ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ η οποία έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3647/13, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3647/13 Μεταξύ:
- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ από τη Λεμεσό
- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντες -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ η οποία έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
- XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικού διαχειριστή της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD της οποίας έχει αναλάβει τις εργασίες ως αποκτών πρόσωπο η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εναγόμενοι Και ως έχει τροποποιηθεί: Μεταξύ:
- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ από τη Λεμεσό
- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντες -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ η οποία έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD δια του εκάστοτε Διαχειριστή της -------------------------------------- Aίτηση Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 27.3.2019 Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Μελάς για κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1: καμία εμφάνιση κατά την Ακρόαση της Αίτησης Για Εναγόμενη 2: κα. Ζίγκα για ARISTI KORAKIDOU MAKRIDOU LLC. -------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την παρούσα Αγωγή αξιώνουν εναντίον των εναγομένων την έκδοση Διατάγματος δια του οποίου να ακυρώνονται τα αξιόγραφα των εναγομένων λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων κλπ καθώς επίσης αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν ως κάτοχοι αξιογράφων. Μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας, την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής και τον ορισμό της για Ακρόαση, καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση με την οποία οι ενάγοντες ζητούν την προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως εναγόμενη 3 και σωρεία τροποποιήσεων της έκθεσης απαίτησης δια της διαγραφής, προσθήκης και αντικατάστασης ισχυρισμών. Λόγω του ότι η Αίτηση είναι ιδιαίτερα μακροσκελής θα ήταν άσκοπό να παραθέσω ολόκληρο το περιεχόμενο της, παρά μόνο κατωτέρω εξετάζοντας τα αιτήματα των αιτητών θα αναφέρομαι σε αυτά όπου κρίνεται αναγκαίο. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Ιωάννου, θυγατέρα των εναγόντων, η οποία αναφέρει ότι μετά το διορισμό των δικηγόρων κ.κ. Κ. Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ για να εμφανίζονται ως επιπρόσθετοι δικηγόροι και για να χειρίζονται την Αγωγή, ακολούθησε εκτεταμένη μελέτη του φακέλου και διαπιστώθηκε ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία έτσι ώστε να εισαχθούν ισχυρισμοί για τα δυο δάνεια τα οποία εξασφαλίζονται με αξιόγραφα της εναγομένης 2, να προστεθεί η Κεντρική Τράπεζα ως νέος διάδικος και να τεθούν λεπτομέρειες εν σχέση με ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς για τη συμπεριφορά της τράπεζας εν σχέση με την προώθηση αξιογράφων. Υποστηρίζει επίσης ότι η μη συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων δεν οφείλεται σε κακή πίστη εκ μέρους των εναγόντων αλλά σε δυσκολία άμεσης επικοινωνίας λόγω της απόστασης εφόσον οι ενάγοντες διαμένουν στην Αγγλία. Η εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και ζήτησε τα έξοδα της Αίτησης και αυτά τα οποία θα προκύψουν από την ενδεχόμενη τροποποίηση. Η εναγόμενη 2 καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση με την οποία προβάλλει 14 λόγους ένστασης. Ουσιαστικά με την ένσταση της η εναγόμενη 2 υποστηρίζει ότι η Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται εξ ολοκλήρου ο χαρακτήρας της Αγωγής και τα αστικά αδικήματα τα οποία κατ' ισχυρισμό διέπραξε η εναγόμενη 2 πριν την 1.7.12 δεν μπορούν να προστεθούν καθότι αυτά έχουν παραγραφεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της XXXXX Ζίγκα, στην οποία αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη επί τη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αμφότερες πλευρές, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της παρούσας Απόφασης χωρίς να κρίνεται σκόπιμο η επανάληψη του περιεχομένου τους, παρά μόνο θα αναφερθώ σ' αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Προτού προχωρήσω με την ουσία της Αίτησης, εξέτασα το λόγο ένστασης με τον οποίο προβάλλεται ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη εφόσον δεν αναφέρονται η Κ.Δ.Π. 104/13 και το άρθρο 172 του Συντάγματος. Στην Αίτηση παρατηρώ ότι περιλαμβάνονται οι Διαταγές 9 και 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες αφορούν την προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση δικογράφου. Η μη συμπερίληψη της Κ.Δ.Π. 104/13 και του άρθρου 172 του Συντάγματος, πρόνοιες οι οποίες αναφέρονται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις, δεν αφορούν το δικονομικό αίτημα των εναγόντων για προσθήκη διαδίκου και τροποποίησης. Οι διατάξεις αυτές αφορούν εξέταση της ουσίας των προτεινόμενων ισχυρισμών και όχι την ουσία του αιτήματος που αιτούνται με την υπό κρίση Αίτηση οι ενάγοντες. Στη νομική βάση ορθά περιλήφθηκαν οι δικονομικές διατάξεις που αφορούν τη βάση και ουσία του αιτήματος το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και επί τη βάση των οποίων παρέχεται η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι τις αιτούμενες θεραπείες. Συνεπώς ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται. Το πρώτο αίτημα των εναγόντων αφορά την προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως εναγόμενη
- Προς τούτο οι αιτητές στηρίζονται στα όσα προβλέπονται από τη Δ.9 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Limited και Άλλοι ν. Aγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Eταιρείας Γενικών Aσφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων...» Σύμφωνα επίσης με την απόφαση στην υπόθεση Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται». Ομοίως οι ως άνω αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Σοφιανού ν. Minas Makris Developments Ltd κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668, όπου υποδεικνύεται ότι η προσθήκη εναγομένου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία είναι ευρεία και στοχεύει στην πλήρη και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, «η εμπλοκή της εναγόμενης 3 είναι απαραίτητη καθώς φέρει ευθύνη για το θέμα των αξιογράφων ως οι προτεινόμενοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί» και ακολούθως στην παρ. 6 της ενόρκου δηλώσεως «Οι προσθήκες που επιδιώκονται με την παρούσα αίτηση είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρό της υπόθεσης αλλά και τα λεπτά, πρωτότυπα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και να κρίνει. Στην ουσία πρόκειται για την ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου απέναντι στους ενάγοντες. Η αναγκαιότητα προσθήκης ενός διαδίκου εξετάζεται με οδηγό τα επίδικα ζητήματα που αφορούν τη διαφορά μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων και αυτό που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο η προσθήκη ενός διαδίκου θα εξυπηρετήσει την επίλυση της ήδη δικογραφημένης αιτίας αγωγής. Η όλη υπόθεση των εναγόντων αλλά και οι αξιώσεις τους έναντι των εναγομένων, όπως διαφαίνεται από την έκθεση απαίτησης, αφορά την κατάρτιση ιδιωτικής συμφωνίας η οποία έγινε κατά τον Απρίλιο του 2009 για μετατροπή του συνολικού ποσού της κατάθεσης τους για το ποσό των €855.000.- το οποίο είχαν κατατεθειμένο στην εναγόμενη 1, σε αξιόγραφα και/ή χρεόγραφα. Αποτελεί επίσης ισχυρισμός των εναγόντων ότι όλα τα σχετικά έγγραφα υπογραφήκαν λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άλλως πως από μέρους των εναγομένων. Στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους οι αιτητές θεωρούν ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου είναι αναγκαίος διάδικος ούτε και παρατίθενται γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να καταδείξουν τη σχετικότητα των όσων επιχειρούνται να εισαχθούν στο δικόγραφο με την προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας με τους υφιστάμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Προκύπτει από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις ότι επιχειρείται η προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας ως εποπτική αρχή και αρχή εξυγίανσης. Δεν έχει όμως τεκμηριωθεί από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση πως ο ρόλος αυτός της Κεντρικής Τράπεζας σχετίζεται με τους ενάγοντες και την επίδικη ιδιωτική συμφωνία η οποία καταρτίστηκε τον Απρίλιο του 2009 μεταξύ των διαδίκων υπό τις ισχυριζόμενες συνθήκες τις οποίες προβάλλουν οι ενάγοντες. Φαίνεται από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις οι οποίες περιλαμβάνονται στην Αίτηση και αφορούν την προτεινόμενη εναγόμενη 3, ότι επιχειρείται η προσθήκη της ως διαδίκου αποδίδοντας της βαριά αμελή εποπτεία, πλήρη ανοχή, κάλυψη και συγκάλυψη για την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2013, ενώ επίδικος χρόνος με βάση τα όσα δικογραφούν οι ενάγοντες αποτελεί ο Απρίλιος του 2009 όπου σε κείνη τη χρονική στιγμή καταρτίστηκε η συμφωνία κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης ουδεμία αναφορά γίνεται σε ενέργειες ή παραλείψεις της Κεντρικής Τράπεζας, παρά μόνο δικογραφείται ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν τις πρόνοιες μεταξύ άλλων τις οδηγίες τις οποίες εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή Επενδυτικών ή παρεπόμενων Υπηρεσιών κατά τον Απρίλιο του 2009. Τα όσα αποδίδονται στην Κεντρική Τράπεζα με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις και φαίνονται κυρίως στην αιτούμενη τροποποίηση υπό στοιχείο 2(κ), δεν φαίνεται να σχετίζονται συγκεκριμένα με την επίδικη περίοδο ήτοι τον Απρίλιο του 2009 ούτε όμως με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες αφορούσαν τους συγκεκριμένους ενάγοντες. Οι ισχυρισμοί οι οποίοι φαίνεται να προβάλλονται εν σχέση με την Κεντρική Τράπεζα, όπως προκύπτουν από τις αιτούμενες τροποποιήσεις, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι την καθιστούν αναγκαίο διάδικο για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται με το δικόγραφο των εναγόντων. Η βάση αγωγής η οποία επιχειρείται να εισαχθεί εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας είναι παντελώς άσχετη και ασύνδετη με τους βασικούς ισχυρισμούς των εναγόντων που ανατρέχουν στην κατάρτιση μιας ιδιωτικής συμφωνίας η οποία έγινε τον Απρίλιο του 2009 και στα έγγραφα που κατ' ισχυρισμό οι ενάγοντες υπέγραψαν εν αγνοία τους και ήταν αποτέλεσμα των όσων αποδίδονται στους εναγόμενους. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου ασκείται λαμβάνοντας υπόψη επαναλαμβάνω και το κατά πόσο διαφοροποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής ή προστίθεται νέα αιτία αγωγής. Ενόψει των όσων ανέφερα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα ουσιαστικά γεγονότα και ισχυρισμούς που προβάλλουν οι ενάγοντες και σχετίζονται με τη βάση και αιτία αγωγής τους, διαπιστώνω ότι τα όσα επχειρούνται να εισαχθούν στην υπόθεση και αφορούν την Κεντρική Τράπεζα συνιστούν μια εντελώς νέα και ανεξάρτητη βάση Αγωγής η οποία δεν έχει καν καταδειχθεί η σχετικότητα της με τους ενάγοντες και την επίδικη συμφωνία αλλά και το χρόνο όπου διαδραματιστήκαν τα επίδικα γεγονότα ήτοι το 2009, χρόνο κατά τον οποίο αποδίδονται όλες οι πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης 2 οι οποίες οδήγησαν στην κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η Κεντρική Τράπεζα είναι αναγκαίος διάδικος προς επίλυση της επίδικης διαφοράς των διαδίκων όπως επίσης δεν έχει καταδειχθεί ότι η προθήκη της ως εναγομένης θα εξυπηρετήσει την επίλυση της επίδικης διαφοράς. Αντιθέτως με την προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας θα περιπλεχτούν τα επίδικα ζητήματα που αφορούν επαναλαμβάνω μια ιδιωτική συμφωνία η οποία καταρτίστηκε κατόπιν των όσων αποδίδονται στους εναγόμενους από τους ενάγοντες. Η προσθήκη της Κεντρικής Τράπεζας ως εναγόμενης 3 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί κρίνεται αχρείαστη και απρόσφορη και κάθε άλλο παρά θα εξυπηρετήσει την αποτελεσματική εκδίκαση της υπόθεσης. Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της Αίτησης εις το μέρος της που αφορά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν τους εναγόμενους, σχετικά είναι τα αιτήματα υπό στοιχεία 3(α)(γ)(δ)(ε)(ζ)(η)(θ)(ι)(λ)(μ) και (ν). Προς τούτο σχετική είναι η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρησης της Αγωγής, με την οποία παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να εγκρίνει τροποποίηση δικογράφου ως ήθελε κριθεί αναγκαίο για σκοπούς καθορισμού και προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11, Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33. Στην υπόθεση IKOS CIF LTD ν. MARTIN COWARD κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Σύμφωνα με πιο πρόσφατη Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΈΦΕΣΗ ΑΡ. Ε151/16: «Να επαναλάβουμε κατ΄ αρχάς ότι σύμφωνα με τη νομολογία (Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.α., Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.α., Πολ. Εφ. 137/13 και 138/13 ημερ. 20.3.14, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 58/12 ημερ. 4.3.13, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608 και άλλες) η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος ασκείται με γνώμονα δύο καθοριστικούς παράγοντες. Ο πρώτος, κατά πόσο οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ώστε να αποδοθεί αποτελεσματική δικαιοσύνη και, ο δεύτερος, κατά πόσο αν με την έγκριση τους θα προκληθεί ή όχι ζημιά στον αντίδικο. Με την επισήμανση ότι η βαρύτητα που δίδεται στους διάφορους άλλους παράγοντες - καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος, προβολή νέων ισχυρισμών ή νέας βάσης αγωγής και άλλους - ουσιαστικά είναι υποβοηθητική για την εν τέλει δικαστική κρίση σ΄ ό,τι αφορά τους προαναφερθέντες δύο καθοριστικούς παράγοντες.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστάσεων. Τα αιτήματα τροποποίησης που αφορούν τους εναγόμενους μπορούν να διαχωριστούν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις αναφορικά με τη συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους ενάγοντες το 2011 και κατ' επέκταση την προσθήκη αξίωσης εναντίον των εναγομένων ζητώντας Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται να απαιτήσουν από τους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό αναφορικά με τις συμβάσεις που αφορούν την παραχώρηση δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δικογράφηση λεπτομερειών αναφορικά με τις ενέργειες των εναγομένων οι οποίες κατά τους ενάγοντες συνιστούν δόλο, απάτη κλπ και η τρίτη κατηγορία αφορά προτεινόμενη δικογράφηση ισχυρισμών και εισαγωγή αιτίας αγωγής η οποία σχετίζεται με εξαπάτηση, δόλιο σχεδιασμό κλπ από μέρους της εναγομένης
- Ξεκινώντας από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν ζητήματα τα οποία πηγάζουν από τις συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρηθήκαν κατά ή περί τις 11.1.11 και 11.2.11, τα γεγονότα αυτά πέραν του ότι αφορούν μια χρονική περίοδο δυο χρόνων μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, φαίνεται να αφορούν ένα διαφορετικό πλέγμα γεγονότων και ισχυρισμών που δεν κρίνεται πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Η εξέταση των συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες έχουν εντελώς διαφορετικό αντικείμενο και περιεχόμενο στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, θα περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα. Πέραν των πιο πάνω, η παρούσα Αγωγή έχει ως κύριο επίδικο ζήτημα την κατάρτιση συμφωνίας η οποία έγινε το 2009 και ενώ οι δυο εναγόμενες συνιστούσαν ανεξάρτητη νομική οντότητα, όπως επίσης οι δυο συμφωνίες οι οποίες καταρτίστηκαν το 2011 έγιναν σε χρόνο όπου και πάλι οι δυο εναγόμενοι ασκούσαν ξεχωριστές και ανεξάρτητες τραπεζικές εργασίες. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η προσθήκη ισχυρισμού περί του ότι «το 2011 οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 παραχώρησαν στους ενάγοντες πιστωτικές διευκολύνσεις». Η αιτούμενη τροποποίηση με τον τρόπο που τίθεται προκαλεί τέτοια σύγχυση και πολυπλοκότητα στην επίλυση των επιδίκων ζητημάτων, κατά τρόπο που όχι μόνο ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτροχιασμού της διαδικασίας αλλά και βλάβη στα δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι δεν θα γνωρίζουν με την απαιτούμενη σαφήνεια και καθαρότητα ποια γεγονότα αφορούν τον κάθε εναγόμενο, εφόσον δεν προβάλλεται με ξεκάθαρο τρόπο ποιος εναγόμενος παραχώρησε το 2011 πιστωτικές διευκολύνσεις στους ενάγοντες. Εις ότι αφορά τους προτεινόμενους ισχυρισμούς της παρ. 9 της έκθεσης απαίτησης, υπό στοιχείο 3(ζ) στην Αίτηση φαίνεται ότι επιχειρείται η δικογράφηση ισχυρισμών περί απόκρυψης γεγονότων ως απαριθμούνται στο εν λόγω αιτητικό. Οι εν λόγω όμως προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν προσδιορίζονται χρονικά και κατά πόσο σχετίζονται με τον επίδικο χρόνο, ήτοι τον Απρίλιο του 2009 όπου καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία. Εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί φαίνεται να συνδέονται με γεγονότα που αφορούν γενικότερα την κεφαλαιουχική επάρκεια της εναγομένης 2 αλλά και ισχυρισμούς που σχετίζονται με τα ελληνικά ομόλογα αλλά και τη σύνδεση της Κυπριακής με την Ελληνική οικονομία θα έπρεπε να διαφανεί η χρονική αλλά και πραγματική σχετικότητα των ισχυρισμών αυτών με τα επίδικα θέματα που αφορούν επαναλαμβάνω την κατάρτιση μιας ιδιωτικής συμφωνίας η οποία έγινε τον Απρίλιο του
- Τα όσα επιχειρούνται επίσης να περιληφθούν με την παράγραφο αυτή, δεν φαίνεται να σχετίζονται μόνο με τους ενάγοντες, αλλά αποδίδονται ενέργειες στην εναγόμενη 2 κατά γενικό και αόριστο τρόπο οι οποίες αφορούν γενικότερα τον τρόπο λειτουργίας της απευθυνόμενη προς το ευρύτερο κοινό και σε απροσδιόριστους αποδέκτες των υπηρεσιών της. Τα όσα κατέγραψα αμέσως πιο πάνω ισχύουν και για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που περιλαμβάνονται στο παρακλητικό 2(ι), όπου πέραν της χρονικής τους απροσδιοριστίας δεν φαίνεται να αφορούν ισχυρισμούς που να σχετίζονται άμεσα με τους διαδίκους αλλά αποδίδονται γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί στην εναγόμενη 2 χωρίς χρονικό προσδιορισμό και χωρίς να διαφαίνεται η σύνδεση τους με τους ενάγοντες συγκεκριμένα. Η Αίτηση δεν μπορεί επίσης να εγκριθεί ως προς το αιτητικό 2(μ), εφόσον η αναφορά στην ΚΔΠ 104/13 αφορά χρόνο πολύ μεταγενέστερο της κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας αλλά και ο τρόπος προβολής των ισχυρισμών αυτών και για το πως θα μπορούσαν ενδεχομένως να διατεθούν τα χρήματα των εναγόντων δεν φαίνεται να σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Θα πρέπει εδώ να προσθέσω ότι αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι τα αδικήματα τα οποία επιχειρούν οι ενάγοντες να προσθέσουν στην Αγωγή, έχουν παραγραφεί, θέση των εναγόντων αποτελεί ότι ο χρόνος παραγραφής προσμετράτε από το χρόνο όπου η ζημιά τους έχει αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη νομολογία στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων παραγράφηκε ή όχι. Ακόμα και προδικαστικά μπορεί να εξεταστεί το ζήτημα παραγραφής ενός αγώγιμου δικαιώματος νοουμένου ότι τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου ένα κοινό υπόβαθρο γεγονότων. Από την άλλη όμως και έχοντας υπόψη το σύνολο των αμφισβητούμενων γεγονότων αλλά και τα όσα προβλέπονται από το άρθρο 68 του Κεφ. 148 στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να ασκηθεί τελική κρίση για το ζήτημα της παραγραφής και συνεπώς δεν θα απέρριπτα το αίτημα για το λόγο αυτό. Θα πρέπει εδώ να αναφέρω ότι αναγνωρίζω την φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας αναφορικά με τα αιτήματα τροποποιήσεων, η έγκριση των οποίων παραμένει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Παρ' όλα αυτά δεν μπορώ όμως να παραβλέψω το περιεχόμενο και βάση του ήδη καταχωρηθέντος δικογράφου των εναγόντων, το οποίο περιλαμβάνει την βάση της Αγωγής και τον πυρήνα αξιώσεων τους. Το Δικαστήριο έχοντας ως εναρκτήρια βάση το υφιστάμενο δικόγραφο, εξετάζει τα αιτήματα για τροποποίηση και κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα ήδη προβληθέντα επίδικα θέματα και κατά πόσο είναι πρόσφορο για σκοπούς πάντοτε ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να συνεκδικαστούν μαζί με τα θέματα τα οποία εγέρθηκαν στο αρχικό δικόγραφο των εναγόντων. Είμαι της άποψης ότι στην υπό κρίση Αίτηση οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως όχι μόνο τη βάση της αγωγής και τις αιτούμενες θεραπείες αλλά εισάγουν μια νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν αποκλείεται με βάση την ισχύουσα Νομολογία αλλά ως έχει κριθεί ανωτέρω από το Δικαστήριο, οι νέοι ισχυρισμοί δεν κρίνεται πρόσφορο να συνεκδικαστούν στα πλαίσια των υφιστάμενων επίδικων ζητημάτων, που κυρίως αφορούν ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένων η οποία καταρτίστηκε το
- Καθοδήγηση για τα πιο πάνω αντλώ και από τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Δημητρίου (βλ. ανωτέρω) όπου εξετάστηκε το ζήτημα τροποποίησης με σχεδόν ταυτόσημα περιστατικά που αφορούν και την παρούσα υπόθεση και λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Στην παρούσα περίπτωση είναι δεδομένο ότι στο επίκεντρο της αντιδικίας των διαδίκων βρίσκεται μια ιδιωτική συμφωνία, η οποία σύμφωνα με τον εφεσείοντα είναι (α) προϊόν απάτης και άλλων επιλήψιμων πράξεων της εφεσίβλητης 1 και/ή αξιωματούχων της και (β) αποτέλεσμα παραλείψεων της εφεσίβλητης 2 να ασκεί την αναμενόμενη εποπτεία σε σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα, καθώς και παραλείψεων κρατικών αξιωματούχων. Με τις προτεινόμενες όμως τροποποιήσεις επιδιώκεται η προσθήκη νέων επίδικων θεμάτων που δεν είναι απαραίτητα για δικαστική κρίση σ΄ ό,τι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο εφεσείων συνήψε την επίδικη συμφωνία. Τους λόγους - με τους οποίους συμφωνούμαι πλήρως - τους δίδει το πρωτόδικο Δικαστήριο στο απόσπασμα που παραθέτουμε πιο πάνω. Με προφανή τον κίνδυνο, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην περίπτωση που γίνονταν δεκτές οι προτεινόμενες τροποποιήσεις να εκτροχιαστεί η δίκη σε άσχετα με την απαίτηση του εφεσείοντα θέματα. Στοιχείο που ασφαλώς δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα θα προκαλούσε ζημιά στους εφεσίβλητους εφόσον με τους νέους ισχυρισμούς καθίστανται (αχρείαστα) επίδικα θέματα τα όσα προτείνονται με την αναδόμηση της παρ. 17 και τις προσθήκες στις παρ. 18Β, 18Γ και 18Δ (ανωτέρω). Υπ΄ αυτά τα περιστατικά θεωρούμε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική ευχέρεια για μη έγκριση του αιτήματος του εφεσείοντα, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη της έφεσης.» Επομένως, για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, αναφορικά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπό στοιχεία 1,2 και 3(β)(ε)(ζ)(ι)(κ)(λ)(μ)(ν) και (ξ). Παρά τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι μέρος της Αίτησης και ειδικότερα τα αιτητικά 3(α),(γ),(δ), (η) και (θ), αφορούν ισχυρισμούς οι οποίοι σχετίζονται με την ισχυριζόμενη σχέση που υφίστατο μεταξύ των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο και με αποδιδόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της εναγομένης 2 οι οποίες οδήγησαν τους ενάγοντες στην κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας. Οι αιτούμενες αυτές τροποποιήσεις φαίνεται να συμπληρώνουν τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων και τα όσα ισχυρίζονται στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης, έχοντας ταυτόχρονα υπόψη ότι στο αρχικό δικόγραφο δεν περιλαμβάνονται λεπτομέρειες του κατ' ισχυρισμού δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Οι προτεινόμενες αυτές τροποποιήσεις υπό το φως το συνόλου του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης φαίνεται στο στάδιο αυτό και χωρίς να αξιολογούνται, να σχετίζονται με τα όσα προβάλλουν οι ενάγοντες και αφορούν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας. Πέραν τούτου, οι τροποποιήσεις αυτές δεν φαίνεται να προσθέτουν νέα βάση αγωγής, εφόσον ήδη οι ενάγοντες δικογραφούν ισχυρισμούς περί δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Συνεπώς και για το λόγο αυτό δεν διαπιστώνω να προκαλείται οποιαδήποτε βλάβη στην πλευρά της υπεράσπισης εφόσον ήδη με την υπεράσπιση τους αρνούνται τα όσα τους καταλογίζονται από τους ενάγοντες. Με τον τρόπο τον οποίο οι αιτούμενες αυτές τροποποιήσεις προβάλλονται μπορούν να διαχωριστούν από το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης το οποίο δεν μπορεί να εγκριθεί. Ως εκ τούτου, παρά το χρόνο που παρήλθε στην αιτούμενη τροποποίηση και εφόσον ο παράγοντας αυτός είναι δευτερεύουσας σημασίας σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, καταλήγω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αναγκαίο να προστεθούν στο δικόγραφο και θα εξυπηρετήσουν την παράθεση όλων των ουσιαστικών γεγονότων και ισχυρισμών που αφορούν την υπόθεση κατά τρόπο όπου το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του το σύνολο των γεγονότων και ισχυρισμών που συνθέτουν την υπόθεση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων. Άλλωστε η Ακρόαση της Αγωγής έχει οριστεί για τις 2.4.20 και η έγκριση των τροποποιήσεων στο στάδιο αυτό δεν θα προκαλέσει ανατροπή στην προγραμματισθείσα Ακρόαση. Γενικότερα εν σχέση με το ζήτημα του χρόνου όπου υποβλήθηκε η Αίτηση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή υποβλήθηκε με καθυστέρηση και μάλιστα αδικαιολόγητη, εφόσον η απόσταση στις μέρες μας δεν μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για τη λήψη οδηγιών ή πραγματοποίηση συζητήσεων κατά τις οποίες μπορούν να εξακριβωθούν τα γεγονότα μιας υπόθεσης. Ο παράγοντας του χρόνου στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης, εφόσον συνεκτιμάται στο πλαίσιο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση όμως όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύνολο των τροποποιήσεων ήταν άκρως αναγκαίες και σχετικές προς επίλυση της επίδικης διαφοράς, όπου αποτελεί το ουσιαστικό και πρωταρχικό κριτήριο εξέτασης της Αίτησης, δεν θα απέρριπτα την Αίτηση για το λόγο αυτό και μόνο. Τέλος θα πρέπει να πω ότι επί τη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε κακοπιστία από μέρους των αιτητών. Ακόμα και η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τους δεν φαίνεται να συνοδεύεται από κακή πίστη. Για κάθε ένα από τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της και εγκρίνεται μερικώς. Συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως τα παρακλητικά 3(α),(γ),(δ), (η) και (θ) της Αίτησης ενώ η Αίτηση απορρίπτεται ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά. Τα έξοδα της Αίτησης και αυτά που θα προκύψουν ένεκα της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. Ως προς την εισήγηση της πλευράς των εναγομένων 2 ότι τα έξοδα θα πρέπει να καταβληθούν άμεσα, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ τους αποζημιώνονται για τα έξοδα και ταλαιπωρία που έχουν υποστεί ενόψει της υπό κρίση Αίτησης και δεν βρίσκω για ποιο λόγο αυτά να πρέπει να καταβληθούν άμεσα. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σήμερα, τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 20 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 10 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Το Διάταγμα να ζητηθεί σήμερα από τους Ενάγοντες και δίδονται οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως το Διάταγμα ετοιμαστεί εντός 5 ημέρων από σήμερα. (Υπ.) ............................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil Jurisdiction/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο