Σάββα ν. Σάββα, Αρ. Αγωγής: 378/19, 18/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 378/19 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Σάββα, γνωστής και ως ΧΧΧΧΧ Σάββα Γιακουμή Ενάγουσα και ΧΧΧΧΧ Σάββα, γνωστού και ως ΧΧΧΧΧ Σάββα Γιακουμή Εναγόμενου --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22/4/19 ---------------------------------- Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Κάιζερ για κ. Α. Κυπρίζογλου. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Κ. Καλαβάς. ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά ισχυριζόμενη επίθεση την οποία υπέστη η ενάγουσα από τον εναγόμενο αδελφό της την 13.4.
- Στα πλαίσια της Αγωγής εκδόθηκε μονομερώς την 24.4.19 προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον εναγόμενο όπως πλησιάζει οποτεδήποτε και οπουδήποτε την ενάγουσα σε απόσταση 50 μέτρων στην επαρχία Πάφου μέχρι την ολοκλήρωση της Αγωγής. Όπως προκύπτει από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις οι οποίες τέθηκαν ενώπιον μου, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι την 13.4.19 υπήρξε μεταξύ τους κάποιο επεισόδιο κατά το οποίο προκλήθηκε ο μώλωπας τον οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο η ενάγουσα με το τεκμήριο
- Από τη μια η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτό προκλήθηκε από σπρώξιμο του εναγόμενου, εξ' ού και απαιτεί γενικές αποζημιώσεις και από την άλλη ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα του επιτέθηκε και αυτός στην προσπάθεια του να την απομακρύνει προκλήθηκε ο μώλωπας. Σύμφωνα με την ενάγουσα και τα όσα αναφέρει στην ένορκο δήλωση της, το 1992 μαζί με τον αδελφό της εναγόμενο δημιούργησαν συγκρότημα ενοικιαζόμενων δωματίων σε συνιδιόκτητη περιουσία στο Προδρόμι της επαρχίας Πάφου. Κατά το 2015 ο εναγόμενος δεν επιθυμούσε να ασκεί την κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα και παρά την αντίθετη άποψη της ενάγουσας, επισκέφθηκε δικηγόρο με τον αδελφό της όπου συντάχθηκε πρακτικό συνέλευσης των μετόχων όπου αποφασίστηκε υπό ποιες συνθήκες και εντός πόσου χρόνου θα έπρεπε να πωληθεί η εν λόγω ξενοδοχειακή μονάδα και τι θα συνέβαινε σε περίπτωση μη πώλησης της (τεκμήριο 2). Λόγω του ότι η περιουσία δεν πωλήθηκε και παρέμεινε κλειστή για 3 χρόνια, φέτος αποφάσισε να προβεί σε εργασίες συντήρησης της και αφού συμφωνήσει με τον αδερφό της να προβεί σε διαχωρισμό των μεριδίων τους, όχι μόνο της ξενοδοχειακής μονάδας αλλά ολόκληρης της κοινής τους περιουσίας την οποία περιγράφει στην παρ.
- Ο αδελφός της δεν αποδέχτηκε την εισήγηση αυτή και έστειλε μέσω δικηγόρου στην ενάγουσα την επιστολή ημερ. 28.3.19 (τεκμήριο 5) με την οποία ο εναγόμενος εκφράζει τη διαφωνία του ως προς τις ενέργειες και εργασίες στις οποίες προβαίνει η ενάγουσα. Ακολούθως, περιγράφει το επίδικο συμβάν αναφέροντας ότι την 13.4.19 ενώ βρισκόταν στην καφετέρια του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, συνάντησε τον εναγόμενο ο οποίος αγριεμένος τη ρώτησε κατά πόσο θα δεχθεί την πώληση της ξενοδοχειακής μονάδας, απαντώντας του αρνητικά και τότε την έσπρωξε βίαια, έπεσε στο έδαφος και υπέστηκε μωλωπισμό στο δεξί της χέρι και κτύπησε στα δάκτυλα του χεριού της. Επίσης την έβρισε και πήρε τα κλειδιά της οικίας της (τεκμήριο 6). Η ενάγουσα προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία και εξετάστηκε από ιατρό του νοσοκομείου της περιοχής. Η Αστυνομία προέβηκε σε απλή παρατήρηση στον εναγόμενο. Ο εναγόμενος, όπως υποστηρίζει, λόγω της άρνησης της να πωληθεί η ξενοδοχειακή μονάδα, έγινε επιθετικός και απειλεί να της προκαλέσει μεγαλύτερες σωματικές βλάβες, διότι όπως της λέει δεν φοβάται την Αστυνομία. Με την ένσταση του ο εναγόμενος προβάλλει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος, το προσωρινό διάταγμα είναι το ίδιο με το διάταγμα το οποίο επιδιώκει με την αγωγή της η ενάγουσα, δεν δικαιολογείται η συνέχιση ισχύος του διατάγματος και η ενάγουσα δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα. Σύμφωνα με τον εναγόμενο και τα όσα αναφέρει στην ένορκο δήλωση του, η ενάγουσα συνεχώς προκαλούσε προβλήματα στον ίδιο μετά που γνώρισε τη σύζυγο του το
- Συμφώνησαν όπως λέει να πωληθεί το εν λόγω ακίνητο και σε περίπτωση όπου αυτό δεν καταστεί εφικτό να αναλάβει τη διαχείριση η ενάγουσα και να καταβάλλει στον εναγόμενο το ποσό των €1.000.- μηνιαίως. Κατά τον εναγόμενο η ενάγουσα δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και όταν αποφάσισε η ενάγουσα να κλείσει τα διαμερίσματα ο ίδιος του την βοήθησε. Ισχυρίζεται επίσης ότι πρόσφατα η ενάγουσα ξεκίνησε εργασίες για την μετατροπή των τουριστικών διαμερισμάτων σε οικιστικές μονάδες χωρίς τη συγκατάθεση του και την άδεια από τις αρμόδιες αρχές, εξ΄ ού και έστειλε την επιστολή ημερ. 28.3.
- Αναφέρει επίσης ότι η ενάγουσα ουδέποτε εκφράστηκε προς τον ίδιο με ήπιο τρόπο, χειρονομεί, φωνάζει και τον βρίζει κάθε φορά όπου προσπαθεί να της μιλήσει για τα θέματα της κοινής τους περιουσίας. Το ίδιο έγινε, ως ισχυρίζεται και την 13.4.19 όπου προσπάθησε να τον χαστουκίσει και αμυνόμενος συγκράτησε το χέρι της πιάνοντας την από το μπράτσο. Η αίτηση μεταξύ άλλων στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν. 14(Ι)/
- Κατά την Ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστηρίζει τις θέσεις της, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα οποία εξέτασα σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται για την έκδοση, εδώ οριστικοποίηση, προσωρινών διαταγμάτων. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019, έχουν ανακεφαλαιωθεί οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60 και ζητημάτων που αφορούν προσωρινά διατάγματα. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο απόσπασμα από την ως άνω απόφαση το οποίο περιλαμβάνει ανάλυση της νομικής πτυχής που διέπει τα υπό κρίση ζητήματα : «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις. Ενώπιον τέτοιων δεδομένων βρέθηκε αντιμέτωπο το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αδιαμφισβήτητη τη δικογράφηση παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης, την συνδρομή των δύο πρώτων κριτηρίων του άρθρου 32 και του κινδύνου συνέχισης των δημοσιευμάτων. Υπό το πρίσμα αυτό, ήταν ορθή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση με την καταβολή αποζημιώσεων δεν θα συνιστούσε επαρκή θεραπεία και, κατά προέκταση, ότι υπήρχε κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Συνακόλουθα, η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείτο. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Πέραν των πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση εφόσον το επίδικο Διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο επί τη βάση πλέον των όσων παρουσίασε ο εναγόμενος με την ένσταση του, θα πρέπει να εξετάσει εκ νέου κατά πόσο πληρείται η προϋπόθεση του κατ' επείγοντος και κατά πόσο η ενάγουσα απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα τα οποία εάν αποκαλύπτονταν κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της αίτησης, το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε το επίδικο διάταγμα. Οι αρχές της νομολογίας ως προς το ζήτημα της αποκάλυψης, είναι γνωστές (βλ. Demstar Ltd ν. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 597). Εξέτασα τα γεγονότα τα οποία η πλευρά του εναγόμενου προβάλλει ως ουσιώδη και ότι αυτά έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί. Έχοντας όμως υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση και διαδικασία αφορά την κατ' ισχυρισμό επίθεση της ενάγουσας από τον εναγόμενο και όχι τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές, δεν διαπιστώνω τα γεγονότα τα οποία αναφέρει ο εναγόμενος να μπορούσαν να καθορίσουν την κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος που αφορούσε όχι αποκλεισμό του εναγόμενου από την περιουσία του, αλλά να μην προσεγγίζει την ενάγουσα οπουδήποτε και όχι μόνο εντός της κοινής τους περιουσίας. Αντιθέτως, διαπιστώνω ότι η ενάγουσα αποκάλυψε γεγονότα που αφορούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς της κοινής τους περιουσίας αλλά και το ιστορικό της διαφοράς τους που αφορά την κοινή τους περιουσία ακόμα και τη διαφωνία της για την πώληση. Συνεπώς δεν διαπιστώνω ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε ουσιαστικά γεγονότα τα οποία η αποκάλυψη τους θα οδηγούσαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα εις το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της αίτησης. Ως προς το ζήτημα του κατ' επείγοντος, από τη στιγμή όπου το επίδικο συμβάν έγινε την 13.4.19 και η ενάγουσα αποτάθηκε στο Δικαστήριο την 22.4.19 για τη διεκδίκηση της ενδιάμεσης θεραπείας, ταυτόχρονα με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, αλλά και την πεποίθηση της ενάγουσας ότι απειλήθηκε από τον εναγόμενο, καταλήγω ότι η ενάγουσα κατέδειξε ότι η έκδοση του διατάγματος ήταν κατεπείγουσας φύσεως. Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60 σε συνάρτηση με τα περιστατικά της υπόθεσης και έχοντας κατά νου τις ως άνω αρχές αλλά και τις θέσεις που προβάλλει η κάθε πλευρά, διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος της επιτέθηκε. Βασίζει ουσιαστικά τις απαιτήσεις της στο αστικό αδίκημα της επίθεσης και τα όσα αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα κρίνονται για το στάδιο αυτό ότι αποκαλύπτουν μια συζητήσιμη υπόθεση. Εις ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση και την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας, σύμφωνα με τα όσα απαιτούνται στο στάδιο αυτό να καταδείξει η ενάγουσα και αναφέρονται πιο πάνω, χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και χωρίς να εξετάζω μικροσκοπικά και ξεχωριστά την κάθε αιτούμενη θεραπεία, έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και την προϋπόθεση αυτή. Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω ότι παρά του ότι αμφότερες πλευρές με τις ένορκες δηλώσεις τους προβαίνουν σε παράθεση γεγονότων τα οποία περισσότερο αφορούν τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές οι οποίες υφίστανται εν σχέση με τα συνιδιόκτητα ακίνητα τους, το υπό κρίση διάταγμα δεν αφορά τις διαφορές τους αυτές ούτε επιζητείται ο αποκλεισμός του εναγόμενου από την περιουσία αυτή. Τα όσα προβάλλουν οι διάδικοι και αφορούν τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές, δεν εξετάζονται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η οποία περιορίζεται στα επίδικα γεγονότα της 13.4.19. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι της επιτέθηκε και την τραυμάτισε ο εναγόμενος και προς τούτο παρουσιάζει το τεκμήριο 6 όπου φαίνεται τραυματισμένο το χέρι της και από την άλλη ο εναγόμενος προβάλλει ότι η ενάγουσα προσπάθησε να τον χαστουκίσει και ο ίδιος του αμυνόμενος συγκράτησε το δεξί της χέρι πιάνοντας την από το μπράτσο, αρνούμενος ότι την έσπρωξε και την έριξε στο έδαφος. Από τα πιο πάνω προκύπτει, εις το επίπεδο που απαιτείται στο στάδιο αυτό και χωρίς ενδελεχή αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών ότι και ο εναγόμενος αναγνωρίζει ότι την 13.4.19 μεταξύ των δυο αδελφών επεσυνέβη κάποιο επεισόδιο. Δεν αμφισβητεί μάλιστα την ύπαρξη του μώλωπα στο μπράτσο της ενάγουσας, αλλά δίδει τη δική του εκδοχή, η οποία θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο. Με τα δεδομένα αυτά, εις το βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό η ενάγουσα έχει καταδείξει μια πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς επαναλαμβάνω να γίνεται διαχωρισμός των θεραπειών που αξιώνει η ενάγουσα. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, εάν δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, αποτελεί ζήτημα το οποίο εξετάζεται υπό το φως και των αξιούμενων θεραπειών της ενάγουσας. Εδώ, θα πρέπει να επαναλάβω ότι η ενάγουσα με την Αγωγή της ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο να επικοινωνεί με οποιοδήποτε τρόπο και/ή να πλησιάζει την ενάγουσα σε ακτίνα 500 μέτρων οπουδήποτε εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς επίσης αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για την πρόκληση των σωματικών βλαβών. Στην ένορκη δήλωση της η ενάγουσα ως προς την προϋπόθεση αυτή αναφέρει τα ακόλουθα στην παρ. 13: «.και θα είναι δύσκολο ή και αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, εάν συνεχίσει ο Καθ ου η Αίτησις να με εκφοβίζει και να μου επιτίθεται.» Η πιο πάνω αναφορά της ενάγουσας κρίνεται κατ' αρχάς γενική και αόριστη, ενώ σύμφωνα με τη νομολογία οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται για το ζήτημα αυτό θα πρέπει να επεξηγηθούν και να αιτιολογηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία (βλ. Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (αρ. 2)
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 628). Δεν παραβλέπω ότι με την Αγωγή της η ενάγουσα επιδιώκει μεταξύ άλλων την προστασία της σωματικής της ακεραιότητας στηριζόμενη σε ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία καταγράφει στην ένορκο της δήλωση. Ενόψει της φύσεως των δικαιωμάτων τα οποία επιχειρεί η ενάγουσα να προστατεύσει, ενδεχομένως η επιδίκαση αποζημιώσεων να μην αποτελεί επαρκή θεραπεία. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η ενάγουσα θα πρέπει έστω και στον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό για το στάδιο αυτό, να καταδείξει μια συνέχεια στην όλη συμπεριφορά του εναγόμενου κατά τρόπο που θα συνεχίζεται η πρόκλησης ζημιάς ή βλάβης στην ίδια, με απρόβλεπτες μάλιστα προεκτάσεις, όπως έχει καθοριστεί από την ως άνω νομολογία (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ανωτέρω) . Έχοντας όμως υπόψη ότι οι δικογραφημένες αξιώσεις της ενάγουσας πηγάζουν από ένα και μόνο γεγονός το οποίο συνέβηκε την 13.4.19 και χωρίς την προσκόμιση περαιτέρω και συγκεκριμένης μαρτυρίας ως προς το λόγο που θα ήταν αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος αυτό το οποίο έφερε στη διαδικασία. Η όλη αξίωση και υπόθεση της ενάγουσας στηρίζεται σε ένα μεμονωμένο γεγονός χωρίς να υποστηρίζει με τη μαρτυρία της ότι ο εναγόμενος, πέραν κάποιων έντονων συζητήσεων που είχαν, της είχε επιτεθεί και στο παρελθόν ή ότι προτίθεται να της επιτεθεί ή να της προκαλέσει βλάβη ή άλλη ζημιά. Η δε αναφορά της στην παρ. 11 ότι την απειλεί ότι θα της προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερες σωματικές βλάβες διότι δεν φοβάται την Αστυνομία, κρίνεται γενική και αόριστη αναφορά, η οποία ακόμα και στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να καταδείξει τον κίνδυνο εκδήλωσης μιας συμπεριφοράς του εναγόμενου προς την ενάγουσα η οποία θα επέβαλλε την οριστικοποίηση του διατάγματος. Όπως αναφέρει η ενάγουσα, μεταξύ της και του αδελφού της υφίστανται διαφορές και διαφωνίες ως προς τη διαχείριση της κοινής τους περιουσίας τουλάχιστον από το 2015 όπου ως ισχυρίζεται, ο εναγόμενος αποφάσισε να πωλήσει την περιουσία αυτή. Έκτοτε όμως και μέχρι την 13.4.19 όπου επεσυνέβη το επίδικο συμβάν ή έστω μέχρι την έκδοση του την 24.4.19 αλλά και μέχρι την επίδοση του στον εναγόμενο την 13.5.19, ουδέποτε κατά το χρόνο αυτό φαίνεται η ενάγουσα να παραπονείται ότι της επιτέθηκε ο εναγόμενος ή δέχθηκε συγκεκριμένη απειλή και πότε προς τούτο. Η όλη υπόθεση της ενάγουσας επαναλαμβάνω στηρίζεται σε ένα και μόνο γεγονός, της 13.4.19, χωρίς να έχει καταδειχθεί η πρόκληση συνεχούς ζημιάς ή βλάβης της ενάγουσας η οποία να συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Ως προς την αξίωση της ενάγουσας για γενικές αποζημιώσεις και μια ενδεχόμενη επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος της, θα πρέπει να λεχθεί κατά πρώτο ότι η ικανοποίηση μιας τέτοιας απόφασης δεν φαίνεται να συνδέεται με το εκδοθέν διάταγμα και κατά δεύτερο, η απόδοση αποζημιώσεων εν σχέση με την κατ' ισχυρισμό πρόκληση σωματικής βλάβης η οποία προκλήθηκε από ένα μεμονωμένο συμβάν, υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα συνιστούσε επαρκή θεραπεία. Δεν τέθηκε άλλωστε θέση ή επιχείρημα από πλευράς ενάγουσας περί δυσκολίας υπολογισμού των οποιωνδήποτε αποζημιώσεων ήθελαν επιδικασθεί ή ότι δεν θα μπορούσαν αυτές να καταβληθούν από τον εναγόμενο (Βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237) Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι στην αγόρευση της ενάγουσας, ως προς την προϋπόθεση αυτή, προβάλλεται μόνο η εισήγηση, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ότι δεν απαιτείται απόδειξη πραγματικής πρόθεσης αποξένωσης, ενώ το διάταγμα δεν αφορά τέτοιο ζήτημα. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60. Εφόσον οι ως άνω προϋποθέσεις δεν πληρούνται σωρευτικά, δεν επιβάλλεται η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Προτού κλείσω, θα πρέπει να πω ότι εξέτασα τη θέση του εναγόμενου ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι ταυτόσημο με την κύρια θεραπεία, ως λόγο για ακύρωση του διατάγματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν έχει τεθεί άκαμπτος κανόνας που να απαγορεύει την ενδιάμεση έκδοση ταυτόσημης με την τελική επιδιωκόμενη θεραπεία, αν και κάτι τέτοιο είναι ανεπιθύμητο. Πάντοτε η απόδοση τέτοιας θεραπείας εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι τελικές θεραπείες που ζητούνται εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd Πoλιτική Έφεση 304/2008 ημερ. 21.10.2011). Στην προκειμένη περίπτωση το διάταγμα είναι προσωρινό και όχι διηνεκές κατά τρόπο που θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου την κύρια αξιούμενη θεραπεία. Πέραν τούτου, το περιεχόμενο του προσωρινού διατάγματος διαφέρει από αυτό του αιτούμενου με την Αγωγή διατάγματος, με το οποίο απαγορεύει στον εναγόμενο ακόμα και να επικοινωνεί με την ενάγουσα. Εν όψει της μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60 το διάταγμα ημερομηνίας 24.4.19 ακυρώνεται και η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας και προς όφελος του εναγόμενου, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) .............................................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προσωρινό - Επίθεση Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο