργοληπτική εταιρία που θα το αναλάμβανε, θα μπορούσε να αποπερατωθεί σε περίοδο 13 μηνών από την ημερομηνία έναρξης. Ο ΜΕ1 προέβη σε κατά προσέγγιση ανάλυση των επιμέρους εργασιών. Εκτίμησε ότι το κόστος αποπεράτωσης των οικοδομημάτων θα ανερχόταν στο ποσό των €1.245.000,00. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας διαφώνησε ότι ήταν εφικτή η ανέγερση των οικοδομημάτων της αντιπαροχής ξεχωριστά από το υπόλοιπο block Α, λέγοντας ότι χρειαζόταν τροποποιητική άδεια για κάτι τέτοιο, καθώς επίσης διαφώνησε με τη θέση ότι τα οικοδομήματα της αντιπαροχής θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν σε χρόνο 3 μηνών. ΜΕ2 κατέθεσε ο Ρχχχχ Πχχχχ, πολιτικός μηχανικός και εκτιμητής ακινήτων ο οποίος επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο την 06.02.2018 και ετοίμασε σχετική έκθεση, μέσα από την οποία κατέληξε ότι η αγοραία αξία όλου του ακινήτου, πριν τη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 13.12.2007, ήταν €647.000,00. Κατά τη μαρτυρία του εξήγησε σε ποια στοιχεία άλλων ακινήτων βασίστηκε ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη αξία, στη βάση της οποίας η αξία των 2/5 μεριδίων που κατείχε η Ενάγουσα ήταν €223.000,00 ενώ σήμερα η αξία αυτή έχει μειωθεί σε €176.000,00, η δε αξία όλου του ακινήτου μειώθηκε σε €471.000,00 από €647.000,00 που ήταν προ της συμφωνίας ημερομηνίας 13.12.2007. ΜΕ3 κατέθεσε ο Χχχχχχχχ Κχχχχχχ, σύζυγος της Ενάγουσας, με οδηγίες της οποίας, ως ανέφερε, χειρίστηκε τη συνομολόγηση και διαχείριση της επίδικης συμφωνίας αντιπαροχής. Η Ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής χχχχχ του Φ/Σχεδίου XLV/9, Τεμάχιο χχχ. Το ακίνητο έχει εκσυγχρονισμένο πιστοποιητικό εγγραφής εξαιτίας του γεγονότος ότι η Ενάγουσα μεταβίβασε 60/100 μερίδια στους Εναγόμενους. Ως ειδικότερα ανέφερε ο μάρτυρας, στις 13.12.2007 είχε συνομολογηθεί και υπογραφεί αγοραπωλητήριο έγγραφο αντιπαροχής μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η πώληση 90% του ακινήτου για σκοπούς ενιαίας ανάπτυξης του ακινήτου από τους Εναγόμενους, με την ανέγερση συγκροτήματος πλήρως αποπερατωμένων διαμερισμάτων και καταστήματος, με τους απαραίτητους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, εγκαταστάσεις και έργα. Η μεταβίβαση των 90/100 μεριδίων από την Ενάγουσα στους Εναγόμενους θα γινόταν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών κατασκευής των υπό αντιπαροχή οικοδομημάτων. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν μέχρι σήμερα στην Ενάγουσα ποσό ΛΚ175.000,00 - σε ευρώ €299.005,25 - και η Ενάγουσα μεταβίβασε επ' ονόματι των Εναγόμενων 60/100 μερίδια. Οι Εναγόμενοι κατέθεσαν το πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο χχχχχ για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Την 21.05.2009 το Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας χχχχχ ενέκρινε την αίτηση των Εναγόμενων για πολεοδομική άδεια, αναφορικά με την ανάπτυξη του ακινήτου, που περιλάμβανε 22 διαμερίσματα, 1 κατάστημα, κολυμβητική δεξαμενή και περίφραξη. Η αίτηση για πολεοδομική άδεια είχε υποβληθεί στην Πολεοδομία στις 19.12.2007 στο όνομα της Ενάγουσας αλλά για λογαριασμό και προς όφελος των Εναγόμενων. Ως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΕ3, δυνάμει της παραγράφου 5 της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι υποχρεούνταν να ολοκληρώσουν όλα τα οικοδομήματα και να παραδώσουν τα οικοδομήματα της αντιπαροχής, το αργότερο εντός 18 μηνών από της εκδόσεως της πολεοδομικής άδειας, δηλαδή μέχρι την 20.11.2010. Η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε την 21.05.2009 και η αίτηση για άδεια οικοδομής υποβλήθηκε την 09.11.2009, δηλαδή μετά την παρέλευση 5,5 μηνών από τη λήψη της πολεοδομικής άδειας. Οι Εναγόμενοι αμέλησαν, σύμφωνα με το μάρτυρα, να καταβάλουν έγκαιρα τα νενομισμένα τέλη προς το Δήμο χχχχχχ, με αποτέλεσμα ο εν λόγω Δήμος να στείλει επιστολή ημερομηνίας 11.05.2010 στους Εναγόμενους, με την οποία τους πληροφορούσε ότι για να εκδοθεί η αιτούμενη άδεια οικοδομής ήταν αναγκαίο να πληρωθούν συγκεκριμένα τέλη. Ως αποτέλεσμα των αδικαιολόγητων καθυστερήσεων των Εναγόμενων, η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις 02.06.2010 αφού έγινε η πληρωμή των αναγκαίων τελών από αυτούς την 01.06.2010. Τόσο η Ενάγουσα όσο και αυτός - ο ΜΕ3 - προσωπικά ζήτησαν από τους Εναγόμενους να αρχίσουν την ανέγερση του συγκροτήματος αλλά οι τελευταίοι δεν ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους. Ως περαιτέρω κατέθεσε ο ΜΕ3 κατά ή περί την 16.06.2010, οι τότε δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν επιστολή στους Εναγόμενους με την οποία τους καλούσαν να ανταποκριθούν στις πρόνοιες της συμφωνίας. Περί το τέλος Ιουνίου 2010, ο διευθυντής των Εναγόμενων, Πχχχχ Όχχχχχ πληροφόρησε την Ενάγουσα και τον ΜΕ3 ότι, οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αναγκαία δανειοδότηση για να αρχίσουν και ολοκληρώσουν το οικοδομικό συγκρότημα επί του ακινήτου της Ενάγουσας. Σε πολλαπλές τηλεφωνικές επικοινωνίες και επαφές που ακολούθησαν από την Ενάγουσα και τον ΜΕ3 με τον προαναφερόμενο διευθυντή των Εναγόμενων, αυτός τους επαναβεβαίωσε ότι οι τελευταίοι αδυνατούν οικονομικά να ανταποκριθούν στις πρόνοιες της συμφωνίας. Παρουσίασε ο ΜΕ3 τη σχετική κατάσταση των επικοινωνιών, που έχει ετοιμαστεί από την Αρχή Τηλεπικοινωνιών, μεταξύ της Ενάγουσας και αυτού με το διευθυντή των Εναγόμενων. Επιπλέον ο ΜΕ3 ανέφερε πως ο ελάχιστος απαιτούμενος χρόνος, σύμφωνα με πληροφόρηση των αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών Chris Tziolis & Associates, που απαιτείτο για να ολοκληρωθεί η κατασκευή του έργου - συγκροτήματος -ανερχόταν στους 13 μήνες. Αμέσως μετά την πιο πάνω πληροφόρηση, η Ενάγουσα επικοινώνησε με τους δικηγόρους της, οι οποίοι στις 08.07.2010 απέστειλαν με φαξ και με επίδοση μέσω ιδιώτη επιδότη, επιστολή προς τους Εναγόμενους με την οποία, μεταξύ άλλων, τους πληροφορούσαν ότι υπήρχε προκαταβολική παράβαση της σύμβασης, και τους καλούσαν όπως μέχρι την 01.09.2010 το αργότερο, μεταφέρουν επί τόπου τα αναγκαία υλικά, μηχανήματα, εξοπλισμό και προσωπικό για να αρχίσει εντατική κατασκευή του συγκροτήματος, διαφορετικά η Ενάγουσα θα προχωρούσε σε καταγγελία και τερματισμό της συμφωνίας χωρίς άλλη προειδοποίηση. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας με νέα επιστολή τους, ημερομηνίας 02.09.2010, τερμάτισαν τη συμφωνία λόγω προκαταβολικής παράβασης. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας οι Εναγόμενοι αντέδρασαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 03.09.2010. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας με επιστολή τους ημερομηνίας 06.09.2010, επανέλαβαν τον τερματισμό της σύμβασης και ενημέρωσαν τους δικηγόρους των Εναγόμενων ότι η Ενάγουσα ήταν διατεθειμένη να μελετήσει, σοβαρά, προτάσεις των Εναγόμενων για επίλυση των προβλημάτων που προέκυψαν από την παράβαση των όρων της συμφωνίας από τους Εναγόμενους και τον τερματισμό της συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της Ενάγουσας, ωστόσο, μετά τον τερματισμό της σύμβασης, ήτοι την Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, 16 ως 18 Σεπτεμβρίου 2010, μετέφεραν στο ακίνητο ξύλα καλουπιών και προέβησαν σε πρόχειρη σήμανση μέρους του ακινήτου, ενώ άρχισαν την ετοιμασία μικρών καλουπιών και τελάρων, Αναγνώρισε ο ΜΕ3 φωτογραφικό υλικό που φωτογράφισε και εκτύπωσε προσωπικά και το οποίο είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 5. Συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγόμενων η Ενάγουσα εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα εναντίον τους, ημερομηνίας 20.09.2010, το οποίο κατέστη απόλυτο στις 02.02.2012, με το οποίο απαγορεύθηκε στους Εναγόμενους να πωλήσουν ή αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τα 60/100 μερίδια που κατέχουν επί του ακινήτου, και από το να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί ή εντός αυτού, για σκοπούς ανέγερσης οικοδομών ή κατασκευασμάτων ή στην τοποθέτηση υλικών ή αντικειμένων ή μηχανημάτων ή εξοπλισμού. Τέλος ο ΜΕ3 πρόσθεσε ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε τοποθέτησαν στο ακίνητο οποιεσδήποτε διαφημιστικές πινακίδες για την έναρξη του έργου, ούτε αυτός είδε πουθενά οποιαδήποτε διαφήμιση ή ανακοίνωση τους ότι άρχισαν την ανέγερση του έργου. Αναφέρθηκε δε και στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ημερομηνίας 13.12.2007, είχαν εγγράψει, στις 27.12.2007, υποθήκη επί του μεριδίου των 3/5 που μεταβιβάστηκε στο όνομα τους για το ποσό €290.462,25 προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ενώ στη συνέχεια εγγράφηκαν επί του εν λόγω μεριδίου επιπρόσθετες επιβαρύνσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο ΜΕ3. MY1 κατέθεσε ο Χχχχχχχχχ Όχχχχχ, εκ των διευθυντών των Εναγόμενων, οι οποίοι είναι εταιρεία ανάπτυξης γης και ασχολείται με τις αγοραπωλησίες ακινήτων. Αναφέρθηκε κατ' αρχήν στη συμφωνία αντιπαροχής ημερομηνίας 13.12.2007 και στην πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε την 21.05.2009. Μετά την παραλαβή της, ο πολιτικός μηχανικός των Εναγόμενων προέβη στην προετοιμασία των στατικών σχεδίων και της ηλεκτρολογικής μελέτης που ήταν απαραίτητα για την έκδοση της άδειας οικοδομής, τα οποία δεν μπορούσαν να ετοιμαστούν προ της έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, λόγω των τροποποιήσεων και αλλαγών των σχεδίων που δικαιούται να κάνει η Πολεοδομική Αρχή. Συνεπώς, καμία καθυστέρηση δεν υπήρξε κατά την υποβολή αίτησης για λήψη άδειας οικοδομής. Η Ενάγουσα γνώριζε ότι η άδεια οικοδομής εκδόθηκε μόλις την 01.06.2010 παρ' ότι είχε υποβληθεί αίτηση έγκαιρα από τους Εναγόμενους. Συνεπώς οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να αρχίσουν την ανέγερση των οικοδομημάτων αντιπαροχής πριν την πιο πάνω ημερομηνία. Εξέφρασε τη θέση ότι η έκδοση των σχετικών αδειών είναι χρονοβόρα διαδικασία και οποιαδήποτε καθυστέρηση στην έκδοσή τους οφείλεται στη γραφειοκρατία και σε πληθώρα αιτήσεων που έχουν να επιληφθούν τα αρμόδια τμήματα, συνεπώς ήταν κάτι πέραν του ελέγχου των Εναγόμενων. Σύμφωνα δε με τον όρο 5 της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι θα δικαιούνταν παράταση του χρόνου παράδοσης των οικοδομημάτων της αντιπαροχής, ανάλογης με το χρόνο διάρκειας του συμβάντος ή γεγονότος που ήταν πέραν του ελέγχου τους. Οι Εναγόμενοι ανέθεσαν την οριοθέτηση του ακινήτου σε αδειούχο χωρομέτρη, ο οποίος προέβη στη δέουσα οριοθέτηση, αρχές Σεπτεμβρίου του 2010, και είχαν προβεί στη χωρομέτρηση και στον καθαρισμό της περιοχής για έναρξη εργασιών. Απέρριψε τη θέση ότι προέβησαν σε πρόχειρη σήμανση μέρους του ακινήτου, και ότι άρχισαν την ετοιμασία μικρών καλουπιών και τελάρων, χωρίς να έχουν προβεί στην αναγκαία προς τούτο υποδομή. Αντίθετα ανέφερε πως οι Εναγόμενοι μέσω της εργοληπτικής εταιρείας που διόρισαν συνέχισαν δεόντως την ανέγερση του έργου. Ο ΜΥ1 επέμενε πως ουδέποτε πληροφόρησε την Ενάγουσα και το σύζυγό της ότι οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και ότι δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αναγκαία δανειοδότηση. Άλλωστε οι Εναγόμενοι σε έναν από τους λογαριασμούς τους, τον Ιούνιο του 2010, είχαν καταθέσεις οι οποίες κυμαίνονταν από €55.000,00 μέχρι €100.000,00. Παρουσίασε ο ΜΥ1 προς υποστήριξη σχετική κατάσταση λογαριασμού της Ελληνικής Τράπεζας και σχετικές βεβαιώσεις από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και την Ελληνική Τράπεζα. Η οικονομική κατάσταση των Εναγόμενων, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν παρά πολύ καλή και οι τράπεζες ουδέποτε τους αρνήθηκαν την παραχώρηση δανείου, ούτε και αποτάθηκαν για δάνειο, σε σχέση με την ανέγερση του έργου, γιατί δεν τους ήταν αναγκαίο. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 ανέφερε πως οι Εναγόμενοι είχαν συνάψει συμφωνία, ημερομηνίας 23.08.2010, με συγγενική τους εταιρεία, την εταιρεία OTHONOS BROS CONSTRUCTIONS LTD, στην οποία ανέθεσαν την ανέγερση μέρους του συγκροτήματος. Η εταιρεία OTHONOS BROS CONSTRUCTIONS LTD είναι εργοληπτική εταιρία και ανήκει στο ΜΥ1 και τα αδέλφια του. Σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία η προαναφερόμενη εταιρεία θα ολοκλήρωνε τα οικοδομήματα αντιπαροχής στις 23.11.2010. Αποδέχθηκε ο ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν τις επιστολές ημερομηνίας 08.07.2010 και 02.09.2010 πλην όμως αρνούνται το περιεχόμενο τους. Οι Εναγόμενοι ωστόσο δεν παρέλαβαν την επιστολή Τεκμήριο 15. Μετά την παραλαβή της επιστολής της Ενάγουσας, ημερομηνίας 08.07.2010, αυτός - ο ΜΥ1 - προσωπικά, μίλησε με την Ενάγουσα και το σύζυγό της, οι οποίοι τον διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχε λόγος οι Εναγόμενοι να απαντήσουν γραπτώς στην πιο πάνω επιστολή τους, γιατί δεν θα επέμεναν στους ισχυρισμούς τους περί του δικαιώματος ή των λόγων τερματισμού της συμφωνίας. Για την ανέγερση του συγκροτήματος δεν χρειαζόταν χρονική περίοδος 18 μηνών. Σύμφωνα με τη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού, Δχχχ Χχχχχχχχχχχ, το κατάστημα και το διαμέρισμα στο ισόγειο και ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στον πρώτο όροφο, μπορούσαν να κατασκευαστούν ξεχωριστά από το υπόλοιπο κτίριο με τη δημιουργία κατασκευαστικού αρμού και την προσθήκη επιπρόσθετου υποστυλώματος για στήριξη του κλιμακοστασίου. Το υπόλοιπο μέρος του κτιρίου είχε τη δυνατότητα να κατασκευαστεί σε κατοπινό στάδιο. Οι κατασκευαστικές εργασίες άρχισαν αρχές Σεπτεμβρίου 2010. Ο χρόνος κατασκευής για το εν λόγω μέρος του κτιρίου ήταν δυνατό να διαρκέσει περί τους τρεις μήνες και να ολοκληρωθεί μέχρι την 21.11.2010, δεδομένου ότι ο κατασκευαστής θα εργαζόταν υπερωρίες. Όμως η Ενάγουσα με το προσωρινό Διάταγμα, τις πράξεις της, τις επιστολές της, κατέστησε την εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσης των Εναγόμενων, για ανέγερση και αποπεράτωση των οικοδομημάτων, αδύνατη προκαλώντας ζημιές σε αυτούς τις οποίες ζητούν ανταπαιτητικώς. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το ΜΥ1, οι Εναγόμενοι εκπλήρωσαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Ενάγουσα, προέβησαν δε συγκεκριμένα στις ακόλουθες ενέργειες (α) κατέβαλαν στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ175.000,00. - σε ευρώ 299.005,25, (β) κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ12.534,15. - σε ευρώ 21.415,87.- μεταβιβαστικά στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση των 60/100 μεριδίων του επίδικου ακινήτου, (γ) ανέθεσαν σε αρχιτέκτονα τη μελέτη του έργου που θα ανεγειρόταν εντός του επίδικου ακινήτου και κατέβαλαν για το σκοπό αυτό το ποσό των €6.000,00- πλέον Φ.Π.Α. (δ) κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ250,00.- σε ευρώ 427,15.- σε εκτιμητή για να προβεί στην εκτίμηση του επίδικου ακινήτου (ε) πλήρωσαν για την έκδοση πολεοδομικής άδειας, (στ) πλήρωσαν ΛΚ11.000,00 έξοδα κτηματομεσίτη (ζ) πλήρωσαν €6.467,51 για την έκδοση άδειας οικοδομής (η) πλήρωσαν €9.700,00 πλέον Φ.Π.Α για διαφήμιση του έργου (θ) κατέβαλαν το ποσό των €8.985,18 για την αγορά σιδήρου, (ι) κατέβαλαν το ποσό των €402,50 για την αγορά τσιακιλλιού (ια) πλήρωσαν για την οριοθέτηση του χώρου ΛΚ400,00 - σε ευρώ 683,44. Επιπλέον οι Εναγόμενοι θα έχουν απώλεια κέρδους το οποίο θα αποκόμιζαν από την πώληση των διαμερισμάτων και/ή των μονάδων που τους αναλογούσαν: ΛΚ200.000,00 - σε ευρώ 341.720,28. Αποδεικτικές της προόδου των εργασιών, κατά το Μ.Υ.1, είναι οι έξι πρόσφατες φωτογραφίες που τράβηξε προσωπικά, κατά ή περί την 02.06.2018 με το κινητό του και τις εκτύπωσε στον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, στις οποίες φαίνεται καθαρά ότι οι εργασίες εκτελούνταν κανονικότατα μέχρι την έκδοση του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 21.09.2010, κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας. Επίσης, φαίνεται καθαρά ότι είχαν αγορασθεί και τοποθετηθεί τα σίδερα. Οι Εναγόμενοι από τη σύναψη της συμφωνίας διαφήμιζαν το συγκρότημα το οποίο θα ανεγειρόταν στο ακίνητο, με το όνομα ANTHEA RESORT ΡΕΥΙΑ, μέσω διαφόρων κτηματομεσιτών και εταιρειών διαφήμισης. Επίσης, είχαν ετοιμάσει διαφημιστικό υλικό και προωθούσαν τις πωλήσεις των υπόλοιπων οικοδομημάτων εκτός αυτών της αντιπαροχής. Παρουσίασε ο ΜΥ1 έξι διαφημιστικές εικόνες κτιρίου, διαφημιστικό φυλλάδιο παρουσίασης των ακινήτων και έγγραφο με τα κτηματομεσιτικά γραφεία που διαφήμιζαν το συγκρότημα κατοικιών με κατάσταση διαθέσιμων προς πώληση διαμερισμάτων. ΜΥ2 κατέθεσε ο Δχχχχχ Χχχχχχχχχχ ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα. Από το 1992 διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο με κύρια ενασχόληση την εκπόνηση αρχιτεκτονικών και στατικών μελετών. Κατά ή περί τις 29.08.2007 κατόπιν γραπτής συμφωνίας με τον Χχχχχχχχ Όχχχχχ και τον Σχχχχ Πχχχχ, διευθυντών των Εναγόμενων, ανέλαβε με συγκεκριμένη αμοιβή να κάνει τα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια στο επίδικο έργο, δυναμικότητας 23 μονάδων. Τα σχέδια ολοκληρώθηκαν και παραδόθηκαν στους Εναγόμενους. Ως μελετητής δε του έργου παρακολούθησε την εξέλιξη του μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2010 οπότε τερματίστηκαν οι εργασίες. Βάσει της ανωτέρω συμφωνίας είχε πληρωθεί από τους Εναγόμενους για την εργασία του. Περαιτέρω ανέφερε πως για το επίδικο τεμάχιο είχε εκδοθεί η πολεοδομική άδεια χχχχ/χχχχχ/2007 την 21.05.2009. Η αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής υποβλήθηκε την 09.11.2009, περίπου 5,5 μήνες αργότερα, χρονικό διάστημα που θεωρείται εύλογο και σύνηθες, διότι για να ζητηθεί άδεια οικοδομής θα έπρεπε να γίνουν, στο ενδιάμεσο διάστημα, η στατική/αντισεισμική μελέτη του κτιρίου και οι ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες. Οι εν λόγω μελέτες δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν πριν την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και ως η συνήθης πρακτική των μηχανικών, μελετητών, είναι να εκπονούν αυτές τις μελέτες αφού έχει εγκριθεί η ανάπτυξη από την πολεοδομία. Η άδεια οικοδομής εκδόθηκε την 01.06.2010. Το έργο αφορούσε 4 ανεξάρτητα κτίρια με συνολικά 23 διαμερίσματα και ένα κατάστημα. Το κτίριο Α θα ήταν διώροφο και θα αποτελείτο από 8 διαμερίσματα και 1 κατάστημα. Βάσει νομοθεσίας αλλά και των όρων της άδειας οικοδομής, καμιά κατασκευή δεν επιτρέπεται να ξεκινήσει πριν από την έκδοση της σχετικής άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2010 του ζητήθηκε από τους Εναγόμενους να συντάξει μία βεβαίωση για την κατασκευή οικοδομής στο επίδικο τεμάχιο. Όπως είχε βεβαιώσει και το έτος 2010, μέρος του κτιρίου Α και συγκεκριμένα ένα κατάστημα και ένα διαμέρισμα τύπου studio στο ισόγειο και ένα διαμέρισμα των δύο υπνοδωματίων στον όροφο, μπορούσαν να κατασκευαστούν ξεχωριστά από το υπόλοιπο κτίριο με τη δημιουργία κατασκευαστικού αρμού και την προσθήκη επιπρόσθετου υποστηλώματος για στήριξη του κλιμακοστασίου. Μεταξύ των τριών μονάδων που καταλάμβαναν το μπροστινό μέρος του κτιρίου, που εφαπτόταν του δρόμου και του υπόλοιπου μέρους του ιδίου κτιρίου (στο πίσω μέρος), μεσολαβούσε κλιμακοστάσιο μιας κατεύθυνσης. Με αυτόν τον τρόπο το υπόλοιπο μέρος του κτιρίου είχε τη δυνατότητα να κατασκευαστεί σε κατοπινό στάδιο. Περί τα τέλη Αυγούστου 2010 οι Εναγόμενοι συμφώνησαν με την εταιρία Othonos Bros Constructions Ltd για την έναρξη των εργασιών στο ανωτέρω τεμάχιο. Οι κατασκευαστικές εργασίες ξεκίνησαν αρχές Σεπτεμβρίου 2010. Ο χρόνος κατασκευής για το εν λόγω μέρος του κτιρίου ήταν δυνατό να διαρκέσει περί τους τρεις μήνες και να ολοκληρωθεί μέχρι την 21.11.2010, δεδομένου ότι ο κατασκευαστής θα εργαζόταν υπερωρίες. Οι εργασίες προχωρούσαν γρήγορα μέχρι την έκδοση του προσωρινού διατάγματος που απαγόρευσε κάθε επέμβαση στο ακίνητο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν γίνει οι πιο κάτω ενέργειες/κατασκευές (
  2. i)κινητοποίηση και προετοιμασία εργοταξίου (contractor's mobilization) (
  3. ii)οριοθέτηση (iii) καθαρισμός οικοπέδου (
  4. iv)στρώση υποθεμελίου με χαβαροχάλικο για να δεχθεί την κοιτόστρωση (
  5. v)συμπύκνωση υποθεμελίου («κυλίνδρισμα» του εδάφους) (
  6. vi)κατασκευή περιμετρικών ξυλοτύπων («καλούπια» θεμελίωσης (vii)1η στρώση οπλισμού («οπλισμός κάτω» (viii) οπλισμός κολώνων ισογείου και τοποθέτηση διάφορων διασωληνώσεων για τα ηλεκτρομηχανολογικά/αποχετευτικά. ΜΥ3 κατέθεσε ο εκτιμητής Νχχχχχ Γχχχχχ η μαρτυρία του οποίου αποσκοπεί στον καθορισμό της αξίας του επίδικου ακινήτου σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Κατόπιν έκθεσης που ετοίμασε στηριζόμενος στη συγκριτική μέθοδο κάνοντας αναπροσαρμογές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ήταν το Δεκέμβριο του 2007 €552.000,00, το Σεπτέμβριο του 2010 €535.000,00 και τον Ιανουάριο του 2018 €442.000,00. Είναι χρήσιμο σε αυτό το στάδιο να σημειωθεί πως μετά το τέλος της αντεξέτασης του ΜΥ3 ο δικηγόρος της Ενάγουσας δήλωσε ότι αυτή αποδέχεται τις αξίες που έδωσε ο ΜΥ3 για το ακίνητο κατά το Σεπτέμβριο του 2010 και Ιανουάριο του 2018, ως εκ τούτου παρέμεινε ως αμφισβητούμενη μόνο η αξία που καθόρισε ο ΜΥ3 για το Δεκέμβριο του 2007. Ο ΜΥ3 εξήγησε πως έλαβε γνώση της εκτίμησης - Τεκμήριο 7 - που ετοίμασε ο συνάδελφος του, ΜΕ2, και εξέφρασε τη διαφωνία του με την προσέγγιση που ο τελευταίος υιοθέτησε, εξηγώντας πως παρ΄ ότι για το 2010 και για το 2018 ο ΜΕ2 έκανε γενική αναπροσαρμογή των δεικτών, που είναι ένας οδηγός, ωστόσο για να δοθεί η πραγματική αξία θα πρέπει να υπάρχουν συγκριτικές πωλήσεις οι οποίες να βασίζονται σε κοντινές χρονικές περιόδους και όχι σε μεγάλη χρονική διαφορά. Ο Κχχχχχ Πχχχχχ αντεξετάσθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 26, το οποίο αποτελεί βεβαίωση από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι ο λόγος που εκδόθηκε η εν λόγω βεβαίωση ήταν επειδή το ζήτησε ο διευθυντής των Εναγόμενων χωρίς να αναφέρει στην τράπεζα το λόγο που το ζήτησε. Εξήγησε ακόμη ότι η έννοια του "good standing" που αναφέρεται στο Τεκμήριο 26 δεν συνδέεται με κάποιο ποσό διαθέσιμο αλλά ότι επρόκειτο για πελάτες που ήταν αξιόπιστοι για δοσοληψία, δεν είχε όμως αυτή η αναφορά την έννοια βεβαίωσης ότι οι Εναγόμενοι μπορούσαν να εκτελέσουν έργα €1.000.000,00 έως €1.250.000,00, ούτε και ήταν εγγύηση για τον πελάτη. Ο Μχχχχχ Χχχχχχχχχχχ επίσης αντεξετάσθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 27, το οποίο συνιστά επιστολή ημερομηνίας 22.10.2010 που δόθηκε από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, κατόπιν αιτήματος των Εναγόμενων, με την οποία βεβαιώνεται ότι οι Εναγόμενοι διατηρούν λογαριασμό στην εν λόγω τράπεζα από το έτος 2008 και πως η μέχρι τώρα συνεργασία υπήρξε ικανοποιητική. Ξεκαθάρισε ο μάρτυρας πως η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν γνώριζε για ποιο σκοπό ζητήθηκε η εν λόγω επιστολή και ούτε πως χρησιμοποιήθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Παρουσίασε ο μάρτυρας και το Τεκμήριο 50 το οποίο συνιστά ολοκληρωμένη κατάσταση λογαριασμού τον οποίο διατηρούσαν οι Εναγόμενοι στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και στον οποίο αναφέρεται το Τεκμήριο 39. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο ως κατ' εξοχήν αρμόδιο όργανο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε, με κάθε δυνατή προσοχή, τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στη δίκη, ειδικότερα τον τρόπο κατάθεσης και την όλη συμπεριφορά τους κατά τη βάσανο της αντεξέτασης (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται για τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη τυχόν υπερβολών, την ύπαρξη αντιφάσεων ή μη, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή το αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται. Στη Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.». Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας κάποιων μαρτύρων να είναι τέτοιο που δεν προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτοί να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή ανάπλαση των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων είναι επισφαλής. Καθίσταται αντιληπτό, μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πως οι μάρτυρες Κχχχχχ Πχχχχχχχχ και Μχχχχχ Χχχχχχχχχ δεν έχουν συμφέρον στην έκβαση ή στο αποτέλεσμα της υπόθεσης, ως ανεξάρτητα πρόσωπα που είναι. Τα εν λόγω πρόσωπα είναι τραπεζικοί υπάλληλοι και καθηκόντως μαρτύρησαν για τα όσα γνωρίζουν ως προς το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 26, 27 και 50 που εκδόθηκαν από τις τράπεζες που εργάζονται. Διαφάνηκε πως ήταν πρόθυμοι να διαφωτίσουν το Δικαστήριο και να δώσουν εξηγήσεις που τους ζητήθηκαν σχετικά με τους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι. Δεν διαπιστώθηκε προσπάθεια αλλοίωσης του περιεχομένου των προαναφερομένων Τεκμηρίων ή απόδοσης εξωπραγματικής ερμηνείας για το περιεχόμενο τους. Χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Οι ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΥ2 και ΜΥ3 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, ειδικότερα, οι ΜΕ2 και ΜΥ3 ως εκτιμητές, για την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου και οι ΜΕ1 και ΜΥ2 ως πολιτικοί μηχανικοί, για το χρόνο που χρειαζόταν για να ολοκληρωθεί το επίδικο έργο ή μέρος αυτού και κατά πόσο ήταν εφικτή η ανέγερση των οικοδομημάτων της αντιπαροχής ανεξάρτητα και ξεχωριστά από ολόκληρη την ενιαία ανάπτυξη που συμφώνησαν οι Εναγόμενοι να κατασκευάσουν. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746 αναφέρθηκε ότι: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works ν. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades ν. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Συνεχίζοντας στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται πως: «Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic ν. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία.» Επισημαίνεται βέβαια ότι η εξ' ακοής μαρτυρία είναι πλέον αποδεκτή και εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να αποφανθεί αν θα την κρίνει αξιόπιστη, και κατ' επέκταση να την αποδεχθεί. Σε πιο πρόσφατη νομολογία, στην υπόθεση Ανδρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 162/2014 ημερομηνίας 02.05.2017 επαναλήφθηκαν επί της ουσίας τους οι καθοδηγητικές γραμμές επί των οποίων εδράζεται η αξιολόγηση πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων. Λέχθηκε ότι: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Το Δικαστήριο σημειώνει εξ' αρχής πως τόσο τα προσόντα και οι γνώσεις, γενικότερα η εμπειρογνωμοσύνη για την οποία κλήθηκαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες να καταθέσουν, δεν αμφισβητήθηκαν αλλά ούτε και η εμπειρία τους στην άσκηση του επαγγέλματος τους. Η διαφωνία αφορά στο αποτέλεσμα και τη γνώμη τους. Κατόπιν σχετικής μελέτης οι ΜΕ2 και ΜΥ3 ετοίμασαν σχετικές εκτιμήσεις, και οι ΜΕ1 και ΜΥ2 γνωμάτευση και βεβαίωση περί των θέσεων τους, τις οποίες παρουσίασαν και υποστήριξαν κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Αποδείχθηκε ότι πρόκειται για μάρτυρες πραγματογνώμονες, αφού όλοι τους επισκέφθηκαν το επίδικο ακίνητο, πριν εκφράσουν τη γνώμη τους γραπτώς. Συνακόλουθα, των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο κρίνει πως νομιμοποιείται να τους αποδεχθεί και τους αποδέχεται ως πραγματογνώμονες, εμπειρογνώμονες. Προβάλλει αναγκαίο όπως στη συνέχεια γίνει διαχωρισμός σε δύο κατηγορίες στην αξιολόγηση των προαναφερόμενων μαρτύρων λόγω της διαφορετικότητας στα αντικείμενα για τα οποία κατέθεσαν. Προκύπτει ότι οι ΜΕ1 και ΜΥ2 δεν διαφωνούν ως προς το χρόνο που θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το έργο ως ενιαία ανάπτυξη ή ενιαίο οικοδόμημα, αφού και οι δύο καθόρισαν ως αναγκαίο χρόνο τους 13 μήνες με υπερωρίες. Ωστόσο ο ΜΕ1 υποστήριξε την άποψη και τη θέση ότι το αντικείμενο της αντιπαροχής δεν θα μπορούσε να ανεγερθεί και να ολοκληρωθεί ανεξάρτητα από το ενιαίο και πλήρες οικοδόμημα, το οποίο αποτελείται από 4 blocks, και κυρίως δεν θα μπορούσε να κατασκευαστεί ξεχωριστά το block A, στο οποίο περιλαμβάνονταν τα κτίρια της αντιπαροχής, σύμφωνα με την υφιστάμενη άδεια οικοδομής, εκτός και αν άλλαζαν τα στατικά σχέδια που κάτι τέτοιο απαιτούσε την τροποποίηση της άδειας οικοδομής, γεγονός που θα επέφερε κάποια καθυστέρηση, συνεπώς και γι΄ αυτό το λόγο δεν θα ήταν εφικτή η ολοκλήρωση του αντικειμένου της αντιπαροχής σε 3 μήνες. Η μαρτυρία-θέση του ΜΥ2 ήταν αντίθετη, υποστήριξε τη γνώμη ότι η κατασκευή των οικοδομημάτων της αντιπαροχής θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε 3 μήνες, ως επίσης ήταν εφικτή και η ανεξάρτητη ή ξεχωριστή ανέγερσή τους χωρίς να απαιτείτο τροποποιητική άδεια οικοδομής. Η προσπάθεια των δύο μαρτύρων για την ικανοποίηση του Δικαστηρίου και αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεων είναι πλήρως σεβαστή και κατανοητή, ωστόσο το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγεί στη συνέχεια, δεν αποδέχεται τη θέση και μαρτυρία του ΜΥ
  1. Κατ΄ αρχήν ο ΜΥ2 δεν υπέδειξε ότι επί των αρχιτεκτονικών σχεδίων ή στατικών σχεδίων των οικοδομημάτων της ενιαίας ανάπτυξης προνοείτο ή ήταν επιτρεπτό να γίνει ανεξάρτητη ανέγερση των οικοδομημάτων της αντιπαροχής, που σημειωτέον ήταν μέρος του block A, χωρίς την τροποποίησή τους, δεδομένου ότι ο τρόπος που εισηγήθηκε ή εξήγησε ότι θα μπορούσε αυτό να γίνει προϋπέθετε προσθήκη νέου δοκού -υποστυλώματος - που δεν περιλαμβάνονταν στα σχέδια τα οποία εγκρίθηκαν, βάσει των οποίων εκδόθηκε η πολεοδομική άδεια και η άδεια οικοδομής. Η αντίθετη θέση του ΜΕ1 κρίνεται πιο πειστική και εν πάση περιπτώσει δεν αντικρούστηκε με ισχυρότερη από τη δική του μαρτυρία. Ό,τι θα μπορούσε να συμβεί είναι η παρουσίαση μαρτυρίας από το Τμήμα Πολεοδομίας η οποία να επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του ΜΥ
  2. Βέβαια τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε ούτε για την επιβεβαίωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, ωστόσο στην περίπτωση του τελευταίου, αυτός επικαλέστηκε τα σχέδια που εγκρίθηκαν και προς τούτο δεν αμφισβητήθηκε. Ως μη αποδεκτή κρίνεται και η μαρτυρία του ΜΥ2, ότι το αντικείμενο της αντιπαροχής ήταν δυνατό να ολοκληρωθεί σε 3 μήνες από την έναρξη των εργασιών. Πρόκειται για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν έδωσε χρονική ανάλυση των επιμέρους εργασιών ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι ήταν εφικτό να γίνει το block A το οποίο θα αποτελείτο από επτά διαμερίσματα, πέραν του ενός καταστήματος και ενός διαμερίσματος που ήταν το αντικείμενο της αντιπαροχής. Η προσπάθεια του ΜΥ2 να ενισχύσει τη θέση του λέγοντας ότι αυτό ήταν εφικτό αν οι εργασίες γίνονταν με υπερωρίες δεν περισώζει την αδυναμία που προκύπτει εύλογα από το σύντομο χρονικό διάστημα που αυτός προσδιόρισε, δεδομένου επίσης ότι κάτι τέτοιο προϋπόθετε και παύση των εργασιών λόγω της αναγκαιότητας εξασφάλισης τροποποιητικής ή καλυπτικής άδειας, μιας και το θέμα της διεξαγωγής των εργασιών συνδέθηκε και από τον ίδιο με τη νομιμότητα και δη μετά από εξασφάλιση άδειας οικοδομής. Αναφορικά με τους ΜΕ2 και ΜΥ3 οι οποίοι κατέθεσαν για την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, υπενθυμίζεται πως οι αξίες που έδωσε ο ΜΥ3 για το Σεπτέμβριο του 2010 και τον Ιανουάριο του 2018 έγιναν αποδεκτές από την πλευρά της Ενάγουσας. Ό,τι παρέμεινε ως αντικείμενο διαφωνίας είναι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κατά το Δεκέμβριο του 2007, όταν συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία αντιπαροχής. Με κάθε σεβασμό στη μελέτη και την παρουσίαση που ο ΜΕ2 προέβη, το Δικαστήριο αποδέχεται ως πιο αντικειμενική και ασφαλή την εκτίμηση που έδωσε ο ΜΥ3 ως προς την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κατά το Δεκέμβριο του
  3. Κρίνεται πως η βάση των όσων έλαβε υπόψη του ο ΜΥ3 ήταν πιο αντικειμενική και ασφαλής με λιγότερα περιθώρια λάθους. Κατ' αρχήν η στήριξη της γνώμης του ΜΥ3 στη συγκριτική μέθοδο αποτελεί ένα πρώτο θετικό και καθοριστικό στοιχείο, έστω ότι έλαβε υπόψη του συγκεκριμένες πωλήσεις που χρονικά δεν ήταν πολύ κοντά στο χρόνο της συμφωνίας αντιπαροχής, έχοντας κάνει όμως τις αναγκαίες αναπροσαρμογές. Επιπρόσθετα επισημαίνεται πως οι αξίες που ο ΜΥ3 κατέληξε για το μήνα Σεπτέμβριο του 2010 και Ιανουάριο του 2018, και οι οποίες έγιναν αποδεκτές, ήταν βασισμένες στη συγκριτική μέθοδο την οποία κατά τον ίδιο τρόπο και λογική εφάρμοσε και για τον Δεκέμβριο του
  4. Από την πλευρά του ο ΜΕ2 στηρίχθηκε στο ποσό που συμφωνήθηκε το αντικείμενο της αντιπαροχής αλλά και σε δείκτη τιμών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αναφορικά με τιμές οικιών και διαμερισμάτων και όχι οικοπέδων ως είναι το επίδικο ακίνητο. Επιπλέον σημειώνεται πως η ορθότητα να ληφθούν υπόψη και άλλες συγκριτικές πωλήσεις, όπως έπραξε ο ΜΥ3 με τις αναγκαίες βέβαια αναπροσαρμογές, επιβαλλόταν και από το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για αμιγή πώληση αλλά για συμφωνία αντιπαροχής με κάποια μικρά έστω διαφορετικά στοιχεία ως προς τον καθορισμό της αξίας της, που αποτελούν ιδιαιτερότητες. Αναφορικά με τον ΜΕ3, σύζυγο της Ενάγουσας, αναπόφευκτα η μαρτυρία του επιβάλλεται να συγκριθεί και αντιπαρατεθεί με τη μαρτυρία του ΜΥ1 - διευθυντή των Εναγόμενων - ενόψει του ότι επί των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης, τουλάχιστο σε μεγάλο μέρος αυτών, η μαρτυρία τους προβάλλει συγκρουόμενη, και ταυτόχρονα σε πολύ σημαντικό βαθμό καθοριστική στην εκδοχή που οι διάδικοι προωθούν. Οφείλει το Δικαστήριο να επισημάνει εξ αρχής ότι η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων αντικρίστηκε με την αναγκαία επιφυλακτικότητα και προσοχή, δεδομένου ότι αυτοί ως άμεσα συνδεδεμένοι με τους διαδίκους έχουν κάθε λόγο να υποστηρίζουν με μαρτυρία τη δικογραφημένη εκδοχή των τελευταίων, η επιτυχία της οποίας θα επιφέρει ενδεχομένως ανάλογα και όφελος προς αυτούς, είτε ως προς τις διεκδικήσεις είτε ως προς τις υπερασπιστικές γραμμές. Βέβαια αν το όφελος σχετίζεται με τη δικαίωση των θέσεων των διαδίκων, κατόπιν αξιολογικής κρίσης του Δικαστηρίου, αυτό είναι θεμιτό και αναμενόμενο, ούτως ή άλλως ένας εκ των δύο διαδίκων αναμένεται ότι θα επιτύχει έστω κατ΄ ελάχιστο ή σε κάποιο βαθμό αν όχι πλήρως στις θέσεις του. Έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες σκέψεις καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας των ΜΕ3 και ΜΥ1, αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, το Δικαστήριο έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 διέπεται από στοιχεία αξιοπιστίας και ως εκ τούτου την αποδέχεται, ενώ αντίθετα η μαρτυρία και εκδοχή του ΜΥ1 προβάλλει μη πειστική. Οι λόγοι για το προειρημένο συμπέρασμα εξηγούνται στη συνέχεια. Ο ΜΕ1 υπήρξε σταθερός και επεξηγηματικός στη μαρτυρία του η οποία είχε συνοχή και συνέπεια. Σε κάθε περίπτωση υποστηρίχθηκε με τα ανάλογα Τεκμήρια. Ειδικότερα το Δικαστήριο πείσθηκε πως μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας αντιπαροχής δεν είχε αρχίσει καμία ουσιαστική οικοδομική εργασία επί του επίδικου οικοπέδου, κάτι που επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες - Τεκμήριο 5 - που ο ΜΕ3 παρουσίασε στο Δικαστήριο τις οποίες τράβηξε εκείνη την ουσιώδη χρονική στιγμή, και οι οποίες φέρουν και την ημερομηνία που τραβήχτηκαν και όχι πολύ μεταγενέστερα ως έπραξε ο ΜΥ1 με τις φωτογραφίες - Τεκμήριο
  5. Άλλωστε ως και ο ΜΥ3 μαρτύρησε, που είναι ο πολιτικός μηχανικός του έργου, η έναρξη των εργασιών έγινε περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2010, πάντως δεν εννοούσε ότι ήταν την 1η ή 2η Σεπτεμβρίου, συνεπώς επιβεβαιώνεται έμμεσα η μαρτυρία του ΜΕ3 ότι πριν τον τερματισμό δεν είχε γίνει οτιδήποτε αλλά οι Εναγόμενοι προσέτρεξαν μετά τον τερματισμό να καλύψουν την αδράνειά τους. Μία άλλη θέση των Εναγόμενων, εκφρασθείσα από τον ΜΥ1 κατά τη δίκη, συνδεδεμένη με τα προαναφερόμενα, είναι πως αυτοί εκπλήρωσαν μέχρι τον τερματισμό τα συμφωνηθέντα και πως οι εργασίες στην υπό ανέγερση οικοδομή προχωρούσαν κανονικότατα, με πρόθεση να παραδοθεί στην Ενάγουσα κατά τη συμφωνηθείσα ημέρα το αντικείμενο της αντιπαροχής, ωστόσο τα στοιχεία που αυτός παρουσίασε δεν ήταν αρκούντως ικανοποιητικά. Κατ΄ αρχήν τιμολόγια ή αποδείξεις - Τεκμήρια 33, 34 - φέρουν ημερομηνία μετά τον τερματισμό της συμφωνίας αντιπαροχής από την Ενάγουσα, γεγονός που συνηγορεί, ελλείψει άλλης πειστικής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου που να επεξηγεί για το αντίθετο, πως τα υλικά που αναφέρονται σε αυτά παραγγέλθηκαν και μεταφέρθηκαν μετά τον τερματισμό, ως είναι και η μαρτυρία του ΜΕ3 και εκδοχή της Ενάγουσας, και τούτο προφανώς σε μια προσπάθεια να πείσουν οι Εναγόμενοι τότε την Ενάγουσα ότι το έργο άρχισε και θα προχωρούσε. Επιπλέον κρίνεται πως, η θέση περί του ότι μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας αντιπαροχής δεν είχε γίνει ουσιαστικά οτιδήποτε το ενδεικτικό για προώθηση και ολοκλήρωση των εργασιών, εντός των συμφωνηθέντων χρονικών πλαισίων, ήτοι μέχρι 21.11.2010, ενισχύεται και από το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 19 - που απέστειλαν οι δικηγόροι των Εναγόμενων σε απάντηση της επιστολής τερματισμού, στην οποία δεν γίνεται αναφορά σε εκτελεσθείσες εργασίες, αντίθετα, γίνεται αναφορά περί πρόθεσης μεταφοράς υλικών κ.λ.π. εντός των επόμενων ημερών για έναρξη των εργασιών. Στο ίδιο πνεύμα και ίδια αντιμετώπιση παρατηρείται πως υπήρξε και όταν οι Εναγόμενοι πολύ νωρίτερα του τερματισμού δεν αντέδρασαν στην επιστολή του συνηγόρου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 08.07.2010 - μέρος του Τεκμηρίου 17- χωρίς να προβάλλουν θέση περί έναρξης των εργασιών και εξέλιξης ή προώθησης τους. Αναμενόταν επίσης μετά την επιστολή ημερομηνίας 08.07.2010 και πάντως πριν τον τερματισμό να ενημέρωναν την Ενάγουσα περί της ετοιμότητας να προχωρήσουν τις εργασίες και ότι είχαν συμφωνήσει με εργοληπτική εταιρεία στις 23.08.2010 - βλέπε Τεκμήριο
  6. Δεν φαίνεται όμως να ήταν αυτή η πραγματικότητα και γι' αυτό δεν ενήργησαν ως ανωτέρω. Η εργοληπτική εταιρία την οποία οι Εναγόμενοι φαίνεται ότι διόρισαν είναι συνδεόμενη μαζί τους, ανήκει στον ΜΥ1 και τα αδέλφια του. Το Δικαστήριο διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις για την ημερομηνία καταρτισμού της εν λόγω συμφωνίας και δεν αποδέχεται ότι συνάφθηκε σε ανύποπτο χρόνο αλλά αποτελεί κατασκεύασμα μεταγενέστερα του τερματισμού προς αντίκρουση, ανεπιτυχώς βέβαια, των δεδομένων που είχαν δημιουργηθεί. Μαρτύρησε επίσης ο ΜΕ3 ότι οι Εναγόμενοι, μέσω του ΜΥ1, εξέφρασαν σ΄ αυτόν και την Ενάγουσα τη θέση ότι υπήρχε δυσκολία δανειοδότησης που κατ΄ επέκταση θα έδινε την ευχέρεια για έναρξη, προώθηση και ολοκλήρωση του έργου. Ο ΜΥ1 απέρριψε την εν λόγω μαρτυρία, και υποστήριξε τη θέση πως οι Εναγόμενοι είχαν την οικονομική ευχέρεια να ολοκληρώσουν το έργο χωρίς να χρειάζονται δανειοδότηση. Το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο έντονης διαμάχης κατά τη δίκη, με την εμπλοκή των δύο ανεξάρτητων μαρτύρων, τραπεζικών υπαλλήλων. Ό,τι έχει αποκομίσει το Δικαστήριο ως απαύγασμα από τη σχετική μαρτυρία είναι πως άνεση οικονομική για ολοκλήρωση του έργου δεν υπήρχε εκ μέρους των Εναγόμενων. Το κόστος δεν ήταν μικρό, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγόμενων δεν δικαιολογείται συμπέρασμα ότι υπήρχε η αναγκαία ρευστότητα χωρίς δανειοδότηση. Άλλωστε το γεγονός ότι δεν υπήρχε οικονομική άνεση εκ μέρους των Εναγόμενων επιβεβαιώθηκε και εκ των πραγμάτων και γεγονότων που ακολούθησαν, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, αμέσως μετά τη μεταβίβαση επ΄ ονόματι των Εναγόμενων των 60/100 μεριδίων, οπότε και εγγράφηκε εκ μέρους τους υποθήκη προς όφελος της τράπεζας Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λίμιτεδ, αλλά και άλλων επιβαρύνσεων μεταγενέστερα, ως προκύπτει από τα πιστοποιητικά έρευνας του Κτηματολογίου - Τεκμήρια 22 και
  7. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο παρατηρεί πως ο ΜΕ3 υπήρξε, μέσα από τη δοκιμαστική διαδικασία κλονισμού της αξιοπιστίας του, την αντεξέταση, ακλόνητος, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και χωρίς να αναιρέσει την ουσία των λόγων του, ειδικότερα στη μαρτυρία που αφορούσε γεγονότα προερχόμενα από τη δική του αντίληψη που ήταν και τα περισσότερα. Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνεται πως ο ΜΥ1 μέσα από τη μαρτυρία του δεν προσκόμισε τέτοια στοιχεία πειστικά προς αντίκρουση των ουσιαστικών πτυχών της μαρτυρίας του ΜΕ
  8. Παρουσίασε ο ΜΥ1 τις φωτογραφίες - Τεκμήριο 35 - τις οποίες τράβηξε το
  9. Το περιεχόμενο τους δεν ενισχύει όμως τη θέση των Εναγόμενων. Ο κρίσιμος χρόνος είναι ο Σεπτέμβριος του
  10. Επίσης παρατηρείται ότι καμία άλλη μαρτυρία αντέκρουσε τη θέση του ΜΕ3 περί του ότι ούτε διαφημιστικές πινακίδες τοποθετήθηκαν επί του επίδικου ακινήτου προς διαφήμιση του έργου. Σε κάθε περίπτωση βέβαια το στοιχείο αυτό, είτε γίνει αποδεκτή η θέση του ΜΕ3 είτε του ΜΥ1, δεν έχει τη βαρύτητα που του αποδόθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας, καθότι η διαφήμιση του συμφωνηθέντος να κατασκευαστεί έργου έστω και αν δεν έγινε στο χώρο του επίδικου ακινήτου με την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων, δεν αποκλείει χωρίς άλλο να έγινε εκ μέρους των Εναγόμενων με άλλα μέσα και με άλλους τρόπους, ταυτόχρονα όμως έστω ότι αυτό έγινε δεν σημαίνει και την έναρξη των εργασιών και ολοκλήρωση του έργου εντός του συμφωνηθέντος πλαισίου που είναι το ζητούμενο στην υπόθεση. Εν' όψει των προαναφερόμενων το Δικαστήριο φρονεί πως θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχθεί τη μαρτυρία και την εκδοχή που ο ΜΥ1 παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν την αποδέχεται. Ευρήματα Με βάση τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία και την πιο πάνω αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως αυτά διατυπώνονται στη συνέχεια. Η Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι σύναψαν στις 13.12.2007 συμφωνία με τίτλο ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΤΗΡΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ/ΕΓΓΡΑΦΟ ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗΣ - Τεκμήριο
  11. Οι Εναγόμενοι καθορίστηκαν στην προαναφερόμενη συμφωνία ως η «Α Συμβαλλόμενη» και η Ενάγουσα καθορίστηκε ως η «Β Συμβαλλόμενη». Συμφωνήθηκαν, με βάση το Τεκμήριο 8 μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, τα οποία παρατίθενται αυτούσια ως έχουν διατυπωθεί στους όρους της σχετικής συμφωνίας: «
  12. Η «B Συμβαλλόμενη» πωλεί το 90% του ακινήτου (θα καλείται το πωλούμενο) στην «Α Συμβαλλόμενη και η Α Συμβαλλόμενη αγοράζει το πωλούμενο και η Α Συμβαλλόμενη συμφωνεί όπως με δικά της αποκλειστικά έξοδα και δαπάνες προβεί σε ενιαία ανάπτυξη του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου και στην ανέγερση ενός συγκροτήματος πλήρως αποπερατωμένων διαμερισμάτων και καταστήματος μαζί με τους απαραίτητους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και εγκαταστάσεις και έργα τα οποία θα απαιτηθούν από τις αρμόδιες αρχές.
  13. Ως αντάλλαγμα για την πιο πάνω πώληση η «Α Συμβαλλόμενη» αναλαμβάνει: α) Να ανεγείρει και παραδώσει στην «Β Συμβαλλόμενη» (α) 1 κατάστημα 80 τ/μ κλειστού καλυμμένου χώρου στο ισόγειο και (β) 1 διαμέρισμα στον 1ον όροφο ακριβώς άνωθεν του καταστήματος της αντιπαροχής 80 τ/μ κλειστού καλυμμένου χώρου και που το κάθε ένα θα έχει το δικό του ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Το κατάστημα και το διαμέρισμα της αντιπαροχής θα βρίσκονται στην πρόσοψη επί της Λεωφόρου χχχχχχ.
  14. Η αντιπαροχή που θα λάβει η «Β Συμβαλλόμενη» από την «Α Συμβαλλόμενη» για την πώληση του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου της θα είναι ΛΚ 175,000 σε μετρητά και 1 κατάστημα 80 τ/μ και 1 διαμέρισμα 80 τ/μ αξίας ΛΚ 135,000= τα οποία θα κατασκευαστούν στο μέρος του συγκροτήματος όπως δεικνύεται στο επισυναπτόμενο «Παρτάρτημα Α» και σύμφωνα με τους τεχνικούς όρους που επισυνάπτονται ως «Παράρτημα Β» και τα οποία θα αποκτήσουν ξεχωριστό πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας και θα είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της «Β Συμβαλλόμενης». Είναι κατανοητό μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι για την πλήρη εκτέλεση των υποχρεώσεων της δυνάμει της παρούσας συμφωνίας η «Α Συμβαλλόμενη» θα πρέπει να ολοκληρώσει ολόκληρη την ανάπτυξη του ακινήτου σύμφωνα με την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής που θα εξασφαλιστεί με αποκλειστικά δικά της έξοδα και θα πρέπει να εξασφαλιστεί πιστοποιητικό έγκρισης για ολόκληρη την ενιαία ανάπτυξη του ακινήτου και θα πρέπει να εξασφαλίσει την έκδοση ξεχωριστών πιστοποιητικών εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας για το κατάστημα και το διαμέρισμα εγγεγραμμένα στο όνομα της «Β Συμβαλλόμενης» με αποκλειστικά έξοδα της Α Συμβαλλόμενης.
  15. Η «Α Συμβαλλόμενη» υποχρεούται να αποπερατώσει πλήρως και να παραδώσει όλα τα οικοδομήματα αντιπαροχής ως περιγράφονται ανωτέρω εντός 18 μηνών από της εκδόσεως της πολεοδομικής άδειας και εντός 2 χρόνων, το αργότερο, από την παράδοση υποχρεούται όπως εκδώσει τους σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας των οικοδομημάτων αντιπαροχής επ΄ ονόματι της «Β Συμβαλλομένης». Η Α ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΗ θα δικαιούται παράταση του χρόνου παράδοσης των οικοδομημάτων της αντιπαροχής ανάλογης με το χρόνο διάρκειας του συμβάντος σε περίπτωση πολέμου ή άλλου γεγονότος έκτακτης ανάγκης και/ή απεργίας και/ή γεγονότος πέρα του ελέγχου της Α ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ και/ή σε περίπτωση καταστάσεων force majeure.
  16. Όλοι οι όροι της παρούσας συμφωνίας είναι ουσιώδεις.» Μετά τη σύναψη της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι κατόπιν σχετικής αίτησης, που υποβλήθηκε στο όνομα της Ενάγουσας, εξασφάλισαν την 21.05.2009 πολεοδομική άδεια - Τεκμήριο 2 - για ανέγερση 22 διαμερισμάτων και ενός καταστήματος συνιστώντα τέσσερα δομικά τετράγωνα-blocks. Την 02.06.2010 οι Εναγόμενοι, αφού κατέβαλαν τα νενομισμένα τέλη, πήραν την άδεια οικοδομής ημερομηνίας 01.06.2010 - Τεκμήριο 3 - για το προαναφερόμενο έργο. Η Ενάγουσα την 08.07.2010 μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή - μέρος του Τεκμηρίου 17 - στους Εναγόμενους ζητώντας την προώθηση και ολοκλήρωση του έργου προς εκπλήρωση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, εφιστώντας ταυτόχρονα την προσοχή τους στη θέση της ότι αυτοί ήδη βρίσκονταν σε προκαταβολική παράδοση, ενόψει του ότι δεν είχαν αρχίσει ακόμη εργασίες επί του ακινήτου και ο συμφωνημένος χρόνος παράδοσης των οικοδομημάτων της αντιπαροχής, πλησίαζε. Οι Εναγόμενοι δεν αντέδρασαν στην εν λόγω επιστολή της Ενάγουσας ούτε και προέβησαν σε έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Στις 02.09.2010 η Ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή - μέρος του Τεκμηρίου 18 - στους Εναγόμενους με την οποία τερμάτισε την επίδικη συμφωνία αντιπαροχής, επικαλούμενη προκαταβολική παράβαση εκ μέρους των Εναγόμενων. Οι Εναγόμενοι απέστειλαν προς την Ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων τους, επιστολή ημερομηνίας 03.09.2010 - Τεκμήριο 19 - απορρίπτοντας τις προβαλλόμενες από την Ενάγουσα θέσεις και λόγους καταγγελίας της μεταξύ τους συμφωνίας, ενημερώνοντας ταυτόχρονα ότι στις επόμενες μέρες είχαν προγραμματίσει τη μεταφορά των αναγκαίων μηχανημάτων και εξοπλισμού αλλά και υλικών για την έναρξη των εργασιών για την ανέγερση του έργου το οποίο ήταν εφικτό, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, να αποπερατωθεί εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, που ήταν η 21.11.
  17. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας πέραν των ενεργειών για έκδοση της πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής οι οποίες εξασφαλίστηκαν, οι Εναγόμενοι στο επίπεδο των κατασκευαστικών έργων δεν είχαν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια επί του επίδικου ακινήτου, και πως προκαταρκτικές εργασίες έγιναν περί τις 16 - 18 Σεπτεμβρίου 2010 ως εμφαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5 οι οποίες φέρουν ημερομηνία 16.09.
  18. Περαιτέρω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ήταν, κατά το Δεκέμβριο του 2007 €552.000,00, κατά το Σεπτέμβριο του 2010 €535.000,00 και κατά τον Ιανουάριο του 2018 €442.000,
  19. Μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας η Ενάγουσα είχε πληρωθεί το ποσό των ΛΚ175.000,00, ήτοι €299.005,25, και αυτή είχε μεταβιβάσει στους Εναγόμενους, βάσει των συμφωνηθέντων όρων της επίδικης συμφωνίας αντιπαροχής, 60/100 μερίδια του επίδικου ακινήτου. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλέπε υπόθεση ΜΑΡΣΕΛ ν. ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ 1858). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στην Ενάγουσα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς της οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και στους Εναγόμενους να αποδείξουν τους ισχυρισμούς επί της Ανταπαίτησης τους. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Η διαφωνία των διαδίκων έχει έρεισμα την επίδικη συμφωνία αντιπαροχής ημερομηνίας 13.12.2007 - Τεκμήριο 8. Κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά στις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων και το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από τη διακρίβωση - διαπίστωση της πρόθεσης των μερών η οποία πρέπει να απορρέει από το έγγραφο. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται, ως έχει νομολογηθεί, η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (βλέπε υπόθεση Σ. Οικονόμου κ.ά. ν. Γ. Α. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Στην υπόθεση Θ. Λαζούρας ν. Κ. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168 επαναλήφθηκε η αρχή πως η ερμηνεία εγγράφων είναι νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Ως επίσης παραπομπή γίνεται και στην υπόθεση Marcou v. Theothorou
(1984)1 C.L.R. 635 όπου τονίστηκε η αρχή πως είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η βάση της απαίτησης της Ενάγουσας είναι η προκαταβολική παράβαση της επίδικης συμφωνίας αντιπαροχής και κατ' επέκταση ότι ακολούθησε νόμιμος τερματισμός της, ο οποίος δίδει δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικεί τις αιτούμενες θεραπείες και/ή αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες. Από την πλευρά των Εναγομένων αξιώνονται αποζημιώσεις και θεραπείες στη βάση της εκδοχής τους ότι ο τερματισμός δεν ήταν νόμιμος. Στην υπόθεση Νεοφύτου v. Elma Holdings Ltd
(2013)1 A.A.Δ 1807, λέχθηκε ότι: «Η λεγόμενη προκαταβολική παράβαση σύμβασης (anticipatory breach of contract) δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά παράβαση της σύμβασης η οποία διενεργείται με κάποια πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά, η οποία εκδηλώνεται πριν από την έλευση της προκαθοριζόμενης από την ίδια τη σύμβαση ημερομηνίας ολοκλήρωσης της.» Συμπεράσματα Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων κρίνεται ότι, η Ενάγουσα απέδειξε ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία αντιπαροχής, κατά την 02.09.2010 εφ' όσον οι Εναγόμενοι πέραν της εξασφάλισης πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής δεν είχαν αρχίσει τα κατασκευαστικά έργα επί του επίδικου ακινήτου, παρά μόνο περί τις 16-18 Σεπτεμβρίου και δη μετά τον τερματισμό, όταν ο συμφωνημένος χρόνος παράδοσης του αντικειμένου της αντιπαροχής που ήταν ένα κατάστημα 80 τ.μ. και ένα διαμέρισμα επίσης 80 τ.μ. καθορίστηκε σε 18 μήνες από τη λήψη της πολεοδομικής άδειας, η οποία λήφθηκε την 21.05.2009, έληγε την 21.11.2010, ο δε χρόνος που απέμεινε ήταν περί τις 80 μέρες. Υπό αυτές τις περιστάσεις εύλογα η Ενάγουσα δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι Εναγόμενοι δεν θα ολοκλήρωναν τα οικοδομήματα της αντιπαροχής εντός των συμφωνηθέντων χρονικών πλαισίων. Προκύπτει ξεκάθαρα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα πως δεν ήταν η περίπτωση όπου μεγάλο ή ουσιαστικό μέρος του κατασκευαστικού έργου είχε συμπληρωθεί και θα ήταν παράλογο να τερματισθεί η σχετική συμφωνία, προκειμένου να μην προκληθεί αδικία στον αντισυμβαλλόμενο. Αναλυτική και πιο λεπτομερής συζήτηση για την ουσιαστική εκπλήρωση μίας σύμβασης γίνεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» του Π. Γ. Πολυβίου, 2014 Τόμος Β, σελίδα 650 στο οποίο το Δικαστήριο παραπέμπει. Περαιτέρω προστίθεται στο σκεπτικό του Δικαστηρίου και το γεγονός ότι ο τερματισμός της συμφωνίας κατά το χρόνο που επήλθε δεν ήταν για τους Εναγόμενους κεραυνός εν αιθρία, αφού η Ενάγουσα είχε αποστείλει σε αυτούς επιστολή ημερομηνίας 08.07.2010, - μέρος του Τεκμηρίου 17 - εφιστώντας την προσοχή τους για την αδράνεια που παρουσιαζόταν, δηλώνοντας ξεκάθαρα τις προθέσεις της και την επιμονή της, όπως πάντοτε, στην εκπλήρωση των συμφωνηθέντων στα χρονικά πλαίσια που καθορίστηκαν μέσα από τη συμφωνία, δίδοντας τον εύλογο χρόνο μέχρι την 01.09.2010 για έναρξη των εργασιών, αλλά και για την ολοκλήρωση τους, πλην όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση είτε υπό τύπο απαντητικής επιστολής είτε έναρξης των εργασιών. Είχε η Ενάγουσα άλλωστε κατά νου και τη θέση των Εναγόμενων, εκφρασθείσα από τον ΜΥ1, ότι υπήρχε οικονομική δυσκολία στην προώθηση του έργου άμεσα. Επισημαίνεται πως οι θέσεις των Εναγόμενων περί διαβεβαίωσης της Ενάγουσας και του ΜΕ3, συζύγου της, ότι δεν θα επέμεναν στον τερματισμό δεν γίνονται αποδεκτές, εν' όψει της μη αποδοχής της μαρτυρίας και εκδοχής του ΜΥ
  1. Ό,τι επιθυμεί επιπλέον το Δικαστήριο να επισημάνει είναι πως αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα υπήρχε μνεία περί τούτου στην απαντητική επιστολή - Τεκμήριο 19 - που οι Εναγόμενοι, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν στους δικηγόρους της Ενάγουσας εις απάντηση του τερματισμού. Επιπρόσθετα σημειώνεται πως το block A, πέραν των οικοδομημάτων της αντιπαροχής, περιλάμβανε ακόμη 7 διαμερίσματα, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι θα ήταν νοητή η παράδοση μόνο των οικοδομημάτων της αντιπαροχής ενώ θα ήταν σε εκκρεμότητα η ανέγερση των υπολοίπων στο ίδιο block και το οποίο οι Εναγόμενοι σκόπευαν να ολοκληρώσουν σε μεταγενέστερο χρόνο και χωρίς αυτό να είχε ρητά προνοηθεί στην επίδικη συμφωνία. Αδυνατεί το Δικαστήριο να κατανοήσει την παράδοση της αντιπαροχής ενώ στη συνέχεια θα διεξάγονταν οικοδομικές εργασίες για συμπλήρωση του υπόλοιπου μέρους του block Α. Κοντολογίς κρίνεται πως δεν χρειαζόταν κάτι άλλο να συμβεί ώστε η Ενάγουσα να έχει αμφιβολίες για τις προθέσεις των Εναγόμενων, ενώ αυτή από την πλευρά της είχε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει μέχρι εκείνο το χρονικό στάδιο του τερματισμού. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνεται ότι η Ενάγουσα νομιμοποιούταν πλήρως να τερματίσει την επίδικη συμφωνία αντιπαροχής, καθότι εύλογα συμπέρανε ότι οι Εναγόμενοι δεν προτίθονταν να εκπληρώσουν τη συμβατική τους υποχρέωση έναντι της στα χρονικά πλαίσια που συμφωνήθηκαν. Εισηγούνται οι Εναγόμενοι πως το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύσει ότι οι 18 μήνες για παράδοση των οικοδομημάτων της αντιπαροχής αρχίζει από την έκδοση της άδειας οικοδομής και όχι από την πολεοδομική άδεια. Η εισήγηση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται κατ' ουδένα λόγο μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  2. Τα Δικαστήρια ερμηνεύουν υφιστάμενους όρους συμφωνιών και δεν καθιδρύουν όρους επιβάλλοντας τους σε συμβαλλόμενα μέρη. Επιπλέον επί του υπό συζήτηση θέματος των 18 μηνών κρίνεται πως ο χρόνος έκδοσης της άδειας οικοδομής δεν συνδέθηκε καθόλου με το χρόνο παράδοσης αλλά μόνο με το χρόνο έκδοσης πολεοδομικής άδειας. Προφανώς οι Εναγόμενοι εκτίμησαν ή υπολόγισαν ότι η περίοδος των 18 μηνών ήταν αρκετή για να παραδώσουν το αντικείμενο της αντιπαροχής, θα ήταν ορθότερο να φρόντιζαν όπως οι εργασίες άρχιζαν τουλάχιστον από τον Ιούνιο, 3 μήνες πριν τον τερματισμό της συμφωνίας, όταν εκδόθηκε η άδεια οικοδομής, πλην όμως αδράνησαν. Παρεμβάλλει τέλος χρήσιμο να παρατηρηθεί πως και η θέση των Εναγομένων περί του ότι δικαιούνταν παράταση στην παράδοση δεν έχει θέση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου του τερματισμού, παρά μόνο αν η συμφωνία όδευε προς πλήρη εκτέλεση και υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοση των οικοδομημάτων. Συνακόλουθα των πιο πάνω ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας από την Ενάγουσα κρίνεται νόμιμος. Ό,τι απομένει κατ΄ επέκταση των πιο πάνω είναι κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε ότι δικαιούται στις αιτούμενες αξιώσεις της ή σε οποιαδήποτε αποζημίωση αλλά και κατά πόσο οι Εναγόμενοι παρ' ότι ήταν υπαίτιοι του τερματισμού, δικαιούνται στις αξιώσεις τους, ως τις προβάλλουν στην Ανταπαίτηση τους. Στην υπόθεση ΛΕΝΙΑΝΑ ΤΟΥΡΙΣΤ ΣΕΡΒΙΣΕΣ ΛΤΔ v. ΑΝΔΡΕΑ Χ. ΚΑΡΠΑΣΠΗ & ΥΙΟΙ, (ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ) ΛΤΔ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75, κρίθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ξεκάθαρο και τούτο δεν αμφισβητείται,, ότι οι εφεσίβλητοι διάπραξαν προκαταβολική παράβαση του συμβολαίου. Συνεπώς, οι εφεσείοντες είχαν δικαίωμα επιλογής. Ή να αποδεχθούν την προκαταβολική παράβαση και να αξιώσουν αποζημιώσεις ή να μην την αποδεχθούν, να θεωρήσουν ότι η σύμβαση εξακολουθεί να υφίσταται και είναι έγκυρη και να αναμένουν την εκπλήρωση της από πλευράς εφεσιβλήτων. Σε τέτοια περίπτωση, αν οι εφεσίβλητοι δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε η εκπλήρωση τους, τότε οι εφεσείοντες θα μπορούσαν να αξιώσουν ειδική εκτέλεση. Η θέση αυτή αποτελεί πάγια νομική θέση. Στον Chitty on Contracts, 25η έκδοση, σελ. 885, παρ. 1604, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Anticipatory breach. If, before the time arrives at which a party is bound to perform a contract, he expresses an intention to break it, or acts in such a way as to lead a reasonable person to the conclusion that he does not intend to fulfil his part, this constitutes an "anticipatory breach' of the contract and entitles the other party to take one of two courses. He may "accept' the renunciation, treat it as discharging him from further performance, and sue for damages forthwith, or he may wait till the time for performance arrives and then sue." Επίσης στην παράγραφο 1607 αναφέρονται τα εξής: "... In other words, if the second alternative is chosen, the contract subsists at the risk of both parties, and the anticipatory renunciation is ineffective. This is well expressed by Cotton L.J. in Johnstone v. Milling where he says: The promisee, if he pleases, may treat the notice of intention as inoperative, and await the time when the contract is to be executed, and then hold the other party responsible for all the consequences of non-performance; but in that case he keeps the contract alive for the benefit of the other party as well as his own; he remains subject to all the obligations and liabilities under it, and enables the other party not only to complete the contract, if so advised, notwithstanding his previous repudiation of it, but also to take advantage of any supervening circumstance which would justify him in declining to complete it..." Είναι επίσης νομολογημένο - βλέπε υπόθεση METAXAS LOIZIDES SYRIMIS & CO κ.α. ν L.K. GLOBALSOFT COM. LIMITED
(2007)1 Α.Α.Δ. 54 - πως κατ' εφαρμογή του Κεφ. 149, η παράβαση συμφωνίας παρέχει την επιλογή, στο ανυπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος, είτε να εμμείνει στην εκτέλεση της συμφωνίας, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την ειδική εκτέλεση αυτής, διεκδικώντας αποζημιώσεις εξ αιτίας της παράβασης, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις ή άλλες θεραπείες εξ αιτίας της παράβασης. Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», σελίδες 660, 661, στο οποίο γίνεται ανασκόπηση και αποκρυστάλλωση της σχετικής επί του υπό συζήτηση θέματος νομολογίας, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Η ισχύουσα νομολογία μπορεί τώρα να διατυπωθεί ως ακολούθως: (
  1. i)Σε περίπτωση παράβασης σύμβασης, το μη υπαίτιο μέρος έχει ορισμένα δικαιώματα. Όποια και να είναι η φύση της παράβασης, υπάρχει το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Σε περίπτωση σοβαρής παράβασης ή παράβασης ουσιώδους όρους, τότε το μη υπαίτιο μέρος έχει το δικαίωμα να εξασκήσει το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης. Εάν το εξασκήσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος η σύμβαση παύει να έχει νομική ισχύ από το σημείο τερματισμού της. (
  2. ii)Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η σύμβαση δεν τερματίζεται με την παράβασή της, έστω με παράβαση ουσιώδους όρους, έστω και αν η παράβαση συνίσταται στην απόρριψη της σύμβασης in toto. Η σύμβαση τερματίζεται όταν το μη υπαίτιο μέρος αποφασίσει να τερματίσει τη σύμβαση σαν αποτέλεσμα της ουσιώδους και/ή σοβαρής παράβασης που έχει επισυμβεί. Είναι το αθώο μέρος που τερματίζει τη σύμβαση εάν αυτή είναι η απόφαση του στο πλαίσιο αντίδρασης στην παράβαση και/ή μεμπτή συμπεριφορά του υπαίτιου μέρους, και όχι το υπαίτιο μέρος με δική του απόφαση ή συμπεριφορά να μη συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. (iii) Ακόμα και σε περιπτώσεις που η σύμβαση τερματίζεται, αυτό που κατά κανόνα συμβαίνει είναι η εξαφάνιση των μελλοντικών ουσιαστικών ή πρωτογενών υποχρεώσεων των μερών (primary obligations) και η αντικατάστασης τους από δευτερογενείς ή διαδικαστικές υποχρεώσεις (secondary obligations) αναφορικά με θεραπείες που τα μέρη έχουν το δικαίωμα να επιδιώξουν. Ενδεχόμενα, ορισμένες συμβάσεις περιέχουν από τη γένεσή τους διαδικαστικές ρήτρες, όπως π.χ. πρόνοιες για παραπομπή σε διαιτησία, οι οποίες (γενικά ομιλούντες) δεν εξαφανίζονται με τον τερματισμό της σύμβασης, αλλά παραμένουν για τη διαδικαστική ρύθμιση των δικαιωμάτων των μερών μετά τον τερματισμό της σύμβασης. Έστω όμως και αν η σύμβαση, όπως αρχικά διατυπώθηκε, δεν περιέχει ρήτρες ή πρόνοιες αναφορικά με το θέμα των θεραπειών μετά τη λήξη της, τέτοιες ρήτρες θα θεωρηθούν ότι υπάρχουν και ισχύουν ως θέμα δικαίου (by operation of law) το οποίο σημαίνει ότι μετά τον τερματισμό της σύμβασης σαν αποτέλεσμα σοβαρής ή ουσιώδους παράβασης από το υπαίτιο μέρος αφ' ενός και άσκησης του δικαιώματος τερματισμού από το μη υπαίτιο μέρος αφετέρου οι πρωτογενείς υποχρεώσεις των μερών θα αντικατασταθούν με δευτερογενείς υποχρεώσεις παροχής και απόδοσης θεραπειών, όπως αυτές θα καθοριστούν από το αρμόδιο δικαστικό ή διαιτητικό όργανο. Το άρθρο 73 του Κεφ. 149 ως κατ' εξοχήν νομοθετική πρόνοια η οποία θέτει τα όρια καθορισμού αποζημιώσεων με αιτία την παράβαση σύμβασης, προνοεί τα ακόλουθα: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 Α.Α.Δ., 1026 αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Ο καθορισμός των αποζημιώσεων γίνεται κατά τον χρόνο διαρρήξεως της συμφωνίας. Όταν, όμως, υπάρχει βάσιμη προσδοκία ότι η σύμβαση θα εκτελεσθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, ο χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων μετατοπίζεται στον χρόνο οριστικοποιήσεως της προθέσεως του συμβαλλομένου για διάρρηξη της συμφωνίας. Εκτενής ανάλυση στο ζήτημα επιδίκασης αποζημιώσεων γίνεται στην υπόθεση ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΔΤΔ, ν. G & C EXHAUST SYSTEMS LTD
(2001)1 Α.Α.Δ. 500, στην οποία το Δικαστήριο παραπέμπει. Ως απαύγασμα της ανάλυσης διατυπώθηκε η άποψη ότι αυτό που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως η επιδίκαση ουσιαστικών αποζημιώσεων - όχι συμβολικών ή ονομαστικών - είναι δυνατή μόνο όπου αυτές αποδεικνύονται. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση ΒΟΥΖΟΥΝΗ κ.α. v. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ECLI:CY:AD:2019:A138, Πολιτική Έφεση 457/2012, ημερομηνίας 10.04.2019 μεταξύ άλλων ειπώθηκε ότι: «Σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου αντισυμβαλλόμενου στη θέση που θα βρισκόταν, αν η σύμβαση εκπληρωνόταν απρόσκοπτα. Η δε επιδίκαση και επιμέτρηση αποζημιώσεων προϋποθέτει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διεκδικούμενης απώλειας με την παράβαση της σύμβασης. Η ζημιά θα πρέπει να προέρχεται, είτε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είτε να ήταν προβλέψιμη, με βάση το τι γνώριζαν ή είχαν υπόψη τους τα διάδικα μέρη, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης (Hadley v. Baxendale
(1854)9 Exch 341, Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679).» Έχοντας κατά νου την αμέσως προαναφερόμενη νομολογία, ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων, και σταθμίζοντας όλα όσα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι ο ακόλουθος συλλογισμός προβάλλει δίκαιος υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για τον καθορισμό τυχόν ζημιάς, αν υπάρχει, ή αν προέκυψε για την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής, αν η συμφωνία εφαρμοζόταν πλήρως και δεν τερματιζόταν στο μέσο της διαδρομής της, θα έπαιρνε €529.666,44 προερχόμενο από τις ΛΚ175.000,00- σε ευρώ €299.005,25- πλέον τα δύο οικοδομήματα της αντιπαροχής, ήτοι ένα κατάστημα και ένα διαμέρισμα, με συμφωνηθείσα αξία επί της συμφωνίας και για τα δύο ΛΚ135.000,00 σε ευρώ €230.661,19 (€299.005,25 + €230.661,19 = €529.666,44). Αντί του ποσού των €529.666,44 η Ενάγουσα πήρε από τους Εναγόμενους το ποσό των €299.005,25 σε μετρητά, επομένως προκύπτει διαφορά €230.661,19, ωστόσο είναι δίκαιο από αυτό το ποσό να αφαιρεθεί η αξία της γης των 30/100 μεριδίων του επίδικου ακινήτου αφού η Ενάγουσα εν τέλει δεν μεταβίβασε 90/100 μερίδια ως θα έπραττε στη βάση των συμφωνηθέντων - το 10% θα το διατηρούσε ούτως ή άλλως - αν η συμφωνία ολοκληρωνόταν χωρίς επιπλοκή, οπότε, δεδομένης της αξίας του επίδικου ακινήτου, ήτοι €535.000,00, κατά το Σεπτέμβριο του 2010, που ήταν ο χρόνος τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, προκύπτει ότι η αξία των 30/100 μεριδίων ήταν €160.500,00 (€535.000,00 x 30% = €160.500,00) ποσό το οποίο αφού αφαιρεθεί από τις €230.661,19 αποδίδει το ποσό των €70.161,
  1. Αυτό το τελευταίο ποσό κρίνεται ότι ήταν η ζημιά της Ενάγουσας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Περαιτέρω στη βάση των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου κρίνεται ότι, η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση και/ή δήλωση ότι η επίδικη συμφωνία αντιπαροχής διαρρήχθηκε νόμιμα εκ μέρους της με υπαιτιότητα των Εναγόμενων ως τα αιτητικά Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης. Δικαιούται επίσης απόφαση και/ή δήλωση όπως η επίδικη συμφωνία αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο ως το αιτητικό ΙΑ της Έκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά στις υπόλοιπες θεραπείες αυτές αποφασίζονται ανάλογα και αναφορικά με τα αιτητικά της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: Το αιτητικό Γ κρίνεται ότι έχει κριθεί ανωτέρω με τον καθορισμό του ποσού των €70.161,
  2. Τα αιτητικά Δ και Ε αναφορικά με απολεσθέντα ενοίκια δεν αποδείχθηκαν ως δικαιολογημένα και απορρίπτονται, αφού αυτά σχετίζονται με την περίπτωση όπου δεν θα τερματιζόταν η συμφωνία και θα υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοση. Ούτως ή άλλως καμία μαρτυρία προσφέρθηκε για την ενοικιαστική αξία των οικοδομημάτων της αντιπαροχής. Το αιτητικό ΣΤ αφορά πληρωμές της Ενάγουσας στο Τμήμα Εφόρου Εισοδήματος για κεφαλαιουχικό κέρδος, ωστόσο οι πληρωμές έγιναν στη βάση της συμφωνίας που ως ένα βαθμό εκτελέστηκε. Ό,τι παραμένει για την Ενάγουσα να δικαιούται είναι να αποταθεί στο τμήμα του Φόρου Εισοδήματος και να απαιτήσει επιστροφή κάποιου ποσού που κατέβαλε, αν αυτό δικαιολογείται και αφού αξιολογηθεί από το κατάλληλο - αρμόδιο όργανο τυχόν επιστροφή. Στη βάση όμως των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου κρίνεται πως δεν δικαιολογείται επιδίκαση εναντίον των Εναγομένων οποιοδήποτε ποσό ως ζημιά προκληθείσα στην Ενάγουσα. Το αιτητικό Ζ αφορά σε αποζημιώσεις για κατεδάφιση και αφαίρεση των οικοδομημάτων που είχαν διενεργηθεί μετά τον τερματισμό. Απορρίπτεται η εν λόγω θεραπεία καθ' ότι οι Εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου κατά 3/5, διαχωρισμός δεν έχει υπάρξει και ως εκ τούτου θα ήταν αδιανόητο να διαταχθούν να απομακρύνουν κτίσματα από την περιουσία τους επειδή υπήρξε η διάρρηξη της επίδικης συμφωνίας. Παρ' ότι η Ενάγουσα δικαιούται έξοδα τα οποία προφανώς θα πλήρωσε για ετοιμασία σχετικής εκτίμησης και γνωμάτευσης από τους εμπειρογνώμονες που παρουσίασε στη δίκη, ωστόσο σχετική μαρτυρία, ειδικότερα οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη, για το ύψος της αμοιβής των εν λόγω προσώπων, ήτοι των ΜΕ1 και ΜΕ2, δεν προσκομίστηκε, ως ειδική δε ζημιά που είναι δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να την επιδικάσει, ούτε στην αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας προωθήθηκε το ζήτημα και προφανώς εγκαταλείφθηκε. Συνεπώς το αιτητικό Η δεν εγκρίνεται, κατ' επέκταση ούτε το ποσό των €9.500,00 ως έξοδα εμπειρογνωμόνων. Το αιτητικό Θ που αφορά ποσό €12.500,00 για δικηγορική αμοιβή εξωδικαστηριακής εργασίας ομοίως απορρίπτεται, καμία σχετική μαρτυρία προσάχθηκε περί της απόδειξης του. Με το πιο πάνω σκεπτικό που αφορά στο ότι οι Εναγόμενοι είναι κατά 3/5 ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου απορρίπτεται και το αιτητικό Ι για διάταγμα απαγόρευσης στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν στο ακίνητο. Οι Εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες και ελλείψει άλλης συμφωνίας έχουν δικαίωμα κατοχής. Ό,τι αναμένεται μεταξύ πολλών άλλων επιλογών που έχουν οι διάδικοι είναι και η υποβολή αίτησης για άδεια διαχωρισμού ή τουλάχιστον συμφωνία διαχωρισμού, του επίδικου ακινήτου, ώστε να εξαλείψουν πιθανές δυσκολίες στη περαιτέρω εκμετάλλευση και χρήση. Για τον προαναφερόμενο λόγο απορρίπτεται και το αιτητικό ΙΒ που αφορά σε διαταγή για παράδοση στην Ενάγουσα του ακινήτου και εγκατάλειψη του από τους Εναγομένους. Τα αιτητικά ΙΓ και ΙΔ άπτονται των αποζημιώσεων λόγω παράβασης της επίδικης συμφωνίας, αντικείμενο με το οποίο το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί και αποφανθεί επί αυτού. Αναφορικά με τις αξιώσεις των Εναγόμενων, στην Ανταπαίτηση, δεδομένων των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε με υπαιτιότητα τους, αυτοί δεν δικαιούνται τις θεραπείες που αξιώνουν στην παράγραφο 33 της Ανταπαίτησης και ούτε βέβαια δήλωση περί αδικαιολόγητου τερματισμού. Πολύ δε περισσότερο δεν δικαιούνται επιστροφή του ποσού των ΛΚ175.000,00 που κατέβαλαν έναντι της συμφωνίας αφού μεταβιβάστηκαν ήδη 60/100 μερίδια επ' ονόματι τους. Τέλος η διαζευτική αξίωση τους για επαναμεταβίβαση των 60/100 μεριδίων και επιστροφή του ποσού των ΛΚ175,000.00 που κατέβαλαν ομοίως απορρίπτεται ως μη δίκαιη και μη εύλογη δεδομένων των νομικών αρχών που διέπουν την υπόθεση, ως αυτές έχουν παρατεθεί ήδη στην απόφαση. Συνακόλουθα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση στην αγωγή προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €70.161,19 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον εκδίδεται απόφαση και/ή δήλωση ως το περιεχόμενο του Αιτητικού Α, Β και ΙΑ, της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση των Εναγομένων απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του ποσού της απόφασης επί της αγωγής.. (Υπ.) .......... Δ. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Θ.Γ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Συμβάσεις - Τερματισμός Σύμβασης Αντιπαροχής και Αποζημιώσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.