ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 450/17, 21/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A94 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 450/17 Μεταξύ: XXXXXX ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, (ΑΔΤ XXXXX4784) από την Πάφο XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, (ΑΔΤ XXXXX5480) από την Πάφο EVANGELIA MILTIADOU TRADING LIMITED (HE 223819) από την Πάφο Εναγόντων και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED (HE 6771), εκ Λευκωσίας Εναγόμενης ---------------------------- Αίτηση ημερ. 26.10.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ---------------------------- Ημερομηνία: 21.11.2019 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Φ. Στεφάνου για STEFANOU & STEFANOU LLC Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Πιερή για Γεωργιάδη και Πελίδη ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν ακύρωση των συμφωνιών δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και ακύρωση οποιασδήποτε αύξησης του επιτοκίου και/ή άλλων χρεώσεων στις οποίες προέβη η Εναγόμενη Τράπεζα. Αξιώνουν επίσης διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι, δια της παράνομης και/ή αντισυμβατικής αύξησης του επιτοκίου των λογαριασμών των Εναγόντων και/ή της επιβολής διαφόρων χρεώσεων και εξόδων εκ μέρους της Εναγομένης, που είχε ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να εμποδίζονται από το να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η Εναγόμενη έχει παραβεί ουσιώδεις όρους των συμφωνιών και/ή διέπραξε μονομερώς αμετάκλητη προμηνυόμενη και/ή προκαταβολική παράβαση και/ή διάρρηξη (anticipatory breach) των λογαριασμών των Εναγόντων με την Εναγόμενη. Περαιτέρω αιτούνται αντιλογισμό και/ή διόρθωση των λογαριασμών και του χρεωστικού υπολοίπου των πιο πάνω λογαριασμών βάσει των όρων των δανειακών συμβάσεων, με τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη, πλην του κεφαλαίου και των τόκων που συμφωνήθηκαν με βάση την αρχική συμφωνία. Με την κρινόμενη αίτηση (η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην Εναγόμενη Τράπεζα) οι Ενάγοντες αιτούνται: «Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Καθ΄ ης η αίτηση, HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/4XX5, Φ/Σχ. XXXV/19, Τεμ. 198, στο Γουδί, Πάφος που επιβαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥXXX/2008 διαδοχική με τις υποθήκες ΥXXXX/2008 και ΥXXXX/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ιδιοκτησίας του Χρήστου Χριστοδούλου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ΄ ης η Αίτηση, HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα με αριθμό εγγραφής 0/4XX5, Φ/Σχ. ΧΧΧV/19, Τεμ. 198, στο Γουδί, Πάφος, με βάση την Ειδοποίηση Τύπου Ι ημερομηνίας 09/03/
- Γ. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Καθ΄ ης η Αίτηση, HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44(Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.» Τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την αίτηση εκτίθενται με την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χριστοδούλου, ο οποίος είναι ο Εναγόμενος 2, σύζυγος της Εναγόμενης 1 και διευθυντής της Εναγόμενης
- Εξηγεί πως η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη και αναγκαία ώστε να παρεμποδιστεί η Εναγόμενη Τράπεζα να εκδώσει ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και να εμποδιστεί να προχωρήσει με την εκποίηση του ακινήτου το οποίο είναι αντικείμενο της υποθήκης Υ413/08, για το οποίο ήδη έχει επιδοθεί στη σύζυγο του και σε εκείνο ειδοποίηση Τύπου «Ι». Το ρηθέν ακίνητο το οποίο είναι ιδιοκτησίας του, υποθηκεύτηκε για να εξασφαλίσει πιστωτικές διευκολύνσεις τις οποίες η Εναγόμενη παρεχώρησε προς αυτούς. Αναφέρει πως με την Τράπεζα διατηρούσαν τόσον ο ίδιος όσο και η σύζυγος του μακροχρόνια συνεργασία τόσο για προσωπικούς τους σκοπούς όσο και για σκοπούς της εταιρείας. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας τους συμβούλευαν σε ότι είχε να κάνει με χρηματοοικονομικά θέματα, αφού οι ίδιοι δεν είχαν ιδιαίτερες γνώσεις, και βασίζονταν στη γνώση και εμπειρία τους. Με την Τράπεζα συνάφθηκαν οι ακόλουθες πιστωτικές διευκολύνσεις: - Συμφωνία δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX38-01 στο όνομα της XXXXX Μιλτιάδου και XXXXX Χριστοδούλου. - Συμφωνία δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX738-03 στο όνομα της XXXXX Μιλτιάδου και XXXXX Χριστοδούλου. - Τρεχούμενος λογαριασμός υπ΄ αριθμό XXXXX 38-02 στο όνομα της XXXXX Μιλτιάδου και XXXXX Χριστοδούλου. - Τρεχούμενος λογαριασμός υπ΄ αριθμό XXXXX05-01 στο όνομα της EVANGELIA MILTIADOU TRADING LIMITED. Ισχυρίζεται ότι όλα έβαιναν καλώς και τα αναφερόμενα δάνεια τους αποπληρώνονταν σύμφωνα με την εισοδηματική τους ικανότητα. Αναφέρεται στη συνέχεια στη σύναψη των συμφωνιών δανείων ημερ. 25.1.08 και 13.8.10 (Τεκμήρια 2 και 5) για ποσά €235.000 και €309.000 καθώς και στις συμπληρωματικές αυτών με τις οποίες διαφοροποιείτο η δόση και το επιτόκιο. Το πρώτο δάνειο ήταν στεγαστικό επ΄ ονόματι της Ενάγουσας 1, ημερ. 25.1.08 και θα αποπληρωνόταν με 360 δόσεις εκ ποσού €1.285,93 της πρώτης πληρωτέας την 31.3.2008 και της τελευταίας την 26.2.
- Το επιτόκιο το οποίο βάρυνε το δάνειο ήταν κυμαινόμενο επιτόκιο και συνίστατο σε 4% βασικό επιτόκιο, πλέον 1,5% περιθώριο, ήτοι σύνολο επιτοκίου 5,15%. Με συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 13.8.2010 την οποίαν υπέγραψαν μετά από πιέσεις της Τράπεζας, το στεγαστικό δάνειο θα αποπληρωνόταν σε 24 μηνιαίες δόσεις των €1.200 από 31.8.2010-31.7.2012 και ακολούθως 307 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €1.293.93 από 31.8.2012-28.2.
- Το συνολικό επιτόκιο ήταν 4,8%. Υπεγράφη τρίτη συμφωνία στις 14.5.2012 η οποία τροποποίησε τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 13.8.2010 κατά τρόπον ώστε το στεγαστικό δάνειο θα αποπληρωνόταν σε 12 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €1.161,83 από 31.5.2012-30.4.2013 και στη συνέχεια 298 δόσεις εκ ποσού €1.741,29 από 31.5.2013-28.2.
- Υποστηρίζει πως η Τράπεζα επέβαλε ετσιθελικά τους δικούς της όρους όπως χρέωση κάθε επιστολής με €10 τα οποία θα επιβάρυναν τον επίδικο λογαριασμό, επιβάρυνση με τόκο υπερημερίας 6% επιπλέον χρέωση €15 τον μήνα για τους πρώτους τέσσερις μήνες και αν παρουσιάζονται καθυστερήσεις πέραν των 4 μηνών χρέωση €20 τον μήνα τον επίδικο λογαριασμό, επιπλέον χρέωση €250 για έξοδα φακέλου και €200 χρέωση για ετοιμασία νομικών εγγράφων. Το δεύτερο δάνειο το οποίο συνήφθηκε μεταξύ Ενάγοντα 2 και Εναγόμενης χρεώνετο με συνολικό επιτόκιο 7,1550% και θα αποπληρωνόταν με 24 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €1.800 αρχής γενομένης στις 31.8.2010-31.7.2012 και στη συνέχεια με 156 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €3.047,06 από 31.8.2012-31.7.
- Δόθηκαν εξασφαλίσεις οι οποίες περιλάμβαναν τις υποθήκες επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5417 ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1 για ποσό €260.000 και επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4175, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 2, για ποσό €320.
- Ακολούθησε τροποποιητική συμφωνία η οποία διαλάμβανε ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 12 μηνιαίες δόσεις των €2.387,51 η κάθε μια, της πρώτης πληρωτέας την 31.05.2012 και της τελευταίας την 30.4.2013 και ακολούθως με 147 μηνιαίες δόσεις των €4.378,07 η κάθε μια της πρώτης πληρωτέας την 31.5.2013 και της τελευταίας την 31.7.
- Το περιθώριο αυξήθηκε σε 7,50%. Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών ότι η Εναγόμενη εκμεταλλευόμενη την ανάγκη τους για αλλαγή στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου λόγω της κρίσης που επηρέασε και το δικό τους τομέα δραστηριότητας, τεχνηέντως, κατά την υπογραφή των πιο πάνω συμπληρωματικών συμφωνιών, αύξησαν το περιθώριο κέρδους τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη να τους στερήσουν το δικαίωμα να επωφεληθούν της μείωσης του euribor, το οποίο όπως αντιλαμβάνονται, μειώθηκε για να βοηθηθούν οι δανειολήπτες να αποπληρώσουν τα δάνεια τους. Αναφορικά τόσο για τις συμφωνίες δανείων όσο και των τρεχούμενων, και των τροποποιητικών, αποτελεί ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα ότι η Τράπεζα δεν τους έδιδε να διαβάσουν τις συμφωνίες, τους διαβεβαίωναν ότι οι όροι είναι οι ίδιοι, ενώ αναφορικά με τις τροποποιητικές συμφωνίες διεφάνη ότι χρέωναν με αυξημένα επιτόκια και επίσης προέβαιναν σε υπερχρεώσεις. Συγκεκριμένα για τον τρεχούμενο, προέβαινε είτε σε αύξηση είτε μείωση του ορίου, αυξάνοντας συνάμα και τα επιτόκια. Για τούτο αμφισβητούν την εγκυρότητα των ενεργειών και νομιμότητα των πράξεων της Τράπεζας. Ουσιαστικά ο ενόρκως δηλών πιστεύει ότι οι ενέργειες της Τράπεζας είναι αντισυμβατικές, παράνομες, και σε ότι αφορά τις τροποποιητικές συμφωνίες η Τράπεζα τους δημιουργούσε την πεποίθηση υπό καθεστώς ψυχικού καταναγκασμού ότι είναι ο μόνος τρόπος να αναδιαρθρώσει τα δάνεια τους. Υποστηρίζει δε πως όλες οι πιο πάνω τροποποιήσεις των συμφωνιών δανείων και αυξήσεις των επιτοκίων που χρεώνονταν τα δάνεια και τα όρια σε τρεχούμενο λογαριασμό έγιναν ανέντιμα και καταχρηστικά και δόλια και κατά παράβαση των κανόνων επιείκειας και ως εκ τούτου είναι άκυρες και οποιαδήποτε χρέωση των λογαριασμών αυτών με τα νέα αυτά επιτόκια είναι άκυρη. Περαιτέρω όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες αφού συνάφθηκαν κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού, από την Τράπεζα και λόγω ψευδών παραστάσεων και απάτης. Μετά από έλεγχο τον οποίο διενήργησε ο λογιστής τους, φαίνεται ότι τα νόμιμα οφειλόμενα ποσά είναι κατά 25% λιγότερα από αυτά που απαιτεί η Τράπεζα. Προβαίνει ο ενόρκως δηλών σε εξειδίκευση των όρων τους οποίους θεωρεί ότι είναι άκυροι για το λόγο ότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης απλά ήσαν προτυπωμένοι στα έγγραφα όπως μεταξύ άλλων, ο όρος περί άνευ προειδοποιήσεως τερματισμού της λειτουργίας των λογαριασμών, περί μονομερούς αύξησης του επιτοκίου, ποινικές ρήτρες, περί επιπρόσθετων τόκων υπερημερίας κ.α. Το 2013, μετά την δημοσίευση του Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με τις αναδιαρθρώσεις και τις ανακοινώσεις ότι οι Τράπεζες πλέον προχωρούν σε βιώσιμες αναδιαρθρώσεις βάσει των δυνατοτήτων των πελατών τους, απευθύνθηκαν στην Τράπεζα. Η Τράπεζα όμως ενήργησε όλως αντίθετα με τον Κώδικα, δίνοντας έμφαση μόνο στην επιβολή περισσότερων τόκων και την υπερδιόγκωση του χρέους, καταστρατηγώντας τον σκοπό της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας που είναι να βοηθήσει τον κόσμο να μπορέσει να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του για να κρατήσει την περιουσία του. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως προσπαθούσαν και κατέθεταν ότι μπορούσαν προς την Τράπεζα για να εξυπηρετούν τα δάνεια τους. Λόγω του ότι η Τράπεζα αύξανε το κόστος του δανεισμού με την αύξηση του επιτοκίου και την επιβολή διάφορων αυθαίρετων χρεώσεων, ότι και να κατάθεταν, δεν ήταν αρκετό να καλύψει τους τόκους που η Τράπεζα, παράνομα επέβαλλε. Προσπάθησαν σε συναντήσεις τους με την Τράπεζα να υποβάλουν προτάσεις όπως το να προσφέρουν στην Τράπεζα ένα από τα δύο υποθηκευμένα κτήματα τους, πλην όμως η Τράπεζα απέρριπτε τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Όμως η Τράπεζα επειδή ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με τα ενυπόθηκα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το σπίτι που βαρύνεται με την υποθήκη που αναγράφεται στην ειδοποίηση Τύπου «Ι», δεν δεχόταν να αφαιρέσει τις υπερχρεώσεις. Φαίνεται από το σύνολο των πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν στη μερίδα των δανειοληπτών που θα χαρακτηρίζονταν ως στρατηγικοί κακοπληρωτές. Εδώ και αρκετό καιρό ο Ενάγοντας 2 ασκεί την ιερατική και η σύζυγος του εδώ και λίγους μήνες εργάζεται σε εταιρεία πώλησης φυτοφαρμάκων. Είναι άνθρωποι απλοί, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, που προσπαθούν να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους και να είναι εντάξει στα υποχρεώσεις τους χωρίς όμως αυτό να καταντά αντικείμενο εκμετάλλευσης από μέρους της Εναγόμενης. Εκφράζει τη διαφωνία του με όσα η Τράπεζα απαιτεί και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι λόγω της οικονομικής κρίσης και της εισόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μνημόνιο, καθώς και λόγω των γεγονότων του Μαρτίου 2013, οι επίδικες συμφωνίες έχουν ματαιωθεί (frustrated) και θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν βάσει των σημερινών γεγονότων και δεδομένων και βάσει της οικονομικής κατάστασης τους σήμερα. Αμφισβητεί επίσης την εγκυρότητα της ειδοποίησης Τύπου «Ι» την οποία παρέλαβαν και τονίζει πως το υποθηκευμένο ακίνητο είναι συναισθηματικής αξίας, αφού κατάφερε να το κρατήσει με τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής και ενός συνεχούς αγώνα για επιβίωση. Διερωτάται γιατί να χάσει την περιουσία του, πριν να έχει το δικαίωμα να ακουστεί στην παρούσα αγωγή με την οποία ισχυρίζεται ότι το νομίμως οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ χαμηλότερο από το ισχυριζόμενο από την Τράπεζα υπόλοιπο και η Τράπεζα παράνομα τον έχει οδηγήσει σε αυτό το σημείο. Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα θα χάσει την περιουσία του. Δηλώνει ότι έχει καλή υπόθεση και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, εάν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα διατάγματα, η Τράπεζα θα συνεχίσει με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και δυστυχώς δεν θα εμποδιστεί από του να προχωρήσει και να πραγματοποιήσει την εκποίηση της πώλησης του πιο πάνω ενυπόθηκου ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής. Σε αυτή την περίπτωση, θα παραβιαστεί τόσο το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσει την υπόθεση του, το δικαίωμα τους στην ιδιοκτησία και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Επίσης αναφέρει ότι με την παρούσα αίτηση ζητούν θεραπεία για το υποθηκευμένο ακίνητο που εξασφαλίζεται όχι μόνο με την υποθήκη που αναγράφεται στην ειδοποίηση Τύπου «Ι» αλλά και με άλλες υποθήκες. Η Εναγόμενη Τράπεζα ενίσταται στο δικονομικό αυτό διάβημα των Εναγόντων-Αιτητών και εγείρει 16 λόγους ένστασης (οι οποίοι περιλαμβάνουν και άλλους επιμέρους λόγους) προβάλλοντας μεταξύ άλλων και κυρίως ότι (Αρκετοί λόγοι αφορούν έκθεση γεγονότων και απάντηση στην ένορκη δήλωση του Αιτητή): - Δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα καθότι σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο δανειστή δύναται να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί μόνο μέσω της καταχώρησης αίτησης/έφεσης εναντίον της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». - Πρόωρα και λανθασμένα επιδιώκουν την παρεμπόδιση της διαδικασίας εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ413/2008 δια της παρούσας αίτησης στα πλαίσια της αγωγής και αφής στιγμής δεν τους έχει επιδοθεί ακόμη η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης, ήτοι η ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» και δεν έχει οριστεί ακόμη ημερομηνία πλειστηριασμού. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. - Οι Αιτητές καθυστέρησαν υπέρμετρα να καταχωρήσουν την κρινόμενη αίτηση αφού η ειδοποίηση Τύπου «Ι» συνοδευόμενη από την Τύπου «Θ» τους επιδόθηκε Μάϊο του 2017 και άφησαν να παρέλθει ενάμιση χρόνος για να προβούν σε διαβήματα. - Δεν νομιμοποιούνται οι Ενάγοντες στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης διότι δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κογκοττή, ο οποίος δηλώνει ότι είναι υπάλληλος της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd. Η APS ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ανάμεσα στους οποίους και οι λογαριασμοί που αφορούν τους Ενάγοντες-Αιτητές. Γνωρίζει τα γεγονότα από την κατοχή των φακέλων της υπόθεσης και από νομική συμβουλή την οποία έλαβε. Δηλώνει ότι ανάγνωσε και υιοθετεί το περιεχόμενο της ένστασης καθώς και εκείνο του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Αρνείται τους ισχυρισμούς των Αιτητών όπως διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και κυρίως τους ισχυρισμούς ότι έδιδαν συμβουλές ή ότι άσκησαν πιέσεις για τη σύναψη των συμπληρωματικών συμφωνιών και τονίζει ότι ενήργησαν καθ΄ όλα νόμιμα, στα πλαίσια των συμφωνιών ενώ αντίθετα οι Αιτητές δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να τερματίσουν τη λειτουργία των λογαριασμών με σχετική επιστολή ημερ. 11.3.2015 (Τεκμήριο 3). Οι όποιες διαφοροποιήσεις εγίνοντο ήταν κατόπιν αιτήματος των Αιτητών, οι οποίοι εάν ήθελαν μπορούσαν να πάρουν νομική ή άλλη συμβουλή και επίσης το επιτόκιο καθοριζόταν ανάλογα με το euribor το οποίο ίσχυε τη δεδομένη στιγμή. Αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο, δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι αυτό είναι κατά 25% μικρότερο του αξιούμενου και σημειώνει πως τα χρεωστικά υπόλοιπα είναι όπως αυτά καταγράφονται στην ειδοποίηση Τύπου «Ι», δηλαδή συνολικού ποσού ύψους €893.537,
- Συνεχίζει τονίζοντας πως: «και εάν ακόμη αποδειχθεί γενικότερα ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο, αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αιτία για να σταματήσει η διαδικασία πλειστηριασμού. Σημειώνεται δε ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών όπως φαίνονται από την επιστολή της Καθ΄ ης η Αίτηση ημερομηνίας 09/03/2017 η οποία συνόδευε την Ειδοποίηση τύπου «Ι» που επιδόθηκε προς τους Αιτητές 1 και 2 ανέρχονταν σε €519.931,91, €346.955,04 και €26.650,419 πλέον τόκους και άλλα έξοδα. Συνολικά δε, οι Αιτητές οφείλουν δηλαδή πέραν των €893.537,36 προς την Καθ΄ ης η Αίτηση.» Υπογραμμίζει πως: «Εν προκειμένω, εάν ήθελε αποδειχτεί με την απόφαση στην αγωγή ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο, η Καθ΄ ης η Αίτηση ως ένας από τους μεγαλύτερους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς έχει την οικονομική δυνατότητα να επιστρέψει το ποσό αυτό στους Αιτητές.» Προβάλλεται η θέση ότι: «Ο Αιτητής 2 κωλύεται και εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι συναισθηματικής αξίας και δεν θέλει να χάσει την περιουσία του από την στιγμή που ο ίδιος ο Αιτητής 2 υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας εις αντάλλαγμα παροχής προς αυτόν και την Αιτήτρια 1 πιστωτικών διευκολύνσεων και συγκεκριμένα μεταξύ άλλων δανείων και τρεχούμενου λογαριασμού. Συνεπώς, ο ίδιος ο Αιτητής 2 έδωσε το δικαίωμα στην Καθ΄ ης η Αίτηση να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο δια την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς και των πράξεων να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς.» Σημειώνει δε πως: «Επιπρόσθετα, οι Αιτητές έχουν υποπέσει σε αντιφάσεις καθότι από την μια ισχυρίζονται στην παράγραφο 41 της Ένορκης Δήλωσης τους ότι έκαναν πρόταση στην Καθ΄ ης η Αίτηση να δώσουν όποιο από τα ακίνητα η Καθ΄ ης η Αίτηση επιθυμεί προς διευθέτηση των οφειλών τους και από την άλλη ισχυρίζονται εν προκειμένω ότι το υποθηκευμένο ακίνητο είναι συναισθηματικής αξίας και θέλουν να το κρατήσουν.» Εν κατακλείδι αποτελεί τη θέση του πως εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Καθ΄ ης η αίτηση θα αποστερηθεί νομίμων δικαιωμάτων της, ήτοι: «εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αυτό σημαίνει ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση θα εμποδίζεται για περίπου 6 χρόνια (μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής) από το να προχωρήσουν με την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της, και συγκεκριμένα των δικαιωμάτων που της παραχωρούνται για εκποίηση της επίδικης υποθήκης η οποία παραχωρήθηκε προς την Καθ΄ ης η Αίτηση εις αντάλλαγμα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς του Αιτητές. Επίσης, εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αυτό σημαίνει ότι οι Αιτητές θα εξακολουθούν μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής δηλαδή για περίοδο 6 ετών με βάση τα σημερινά δεδομένα εκδίκασης των υποθέσεων να επωφελούνται από την μη καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς την Καθ΄ ης η Αίτηση, ποσά τα οποία εμμέσως πλην σαφώς παραδέχονται ότι οφείλουν πλην ενός ποσού το οποίο θεωρούν ως υπερχρεώσεις.» Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των συνηγόρων τις οποίες έχω με προσοχή διεξέλθει, ιδιαίτερη μνεία στις οποίες γίνεται κατωτέρω, όπου απαιτείται. Μια από τις ενστάσεις της Εναγόμενης Τράπεζας είναι πως ο Νόμος 9/65, περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων, το μόνο μέσο που παρέχει για παραμερισμό ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» είναι η αίτηση/έφεση και όχι αίτηση δυνάμει άλλου δευτερεύοντος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, Νόμου. Ότι επίσης, η επιδοθείσα ειδοποίηση Τύπου «Ι» αφορά μόνον την υποθήκη Υ413/08 και όχι τις άλλες και τέλος πως δεδομένου ότι δεν έχει εκδοθεί και επιδοθεί ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», η αίτηση αυτή είναι πρόωρη. Με την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης υποδεικνύεται πως: «Είναι ξεκάθαρο ότι στην προκειμένη περίπτωση, η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν προχώρησε ακόμη στην επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου «ΙΑ» και άρα δεν έχει καθοριστεί ακόμη ημερομηνία πλειστηριασμού της Υποθήκης Υ413/
- Είναι η θέση μας ότι βάσει της διαδικασίας εκποίησης ως προνοείται στο Μέρος VIA του Νόμου, η επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» στους Αιτητές, από μόνη της, δεν δικαιολογεί την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη. Η ειδοποίηση τύπου «Ι» είναι μια επιστολή πληροφοριακού χαρακτήρα και δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Αποτελεί, επί της ουσίας, κλήση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, παρέχει ενημέρωση για το ύψος του ποσού και ουσιαστικά αποτελεί το πρώτο βήμα της διαδικασίας εκποίησης και προϋπόθεση για την αποστολή της δεύτερης ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» με την οποία θα οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού.» Η αντίθετη άποψη της συνηγόρου των Αιτητών υποστηρίζει πως: «Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την τροποποίηση του Νόμου περί μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως, Ν.87(Ι)/2018και λαμβανομένου υπόψη ότι είχε προηγηθεί παραλαβή της ειδοποίησης τύπου Ι που επιδόθηκε προς τον ενάγοντα 2 στις 02/05/
- Στο σημείο αυτό, αναφέρουμε ότι στον Νόμο, δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός ως προς το θέμα καταχώρησης της αίτησης για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι για να καταχωρηθεί αίτηση έφεση με βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας - η οποία καταχωρείται εντός 30 ημερών από της παραλαβής της ειδοποίησης τύπου ΙΑ - θα πρέπει ο ενυπόθηκος οφειλέτης, να έχει εξασφαλίσει προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που να εμποδίζει την τράπεζα να προχωρήσει σε πλειστηριασμό. Πουθενά δεν αναγράφεται ότι το διάταγμα πρέπει είτε να εξασφαλιστεί μετά την παραλαβή της ειδοποίησης του τύπου ΙΑ είτε εντός των 30 ημερών από της αποστολής της ειδοποίησης τύπου Ι.» Αναφορικά με τα ανωτέρω σημειώνονται τα ακόλουθα: Το άρθρο 44Γ του Μέρους VIA του Ν.9/65 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Νόμο 87
(1)/2018 τον Ιούλιο του 2018, προνοεί έξι λόγους για τους οποίους η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» μπορεί να παραμεριστεί. Μεταξύ αυτών η προϋπόθεση (δ) να έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Να σημειωθεί πως ο Νόμος με την προϋπόθεση αυτή τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του
- Είναι σαφές ότι δεν τίθεται χρονικός περιορισμός για καταχώρηση αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος πλην όμως για να απαιτείται ως προϋπόθεση για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» το βέβαιο είναι πως τουλάχιστον πρέπει κατά την άσκηση αίτησης/έφεσης να υπάρχει η κατά το χρόνο επίδοσης της αφού και οι προηγούμενες της προϋπόθεσης (δ) προϋποθέσεις άπτονται την ίδια της φύσης και του τύπου της. Και αυτό για να αποφεύγεται η δημιουργία των προϋποθέσεων ακύρωσης της. Όμως δημιουργείται ένα ερώτημα για εκείνες τις ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» των οποίων η ειδοποίηση Τύπου «Ι» έχει σταλεί πριν την ημερομηνία έναρξης του Νόμου αφού το άρθρο 44 του ιδίου Νόμου καθορίζει ότι η ισχύς του τροποποιητικού Νόμου καλύπτει και εκείνες. Εάν βέβαια ο οφειλέτης εξασφαλίσει πριν την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» απαγορευτικό διάταγμα τότε κακόπιστα και παράτυπα η Τράπεζα προωθεί διαδικασία πλειστηριασμού κατά παράβαση διατάγματος Δικαστηρίου. Εκείνο που διαπιστώνεται είναι πως η κάθε ενέργεια και πράξη εξετάζεται ανάλογα με την κάθε περίσταση. Δεν είναι του παρόντος να αποφασιστεί ο χρόνος καταχώρισης τέτοιας αίτησης ως η επίδικη σε συνάρτηση με το Ν. 9/65, αλλά εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 λαμβάνοντας όλα τα γεγονότα υπόψη. Συνεπώς δεδομένου πως παρέχεται η ευχέρεια για έκδοση προσωρινού διατάγματος προς όφελος του ενυπόθηκου οφειλέτη, τότε δυνητικά αυτός μπορεί να προσπαθήσει να εξασφαλίσει τέτοιο διάταγμα για όλα τα ενυπόθηκα κτήματα όλων των υποθηκών. Και όχι μόνο για εκείνο για το οποίο επεδόθη ειδοποίηση. Νομική Πτυχή: Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθώς και τα άρθρα 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν. 9/
- Για τα τελευταία άρθρα έγινε ήδη αναφορά. Κρίνεται πως αυτά δεν δίνουν οποιοδήποτε πλεονέκτημα για την επιτυχή έκβαση ενός τέτοιου αιτήματος, για το λόγο και μόνον ότι το άρθρο 44Γ
(3)προβλέπει ως προϋπόθεση παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», την ύπαρξη προσωρινού διατάγματος. Τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Τα ανωτέρω τυγχάνουν επίκλησης όταν επιχειρείται η δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας για ικανοποίηση χρέους. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι αυτό που τυγχάνει εφαρμογής. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32 (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 269-270). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έτσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Για τούτο προχωρώ να εξετάσω τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Πρώτη προϋπόθεση - Σοβαρό ζήτημα προς επίδοση Έχοντας υπόψη τις ανωτέρω νομολογιακές αρχές σε σχέση με το πρώτο κριτήριο το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται με αναφορά στα δικόγραφα και τη νομική θεμελίωση της Απαίτησης, κρίνεται πως με βάση την Απαίτηση με την οποία εγείρονται ισχυρισμοί περί άκυρων, παράνομων συμβάσεων καθώς και περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς, παράνομων χρεώσεων και/ή αμελών πράξεων και ενεργειών και οικονομικό εξαναγκασμό της Καθ΄ ης αυτό αποτελεί ικανοποιητικό υπόβαθρο από το οποίο εξάγεται εύλογα το συμπέρασμα πως για σκοπούς αυτής της διαδικασίας αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία Αποτελεί τη θέση της συνηγόρου των Αιτητών πως έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 τις οποίες θεωρεί αλληλένδετες. Ότι έχει προσφερθεί το αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας μαρτυρικό υλικό και πως εκείνο που πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι εάν οι Αιτητές ήσαν στρατηγικοί κακοπληρωτές ή όχι. Τονίζει πως αυτός ήταν ο σκοπός της τροποποίησης του Νόμου, προκειμένου να εξαιρούνται της προστασίας για απαγόρευση της εκποίησης, αυτοί που ηθελημένα δεν πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους. Ο Νόμος δεν τροποποιήθηκε για την προστασία των τραπεζών αλλά για να διαχωριστούν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές από αυτούς που επηρεάστηκαν από την κρίση και να εξισορροπήσει τα συμφέροντα των δύο πλευρών. Τονίζει περαιτέρω ότι πέραν της αμφισβήτησης της εγκυρότητας των συμφωνιών και των όρων των συμβολαίων, ζητούν την ακύρωση της υποθήκης και αμφισβητούν τα ισχυριζόμενα χρεωστικά υπόλοιπα, στα οποία, περιλαμβάνονται υπερχρεώσεις. Το γεγονός αμφισβήτησης της εγκυρότητας των συμφωνιών και των όρων αυτών καθώς και των ισχυριζόμενων χρεωστικών υπολοίπων, δεν συνεπάγεται ότι υπάρχει αντίφαση στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Αναφορικά με τον επικαλούμενο οικονομικό εξαναγκασμό αναφέρει πως: «είναι μορφή καταναγκασμού που έχει αναγνωριστεί ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα όπως και κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Η πιο συνηθισμένη μορφή οικονομικού καταναγκασμού είναι η απειλή παράβασης συμβολαίου από το συμβαλλόμενο που ασκεί την πίεση, εκτός εάν ο αντισυμβαλλόμενος δεχθεί να αυξήσει το ποσό που οφείλει να πληρώσει βάσει του συμβολαίου. Η κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που εσκεμμένα ασκεί την πίεση ή που έχει όφελος από την άσκηση της πίεσης, αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικονομικού καταναγκασμού. Απαιτείται επίσης ύπαρξη συνθηκών, είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος, είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σε αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ανυπαρξία, ταυτόχρονα, λογικής διαζευκτικής λύσης ή θεραπείας. Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού εκπηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας και προστατεύει τον αδύνατο έναντι του δυνατού, τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου. Σχετική είναι η υπόθεση Το Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» v. 1. Εμμανουήλ Σιδηρόπουλου 2. Δημήτρη Ζαννέτου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 1000.» Από την αντίπερα όχθη προβάλλεται η θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης πως καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιείται. Τονίζει πως: «οι Αιτητές δεν αμφισβητούν την υπογραφή των συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ούτε και την λήψη πιστωτικών διευκολύνσεων, ήτοι δεν αμφισβητούν ότι αυτοί έλαβαν τα ποσά που έκαστη συμφωνία προνοούσε, ειδικότερα δε οι Αιτητές παραδέχονται ότι έλαβαν ποσό εκ €235.000 το οποίο σχετίζεται με τον λογαριασμό υπ΄ αριθμό XXXXX3801, ποσό εκ €309.200 το οποίο σχετίζεται με τον λογαριασμό υπ΄ αριθμό XXXXX38-03 και όριο τρεχούμενου λογαριασμού το οποίο σχετίζεται με τον λογαριασμό υπ΄ αριθμό XXXXX38-02. Οι εν λόγω λογαριασμοί μάλιστα εξασφαλίζονται, μεταξύ άλλων, από την επίδικη υποθήκη.» Υπογραμμίζει περαιτέρω πως οι Αιτητές δεν έχουν προσφέρει καμιά μαρτυρία για απόδειξη των θέσεων τους. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, σημειώνεται πως: Η προϋπόθεση αυτή απαιτεί όπως ανωτέρω λέχθηκε κάτι περισσότερο από το επίπεδο της απλής πιθανότητας και η μαρτυρία που προσκομίζεται πρέπει να ικανοποιεί το κριτήριο αυτό. Στην Κυτάλα v. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, λέχθηκε: «Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:-» Κρίνεται πως η δοθείσα προς το σκοπό αυτό μαρτυρία δεν είναι ικανοποιητική, για τους λόγους που κατωτέρω αναφέρονται, για σκοπούς της διαδικασίας αυτής, όπως έχει προσφερθεί (χωρίς να προοιωνίζεται οτιδήποτε για την τύχη της Απαίτησης κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας). Γίνεται αναφορά από τους Αιτητές σε πιέσεις που εδέχθηκαν και οικονομικό εξαναγκασμό τον οποίον υπέστησαν. Στην απόφαση Παναγία Μυρτιδιώτισσα (ανωτέρω) (την οποία και η συνήγορος των Αιτητών επικαλέστηκε) αναφερόταν: «Ο όρος "εξαναγκασμός" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη.» Στην κρινόμενη περίπτωση οι Αιτητές δεν φαίνεται να έλαβαν ακόμη και να υπέστησαν οικονομικό εξαναγκασμό, μέτρα για άρση του. Δεν τερμάτισαν τις συμφωνίες δανείου. Δεν τερμάτισαν τις υποθήκες. Αντίθετα. Έχουν λάβει και χρησιμοποιήσει όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παραχωρήθηκαν και παραπονούνται για το «νομίμως» οφειλόμενο ποσό. Παρουσιάζεται δηλαδή μια εικόνα αλληλοαναίρεσης ισχυρισμών. Από τη μια προβάλλονται ισχυρισμοί άκυρων συμφωνιών και από την άλλη γίνεται απόλυτη χρήση των προσφερθέντων χρημάτων. Να σημειωθεί περαιτέρω πως ισχυρισμός εξάσκησης πιέσεων προβάλλεται σχετικά με τη σύναψη της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 13.8.2010 η οποία τροποποίησε τις δόσεις του πρώτου δανείου ενώ την ίδια ημερομηνία 13.8.2010 έγινε η συμφωνία δανείου μεταξύ Εναγομένης και Αιτητή 2, χωρίς επίκληση πιέσεων. Σημειωτέον, ότι για τις συμφωνίες υποθηκών δε γίνεται μνεία ή λόγος ακύρωσης ούτε επίσης προσπάθεια καταγγελίας ή εξάλειψης τους έγινε. Αναφορά γίνεται επίσης στην ένορκη δήλωση και στην Έκθεση Απαίτησης σε οφειλή ποσού κατά πολύ μικρότερου του αξιούμενου από την Καθ΄ ης η αίτηση το οποίο προσδιορίζουν σε ποσοστό 25%. Στην ένορκη δήλωση που στηρίζεται η αίτηση, οι Αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν ποσό αλλά δεν προσφέρουν μέτρα ή μέσα για πληρωμή του, ούτε προτείνουν λύσεις για εξασφάλιση του. Εκείνο το οποίο υποστηρίζεται είναι πως πρόσφεραν ένα από τα δύο υποθηκευμένα ακίνητα στην Τράπεζα. Η οποία φέρεται να μην αποδέχθηκε τη λύση αυτή. Αν και η θέση αυτή αναιρεί τον ισχυρισμό τους περί στέρησης της ιδιοκτησίας τους, αφού οι ίδιοι πρόσφεραν το ένα ακίνητο τους. Χωρίς μάλιστα να προσδιορίζουν ή να καθορίζουν το ακίνητο, αφήνοντας να νοηθεί ότι αφήνουν την επιλογή του ακινήτου στην Τράπεζα. Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις και/ή παράνομες αυξήσεις επιτοκίων, αυτές αφενός δεν καθιστούν ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη και παράνομη (αλλά το μέρος το υπερβάλλον της χρέωσης - Νεοφύτου v. Κυριακίδη
(1999)2 Α.Α.Δ. 299) και αφετέρου δεν έχουν καταδείξει με μαρτυρία το ύψος των χρεώσεων αυτών. Δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί είτε με μαρτυρία δική τους ή εμπειρογνώμονα κατά πόσο οι χρεώσεις είναι τόσες ώστε το ποσό να καθίσταται κατά πολύ μεγαλύτερο του πραγματικά οφειλόμενου. Ούτε οι αναφερόμενοι ως καταχρηστικοί όροι καθιστούν εκ προοιμίου άκυρες τις συμφωνίες αλλά θα συνεκτιμηθούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αμφισβητούν οι Αιτητές το δικαίωμα της Καθ΄ ης να εκποιήσει ακίνητα - δικαίωμα που τους παρέχεται από το Ν.9/65- αλλά από την άλλη αποδέχονται ότι πρόσφεραν ένα από τα υποθηκευμένα ακίνητα τους στην Εναγόμενη Τράπεζα. Προωθείται περαιτέρω η θέση των Αιτητών πως λόγω της κρίσης και/ή απρόβλεπτων γεγονότων τα οποία προέκυψαν κατά το Μάρτιο του 2013 επήλθε ματαίωση των συμφωνιών. Ο ισχυρισμός περί ματαίωσης (frustration) των συμφωνιών θα εξεταστεί στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς. Ενδεχόμενα αυτή η θέση αξιολογούμενη στο τέλος της δίκης αφού προσαχθεί ικανή μαρτυρία να επηρεάσει ευνοϊκά την εκδοχή τους, πλην όμως σε αυτό το στάδιο, με επίκληση και μόνο του ισχυρισμού αυτού χωρίς την κατάλληλη μαρτυρία δεν είναι αρκετή για στοιχειοθέτηση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Οι Αιτητές προώθησαν μια νόμιμη διαδικασία εκποίησης και η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, αντιμετωπίζεται με πολλή περίσκεψη και φειδώ (ΚΟΤ v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255). Στην ανωτέρω λέχθηκε ότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι κάποια συμπεριφορά είναι παράνομη ή επικίνδυνη και πρέπει να αποτραπεί. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το γεγονός της αποδοχής των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων, τα οποία ουδόλως αμφισβητούνται αλλά υποστηρίζονται από τα Τεκμήρια 3-8, τη λήψη και χρήση του ποσού των δανείων και χρήση του ορίου τρεχούμενου λογαριασμού, τη μη προβολή ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία να πλήττουν την εγκυρότητα των συμβάσεων υποθηκών, την αποδοχή μεγάλου ως οφειλόμενου ποσού (το οποίο δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς και αξιώσεις ακυρότητας) κρίνεται πως δεν υπάρχει στερεό έδαφος επί του οποίου το Δικαστήριο να βασιστεί ώστε να αποφασίσει για την πλήρωση της δεύτερης προϋπόθεσης, ήτοι του κριτηρίου για την ορατή πιθανότητα επιτυχίας (Cyboston v. Νικολαϊδου Πολ. Έφεση 90/2011, ημερ. 28.8.2018). Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει προβεί σε υποκειμενική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, πλην όμως η αντικειμενική του θεώρηση ήταν αναγκαία (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 1980) για να το βοηθήσει στην κατάληξη του. Η οποία δεν έχει βεβαίως σχέση με τα ευρήματα τα οποία θα κληθεί να εξάξει στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν υπάρχει το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό για στοιχειοθέτηση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας και η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Σε περίπτωση κατά την οποία το σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι λανθασμένο και αποφασιστεί ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση, εξετάζεται η τρίτη. Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι αρχές που την περιβάλλουν. Οι Αιτητές αποδέχονται ότι οφείλουν ποσά προς την Τράπεζα τα οποία βεβαίως είναι μετρήσιμα. Η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων είναι εκτιμημένη και μπορεί να εκτιμηθεί σε κάθε στάδιο. Είναι η περίπτωση κατά την οποία οι αποζημιώσεις μπορούν να υπολογιστούν και να αποτελέσουν μέσο αποκατάστασης της ζημιάς των Αιτητών. Η Καθ΄ ης η αίτηση δηλώνει φερέγγυα και έτοιμη και ικανή να αποζημιώσεις, χωρίς να αντικρουστεί η δυνατότητα της αυτή. Βέβαια ο Αιτητής 2 δηλώνει ότι το ακίνητο έχει συναισθηματική γι΄ αυτόν αξία και η στέρηση του θα αποτελέσει στέρηση ιδιοκτησίας η οποία αντίκειται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Ή όπως το θέτει η συνήγορος την αγόρευση της, είναι ανεκτίμητης αξίας. Όμως: με τη σύμβαση υποθήκης, ο ίδιος παρεχώρησε το ακίνητο του, δίδοντας δικαίωμα στην Τράπεζα να το πωλήσει προς ικανοποίηση των αξιώσεων της. Ήδη δηλώνει ότι πρόσφερε ένα από τα δύο υποθηκευμένα ακίνητα στην Τράπεζα. «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους Ενάγοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. (Loucas Panayiotou Estates Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε203/13, ημερ. 11.9.2019). Κρίνεται συνεπώς πως οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι δεν μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για interim order - Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ») cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο