← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτ

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 292/17, 9/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 292/17 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 9/1965, μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο αρ.10/2015 (Ν.139(Ι)/2015, άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΘ και 44ΚΓ Και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, Άρθρο 80 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Αιτήτρια - Εφεσείουσα και

  1. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών
  2. S. Raftis Company Limited
  3. xxxxxx xxxxxx Ράφτη Καθ' ων η Αίτηση- Εφεσίβλητων ----------------- Ημερομηνία: 09.09.2019 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες :κα Α. Χαριτονίδου για ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΑΙΤΕΡΟΙ Για Εφεσίβλητο 1 :κα Α. Νικολάου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Εφεσίβλητους 2 :κα Καμία εμφάνιση Για Εφεσίβλητη 3 :κα Π. Τσαπούτζιη για Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Έφεση οι Εφεσείοντες ζητούν την έκδοση Διατάγματος και/ή Aπόφασης του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την Απόφαση/Ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ημερομηνίας 11.10.2017, καθώς επίσης Διάταγμα και/ή Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στην Απόφαση και/ή Ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 11.10.
  4. Η Έφεση βασίζεται στο Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31-32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, στο Νόμο 9/1965, άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51, στο Κεφ. 224 άρθρα 80 και 81, στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23, 25, 26, 28, 30, 54 και 152, στο άρθρο 14

(1)(β) του Κεφ. 6, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επί των αρχών της επιείκειας, επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι Έφεσης που υποστηρίζουν την έκδοση των προαναφερόμενων αιτούμενων θεραπειών συγκλίνουν στο ότι η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη, καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα των Εφεσειόντων, ότι είναι αδικαιολόγητη και/ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στους Έφεσείοντες και/ή παραβιάζει το περιουσιακό δικαίωμα των Εφεσειόντων, ότι είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι των Εφεσειόντων, ότι είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το άρθρο 2 του Ν.139(Ι)/2015 στο Ν.9/1965, οι οποίες είναι αντισυνταγματικές και εν πάση περιπτώσει άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα των Εφεσειόντων, ότι είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους Εφεσίβλητους 2 να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των Εφεσειόντων, και παραβιάζει τις πρόνοιες των εγγράφων υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ Εφεσειόντων και των Εφεσίβλητων
  1. Τέλος, ότι η Απόφαση και/ή Ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι αυτός δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά, ως αυτή του παρέχεται από το Ν.9/
  2. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Έφεση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 02.11.2017, του Μxxxx Αxxxxx, υπάλληλου των Εφεσειόντων, ο οποίος αναφέρει πως λόγω της ιδιότητας του έχει στην κατοχή και τον έλεγχο του τα έγγραφα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ως περαιτέρω αναφέρει, στις 27.09.2017 παραλήφθηκε από τους Εφεσείοντες Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», ημερομηνίας 07.09.2017, με την οποία ο Εφεσίβλητος 1 τους γνωστοποιούσε την πρόθεση του να προχωρήσει με τη μεταβίβαση συγκεκριμένου ακινήτου επ΄ονόματι της Εφεσίβλητης 3, στη βάση συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 01.01.2012, η οποία συνάφθηκε μεταξύ των Εφεσίβλητων 2 και της Εφεσίβλητης 3, και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Στη βάση του περιεχομένου της προειρημένης Ειδοποίησης οι Εφεσείοντες υπέβαλαν ένσταση, στη μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου, μέσω επιστολής ημερομηνίας 02.10.2017 αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι επί του ακινήτου έχουν εγγράψει την υποθήκη Υxxxx/
  3. Ακολούθως το Κτηματολόγιο Πάφου απέρριψε με επιστολή του, ημερομηνίας 11.10.2017, την ένσταση των Εφεσειόντων, οι οποίοι την παρέλαβαν την 21.10.2017, ενημερώνοντας τους ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου εκτός αν διατασσόταν διαφορετικά με δικαστικό διάταγμα. Η υποθήκη Υxxxx/2008 παραχωρηθείσα από τους Εφεσίβλητους 2 προς όφελος των Εφεσειόντων εγγράφηκε το 2008 ως εξασφάλιση για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, ήτοι συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 23.03.2009, που οι τελευταίοι παραχώρησαν προς την εταιρεία Vourna Limited. Το ποσό εξασφάλισης είναι €1.600.000,00 με τόκο 7,7%. Λόγω μη πληρωμής οφειλόμενων ποσών οι Εφεσείοντες καταχώρησαν την αγωγή xxxx/2010 του Ε.Δ. Πάφου εναντίον της πρωτοφειλέτιδας, προαναφερόμενης εταιρείας και άλλων προσώπων και στις 29.08.2013 εκδόθηκε απόφαση προς όφελος των Εφεσειόντων, μεταξύ δε άλλων, διατάχθηκε και η εκποίηση της υποθήκης Υxxxx/2008 που αφορά στο επίδικο ακίνητο. Η πρωτόδικη απόφαση εφεσιβλήθηκε με την έφεση xxx/2013, στο Ανώτατο Δικαστήριο, και εκκρεμεί η εκδίκαση της. Ακολούθησε δε αίτηση των Εφεσειόντων την 12.01.2017 για αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στο Κτηματολόγιο Πάφου. Το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται σε €8.272.986,39 πλέον τόκους. Η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, σύμφωνα με εκτίμηση, είναι €450.000,00 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης €340.000,
  4. Η μόνη επιλογή ή θεραπεία στη ζημιά των Εφεσιόντων είναι η μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία πλήν όμως όλη η περιουσία των Εφεσίβλητων 2 είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τη συνολική αξία της περιουσίας. Ενάντια στην παρούσα Έφεση καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης από τους Εφεσίβλητους 1 και
  5. Οι λόγοι Ένστασης που προβάλλονται από τον Εφεσίβλητο 1 αντανακλούν στις θέσεις ότι ο τίτλος της Έφεσης είναι λανθασμένος, ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι ορθή και αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής εξουσίας, ότι δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δια του οποίου να προκαλείται ουσιώδης μείωση της ιδιοκτησίας των Εφεσειόντων, ότι δεν προκαλείται επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας αυτών και/ή κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και/ή δυσανάλογο, ότι δεν παραβιάζονται τα άρθρα 23, 25, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, ότι οι Εφεσείοντες δεν εγείρουν με σαφήνεια τα θέματα αντισυνταγματικότητας, και πως οι Εφεσείοντες κωλύονται να διεκδικούν ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου διότι επέλεξαν να μην αιτηθούν μεταφορά της υποθήκης Υxxxx/
  6. Οι λόγοι ένστασης του Εφεσίβλητου 1 υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Σxxxxx Ζxxxx, κτηματολογικού λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, δεόντως εξουσιοδοτημένου ως αναφέρει, για να προβεί σε έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης ενόρκως. Αναφέρει περαιτέρω πως η Εφεσίβλητη 3 με αίτηση της, με αριθμό φακέλου ΑΕΑ xxx/17, η οποία υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου την 31.01.2017, ζήτησε να εγγραφεί στο όνομα της το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3XXX2 στον Άγιο Θεόδωρο Πάφου, δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ xxx/2012 στη βάση του Ν. 9/1965 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με το Ν.139(Ι)/
  7. Η εν λόγω σύμβαση πώλησης είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 22.05.2012, αφορούσε το προαναφερθέν ακίνητο και συνομολογήθηκε την 01.01.2012 μεταξύ των Εφεσίβλητων 2 και της Εφεσίβλητης
  8. Μετά την αίτηση της Εφεσίβλητης 3 δηλώθηκε από την ίδια ότι το τίμημα πώλησης είναι εξοφλημένο και προσκομίστηκε σχετική βεβαίωση από τους πωλητές. Ακολούθως προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικού τέλους του Δήμου Πάφου και του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου. Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα της αγοράστριας, Εφεστίβλητης
  9. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε έκθεση για το επίδικο ακίνητο, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Την 06.09.2017 ο ελεγκτής ενέκρινε την αποστολή των εν λόγω επιστολών. Στις 20.09.2017 στάλθηκε στους Εφεσείοντες, διπλοσυστημένη επιστολή/ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ» λόγω της ύπαρξης της υποθήκης Υxxxx/2008 που παραχωρήθηκε προς όφελος τους. Στις 02.10.2017 υποβλήθηκε ένσταση από τους Εφεσείοντες και ακολούθως στάλθηκε προς αυτούς απαντητική επιστολή, ημερομηνίας 11.10.2017, από τον Εφεσίβλητο 1 την οποία οι Eφεσείοντες παρέλαβαν την 19.10.
  10. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από την Εφεσίβλητη 3 αντανακλούν στις θέσεις ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, ότι η Έφεση είναι αβάσιμη, αστήρικτη, και/ή ενοχλητική, ανεπαρκής, γενική και αόριστη, παράτυπη και καταχρηστική, ότι η απόφαση του Εφεσίβλητου 1 είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή, ότι οι Εφεσείοντες απεμπόλησαν τα δικαιώματα τους λόγω ολιγωρίας, και πως αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα επηρεασθεί η αρχή της αναλογικότητας και θα παραβιαστούν τα συνταγματικά δικαιώματα της Εφεσίβλητης
  11. Οι λόγοι Ένστασης της Εφεσίβλητης 3 υποστηρίζονται από ένορκη της δήλωση. Πέραν των επιχειρημάτων που αναπτύσσονται προς υποστηριξη των λόγων ένστασης, προκύπτει πως τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση συνίστανται στο ότι η Εφεσίβλητη 3 εξόφλησε το τίμημα του ακινήτου που αγόρασε κατά την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου. Το ακίνητο, το οποίο είναι διαμέρισμα βρίσκεται στην κατοχή της από το 2012, χωρίς να έχει τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα της και γι΄αυτό αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο κάνοντας χρήση της σχετικής νομοθεσίας που ψηφίστηκε το
  12. Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας Έφεσης διεξάχθηκε στη βάση της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τους Εφεσίβλητους 1 και 3, ως επίσης στη βάση των αγορεύσεων των συνηγόρων όλων των πλευρών. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις πολύ βοηθητικές και επιμελημένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, προώθησαν τις θέσεις των τελευταίων στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για τις εκατέρωθεν εκδοχές. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων δε κρίνεται χρήσιμη. Το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου και θα τις αξιολογήσει, στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της Έφεσης, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του. Νομική Πτυχή Διαφαίνεται μέσα από την Έφεση, τις Ενστάσεις των Εφεσίβλητων και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων όλων των διαδίκων, πως επίκεντρο των νομικών διατάξεων που διέπουν την παρούσα υπόθεση, αποτελούν τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ ειδικότερα τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 139 (Ι)/2015 και τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Κρίνεται ως εκ τούτου χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια αυτούσιες οι διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων. Άρθρο 44ΙΘ .-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) .............................., (γ) .............................. (δ) ...............................
(2).............................. Άρθρο 44Κ .-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΔ», με την οποία τον καλεί όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης καταβάλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ο αγοραστής έχει καταβάλει μέρος του τιμήματος πώλησης και για το υπόλοιπο αυτού έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβληθεί εντός της προθεσμίας που απαιτείται σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, το υπόλοιπο αυτό καταβάλλεται στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό.
(3)Αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΘ παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την πλήρη υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1), σε περίπτωση κατά την οποία- (α) Δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), και (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Άρθρο 44ΚΒ .-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης. Άρθρο 23 Συντάγματος:
  1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  4. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου. Άρθρο 26 του Συντάγματος: «
  5. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.
  6. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως. Ακολουθεί στη συνέχεια παραπομπή σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία ερμηνεύθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος. Κρίνεται κατ΄αρχήν χρήσιμη η παράθεση αποσπασμάτων από την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 3/2016 ημερομηνίας 16.03.2017, στην οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η πρόνοια του άρθρου 3 του Περί της Ρύθμισης των Αναδιαρθρώσεων Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου του 2016, με την οποία επηρεάζονταν υφιστάμενα περιουσιακά δικαιώματα. Αναφέρθηκε ότι: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017).» Περαιτέρω στην υπόθεση Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801 λέχθηκαν τα εξής: «Βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 A.A.Δ. 85. Όπως διαπιστώθηκε στην απόφαση μας (σελ. 102): «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρησή της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή.» Σε άλλο σημείο της απόφασης εξηγείται ότι, (σελ. 103): «Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση της ιδιοκτησίας οποτεδήποτε καθιστούν τη γη αδρανή για το σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου προορίζεται.» Όπως επισημάναμε στην ίδια απόφαση Δημητριάδη, (ανωτέρω), οι σχετικές με την ιδιοκτησία, διατάξεις του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ταυτίζονται στην ουσία με τις πρόνοιες του Άρθρου 23.1.» Στην υπόθεση Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, κ.α. συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 740/11 κ.α. ημερομηνίας 07.10.2014 διατυπώνονται με κάθε περιεκτικότητα και λεπτομέρεια οι διάφοροι παράμετροι που διέπουν την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 23 του Συντάγματος. Σχετικά αποσπάσματα παρατίθενται στη συνέχεια: «Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 δεν είναι απόλυτο αλλά καθορίζεται και ρυθμίζεται από σχετικούς νόμους αναφορικά με αστικά δικαιώματα σε περιουσία. Στερήσεις ή περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, όμως, δεν μπορούν να επιβληθούν εκτός όπως προβλέπεται από το Άρθρο 23 (Άρθρο 23.2). Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί, με Νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο». .......................... « Η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Πιτσιλλίδης και Άλλοι ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7, είναι καθοδηγητική αναφορικά με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εξετάζονται με βάση τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων όπως έχουν τεθεί στην θεμελιακή απόφαση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός εάν αποφασιστεί το αντίθετο πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός εάν είναι αντισυνταγματική πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή ακόμα τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν ένα νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. Στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315 τονίστηκε ότι η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση του κατά πόσον οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα. ........................... «Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση». ............................. «Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στις Υποθέσεις 1480/11 κ.α., Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014)». Στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7 τονίστηκε ότι: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTΟ
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δήμοσιο συμφέρον γενικά.» Αξιολόγηση εκδοχών και ευρήματα Ως προς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, για την επίλυση της παρούσας υπόθεσης, επισημαίνεται πως από τη μελέτη των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν, από όλες τις πλευρές ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι για πολύ σημαντικά και καθοριστικά γεγονότα αυτής, αν όχι και για όλα, δεν υπάρχει διάσταση. Ειδικότερα, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός η σύσταση της υποθήκης Υxxxx/2008 προς όφελος των Εφεσειόντων, παραχωρηθείσα από τους Εφεσίβλητους 2 η οποία εγγράφηκε στο επίδικο ακίνητο, με αριθμό εγγραφής 0/xxxxx, καθώς επίσης αποδεκτή είναι και η έναρξη της διαδικασίας, κατόπιν αίτησης της Εφεσίβλητης 3, στο Κτηματολόγιο, για μεταβίβαση του προαναφερόμενου ακινήτου επ' ονόματι της, στη βάση του ότι το πωλητήριο έγγραφο το οποίο αυτή σύναψε με τους Εφεσίβλητους 2 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 22.05.
  1. Βέβαια δεν είναι αποδεκτό ότι, αυτή η ενέργεια, της σύναψης του πωλητηρίου, ή της καταχώρησης του στο Κτηματολόγιο, ήταν σε γνώση των Εφεσειόντων, κάτι τέτοιο άλλωστε δεν ισχυρίζονται ούτε οι Εφεσίβλητοι 1 και
  2. Εν' όψει των πιο πάνω και με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία διαπιστώνεται πως, τα ουσιώδη γεγονότα που διέπουν την παρούσα Έφεση είναι πως το έτος 2008 συστάθηκε η υποθήκη Υxxxx/2008 η οποία καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 27.11.2008, η οποία εξασφάλιζε υποχρεώσεις των Vourna Limited, παραχωρηθείσα από τους Εφεσίβλητους 2 προς όφελος των Εφεσειόντων και εγγράφηκε στο ακίνητο των Εφεσίβλητων 2 με αριθμό εγγραφής 0/xxxxx, στον xxxx xxxxxxx Πάφου. Στα πλαίσια της αγωγής xxxx/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εκδόθηκε απόφαση προς όφελος των Εφεσειόντων και εναντίον των Vourna Limited και άλλων προσώπων μεταξύ αυτών και των Εφεσίβλητων 2, το δε σημερινό υπόλοιπο του χρέους ανέρχεται σε €8.272.986,39 πλέον τόκους. Η αγοραία αξία του ακινήτου είναι, βάσει εκτίμησης €450.000,00 και το ποσό της αξίας καταναγκαστικής πώλησης είναι €340.000,
  3. Το ποσό εξασφάλισης των Εφεσειόντων με την υποθήκη Υxxxx/2008 είναι €1.6000.000,
  4. Η Εφεσίβλητη 3 με αίτηση της, η οποία υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου την 31.01.2017, ζήτησε να εγγραφεί στο όνομα της το ενυπόθηκο ακίνητο, δυνάμει της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 01.01.2012, με αριθμό ΠΩΕxxx/2012, συναφθείσας μεταξύ της και των Εφεσίβλητων
  5. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ επί της Ένστασης του Εφεσίβλητου 1 και Τεκμήριο 4 επί της Ένστασης της Εφεσίβλητης 3, που είναι το ίδιο έγγραφο, το τίμημα πώλησης είναι εξοφλημένο. Αφού προσκομίστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου βεβαιώσεις - Τεκμήριο Δ επί της Ένστασης του Εφεσίβλητου 1 - καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικού τέλους του Δήμου Πάφου και του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου, εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, και κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου για να κινήσει ο Διευθυντής την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία για μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι του Εφεσίβλητης
  6. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε σχετική έκθεση για το ενυπόθηκο ακίνητο, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στις 27.09.2017 οι Εφεσείοντες παρέλαβαν επιστολή, κατά τον Τύπο «ΙΕ», ημερομηνίας 07.09.2017, με την οποία ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου τους πληροφόρησε για την πρόθεση του να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης 3, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα στους Εφεσείοντες πως αν ήθελαν να καταχωρήσουν ένσταση στη μεταβίβαση και/ή μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο των Εφεσίβλητων 2, θα έπρεπε να το πράξουν εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής. Στη συνέχεια οι Εφεσείοντες υπέβαλαν ένσταση στην προτιθέμενη μεταβίβαση αποστέλλοντας επιστολή - Τεκμήριο 4 επί της Έφεσης - στο Κτηματολόγιο Πάφου το οποίο στη συνέχεια με επιστολή του ημερομηνίας 11.10.2017 - Τεκμήριο 5 επί της Έφεσης - απαντώντας στους Εφεσείοντες, απέρριψε την ένσταση τους, ενημερώνοντας τους ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης 3, εκτός αν προσκομιζόταν εντός 30 ημερών διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει διαφορετικά. Το Τεκμήριο 5 παραλήφθηκε από τους Εφεσείοντες στις 21.10.2017 ως βεβαιώνεται από σχετική σφραγίδα επί του εγγράφου. Οι Εφεσίβλητοι 2 δεν έχουν άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος ώστε αν μεταφερθεί η υποθήκη Υxxxx/2008 οι Εφεσείοντες να είναι εξασφαλισμένοι στον ίδιο βαθμό. Αυτό προκύπτει από σχετική έρευνα στο Κτηματολόγιο Πάφου - Τεκμήριο 12 επί της Έφεσης. Το πωλητήριο έγγραφο, ΠΩΕ xxx/2012 καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο την 22.05.2012 προς όφελος της Εφεσίβλητης 3, κατατέθηκε μεταγενέστερα από την υποθήκη Υxxxx/2008 που είχαν εγγράψει οι Εφεσίβλητοι 2 προς όφελος των Εφεσειόντων στις 27.11.
  7. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Προέχει πριν από την εξέταση της ουσίας της Έφεσης όπως το Δικαστήριο αποφανθεί κατά πόσο αυτή είναι εμπρόθεσμη. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν. 9/1965η προθεσμία καταχώρησης έφεσης είναι οι 30 ημέρες από την κοινοποίηση Ειδοποίησης, στην προκειμένη περίπτωση της επίδικης επιστολής / Ειδοποίησης ημερομηνίας 11.10.2017 η οποία επιδόθηκε στους Εφεσείοντες την 21.10.
  8. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρούσα Έφεση καταχωρήθηκε την 02.11.2017 αυτή κρίνεται εμπρόθεσμη. Εν' όψει των ζητημάτων περί αντισυνταγματικότητας που ηγέρθηκαν στη δίκη, το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως αποφανθεί πρώτιστα επί αυτών, καθ' ότι η τυχόν αποδοχή των θέσεων των Εφεσειόντων που αφορούν στο αιτούμενο διάταγμα Β, το οποίο υποστηρίζεται από τους λόγους Έφεσης αρ. 1, 2, 9 και 10, αυτόματα θα σημάνει και την αποδοχή του αιτούμενου διατάγματος Α. Για τα θέματα αντισυνταγματικότητας τα οποία εγείρονται από τους Εφεσείοντες το Δικαστήριο αρκείται κατ' αρχήν να παραπέμψει στην υπόθεση INVESTYLIA LTD v. E. & Π. ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗΣ ΛΤΔ,
(2004)1 ΑΑΔ 1872 όπου επαναβεβαιώθηκε πως: «Θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της σχετικής εισήγησης. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πάγια και αυστηρή. Ο διάδικος ο οποίος προβάλλει τη σχετική εισήγηση φέρει το βάρος αποδείξεώς της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπό εξέταση υπόθεση οι εφεσείοντες, οι οποίοι δεν πρόβαλαν θέμα αντισυνταγματικότητας, όπως επιβαλλόταν, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν σοβαρό κώλυμα στην εξέταση της επιχειρηματολογίας τους για την αντισυνταγματικότητα των νόμων, κατ' έφεση.» Προκύπτει ξεκάθαρα μέσα από τους λόγους Έφεσης υπ΄αριθμούς 1, 2, 9 και 10 αλλά και μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Έφεση πως, οι Εφεσείοντες ήγειραν σαφώς και με ικανοποιητικό τρόπο τα ζητήματα περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ. Λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα των ευρημάτων, νομικών διατάξεων και προαναφερόμενης νομολογίας που τις έχει ερμηνεύσει, κρίνεται πως οι εισηγήσεις των συνηγόρων των Εφεσειόντων βρίσκουν πλήρως έρεισμα στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τα υπό συζήτηση ζητήματα. Ό,τι είναι σημαντικό να αναφερθεί εξ' αρχής είναι πως η εγγραφή υποθήκης, αναμφίβολα συνιστά περιουσιακό στοιχείο για το πρόσωπο φυσικό ή νομικό προς όφελος του οποίου παραχωρείται ως εξασφάλιση. Ο δε όρος ιδιοκτησία επί του άρθρου 23 του Συντάγματος είναι ορθό να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει και τα δικαιώματα που απορρέουν από σύμβαση υποθήκης. Προκύπτει ότι προβάλλει εμφανής η σύγκρουση των υφιστάμενων δικαιωμάτων των Εφεσειόντων με το δικαίωμα της Εφεσίβλητης
  1. Και τα δύο είναι εμπράγματα εν' όψει της κατάθεσης του πωλητηρίου από την Εφεσίβλητη 3 στο Κτηματολόγιο. Επισημαίνεται παράλληλα ότι μεταξύ Εφεσειόντων και αγοράστριας - Εφεσίβλητης 3 δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση. Υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται πως με τη θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ και την εφαρμογή αυτών, με την Ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου, ημερομηνίας 11.10.2017, με την οποία αυτός απορρίπτει την ένσταση των Εφεσειόντων και προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι της Εφεσίβλητης 3, η υποθήκη Υxxxx/2008 θα καταστεί άνευ αντικειμένου εξ' αιτίας της εξ' ολοκλήρου κατάργησης της, διά της απαλλαγής της, και συνεπακόλουθα θα προκαλέσει στέρηση περιουσιακών δικαιωμάτων των Εφεσειόντων. Η ενέργεια του Εφεσίβλητου 1 αδιαμφισβήτητα συνιστά περιορισμό στα δικαιώματα των Εφεσειόντων, τα οποία προέρχονται από την υποθήκη Υxxxx/
  2. Συνεπώς προκαλείται παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου στο άρθρο 23 του Συντάγματος, δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Το πότε και πως καταργούνται οι πρόνοιες μίας σύμβασης είναι ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται από το δίκαιο των συμβάσεων, είτε με καταγγελία της σύμβασης ή εκ συμφώνου με αμοιβαία πρόθεση προς τούτο, εκτός αν υπάρχει ακυρότητα λόγω παρανομίας ή αν σύμβαση αντίκεται στη δημόσια πολιτική, ζητήματα βέβαια που σημειωτέον κρίνονται και αποφασίζονται από τα Δικαστήρια. Κατ' επέκταση με την παρέμβαση στα ήδη υφιστάμενα δικαιώματα των Εφεσειόντων, όπως αυτά δημιουργήθηκαν με τη σύμβαση της υποθήκης Υxxxx/2008, προκαλείται παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, ο δε τρόπος παρέμβασης είναι τέτοιος που ολοκληρωτικά αντικαθιστά την ελεύθερη βούληση των Εφεσειόντων και δε συνιστά απλά είδος περιορισμού. Διαφαίνεται πως στην προσπάθεια του ο νομοθέτης, με τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ, να προστατέψει ή να ρυθμίσει προβλήματα που δημιουργήθηκαν σε μια ομάδα πολιτών - εγκλωβισμένων αγοραστών - ως είχε κάθε δικαίωμα βέβαια αλλά και υποχρέωση, δε διατήρησε τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ισορροπίες μεταξύ υφιστάμενων δικαιωμάτων τα οποία εξίσου προστατεύονται από το Σύνταγμα. Προβληματίστηκε το Δικαστήριο κατά πόσο με τη θεσπισμένη πρόνοια του άρθρου 44ΚΒ, με την οποία δίδεται εναλλακτική επιλογή, στην περίπτωση μας στους Εφεσείοντες, για εγγραφή υποθήκης σε άλλο ακίνητο των πωλητών - Εφεσίβλητων 2 - ενδεχομένως να μην προκύπτει ευθεία και ολοκληρωτική κατάργηση της σύμβασης υποθήκης, ωστόσο το εύρημα ότι οι Εφεσίβλητοι 2 δεν έχουν άλλο ακίνητο ελεύθερο από εμπράγματα βάρη ώστε να μεταφέρουν οι Εφεσείοντες την υποθήκη Υxxxx/2008, δεν επιτρέπει τη μεταφορά χωρίς να επηρεσθούν τα υφιστάμενα δικαιώματα τους ή κατά τρόπο που αυτοί να είναι εξασφαλισμένοι στον ίδιο βαθμό και επίπεδο που ήταν κατά το χρόνο εγγραφής της υποθήκης Υxxxx/2008 προς όφελος τους. Η πλευρά του Εφεσίβλητου 1 εισηγείται ακόμη ότι έστω και εάν γίνει αποδεκτή η θέση για περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος των Εφεσειόντων, το Δικαστήριο δε βρίσκεται ενώπιον άμεσης παραβίασης των συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 23 του Συντάγματος, καθότι το δικαίωμα για αποζημίωση είναι δεδομένο και μπορεί να καθοριστεί από το Δικαστήριο, κάτι που δεν έπραξαν οι Εφεσείοντες. Έχει αξιολογηθεί η εισήγηση και δε γίνεται αποδεκτή, απορρίπτεται καθ' ότι κρίνεται πως και σ' αυτήν την περίπτωση πρόκειται για σαφή κατάργηση, άμεση και πλήρη επέμβαση στο πυρήνα των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Εφεσειόντων, ως αποφασίστηκε ήδη. Σημαντικής επίσης βαρύτητας γεγονός, το οποίο συνυπολογίστηκε από το Δικαστήριο, αποτελεί η έκδοση ήδη απόφασης από το έτος 2013 εναντίον των Πρωτοφειλετών - Εταιρεία Vourna Limited - και εναντίον των Εφεσίβλητων 2 καθώς και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης Υxxxx/
  3. Καθίσταται εύκολα αντιληπτό τί κίνδυνο διατρέχει η ασφάλεια των συναλλαγών αλλά και η βεβαιότητα και ο σεβασμός στις δικαστικές αποφάσεις και διατάγματα, αν επιτραπεί αυτά να καθίστανται επιταγές χωρίς αντίκρισμα δια της απόφασης ή εξουσίας ενός άλλου οργάνου του κράτους, στην παρούσα περίπτωση από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μέσω του Διευθυντή αυτού. Συνακόλουθα των προαναφερόμενων κρίνεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν. 9/1965, όπως προστέθηκαν με το Ν.139
(1)/2015, με τις οποίες παρέχεται εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ενυπόθηκου ακίνητου στο όνομα της Εφεσίβλητης 3, παρά την ύπαρξη της υποθήκης Υxxxx/08 η οποία εγγράφηκε προγενέστερα από την κατάθεση στο Κτηματολόγιο του πωλητηρίου με το οποίο αυτό αγοράστηκε, με δεδομένο άλλωστε ότι οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων συγκεκριμένης ομάδας πολιτών - εγκλωβισμένων αγοραστών - καταργώντας ταυτόχρονα υφιστάμενα δικαιώματα των Εφεσειόντων, εύλογα συνάγεται ότι αυτές δεν συνάδουν με τις πρόνοιες των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος και τις ασφαλιστικές δικλείδες που τέθηκαν μέσω αυτών, αναφορικά με τις περιπτώσεις όπου σκοπείται η στέρηση ή ο περιορισμός περιουσιακού δικαιώματος ή επέμβασης στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Κρίνονται ως εκ τούτου αντισυνταγματικές καθ' ότι συγκρούονται και κατ' επέκταση απάδουν από τις διατάξεις των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος. Εν' όψει όλων των προλεχθέντων η Ειδοποίηση ημερομηνίας 11.10.2017 την οποία παρέλαβαν οι Εφεσείοντες από τον Εφεσίβλητο 1 στις 19.10.2019 παραμερίζεται ως άκυρη, εκδοθείσα κατ' εφαρμογή αντισυνταγματικών διατάξεων. Η Έφεση επιτυγχάνει, ως εκ τούτου εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της Έφεσης. Τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων, που είναι οι επιτυχόντες διάδικοι, και εναντίον όλων των Εφεσίβλητων, να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /Κ.Π., Χ.Κ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: arthra 44ΙΗ - ΚΖ tou Ν.9/1965 antisintagmatika - arthra 23 & 26 tou Sintagmatos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.