← Κύπρος

ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ ν. ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 822/2017, 4/10/2019

ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ ν. ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 822/2017, 4/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 822/2017 Μεταξύ: ΧΧΧ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ, από τη Γεροσκήπου Ενάγοντος και

  1. ΧΧΧ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ, από τη Γεροσκήπου
  2. ΧΧΧ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑ, από την Έμπα
  3. ΧΧΧ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ, από την Έμπα Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14.12.18 Ημερομηνία: 04.10.19 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Α. Χριστοδούλου Για Εναγομένους 2 & 3-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κα Α. Χαριτωνίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 01.08.17 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, ο Εναγόμενος 1 είναι υιός του Ενάγοντα, η Εναγόμενη 2 είναι πρώην νύμφη του Ενάγοντα και ο Εναγόμενος 3 πρώην συμπέθερος του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνήψαν στεγαστικό δάνειο σε τραπεζικό οργανισμό με εγγυητές τους Ενάγοντα και Εναγόμενο
  4. Επειδή παραβιάστηκαν όροι της συμφωνίας, ο τραπεζικός οργανισμός τερμάτισε τη συμφωνία και καταχώρησε αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως πρωτοφειλετών και των Ενάγοντα και Εναγομένου 3 ως εγγυητών. Το αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων των διαδίκων για το ποσό των €69.048,69 πλέον τόκο προς 6,10% ετησίως επί ποσού €68.549,23 από 12.08.13 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως. Επίσης εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της οικίας του Ενάγοντα που είχε υποθηκευτεί ως περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου. Στην πορεία ο Ενάγοντας πλήρωσε ποσό €85.000 προς πλήρη εξόφληση των οφειλομένων χρημάτων στον τραπεζικό οργανισμό Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα συνεισφορά στο ποσό που κατέβαλε στον τραπεζικό οργανισμό. Ειδικότερα διεκδικεί από τους Εναγομένους 1 και 2 ως πρωτοφειλέτες ολόκληρο το ποσό που έχει πληρώσει, ενώ από τον Εναγόμενο 3 ως συνεγγυητή απαιτεί το ήμισυ των χρημάτων που έχει καταβάλει, πλέον τόκο και έξοδα. Στις 13.02.18 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν υπεράσπιση δια δικηγόρου. Μέσα από το εν λόγω δικόγραφο, παραδέχονται τα γεγονότα της συνομολόγησης συμφωνίας στεγαστικού δανείου, του ποσού που χορηγήθηκε και των εξασφαλίσεων που δόθηκαν γι' αυτό, την παράβαση όρων συμφωνίας, τον τερματισμό της συμφωνίας από τον τραπεζικό οργανισμό, της καταχώρησης αγωγής εναντίον των διαδίκων της παρούσας υπόθεσης από τον εν λόγω τραπεζικό οργανισμό και της έκδοσης απόφασης εναντίον τους. Ωστόσο οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι από τις €70.000 που ήταν το χορηγούμενο ποσό δανείου μόνο €20.000 διατέθηκε για το σκοπό του δανείου ενώ τα υπόλοιπα χρήματα δαπανήθηκαν προς όφελος του Εναγομένου
  5. Επιπλέον οι εν λόγω εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας είχε συμφωνήσει μαζί τους πως το ποσό που αυτοί του όφειλαν ανέρχεται στα €20.000, πλην όμως στην πορεία υπαναχώρησε. Πριν από την έναρξη της ακρόασης και συγκεκριμένα στις 14.12.18, ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Αιτητής') ζήτησε και στις 19.12.18 πέτυχε, δυνάμει μονομερούς αίτησης, την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων με τα οποία απαγορευόταν στην Εναγόμενη 2 (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση 1') να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει και διαθέσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει τα ακίνητα με αρ. εγγραφής χχχ, Φ/Σχ.χχχ, τεμ.χχχ, τοποθεσία «χχχ» στο χωριό χχχ της Επαρχίας Πάφου, αρ. εγγραφής χχχ, Φ/Σχ.χχχ, τεμ.χχχ, τοποθεσία «χχχ» στο χωριό χχχ της Επαρχίας Πάφου, αρ. εγγραφής χχχ, Φ/Σχ.χχχ, τεμ.698, τοποθεσία «χχχ» στο χωριό χχχ της Επαρχίας Πάφου και αρ. εγγραφής χχχ, Φ/Σχ. χχχ, τεμ.χχχ, τοποθεσία «χχχ» στο χωριό χχχ της Επαρχίας Πάφου και στον Εναγόμενο 3 (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση 2') να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει και διαθέσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει το ακίνητο με αρ. εγγραφής χχχ, Φ/Σχ.χχχ, τεμ.χχχ, τοποθεσία 'χχχ' στο χωριό Έμπα στην επαρχία Πάφου, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και στη Δ.48 Θ.1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύς του διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποίαν επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια προς υποστήριξη της. Στην ένορκη δήλωση καταγράφεται η εκδοχή του Αιτητή, όπως αυτή σημειώνεται στην έκθεση απαίτησης του. Επίσης αναφέρει ότι λίγες ημέρες πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης οι Καθ' ων η αίτηση, δια του Καθ' ου η αίτηση 2, του διαμήνυσαν ότι θα αποξένωναν τα περιουσιακά τους στοιχεία προκειμένου να εμποδίσουν την είσπραξη ποσού στα πλαίσια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί εναντίον τους. Συνεπεία αυτής της εξέλιξης, ο δικηγόρος του Αιτητή προέβηκε σε έρευνα στο κτηματολόγιο, μέσα από την οποίαν διαπίστωσε ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι ιδιοκτήτες της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας. Από ότι γνωρίζει, οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατέχουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία και τυχόν αποξένωση των επίμαχων ακινήτων θα καταστήσει επισφαλή ή αδύνατη την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλομένου προς τον ίδιο ποσού. Το πιο πάνω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 28.12.
  6. Στις 05.03.19 οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί εννέα λόγων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, οι οποίοι αφού ομαδοποιηθούν εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

(1)Η υπό κρίση αίτηση είναι γενική, αόριστη και καταχρηστική.
(2)Ο Αιτητής αναφέρει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποκρύπτει γεγονότα που συνέβηκαν.
(3)Δεν έχει καταδειχτεί το στοιχείο του κατεπείγοντος.
(4)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ.6 και τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60.
(5)Η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα αφού σκοπός του Αιτητή είναι να χρησιμοποιήσει το διάταγμα ως μοχλό πίεσης στους Καθ' ων η αίτηση. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6, στα άρθρα 31 και 32 του Ν.14/60, στη Δ.48 Θ.1-9, στη Δ.39, στη Δ.64 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από πανομοιότυπες ένορκες δηλώσεις των Καθ' ων η αίτηση, στις οποίες περιέχονται κοινά γεγονότα που κατά τη γνώμη τους τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την ακύρωση της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων. Σ' αμφότερες τις ένορκες δηλώσεις της ένστασης ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι επί τους οποίους αυτή εδράζεται. Επίσης καταγράφεται η κοινή εκδοχή των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτή σημειώνεται στην κοινή έκθεση υπεράσπισης τους. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν την αναφορά του Αιτητή ότι του κοινοποίησαν πως θα αποξένωναν τα περιουσιακά του στοιχεία, ενώ παράλληλα δηλώνουν πως είναι αξιόχρεα πρόσωπα και δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα οικονομικής φύσεως με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να αποζημιώσουν τον Αιτητή σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του και εναντίον τους. Στις 05.04.19, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποίαν αναφέρει γεγονότα που σύμφωνα με τον ίδιο συνέβησαν προτού η παρούσα αγωγή καταχωρηθεί στο Δικαστήριο. Στο έγγραφο αυτό επισυνάπτονται ως τεκμήρια αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Αυτό που μπορεί απλά να αναφερθεί είναι ότι οι γραπτές νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των μερών επικεντρώθηκαν κυρίως στο κατά πόσο ισχύουν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Θα εξετάσω ευθύς τον πρώτο λόγο ένστασης, με τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση παραπονιούνται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι γενική, αόριστη και καταχρηστική. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Με κάθε σεβασμό στους Καθ' ων η αίτηση δεν έχω αντιληφθεί γιατί θεωρούν την παρούσα αίτηση ως τέτοια. Πρόκειται για μία αίτηση με συγκεκριμένο αντικείμενο προς εκδίκαση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με σαφή περιεχόμενο που υποστηρίζεται από έγγραφα και σχετικό με το υπό κρίση θέμα. Η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια άσκησης δικαιώματος που πηγάζει ουσιαστικά από το άρθρο 32 του Ν.14/60 με συγκεκριμένο σκοπό που κατά τη γνώμη του Αιτητή δικαιολογείται από τις αναφορές που εκθέτει και τα στοιχεία που επισυνάπτει. Με βάση τα πιο πάνω ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Θα εξετάσω τώρα το δεύτερο λόγο ένστασης με τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του αναφέρει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποκρύπτει γεγονότα που συνέβηκαν. Συγκεκριμένα οι Καθ' ων η αίτηση διαφωνούν με την εκδοχή του Αιτητή και μέσα από τις ένορκες δηλώσεις της ένστασης προβάλλουν μία διαφορετική διάσταση των γεγονότων που ισχυρίζονται ότι περιβάλλουν την ουσία της παρούσας αγωγής. Υπό αυτή την έννοια επικαλούνται ότι ο Αιτητής δεν λέει την αλήθεια ενώ παράλληλα θεωρούν ότι με την προβολή διαφορετικής εκδοχής ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει γεγονότα. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Στρεφόμενος στην προκειμένη περίπτωση αυτό που γίνεται αντιληπτό από τις τοποθετήσεις αμφοτέρων μερών είναι ότι οι διάδικοι φαίνεται να συμφωνούν ως προς την υποχρέωση επιστροφής ποσού στον Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, πλην όμως διαφωνούν ως προς το ύψος των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί. Προς στήριξη της θέσης τους προβάλλουν διαφορετική διάσταση γεγονότων. Πρόκειται όμως για επιμέρους σημεία που δεν διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο υπό εξέταση θέμα. Επί της βάσης του ζητήματος που είναι το ουσιώδες μέρος αυτού, τα μέρη δεν διαφωνούν. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι πρόκειται για περίπτωση που ενέχει στοιχείο απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέταζε μονομερώς την αίτηση. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η παρουσίαση διαφορετικής διάστασης γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση είναι ζήτημα που παραπέμπει σε διαφωνία των μερών, τα οποία διατυπώνουν αντίθετες εκδοχές. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν ασχολείται με αμφισβητούμενα γεγονότα και θέσεις, τα οποία θα εξεταστούν λεπτομερώς κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Το αποτέλεσμα τέτοιας ενασχόλησης αφορά μόνο την ουσία της υπόθεσης και παράλληλα το ύψος της ισχυριζόμενης απαίτησης και συνεπώς μόνο τότε μπορεί να εξεταστεί, κάτι εξάλλου που αναγνωρίζει μέσα από τη γραπτή αγόρευση του και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση. Έχοντας υπόψη μου το πιο πάνω σκεπτικό, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης που αφορά το στοιχείο του 'κατεπείγοντος'. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι από την ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν αποκαλύπτονται ουσιώδη γεγονότα που να καταδεικνύουν το ζήτημα αυτό. Το στοιχείο του 'κατεπείγοντος' είναι ο κατ' εξοχήν παράγοντας στη βάση του οποίου καταχωρείται μονομερώς μία αίτηση που αποσκοπεί στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Constraction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18, η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1Α Α.Α.Δ. 234). Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, στη σελ. 604 κατ' ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αναφέρεται πως: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 - 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση Αρ. 143/96 - 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6." Στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10 ημερομηνίας 17.07.14 τονίστηκε ότι θα πρέπει να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του προκειμένου να κρίνει αν με αυτό ικανοποιείται εκ πρώτης όψεως η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας υπέρ του αιτήματος στην απουσία της άλλης πλευράς. Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Ακόμη λέχθηκε ότι προς απόδοση μονομερώς θεραπείας θα πρέπει να προβληθούν συγκεκριμένοι και σαφείς ισχυρισμοί που να διαφοροποιούν τα πράγματα από τη «συνήθη περίπτωση» και να δικαιολογούν την ύπαρξη του κατεπείγοντος με τέτοια ένταση, ώστε να μην μπορεί να δοθεί ο χρόνος λίγων ημερών για να κοινοποιηθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά. Θα πρέπει να λεχθεί ότι αμφότεροι δικηγόροι δεν έχουν ασχοληθεί με το εγειρόμενο ζήτημα στις γραπτές νομικές επιχειρηματολογίες τους. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, το Δικαστήριο θα το εξετάσει. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10 ημερομηνίας 17.07.14 το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ' όλης της ύλης Μελετώντας την ένορκη δήλωση του Αιτητή σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρώ ότι είναι η θέση του πως οι Καθ' ων η αίτηση του έχουν διαμηνύσει ότι θα αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Με κάθε σεβασμό στον Αιτητή πρόκειται για ένα αόριστο ισχυρισμό από τον οποίον απουσιάζουν ουσιώδεις στοιχεία που θα του προσέδιδαν συγκεκριμένη υπόσταση. Ειδικότερα στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής δεν αναφέρει πως έγινε δέκτης αυτού του ισχυριζόμενου μηνύματος, κάτω από ποιες συνθήκες λέχθηκαν αυτά που ισχυρίζεται ότι είπαν οι Καθ' ων η αίτηση καθώς και ενδείξεις που να δείχνουν έστω μία εντύπωση ότι οι Καθ' ων η αίτηση κλίνουν προς την κατεύθυνση να υλοποιήσουν αυτά που επικαλείται ότι του διαμήνυσαν λεκτικά. Ενώπιον μου δεν έχουν τεθεί γεγονότα ή στοιχεία τέτοια που να δημιουργούν συνθήκες άμεσου κινδύνου πραγματοποίησης της επικαλούμενης απειλής των Καθ' ων η αίτηση δημιουργώντας έτσι επείγουσα κατάσταση που δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί, αποκλίνοντας από ενδεχόμενο στιγμιαίου ξεσπάσματος εν βρασμώ ψυχής από μέρους τους στα πλαίσια μιας έντονης συζήτησης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η μαρτυρία είναι τέτοια που δεν οδηγεί σε ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος με αποτέλεσμα ο δεύτερος λόγος ένστασης να επιτυγχάνει. Έπεται εξέταση του τέταρτου λόγου ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Είναι βασικά η θέση των Καθ' ων η αίτησης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα ο Αιτητής θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων. Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση σε περιπτώσεις που εκκρεμεί εναντίον του αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις για χάριν εκτέλεσης δύναται να συμπεριληφθεί στη νομική βάση και το άρθρο 5 του Κεφ.6. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις ενώ το άρθρο 5 εφαρμόζεται στην ειδική περίπτωση που έχει αναφερθεί αμέσως προηγουμένως στα πλαίσια έκδοσης μόνο παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, 2026, σελίδες 38-41 και 101-197). Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει εξουσία να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση αλλά δεν είναι το μόνο από το οποίο πηγάζει τέτοια εξουσία. Επειδή ζητείται συνέχιση της δέσμευσης του επίμαχου ακινήτου για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ του Αιτητή στα πλαίσια της παρούσας αγωγής έρεισμα έχει και το άρθρο 5 του Κεφ.6, οι ειδικές περιπτώσεις του οποίου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό που δεν συμπίπτουν με αυτές του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1B C.L.R. 520). Όπως έχει ήδη λεχθεί ένα απαγορευτικής φύσεως διάταγμα εκδίδεται εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που απαιτούνται και περιέχονται στο άρθρο 32 του Ν.14/60. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, μέσα από πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, παρατηρώ πως ο Αιτητής απαιτεί από τους Καθ' ων η αίτηση αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα συνεισφορά επειδή ως εγγυητής που φαίνεται να ήταν σε δάνειο με πρωτοφειλέτη την Καθ' ης η αίτηση 1 μαζί με τον Εναγόμενο 1 και συνεγγυητή τον Καθ' ου η αίτηση 2 πλήρωσε ποσό ύψους €85.000 για την πλήρη εξόφληση εξ' αποφάσεως χρέους με αποτέλεσμα την πλήρη απαλλαγή όλων των εμπλεκομένων ατόμων στην υπόθεση εκείνη. Επαναλαμβάνω ότι όπως σημειώνεται στην έκθεση απαίτησης και είναι παραδεκτό στο δικόγραφο της υπεράσπισης, υπέρ συγκεκριμένου τραπεζικού οργανισμού και εναντίον των διαδίκων της παρούσας υπόθεσης εκδόθηκε δικαστική απόφαση, για την οποίαν ο Αιτητής φαίνεται να πλήρωσε ποσό €85.000 και στη βάση αυτής της πληρωμής αξιώνει συνεισφορά από τους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει της ιδιότητας που είχαν στην υπόθεση που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, ιδιότητα που όπως σημειώνεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης είναι αποδεκτή από αμφότερους τους Καθ' ων η αίτηση. Στο κυπριακό δίκαιο των συμβάσεων ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό που καλώς κατέβαλε δυνάμει της εγγύησης. Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, Επίσης ένας εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει συνεισφορά από συνεγγυητή στη βάση της νομικής αρχής ότι οι συνεγγυητές ευθύνονται σε εξίσου εισφορά. Ο περί Συμβάσεων Νόμος (Κεφ.149) νομοθετικά δημιουργεί ευθύνες ενός πρωτοφειλέτη απέναντι σε εγγυητή καθώς και ενός εγγυητή απέναντι σε συνεγγυητή εφόσον πληρούνται οι σχετικές με το θέμα πρόνοιες της. Ειδικότερα παραπέμπω στα άρθρα 83, 96, 103, 104 και 105 του Κεφ.
  1. Στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας και γενικότερα από όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν σοβαρά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια νομικά ζητήματα που έχουν αποκαλυφθεί είναι κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση 1, ως μία εκ των δύο πρωτοφειλετών, ευθύνεται απέναντι στον Αιτητή υπό την ιδιότητα του εγγυητή και εφόσον κάτι τέτοιο ισχύει μέχρι ποιου βαθμού ενδεχομένως να υπάρχει τέτοια ευθύνη, καθώς επίσης εάν ο Καθ' ου η αίτηση υπό την ιδιότητα του συνεγγυητή ευθύνεται απέναντι στον Αιτητή και εφόσον κάτι τέτοιο ισχύει μέχρι ποιου βαθμού πιθανών να προκύπτει τέτοια υποχρέωση. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Εξετάζοντας το δεύτερο κριτήριο θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την ενώπιον μου καταχωρημένη δικογραφία αλλά και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα, προκύπτει ότι αποτελεί κοινό έδαφος των μερών τα εξής δεδομένα: α) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνήψαν στεγαστικό δάνειο σε τραπεζικό οργανισμό με εγγυητές τους Ενάγοντα και Εναγόμενο
  2. β) Επειδή παραβιάστηκαν όροι της συμφωνίας στεγαστικού δανείου εξ' υπαιτιότητας των διαδίκων, ο τραπεζικός οργανισμός τερμάτισε τη συμφωνία και καταχώρησε αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως πρωτοφειλετών και των Ενάγοντα και Εναγομένου 3 ως εγγυητών. γ) Στα πλαίσια της αγωγής εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των διαδίκων για το ποσό των €69.048,69 πλέον τόκο προς 6,10% ετησίως επί ποσού €68.549,23 από 12.08.13 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως. δ) Επίσης ως μέρος της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της οικίας του Αιτητή που είχε υποθηκευτεί ως περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου. Αναφορικά με τα πιο πάνω σημεία (γ) και (δ) επισυνάπτονται τα κείμενα των σχετικών δικαστικών αποφάσεων ως Τεκμήριο 'Α'. Περαιτέρω με βάση το Τεκμήριο 'Β' που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, φαίνεται πληρωμή ποσού €85.000 προς τον τραπεζικό οργανισμό με την οποίαν δηλώνεται γραπτώς η εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 24.11.16 που απευθύνεται προσωπικά στον Αιτητή, χωρίς το περιεχόμενο της να φαίνεται να έχει κοινοποιηθεί στους υπόλοιπους διαδίκους, δημιουργεί ισχυρή εντύπωση ότι η πληρωμή του εν λόγω ποσού, δυνάμει της οποίας επήλθε η πλήρης εξόφληση, προήλθε από τον Αιτητή. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή του Αιτητή με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας των εκδοχών των διαδίκων. Επομένως καταλήγω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Ερχόμενος στο τρίτο κριτήριο, παρόλο ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση της Καθ' ης η αίτησης για αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου επειδή εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785), εντούτοις παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν δηλώνει ρητά και σαφώς ότι τα επίμαχα τεμάχια που ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση σκοπεύουν να αποξενώσουν αποτελούν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο. Μπορεί να αναφέρει ότι είναι η μόνη τους ακίνητη περιουσία αλλά όχι ότι οι Καθ' ων η αίτηση στερούνται κινητής περιουσίας έτσι ώστε να τους καθιστά οικονομικά αφερέγγυους και κατ' επέκταση ανίκανους να αποζημιώσουν τον Αιτητή σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση προς όφελος του. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν προκύπτει κίνδυνος μη ικανοποίησης ή ότι ο Αιτητής θα εμποδιστεί στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ του σε περίπτωση που αποξενωθούν και/ή επιβαρυνθούν τα επίμαχα ακίνητα. Κατ' επέκταση δεν βλέπω πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Συνεπώς κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και τα κριτήρια του άρθρου 5 του Κεφ.
  1. Εφόσον δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο του 'κατεπείγοντος' και αφού δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, παρέλκει η εξέταση της παραμέτρου του ισοζυγίου της ευχέρειας καθώς επίσης ο πέμπτος λόγος ένστασης που αφορά ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση για κακοπιστία από μέρους του Αιτητή στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και χρησιμοποίηση των διαταγμάτων ως μοχλό πίεσης εις βάρος τους. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19.12.18 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 4-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον του Ενμάγοντα-Αιτητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 11.06.20 και ώρα 11:
  2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Αctions/Interim Order (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος/Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο/Άρθρα 5 & 9 του Κεφ.6) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.