Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Χαριλάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 270/2019, 26/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 270/2019 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Ενάγοντες -και-
- ΧΧΧΧΧ Χαριλάου
- ΧΧΧΧΧ Στεφάνου
- ΧΧΧΧΧ Στεφάνου Εναγόμενοι ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.3.2019 ----------------------------------- Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα. Πηγασίου Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μιλτιάδους για κ. Π. Κλεοβούλου ------------------------------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, την οποία ο ενάγοντας καταχώρησε ταυτόχρονα με την αγωγή την 22.3.19, αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους να χρησιμοποιούν και/ή προκαλούν και/ή επιτρέπουν τη χρήση τηλεβόα και ή μεγαφώνου και ή ενισχυτή ήχου και ή άλλως πως, κατά τρόπο που δύναται να αποτελέσει δημόσια οχληρία, κατά τη λειτουργία της επιχείρησης «Η Ταβέρνα της Χαράς», η οποία βρίσκεται στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου. Η αίτηση μεταξύ άλλων, στηρίζεται στο άρθρο 32, του περί Δικαστηρίων Νόμου και ως προς τα γεγονότα, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. ΧΧΧΧΧ Ζωττή. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο ως άνω, η εναγόμενη 2 είναι εγγεγραμμένη επιχειρηματίας της επιχείρησης με την ονομασία «Η Ταβέρνα της Χαράς», η εναγόμενη 1 είναι η μητέρα της εναγόμενης 2 και/ή αποτελεί μία εκ των υπευθύνων και/ή διαχειριστών της ως άνω επιχείρησης και ο εναγόμενος 3, είναι ο σύζυγος της εναγόμενης 1 και πατέρας της εναγόμενης 2 ο οποίος σε συνεργασία με την εναγόμενη 1 διαχειρίζεται την εν λόγω επιχείρηση. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο κ. Ζωττής, στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης του: «Κατά την περίοδο από την 01/05/2018 έως την 21/09/2018 συμπεριλαμβανομένων και/ή μέχρι σήμερα και/ή άλλως πως, οι Εναγόμενοι λειτούργησαν και/ή εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι σήμερα το επίδικο υποστατικό κατά τρόπο που προκαλούσε και/ή προκαλεί δημόσια οχληρία και/ή οχληρία και/ή επηρέαζε και/ή επηρεάζει δυσμενώς τα συνταγματικά κατοχυρωμένα και/ή ανθρώπινα δικαιώματα του κοινού και/ή των περιοίκων και/ή των κατοίκων της περιοχής που βρίσκονται γύρω και/ή εφάπτονται και/ή γειτνιάζουν με την οδό Παύλου Ηρακλέους στο Μέσα Χωριό της Επαρχίας Πάφου και/ή άλλως πως, και δη, τα δικαιώματα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και απόλαυσης της κατοικίας και/ή της ιδιοκτησίας τους, όπως διασφαλίζονται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το άρθρο 15 του Συντάγματος.» Κατά τον ενόρκως δηλούντα, οι εναγόμενοι προκαλούν οχληρία και παρεμβαίνουν στις ανέσεις, συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα των περιοίκων, με την τοποθέτηση μεγαφώνων και ενισχυτών ήχου μέσω των οποίων μεταδίδεται δυνατή μουσική, καθιστώντας έτσι αφόρητη τη διαβίωση των γειτόνων. Υποστηρίζει επίσης ότι με τη χρήση των μεγαφώνων και ενισχυτών ήχου προκαλείται δόνηση και θόρυβος ο οποίος θέτει σε κίνδυνο την ιδιοκτησία και την άνεση των κατόχων γειτνιαζόντων υποστατικών, μεταδίδεται ενισχυμένη μουσική σε ακατάλληλες ώρες και επιτρέπεται στους πελάτες του επίδικου υποστατικού να φωνασκούν και να μιλούν δυνατά δημιουργώντας δημόσια οχληρία. Μετά από αριθμό καταγγελιών από τους κατόχους γειτνιαζόντων υποστατικών τα οποία δέχθηκε η Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, η επαρχιακή διοίκηση Πάφου και ο Έπαρχος Πάφου, διαπιστώθηκε ότι το επίδικο υποστατικό, δεν διαθέτει άδεια χρήσης συσκευών που ενισχύουν τον ήχο και για τα έτη 2018 και 2019, δεν εκδόθηκε άδεια για χρήση μεγαφώνων (Τεκ. Α). Εναντίον των εναγομένων καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 1880/19 και αφορά κατ' ισχυρισμό αδικήματα για την περίοδο από 1.5.18 με 21.9.18 (Τεκ. Β). Υποστηρίζει επίσης, ότι στα πλαίσια διερεύνησης της ως άνω ποινικής υπόθεσης, λήφθηκε αριθμός καταθέσεων από τους περιοίκους, στις οποίες διαφαίνεται η ταλαιπωρία στην οποία υποβάλλονται καθημερινά συνεπεία των πράξεων των εναγομένων και δη της δημόσιας οχληρίας που προκαλείται κατά τη λειτουργία του επίδικου υποστατικού. Ως αναφέρει στην παρ. 8 της ένορκης του δήλωσης, τα εν λόγω άτομα είναι άτομα διαφόρων ηλικιών και η οχληρία επηρεάζει και μικρά παιδιά τα οποία διαμένουν στα γειτονικά υποστατικά. Γνωρίζει επίσης ότι ο κοινοτάρχης του χωριού δέχθηκε παράπονα από συγχωριανούς του (Τεκ. Γ). Οι εναγόμενοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν συσκευές ενίσχυσης ήχου και μεγάφωνα, παρά το ότι αυτά είχαν κατασχεθεί από την αστυνομία, εφ΄ όσον σύμφωνα με πληροφορίες οι εναγόμενοι προμηθεύθηκαν εκ νέου με νέες συσκευές, παρά το ότι τους έχει επιδοθεί το διάταγμα ημερ. 24.9.18, για την κατακράτηση των παραληφθέντων αντικειμένων. Τέλος υποστηρίζει ότι οι πράξεις των εναγομένων αποτελούν δημόσια οχληρία αφού θέτουν σε κίνδυνο την υγεία, την ιδιοκτησία και την άνεση του κοινού και ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας 21 λόγους ένστασης, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι τα κίνητρα της αίτησης είναι υστερόβουλα, λόγω της καταγγελίας την οποία οι εναγόμενοι υπέβαλαν εναντίον του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της εναγόμενης 1, με την οποία υποστηρίζει ότι η ταβέρνα γειτνιάζει με την οικία της οικογένειας ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ, οι οποίοι επιδιώκουν με κάθε τρόπο να κλείσει η ταβέρνα. Την 21.9.18, καταχώρησε με την εναγόμενη 2 αγωγή εναντίον του ζεύγους Μιχαήλ και την ίδια ημερομηνία μετά από καταγγελία του ως άνω ζεύγους, δεκαμελή ομάδα αστυνομικών μετέβηκαν στην ταβέρνα και κατείσχαν ένα μικρό οικιακό μεγάφωνο το οποίο χρησιμοποιείτο στην ταβέρνα. Υποστηρίζει ότι ο μικρός χώρος αναψυχής τον οποίο λειτουργούν, λειτουργεί από τον Αύγουστο του 2016 και δεν οχλήθηκε ποτέ κανένας γείτονας και τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν οι εναγόμενοι έθεσαν ζήτημα προς την οικογένεια Παράσχου, για τις υγρασίες που προκαλούνται από την πλευρά της αυλής τους. Ως προς το χώρο της ταβέρνας υποστηρίζει ότι είναι ένας μικρός χώρος με 10 τραπεζάκια, ο οποίος μάλιστα υπολειτουργεί και στον οποίο κάποτε χρησιμοποιείται οικιακό μεγάφωνο. Υποστηρίζει επίσης ότι οι μόνοι που έχουν παράπονο εν΄ όψει των ως άνω διαφορών είναι τα μέλη της οικογένειας ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ και η θυγατέρα του ΧΧΧΧΧ Βασιλείου, υποστηρίζοντας δε ότι η τελευταία δεν διαμένει στο σπίτι των γονέων της. Κατά την Ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστηρίζει τις θέσεις της, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα οποία εξέτασα σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019, έχουν ανακεφαλαιωθεί οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60 και ζητημάτων που αφορούν προσωρινά διατάγματα. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο απόσπασμα από την ως άνω απόφαση το οποίο περιλαμβάνει ανάλυση της νομικής πτυχής που διέπει τα υπό κρίση ζητήματα: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις. Ενώπιον τέτοιων δεδομένων βρέθηκε αντιμέτωπο το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αδιαμφισβήτητη τη δικογράφηση παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης, την συνδρομή των δύο πρώτων κριτηρίων του άρθρου 32 και του κινδύνου συνέχισης των δημοσιευμάτων. Υπό το πρίσμα αυτό, ήταν ορθή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση με την καταβολή αποζημιώσεων δεν θα συνιστούσε επαρκή θεραπεία και, κατά προέκταση, ότι υπήρχε κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Συνακόλουθα, η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείτο. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Προτού εξετάσω την ουσία της Αίτησης, θα πρέπει να λεχθεί ότι εξέτασα το λόγο ένστασης με τον οποίο προβάλλεται ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής, εφόσον δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν το άρθρο 45 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου το οποίο προβλέπει το αδίκημα της δημόσιας οχληρίας. Έχοντας όμως υπόψη ότι στην Αίτηση αναφέρεται το δικαιοδοτικό άρθρο 32 του Νόμου Περί Δικαστηρίων για εξέταση της Αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, η μη συμπερίληψη του άρθρου 45, το οποίο προβλέπει γενικότερα για το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να ζητήσει διάταγμα άρσης της οχληρίας στα πλαίσια της Αγωγής, δεν θα αποτελούσε από μόνο του λόγο απόρριψης της Αίτησης. Ως προς το λόγο ένστασης αναφορικά με το ότι επιδόθηκε στους εναγόμενους η μονομερής αίτηση και όχι κατ' αντιμωλία και δεν επιδόθηκε σ' αυτούς η Αγωγή, διαπιστώνω ότι η Αίτηση ως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο επιδόθηκε και οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν ζητώντας χρόνο για ένσταση. Το κατά πόσο επιδόθηκε σ' αυτούς και η Αγωγή, στο παρόν στάδιο κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποτελέσει ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να καθορίσει την πορεία της Αίτησης. Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60 σε συνάρτηση με τα περιστατικά της υπόθεσης και έχοντας κατά νου τις ως άνω αρχές αλλά και τις θέσεις που προβάλλει η κάθε πλευρά, διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι με το κλητήριο ένταλμα ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι προκαλούν δημόσια οχληρία και σύμφωνα με το άρθρο 45 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων, ο Γενικός Εισαγγελέας νομιμοποιείται στην έγερση τέτοιας Αγωγής ζητώντας την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Συνεπώς η βάση Αγωγής συνιστά μια αναγνωρισμένη αιτία Αγωγής σύμφωνα με την ισχύουσα Νομοθεσία και ως εκ τούτου πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Εις ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση και την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας, σύμφωνα με τα όσα απαιτούνται στο στάδιο αυτό να καταδείξει ο ενάγοντας, σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, διαπιστώνω ότι ο ενάγοντας δεν παρέθεσε τέτοια μαρτυρία που θα μπορούσε στο στάδιο αυτό να ικανοποιήσει την προϋπόθεση αυτή, για τους λόγους στους οποίους θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω. Παρεμβάλλω εδώ ότι όπως φαίνεται από το κλητήριο ένταλμα η αξίωση του ενάγοντα είναι η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Εάν ο ενάγοντας αιτείται τελικό Διάταγμα ως εισηγείται με την αγόρευση του, τότε θα πρέπει να προβεί στα απαραίτητα δικονομικά διαβήματα. Στο στάδιο αυτό αν και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο αιτητής φέρει το βάρος να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία που θα μπορούσε στον ελάχιστο βαθμό να προδιαγράψει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, Με τη μαρτυρία την οποία έθεσε ενώπιον μου ο ενάγοντας - αιτητής, διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι δεν προβάλλονται ξεκάθαρες, σαφείς και συγκεκριμένες θέσεις. Όπως προκύπτει από την παρ. 4 της ένορκης δήλωσης το κ. Ζωττή, την οποία παρέθεσα πιο πάνω αυτολεξεί, προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι σύμφωνα με τη νομολογία δεν υπέχουν θέση σε μια ένορκο δήλωση. Δεν μπορεί από τη μια ο ενόρκως δηλών να αναφέρει ότι οι εναγόμενοι λειτούργησαν και/ή εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι σήμερα το επίδικο υποστατικό κατά τρόπου που προκαλούσε και/ή προκαλεί δημόσια οχληρία. Όπως δεν μπορεί να προβάλει ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα του κοινού και/ή των περιοίκων και/ή των κατοίκων της περιοχής, χωρίς να διευκρινίζεται ποια ομάδα ανθρώπων επηρεάζεται και σε ποια απόσταση από το επίδικο υποστατικό. Για τα τόσο ουσιώδη αυτά γεγονότα θα έπρεπε ο ενόρκως δηλών να παραθέσει πιο σαφή μαρτυρία και όχι να προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε επηρεασμό κατόχων γειτνιαζόντων υποστατικών, σε επηρεασμό υπερήλικων προσώπων αλλά και παιδιών, χωρίς όμως να έχει θέσει ενώπιον μου συγκεκριμένη μαρτυρία προς τούτο. Μοναδικά στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου αποτελούν οι καταθέσεις του ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ και της ΧΧΧΧΧ Βασιλείου οι οποίοι ως ισχυρίζεται ο κος Ζωττής διαμένουν στο σπίτι πλησίον της ταβέρνας. Πέραν τον κατ' ισχυρισμό επηρεασμό των δυο αυτών προσώπων που αφορούν την οικία πλησίον της ταβέρνας, καμία μαρτυρία έχει τεθεί που θα μπορούσε να υποστηρίξει στον απαιτούμενο βαθμό για το στάδιο αυτό τα όσα προβάλλει ο ενόρκως δηλών περί επηρεασμού των ανέσεων του κοινού γενικότερα. Σίγουρα στο στάδιο αυτό δεν καταλήγω σε τελικά ευρήματα ως προς τα γεγονότα, ούτε αποκλείεται η πιθανότητα επιτυχίας στην Αγωγή, όταν αυτή πλέον ακουστεί κατ' ουσία. Δεν μπορώ όμως να μην λάβω υπόψη ότι σύμφωνα με τη νομολογία ουσιαστικό στοιχείο της δημόσιας οχληρίας αποτελεί μεταξύ άλλων και ο επηρεασμός μιας ικανής μερίδας του κοινού (βλ. Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aλέξανδρου Kωστάκη ανήλικου, μέσω των γονέων του και φυσικών κηδεμόνων του Xρήστου και Mαρίας Kωστάκη,
(2008)1 Α.Α.Δ. 432) και για το ουσιώδη αυτό ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να καταδείξει στο στάδιο αυτό την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας, δεν έχουν τεθεί επαρκή στοιχεία με τη μαρτυρία του αιτητή. Τέλος, πέραν της χρονικής περιόδου στην οποία αναφέρεται ο ενόρκως δηλών ήτοι από 1.5.18 μέχρι 21.9.18, καμία άλλη μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα προβαίνουν στις πράξεις τις οποίες τους καταλογίζει ο αιτητής. Έχει παρέλθει ένας χρόνος από τότε, χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον μου στοιχεία ότι έγιναν καταγγελίες ή παράπονα μετά από αυτή την ημερομηνία μέχρι και σήμερα όπου κρίνεται η αίτηση. Ενόψει των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγοντας έχει καταδείξει μια ορατή πιθανότητας επιτυχίας. Αν και η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει την τύχη της αίτησης εφόσον οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά, θα πρέπει να λεχθεί ως προς την τρίτη προϋπόθεση, εάν δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, ότι αυτό αποτελεί ζήτημα το οποίο εξετάζεται υπό το φως και της αξιούμενης θεραπείας του ενάγοντα. Ενόψει της φύσεως των δικαιωμάτων, τα οποία επιχειρεί ο ενάγοντας να προστατεύσει μέσω του άρθρου 45 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων και αφορά δικαιώματα τρίτων προσώπων σίγουρα η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν αποτελεί καν επιλογή. Ο ενάγοντας όμως ενόψει των δικαιωμάτων που επιχειρεί να προστατεύσει και διασφαλίσει, θα πρέπει έστω και στον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό για το στάδιο αυτό, να καταδείξει μια συνέχεια στην όλη συμπεριφορά των εναγομένων κατά τρόπο που θα καταδεικνύεται ότι συνεχίζεται μέχρι και σήμερα η πρόκληση ζημιάς ή βλάβης, με απρόβλεπτες μάλιστα προεκτάσεις, όπως έχει καθοριστεί από την ως άνω νομολογία (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγοντας ζητά ουσιαστικά την έκδοση διατάγματος άρσης της δημόσιας οχληρίας. Τα γεγονότα και η μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο αιτητής αφορούν μια συγκεκριμένη περίοδο από 1.5.18 μέχρι 21.9.18, χωρίς επαναλαμβάνω να έχουν τεθεί στοιχεία ότι μετά την περίοδο αυτή και μέχρι σήμερα χρησιμοποιούνται μεγάφωνα ή ενισχυτές ήχου από τους εναγόμενους κατά τρόπο που η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποτελούσε τη μόνη οδό για διασφάλιση ικανοποίησης μιας ενδεχόμενης τελικής θεραπείας, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί με επαρκή στοιχεία μια επαναλαμβανόμενη και συνεχιζόμενη συμπεριφορά των εναγομένων μέχρι και σήμερα. Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων ακόμα και να ικανοποιείτο η δεύτερη προϋπόθεση δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση. Προτού κλείσω, θα πρέπει να πω ότι εξέτασα τη θέση των εναγομένων ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι ταυτόσημο με την κύρια θεραπεία, ως λόγο για απόρριψη της αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν έχει τεθεί άκαμπτος κανόνας που να απαγορεύει την ενδιάμεση έκδοση ταυτόσημης με την τελική επιδιωκόμενη θεραπεία, αν και κάτι τέτοιο είναι ανεπιθύμητο. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα απόδοσης προσωρινής θεραπείας ταυτόσημης με την τελική θεραπεία μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις (βλ. Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α. Πολιτική Έφεση 85/10, ημερ. 31.1.13). Με τα πιο πάνω δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη την ασαφή και ελλειπή μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο αιτητής, θα ήταν αδύνατο να αποδοθεί ενδιάμεση θεραπεία ταυτόσημη με την τελική στην προκειμένη περίπτωση. Ενόψει των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ......................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: interim public nuisance Subject: Civil/OtherActions/Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο