BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. S. KOUPANOS DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 493/2017, 16/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 493/2017 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσας Και
- S. KOUPANOS DEVELOPERS LIMITED
- Εxxxxxxxx Κούπανου
- Έxxxxx Πxxxxxxx Κούπανου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 16.01.2019 Για τον Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Μαθηκολώνης Εναγόμενος 2 και Σύμβουλος της Εναγομένης 1 παρών Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 15.01.2019 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης αρχομένου από την καταχώρηση της αγωγής και στη συνέχεια Ανταπαίτησης περιγράφεται στην ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.01.
- Tο Δικαστήριο επαναλαμβάνει το εν λόγω ιστορικό για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ό,τι προηγήθηκε στις 14.01.2019 είναι η έκδοση ενδιάμεσης απόφασης με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση των Εναγόμενων για έκδοση προσωρινών παρεμπίπτοντων διαταγμάτων για την αναστολή πλειστηριασμού εκποίησης ακινήτων, ο οποίος είναι προγραμματισμένος σήμερα, δυνάμει της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/
- Χθες στις 15.1.2019 στις 11.30 π.μ. ζητήθηκε άδεια από το συνήγορο των Εναγόμενων και δόθηκε για να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η παρούσα μονομερής Αίτηση (στο εξής η Αίτηση) για έκδοση διαταγμάτων αναστολής του προαναφερόμενου πλειστηριασμού, εκκρεμούσης έφεσης ενάντια στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 14.01.2019 καταχωρηθείσας την ίδια ημέρα - 15.01.2019 - στο Ανώτατο Δικαστήριο. Δόθηκε άδεια και ο φάκελος τέθηκε ενώπιον μου και τον έλεγξα έχοντας πρώτη επαφή μαζί του περί τις 12.30 π.μ. αφού διέκοψα από την έδρα ενώ ακόμη επιλαμβανόμουν, άλλων υποθέσεων. Έχοντας το φάκελο ενώπιον μου και με δηλωμένη τη στήριξη της επίδικης Αίτησης, από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών, στις αρχές της υπόθεσης Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R., 448 έκρινα ότι χρειαζόμουν χρόνο υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον μου για να μελετήσω περαιτέρω την υπόθεση και επιφύλαξα την απόφαση μου για σήμερα το πρωί, ενόψει του ότι πλειστηριασμός τον οποίο αφορά η Αίτηση είναι καθορισμένος σήμερα περί ώρα 9.00 π.μ.. Το ζήτημα της εξουσίας των Δικαστηρίων για έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα έχει διασαφηνιστεί στην υπόθεση ASPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD v. ΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΓΝΩΣΤΗ ΝΟΡΑ ΣΙΑΚΑΤΙΔΗ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1816. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο μεταξύ άλλων αποφάνθηκε περί της ερμηνείας των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω). Το Δικαστήριο κρίνει χρήσιμο να επαναλάβει συγκεκριμένα αποσπάσματα από την υπόθεση ASPIS, ως πλήρως διαφωτιστικά που είναι, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το θέμα όμως το οποίο εδώ εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης δεν αφορά τυχόν εξουσία του Εφετείου όπως εκδίδει τέτοιο διάταγμα στο πλαίσιο της έφεσης, παρά μόνο εξετάζεται η δυνατότητα έκδοσης και η ορθότητα της άρνησης έκδοσης του διατάγματος από το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο. Όμως, από την άλλη, οι παρατηρήσεις στις οποίες προέβηκε το Εφετείο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω) ως προς την διαφορετικότητα του Κυπριακού νομοθετικού πλαισίου και την ανυπαρξία νομοθετικής ρύθμισης για παροχή τέτοιας θεραπείας από το Κυπριακό Εφετείο, δεν μπορούν παρά να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Όπως ορθά διαπίστωσε το Εφετείο, στην Αγγλία ένα τέτοιο θέμα, με βάση τις πρόνοιες του Αρθρου 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 μπορούσε να ρυθμισθεί από το ίδιο το Εφετείο. Επομένως, το μόνο θέμα το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, μέχρι δηλαδή να μπορεί να επιληφθεί του θέματος το Εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. Συγκεκριμένα, το Κυπριακό Εφετείο προέβηκε στις ακόλουθες επισημάνσεις, [
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1534]: "Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Tafco v. Ship "Lambros L" (No.2)
(1977)1 C.L.R. 159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makris Ltd v. Cyprus Ports Authority
(1985)1 C.L.R. 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Novorossijskrybprom Co Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. Στην Erinford είχε απορριφθεί, στις 14 Μαρτίου, 1974, αίτημα των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική Αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. Ας σημειωθεί ότι μεταγενέστερα το ζήτημα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το Αρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 και εναγομένων εισηγήθηκε, χωρίς όμως να παραπέμψει σε αυθεντίες, πως σύμφωνα με την πρακτική τέτοιο διάταγμα μόνο το εφετείο είχε εξουσία να εκδώσει. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο." Το θέμα λοιπόν το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι ημερών, μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσας της έφεσης. Εκείνος δε ο παράγοντας ήταν που τελικά μέτρησε και επενήργησε θετικά στην σκέψη του Megarry J. ώστε να εκδώσει το ζητηθέν προσωρινό διάταγμα. Όπως ο ίδιος ο Megarry J. ανέφερε στην απόφασή του [1974] 2 All E.R. 449: "The county council had previously been bound by an undertaking in similar terms, but this came to an end with the dismissal of the motion and counsel of the county council had no instructions to renew it or offer any other undertaking. He volunteered, however, that the next meeting of the appropriate body of the county council would not be until 28th March and in the end counsel for the plaintiffs was content to seek an ex parte injunction only over 20th March, which, he said would allow time for him to give notice of appeal and to serve notice of motion to extend the injunction. Ultimately, I held that I should grant the injunction in this modified form..." Προκύπτει, επομένως, ότι εκείνο που τελικά είχε βαρύνει την πλάστιγγα στην απόφαση του Megarry J. στην υπόθεση Erinford ήταν το γεγονός ότι οι αιτητές περιόρισαν τη χρονική έκταση του αιτούμενου διατάγματος σε περίοδο μερικών μόνο ημερών μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος το Εφετείο. Με δεδομένη όμως τη νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δεν κέκτηται εξουσία έκδοσης διατάγματος όπως το εδώ υπό εξέταση, αυτό σημαίνει στην ουσία ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ακυρώνει και τερματίζει την ισχύ ενός διατάγματος, παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του διατάγματος όχι μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση έφεσης που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, θα παρείχε μία μακράς διάρκειας θεραπεία με την οποία για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό, θα επαναφερόταν η ισχύς του ακυρωθέντος διατάγματος. Κατά την άποψή μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας». Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά βρίσκονται ενώπιον του, υποστηριζόμενα από την ένορκη δήλωση και σχετικά τεκμήρια της επίδικης Αίτησης, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται πως τα όσα τέθηκαν ενώπιον του συνιστούν γεγονότα που δικαιολογούν απόδειξη ότι καταδεικνύεται πως έχει μεσολαβήσει ή αποκαλύφθηκε τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης του ημερομηνίας 14.01.2019 ή ότι αποκαλύφθηκαν σοβαρές επιπτώσεις από τη μη απόδοση θεραπείας. Βέβαια σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο κατανοεί ότι δεν νομιμοποιείται να κρίνει τις πιθανότητες επιτυχίας της Έφεσης, δεν μπορεί όμως να αποδεχθεί ότι έχει αποδειχθεί οτιδήποτε πέραν του ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, γεγονός παραμένει ότι εκδόθηκε μια δικαστική απόφαση, με την οποία οι Ενάγοντες, στην απουσία των οποίων ζητείται η έκδοση ανάλογων διαταγμάτων, δικαιώθηκαν. Το γεγονός και μόνο ότι καταχωρήθηκε έφεση στην απόφαση ημερομηνίας 14.01.2019, δεν δικαιολογεί συμπέρασμα για ύπαρξη σοβαρού ενδεχόμενου ανατροπής της απόφασης ημερομηνίας 14.01.2019. Η διατύπωση διαφωνίας εκ μέρους των Αιτητών, ως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ως προς τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου θεωρώντας τα λανθασμένα, έχοντας βέβαια κάθε δικαίωμα να τοποθετούνται με αυτό τον τρόπο και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα πρόταξαν προς υποστήριξη της αίτησης τους για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία ήδη αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφασης του ημερομηνίας 14.01.2019, χωρίς όμως να παραθέτουν νέα στοιχεία ή νέα κατάσταση πραγμάτων προς την απόδειξη σοβαρού ενδεχομένου ανατροπής της απόφασης ημερομηνίας 14.01.2019 δεν συνιστά το απαραίτητο και ζητούμενο υπόβαθρο. Περαιτέρω, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, δεν κρίνεται πως οι επιπτώσεις από την πιθανή εκποίηση των υποθηκών όπως έχουν αναφερθεί στην Αίτηση και προβάλλονται από τους Αιτητές, αποτελούν πέραν από συνήθη περίπτωση. Επισημαίνεται πως κάτι ανάλογο δεν κρίθηκε ικανό στοιχείο στην ASPIS (ανωτέρω) για ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης με την οποία δεν δόθηκε διάταγμα παράτασης ισχύς του διατάγματος που ακυρώθηκε, πόσο μάλλον, και πολύ περισσότερο στην παρούσα υπόθεση που ουδέποτε εκδόθηκε τέτοιο προσωρινό διάταγμα, ακουσθέντων ήδη των Εναγόντων, στην προηγούμενη αίτηση των Αιτητών. Αξιολογώντας αφ' ενός τις εν λόγω συνθήκες που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου αφ' ετέρου το περιεχόμενο των αιτημάτων της επίδικης Αίτησης, το οποίο αφορά σε αίτημα μακράς διάρκειας για αόριστο χρονικό διάστημα, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, και δεδομένου ότι δεν ισχύει στην κυπριακή νομοθεσία ανάλογη νομοθετική πρόνοια την οποία έλαβε υπόψη του ο Δικαστής Megarry στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω), κρίνεται ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ίσως εκ του περισσού σημειώνεται όμως πως ο χρόνος καταχώρησης της Αίτησης (χωρίς να αποδίδεται ευθύνη στους Αιτητές) και ο χρόνος που ήταν ορισμένος ο πλειστηριασμός δεν επέτρεπε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για επίδοση της Αίτησης στους Ενάγοντες. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η Αίτηση, ημερομηνίας 15.01.2019, δεν είναι εύλογο και δίκαιο να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. (Υπ.) ............ Δ. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο