← Κύπρος

Τσιάμα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Aρ. Αγωγής: 1129/13, 5/11/2019

Τσιάμα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Aρ. Αγωγής: 1129/13, 5/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1129/13 Μεταξύ:

  1. xxxxx Τσιάμα
  2. xxxxx Baker Εναγόντων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 22.8.2019 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.11.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Μελάς, για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κα Μαυρικίου, για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Συνοπτικά, τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής των πρώτων, είναι τα εξής: Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν στους εναγόμενους - που βασικά είναι τράπεζα -, ένα λογαριασμό δανείου σε ελβετικά φράγκα, ακόμη ένα λογαριασμό δανείου και ένα τρεχούμενο λογαριασμό. Σ' ό,τι αφορά στον πρώτο λογαριασμό συνήψαν τη σχετική συμφωνία μετά από συμβουλές και/ή παροτρύνσεις και/ή προτροπές και/ή παραστάσεις των εναγόμενων και/ή αντιπροσώπων και/ή στελεχών τους, προς το σκοπό της συμφερότερης και/ή καλύτερης και/ή εύκολης χρηματοδότησης των αναγκών τους και συγκεκριμένα, προς το σκοπό παροχής στεγαστικού δανείου. Κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων και/ή προ της συνομολόγησης και/ή κατά τη στιγμή της συνομολόγησης της εν λόγω συμφωνίας δανείου σε ελβετικά φράγκα, οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή στελέχη των εναγόμενων προέβησαν στις εξής δηλώσεις και/ή παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις προς τους ενάγοντες: Πρώτο, ο δανεισμός σε ελβετικό φράγκο, παρά σε κυπριακή λίρα ή άλλο ξένο νόμισμα, ήταν η καλύτερη και/ή συμφέρουσα επιλογή για τους ενάγοντες, δεύτερο, το κυμαινόμενο επιτόκιο σε σχέση με το νόμισμα αυτό, τη συγκεκριμένη περίοδο, θα ήταν σε ποσοστό 1.142%, ενώ το περιθώριο κέρδους των εναγόμενων ήταν 1.750%, τρίτο, ο μελλοντικός κίνδυνος είναι ελάχιστος έως ανύπαρκτος και δεν μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς και/ή καθόλου τους ενάγοντες, τέταρτο, το ελβετικό φράγκο αποτελούσε ανέκαθεν και/ή αποτελεί το πιο σταθερό νόμισμα και πέμπτο, η δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα είναι ένας ασφαλής και/ή ιδανικός και/ή ελκυστικός τρόπος χρηματοδότησης. Οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή τα στελέχη των εναγόμενων προέβησαν στις πιο πάνω παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις, γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς και/ή αδιαφορώντας για το εάν είναι ψευδείς ή αληθείς και/ή για τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Όλα αυτά έπεισαν και/ή εξώθησαν τους ενάγοντες να προχωρήσουν με την κατάρτιση της συμφωνίας σε ελβετικό φράγκο. Η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε στις 30/11/2005 για το ποσό των CHF 432.000 (ελβετικών φράγκων) με σκοπό το στεγαστικό. Για τον ίδιο σκοπό, κατά ή περί τις 26/4/2007 υπογράφτηκε νέα συμφωνία δανείου μεταξύ των διαδίκων. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας σε ξένο νόμισμα, οι εναγόμενοι, παράνομα και/ή ετσιθελικά και/ή καταχρηστικά και/ή χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των εναγόντων, αυξήσαν τη δόση του δανείου, που με την πάροδο του χρόνου συνέχιζε να παρουσιάζει αυξητική τάση, γεγονός που δυσχέρανε την οικονομική κατάσταση των εναγόντων, οι οποίοι πλήρωναν μεγαλύτερο ποσό από το συμφωνηθέν. Αμφισβήτησαν αυτή την ενέργεια των εναγόμενων και διαμαρτυρήθηκαν, ωστόσο, αυτοί αντίκρισαν και/ή προσέγγισαν επιφανειακά και/ή μονοδιάστατα και/ή ανέντιμα και/ή κακόπιστα και/ή με αμέλεια και/ή παράβαση νομικών και/ή άλλων καθηκόντων τους γενικά και/ή ως εκ της σχέσης που υπήρξε μεταξύ τους, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και/ή ενάντια στους κανόνες επιείκειας και/ή άλλως πως, το πιο πάνω ζήτημα. Περαιτέρω άρχισαν σταδιακά να προβαίνουν σε μονομερείς βλαπτικές και/ή ζημιογόνες για τους ενάγοντες ενέργειες και/ή να επιδεικνύουν ανέντιμη και/ή κακόπιστη και/ή αδικαιολόγητη και/ή παράνομη και αυθαίρετη και/ή καταπιεστική συμπεριφορά απέναντί τους. Δείγμα της στάσης και/ή συμπεριφοράς τους ήταν οι μονομερείς και/ή αυθαίρετες και/ή ετσιθελικές αυξήσεις του επιτοκίου με τη μορφή αύξησης του περιθωρίου κέρδους τους καθώς και οι παράνομες και/ή συνεχείς χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις. Οι ενάγοντες, περί τα τέλη του 2009, λόγω της απόλυσης του ενάγοντα από την εργασία του σε συνδυασμό και με τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν εξαιτίας της στάσης των εναγόμενων, τους ζήτησαν την παροχή διευκόλυνσης επί των επίδικων δανείων, χωρίς αποτέλεσμα. Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλαν για είναι εντάξει στις υποχρεώσεις τους έναντί τους, αυτοί, με τη συνεχή αύξηση του επιτοκίου, τους δημιουργούσαν οικονομικές δυσκολίες που δεν τους άφηναν να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους. Κατά ή περί τις αρχές του 2012, λόγω της συνεχούς αύξησης της δόσης επί του δανείου σε ξένο νόμισμα, αλλά και εξαιτίας προσωπικών οικογενειακών προβλημάτων της ενάγουσας που επηρέαζαν τη δυνατότητά της να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές απαιτήσεις των εναγόμενων, διευθέτησε συνάντηση με τους υπαλλήλους τους προς το σκοπό εξεύρεσης λύσης. Κατά τη συνάντηση συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ τους - κατόπιν συμβουλής των υπαλλήλων των εναγόμενων -, όπως η ενάγουσα πληρώνει το συνολικό ποσό των €1.000,00 στα επίδικα δάνεια - καταβάλλοντας εντός τριών μηνών κάποιο ποσό, αναλογικά ως δόση στο καθένα - έτσι ώστε να φαίνεται στα αρχεία των εναγόμενων ότι υπάρχει κίνηση και στους δύο λογαριασμούς δανείου μέχρι τη βελτίωση των οικονομικών της. Αυτή, μη έχοντας άλλη επιλογή και ακολουθώντας τις συμβουλές των υπαλλήλων των εναγόμενων κατέβαλλε κάθε τρίμηνο το ποσό των €600,00, στο δάνειο ξένου νομίσματος και το ποσό των €400,00, στο δάνειο σε ευρώ, βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις των εναγόμενων ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Παρά την πιο πάνω προφορική διευθέτηση, οι εναγόμενοι, κατά ή περί τις 30/11/2012, με επιστολές τους προς τους ενάγοντες, τους ενημέρωσαν ότι τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου σε ελβετικά φράγκα και κατέστησαν απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, απειλώντας για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους και για καταχώρηση των στοιχείων τους στην εταιρεία Άρτεμις καθώς επίσης και ότι θα τους πάρουν το σπίτι. Με άλλη επιστολή τους, ίδιας ημερομηνίας τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και του άλλου δανείου, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση μη διευθέτησης, θα προχωρούσαν στη λήψη δικαστικών μέτρων. Η συμφωνία δανείου σε ελβετικά φράγκα είναι και/ή αποτελεί επενδυτικό προϊόν και/ή προϊόν επενδυτικού χαρτοφυλακίου που πωλήθηκε στους ενάγοντες ανέντιμα και/ή κακόπιστα, μετά από παραπλανητικές και/ή αμελείς συμβουλές και/ή παροτρύνσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή χωρίς να εξεταστεί το προφίλ των εναγόντων σε σχέση με την επένδυση και/ή κατά παράβαση νομικών και/ή άλλων καθηκόντων των εναγόμενων, ως εκ της σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και/ή ενάντια στους κανόνες επιεικείας και/ή άλλως πως, με αποκλειστικό σκοπό των εναγόμενων τη μεγιστοποίηση του κέρδους τους, παραβλέποντας τα νόμιμα δικαιώματα και/ή τα συμφέροντά των εναγόντων. Οι εναγόμενοι ενήργησαν σαν επενδυτικοί σύμβουλοι και σαν πωλητές, παραπλανώντας τους να προβούν στη συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 33 της έκθεσης απαίτησης, ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και/ή της έννομης σχέσης και/ή νομική υποχρέωση και/ή καθήκον των εναγόμενων, όλα όσα αναφέρονται στη συνέχεια, στην ίδια παράγραφο. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 34, είναι η θέση των εναγόντων, ότι οι παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή στελεχών των εναγόμενων πριν και/ή κατά το χρόνο της συνομολόγησης των συμφωνιών δανειοδότησης ήταν παραπλανητικές και/ή ψευδείς και ανακριβείς. Ισχυρίζονται ακόμη οι ενάγοντες, ότι ο σχετικός όρος και/ή ρήτρα των επίδικων συμφωνιών ότι εναγόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να μεταβάλλουν κατά την απόλυτή τους κρίση και οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, δίδοντάς τους προς τούτο σχετική ειδοποίηση είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος. Οι λόγοι αναφέρονται στη συνέχεια, στη σχετική παράγραφο
  3. Ισχυρίζονται ακόμη οι ενάγοντες, ότι η κατά καιρούς μονομερής αύξηση του περιθωρίου κέρδους και/ή του ποσοστού περιθωρίου εκ μέρους των εναγόμενων στους λογαριασμούς και των δυο δανείων είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή αντισυμβατική και/ή αδικαιολόγητη και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή αποτελέσματος, για πολλούς λόγους. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις υπόλοιπες χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις στις οποίες προέβαιναν. Συνεχίζοντας οι ενάγοντες καταλογίζουν ακόμη στους εναγόμενους, ότι η διακοπή των μεταξύ τους σχέσεων και/ή ο τερματισμός των συμφωνιών από τους εναγόμενους είναι παράνομος, καταχρηστικός και ανέντιμος και οφείλεται αποκλειστικά στην παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή ανέντιμη και/ή εγωιστική και/ή αδικαιολόγητη και/ή απαράδεκτη συμπεριφορά τους, όλως αντίθετη με το καθήκον και/ή υποχρέωσή τους για καλή πίστη, επιμέλεια και/ή πρόνοια που όφειλαν να επιδεικνύουν προς τους ενάγοντες, παραβλάπτοντας έτσι τα νόμιμα συμφέροντά τους, πράγμα που οδήγησε σε διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών τους, ως προς την εξέλιξη της μεταξύ τους συναλλακτικής σχέσης. Με τις προαναφερθείσες ενέργειές τους καταστρατήγησαν και/ή παράκαμψαν νομικά καθήκοντα και/ή υποχρεώσεις με σκοπό να κερδοσκοπήσουν σε βάρος τους και/ή τους ξεγέλασαν και/ή παραπλάνησαν και/ή καταδολίευσαν παράνομα και/ή κατά παράβαση κανόνων δημόσιας πολιτικής και/ή τάξης, σε βαθμό που φτάνει τα όρια της τοκογλυφίας και συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται σε ακύρωση και/ή τερματισμό τόσο της συμφωνίας σε ξένο νόμισμα όσο και της συμφωνίας δανείου καθώς και αποζημιώσεις για δόλο και/ή καταδολίευση και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή για οποιαδήποτε άλλη νόμιμη αιτία, αλλά και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ένεκα των πιο πάνω είναι η θέση των εναγόντων ότι εάν ήθελε φανεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο υπέρ των εναγόμενων δυνάμει της πιο πάνω παράνομης συμφωνίας για δανεισμό σε ξένο νόμισμα, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να τους αποδώσει θεραπεία, εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς και/ή ενεργειών τους και/ή της συμμετοχής τους στην παρανομία και/ή καταστρατήγηση των κανόνων δημόσιας τάξης και/ή ηθικής και/ή χρηστών ηθών. Τα έγγραφα που υπογράφτηκαν προς ολοκλήρωση της συμφωνίας για παροχή δανείου σε ξένο νόμισμα και/ή η συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ακυρωτέα και/ή πρέπει να ακυρωθεί. Οι εναγόμενοι, με το ποσό που τους κατέβαλαν οι ενάγοντες, πλην κεφαλαίων και/ή των τόκων που συμφωνήθηκαν και/ή όπως προβλεπόταν κατά την ημερομηνία υπογραφής των συβάσεων, πλούτισαν αδικαιολόγητα και/ή άδικα και/ή καταχρηστικά και/ή παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος τους. Οι ενάγοντες, στη βάση των παραπάνω ισχυρισμών τους, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων τ' ακόλουθα: «Α. Ακύρωση της συμφωνίας και/ή του δανείου χρηματοδότησης σε ξένο νόμισμα που παραχώρησαν οι εναγόμενοι στους Ενάγοντες στην Πάφο, για το ποσό των CHF 432.000 (τετρακοσίων τριάντα δύο χιλιάδων ελβετικών φράγκων) και/ή αντίστοιχο ποσό σε Λίρες Κύπρου κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας και/ή αντίστοιχο ποσό σε ευρώ σήμερα, λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πιέσεων των εναγομένων και/ή λόγω δόλιας και/ή σκόπιμης και/ή κατά παράβαση και/ή παράλειψη καθήκοντος επιμέλειας και/ή φροντίδας και/ή αλόγιστης και/ή αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων προς τους ενάγοντες και/ή παράλειψης να επισημάνουν τους κινδύνους και/ή να δώσουν την κατάλληλη συμβουλή και γενικά από συμπεριφορά που εμπόδιζε την ελεύθερη συναίνεση των Εναγόντων από τους εναγόμενους και/ή λόγω παραπειστικών και/ή παραπλανητικών διαβεβαιώσεων των εναγομένων προς τους ενάγοντες και/η σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων. Β. Διαζευκτικά και/ή σωρευτικά προς το Α πιο πάνω, Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η πιο πάνω συμφωνία χρηματοδότησης σε ξένο νόμισμα και/ή δανείου και/ή άλλως, λόγω παράνομης συμπεριφοράς και/ή ενεργειών των εναγομένων και/ή λόγω παρανομίας και/ή λόγω έκδηλης και/ή άλλως πως παρανομίας της πιο πάνω συμφωνίας χρηματοδότησης πριν και/ή κατά και/ή μετά την ημερομηνία συνομολόγησης της, κατά παράβαση και/ή παράκαμψη των Νόμων και/ή κανονισμών και/ή των κανόνων δημοσίας πολιτικής και/ή άλλως. Γ. Διαζευκτικά και/ή σωρευτικά προς τα Α και Β πιο πάνω, Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η πιο πάνω συμφωνία χρηματοδότησης σε ξένο νόμισμα και/ή δανείου και/ή άλλως, λόγω παράβασης των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου και/ή των Νόμων και Κανονισμών του ΧΑΚ και/ή της Κεφαλαιαγοράς και/ή της οδηγίας και/ή προειδοποιήσεων και/ή άλλως που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την παροχή Επενδυτικών ή παρεπόμενων Υπηρεσιών και/ή κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και/ή δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου σχετικά με την παροχή επενδυτικών και/η άλλων υπηρεσιών από τους εναγόμενους. Δ. Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ποσό που οι Ενάγοντες έχουν δανειστεί από τους εναγόμενους κατά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 28/11/2005 και/ή 30/11/2005, είναι το ποσό των Λ. Κ. 160.000 και/ή το ποσό που πράγματι συμφώνησαν και/ή πήραν κατά τον χρόνο της σχετικής συμφωνίας. Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διακοπή των σχέσεων των διαδίκων και/ή ο τερματισμός της λειτουργίας των δανείου υπ' αριθμό 0660-82-000349 και 0660-82-48-000756 και/ή του τρεχούμενου λογαριασμών των Εναγόντων από τους εναγόμενους είναι παράνομος και/ή καταχρηστικός και οφείλεται σε αντισυμβατικές και/ή παράνομες και/ή καταχρηστικές και/ή ετσιθελικές ενέργειες και/ή σε υπαιτιότητα και/ή κακοπιστία και/ή ανεντιμότητα των Εναγομένων. Στ. Διαζευκτικά και/ή σωρευτικά προς τα πιο πάνω, Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες των εναγομένων για αύξηση των επιτοκίων και/ή αύξηση των ποσών των δόσεων των Εναγόντων και/ή οποιεσδήποτε άλλες αυξήσεις και/ή επιβαρύνσεις όλων των πιο πάνω λογαριασμών των Εναγόντων είναι άκυρες λόγω των πιο πάνω ενεργειών και/ή συμπεριφοράς των εναγομένων και/ή σαν γενόμενες ανέντιμα και/ή καταχρηστικά και/ή αυθαίρετα, χωρίς νομικό ή πραγματικό έρεισμα, ενάντια στα συναλλαγματικά ήθη και/ή καλή πίστη και/ή άλλως. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται όλες οι παράνομες και/ή αυθαίρετες μεταφορές χρημάτων από τους Εναγόμενους στους διάφορους λογαριασμούς που οι Ενάγοντες διατηρούσαν στο τραπεζικό τους ίδρυμα, κατά παράβαση των σχετικών συμφωνιών και/ή κατά παράβαση των γενικών κανόνων των συμβάσεων και/ή άλλως. Η. Αποζημιώσεις για καταδολίευση και/ή για συνωμοσία προς καταδολίευση και/η εξαπάτηση και/ή εκμετάλλευση των Εναγόντων και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή ανακριβών δηλώσεων και/ή πιέσεων και/ή λόγω απάτης και/ή λόγω δόλου και/ή της δόλιας και/ή σκόπιμης και/ή κατά παράβαση καθήκοντος και/ή αδιαφορίας και/ή απόκρυψης και/ή λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων και/ή πληροφοριών και/ή γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης και/ή ανεπίτρεπτης επιρροής και/ή συμπεριφοράς που ώθησαν τους Ενάγοντες να συνάψουν δάνειο σε ξένο νόμισμα. Θ. Αποζημιώσεις για ψευδείς και/ή παραπλανητικές δηλώσεις στην και/ή σε σχέση με τους όρους της πιο πάνω συμφωνάις χρηματοδότησης σε ξένο νόμισμα και/ή δανείου και/ή για παράλειψη αποκάλυψης λεπτομερειών και/ή γεγονότων και/ή υλικού και/ή των κινδύνων κατά παράβαση των σχετικών προνοιών των Νόμων και/ή Κανονισμών και/ή για άλλη νόμιμη αιτία. I. Επαυξημένες τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις λόγω ανέντιμης και/ή δόλιας και/ή κατά καιρούς εκβιαστικής συμπεριφοράς των εναγομένων κατά και/ή μετά την συνομολόγηση της πιο πάνω συμφωνίας σε ξένο νόμισμα που εξακολουθούν μέχρι σήμερα και/ή για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Ια. Επιστροφή οποιουδήποτε ποσού καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες στους εναγόμενους πλην των κεφαλαίων και/ή των τόκων που συμφωνήθηκαν και/ή όπως προβλέπονταν κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας σε ξένο νόμισμα. Ιβ. Αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και/ή παράλειψη καθήκοντος και/ή παράνομης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος και/ή άλλων νόμων και κανονισμών και/ή λόγω αμέλειας και/ή αδιαφορίας και/ή παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων πληροφόρησης γενικά και/ή ειδικά και/ή λόγω της συγκεκριμένης συναλλαγής σε ξένο νόμισμα και/ή άλλως πως. Ιγ. Αποζημιώσεις για παράβαση των συμφωνιών δανείου και/ή τρεχούμενων λογαριασμών και/ή άλλως που υπέγραψαν οι διάδικοι στην Πάφο λόγω παράνομης και/ή αντισυμβατικής και/ή καταχρηστικής και/ή άλλως συμπεριφοράς των Εναγομένων. Ιδ. Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες ορθά και/ή δικαιωματικά και/ή νομίμως δεν κατέβαλλαν προς τους εναγόμενους από τον χρόνο τερματισμού των πιο πάνω συμφωνιών τους, τις δόσεις και/ή τους τόκους και/ή άλλες χρεώσεις που πηγάζουν από τις μεταξύ τους συμφωνίες. Ιε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν ευθύνονται για την δημιουργία οποιονδήποτε νόμιμων χρεωστικών υπολοίπων εις βάρος τους σε σχέση με τους λογαριασμούς δανείων και/ή τρεχούμενων και/ή άλλως που διατηρούσαν στους εναγόμενους. Ιστ. Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται εύλογο χρόνο για την εξόφληση των πιο πάνω και/ή οποιονδήποτε νόμιμων χρεωστικών υπολοίπων, αναλόγως των συνθηκών που υπήρχαν στις σχέσεις των διαδίκων καθώς επίσης και της συμπεριφοράς των εναγομένων προς τους Ενάγοντες και/ή δυνάμει των κανόνων επιείκειας και/ή της δικαιοσύνης και/ή άλλως πως και/ή δικαιούνται σε εξόφληση των πιο πάνω υπολοίπων με εύλογες μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με τις ίδιες και/ή οποιεσδήποτε άλλες νομικές αρχές περί δικαιοσύνης. Ιζ. Οποιαδήποτε άλλη δήλωση, θεραπεία, απόφαση, δίκαια και εύλογο υπό τας περιστάσεις και/ή σύμφωνη με τους κανόνες επιείκειας. Ιη. Νόμιμους Τόκους.» Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους, μολονότι δέχονται ότι συνήψαν τις επίδικες συμφωνίες με τους ενάγοντες και ότι διατηρούσαν τους σχετικούς με αυτές, λογαριασμούς απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων που συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον τους. Η ενάγουσα, στις 22/8/2019 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά προσωρινό διάταγμα που ν' απαγορεύει στους εναγόμενους: πρώτο, να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου της με αριθμό εγγραφής xxx που βρίσκεται στην πολυκατοικία (αναφέρεται το όνομά της) στην Πάφο, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη ΥXXXX/2007, του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, δεύτερο, ό,τι ακριβώς και με το πρώτο, σε σχέση με το ακίνητό της με αριθμό εγγραφής xxx που βρίσκεται στο δήμο Γεροσκήπου, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη ΥXXXX/2005, συνδεδεμένη με την υποθήκη ΥXXXX/2007, του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, και τρίτο, να συνεχίσουν τη διαδικασία εκποίησης των πιο πάνω ακινήτων, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης των ελ λόγω ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α - 44ΙΑ και 44ΙΓ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 - ως έχει τροποποιηθεί από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 και στα παραρτήματά του - (στο εξής «Νόμος»), στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 7, 8, 9 και 64, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα άρθρα 1 - 18, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο κοινοδίκαιο και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Διευκρινιστικά να πω ότι στις 26/8/2019 που η αίτηση ήταν ορισμένη για εξέταση, το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από το παρόν) με τη σύμφωνη γνώμη και της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας διέταξε την επίδοσή της στους εναγόμενους, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση. Η ένσταση αποτελείται από 13 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόμενων, xxxxx Σταυρινού. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, η οποία θα ιδωθεί σε συνάρτηση με όσους από τους λόγους ένστασης ήθελε κριθεί αναγκαίο να ληφθούν υπόψη. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πρόωρα, επιδιώκοντας να ανατρέψει ένα status quo το οποίο δεν έχει καν διαμορφωθεί, καθότι η διαδικασία πλειστηριασμού δεν έχει τροχοδρομηθεί και δεν υφίσταται επί της παρούσης κανένας κατ' ισχυρισμό κίνδυνος. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το αιτητικό υπό (Β) είναι εντελώς άτοπο και στερούμενο οποιουδήποτε νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος, καθώς η ειδοποίηση Τύπου «Ι», την οποία επισυνάπτει η ενάγουσα αναφέρεται αποκλειστικά στην υποθήκη Υ2135/2007 και όχι στην υποθήκη Υ4588/2005, η οποία αφορά το ακίνητο το οποίο ισχυρίζεται ότι αποτελεί την οικογενειακή της στέγη. Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι ο 1ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πρόωρα είναι σε ευθεία αντίθεση με τον 4ο λόγο ένστασης καθώς και με τον 5ο λόγο, με τους οποίους υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Όμως, ανεξάρτητα από αυτό και οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Το τι ακριβώς ζητά η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση καθώς και ο λόγος αναφέρονται από την ίδια στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Τα συνοψίζω: Με την παρούσα διαδικασία αιτείται την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Β και 44Γ του Νόμου, με τα οποία να απαγορεύεται στους εναγόμενους να πωλήσουν τα πιο πάνω ενυπόθηκα ακίνητά της με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της είναι επείγον να εκδικαστεί η παρούσα αίτηση, αφού πλέον με την ισχύουσα νομοθεσία, μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα εμποδιστεί η τράπεζα από το να προωθήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων. Η ύπαρξη τέτοιου διατάγματος, θα αποτελεί το βασικό λόγο για την επιτυχία στην αίτηση - έφεση, όπως προβλέπει ο Νόμος, η οποία καταχωρείται εντός 30 ημερών από της παραλαβής της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Ενώ οι δικηγόροι της βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με τους δικηγόρους της τράπεζας, στις 25/9/2018 παρέλαβε ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» σε σχέση με την υποθήκη ΥXXXX/
  4. Είναι εξαιρετικά σημαντικό και επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αφού μόνο έτσι θα καταφέρει να σώσει την περιουσία της, μέρος της οποίας αποτελεί και η οικογενειακή της στέγη. Μετά την τελευταία τροποποίηση του Νόμου, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει εάν τη τράπεζα μπορεί ή όχι να προχωρήσει τη διαδικασία εκποίησης. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, εάν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα διατάγματα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ

(3)(δ) του Νόμου, τότε, η τράπεζα θα συνεχίσει με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» σε σχέση με το διαμέρισμά της και επίσης θα μπορεί να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης του σπιτιού της. Σ' αυτή την περίπτωση, θα παραβιαστεί τόσο το θεμελιώδες δικαίωμά της να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσει την υπόθεσή της όσο και το δικαίωμά της στην ιδιοκτησία και στην ιδιωτική ζωή. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων της, οι εναγόμενοι - μέσω του xxxxx Σταυρινού - αντιτείνουν τα εξής: Ένεκα της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των επίδικων συμβάσεων δανείου καθώς και του τρεχούμενου λογαριασμού, οι συμφωνίες δανείου τερματίστηκαν. Η ειδοποίηση Τύπου «Ι» που επισυνάπτει η ενάγουσα, αφορά αποκλειστικά την υποθήκη ΥXXXX/2007 και όχι την υποθήκη Υ4588/2005. Παρά την αποστολή των ειδοποιήσεων Τύπου «Ι», οι εναγόμενοι δεν έχουν αποστείλει τις ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ», οι οποίες ενημερώνουν τον παραλήπτη για επικείμενο πλειστηριασμό. Η αίτηση είναι πρόωρη και άνευ αντικειμένου και η ενάγουσα κωλύεται να ζητά απαγορευτικά διατάγματα καθώς δεν έχει οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού. Αυτό θα γίνει όταν επιδοθεί η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Οι ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» που έχουν αποσταλεί στους ενάγοντες, ημερομηνίας 6/9/2018 είναι καθαρά ενημερωτικού και πληροφοριακού χαρακτήρα, όπως διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό της επιστολής, όπου ο οφειλέτης, απλώς ενημερώνεται για τις πρόνοιες του «Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που Αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες» και για το ενδεχόμενο πιθανής αναδιάρθρωσης του χρέους. Είναι προφανές, ότι η προώθηση της παρούσας αίτησης προέκυψε μετά τη δημοσίευση του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος για την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και συνακόλουθα της διαδικασίας πλειστηριασμού. Για τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη, καταχρηστική και κακόπιστη, καθότι καταχωρήθηκε για προληπτικούς λόγους, με τους ενάγοντες να αποπειρώνται να λάβουν προληπτικά μέτρα για μελλοντικούς ενδεχόμενους κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθούν και δεν υφίστανται. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν πραγματοποιείται χωρίς τη στοιχειοθέτηση του κινδύνου ανατροπής του υφιστάμενου καθεστώτος. Πέραν των πιο πάνω, η ειδοποίηση Τύπου «Ι» που επισυνάπτει η ενάγουσα αναφέρεται αποκλειστικά στην υποθήκη ΥXXXX/2007 και όχι στην υποθήκη ΥXXXX/2005, συνεπώς, το αιτητικό υπό (Β) είναι αδιαμφησβήτητα άνευ αντικειμένου. Ακολουθεί η θέση μου: Σύμφωνα με το άρθρο 44Β του Νόμου: «
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος: Νοείται ότι η αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» πραγματοποιείται μόνο μία φορά: Νοείται περαιτέρω ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI.
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Ακολούθως, το άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.1 προνοεί ότι: «Κάθε Παράρτημα σε Νόμο, μαζί με σημείωση σε αυτό θα ερμηνεύεται και εφαρμόζεται ως μέρος του Νόμου.» Δεδομένου ότι η ειδοποίηση Τύπου «Θ» περικλείεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου, το περιεχόμενό της, με βάση το άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου αποτελεί μέρος του Νόμου. Στην παράγραφο 5 αυτής αναφέρονται τα εξής: «Εάν έχετε επαρκείς λόγους να πιστεύετε ότι δεν οφείλετε στον δανειστή σας το απαιτούμενο ποσό ή εάν έχετε επαρκείς λόγους να πιστεύετε ότι ο δανειστής σας δεν έχει ενεργήσει σύμφωνα με το νόμο, ενδεχομένως να έχετε το δικαίωμα να προσφύγετε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους˙ οποιαδήποτε πράξη πρέπει να αρχίσει πριν την επίδοση της ειδοποίησης σε εσάς για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σας σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014. [Ν. 142(Ι) του 2014]» (οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου) Το άρθρο 44Γ του Νόμου, μετά την τροποποίησή του από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 (87(Ι)/2018), έχει ως εξής: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Το ορθό νόημα των παραπάνω διατάξεων - για ό,τι μας ενδιαφέρει - είναι το εξής: Σε περίπτωση υπερημερίας σε σχέση με ενυπόθηκο χρέος, ως αποτέλεσμα της οποίας, ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο, όχι μικρότερη τω 120 ημερών από την ημερομηνία που το χρέος καθίσταται πληρωτέο, ο ενυπόθηκος δανειστής, δυνάμει των όρων της σύμβασης υποθήκης ή των διατάξεων του Νόμου μπορεί να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου - το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή) - εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων κ.ο.κ., η προώθηση της εν λόγω διαδικασίας, ανασταλεί. Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή - όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα - προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο Μέρος VIA του Νόμου, τα πιο πάνω δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη από το να ασκήσει το δικαίωμά του να προχώρησε με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους νόμους, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις ίδιου μέρους του Νόμου. Απ' εκεί και πέρα, τηρουμένων των προηγούμενων (δηλαδή, όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο 44Β του Νόμου), ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου με βάση το Μέρος VIA του Νόμου, επιδίδοντας στον ενυπόθηκο οφειλέτη, την έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του, καλώντας τον να ξοφλήσει το ποσό σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, εντός προθεσμίας, όχι μικρότερης των 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη με τις απαιτήσεις της εν λόγω ειδοποίησης, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδώσει τη δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», στην οποία αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό, κατά την ημέρα και ώρα που καθορίζεται με την εν λόγω ειδοποίηση, η οποία (ημέρα και ώρα), δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 30 ημερών από την ημέρα και ώρα της επίδοσης της ειδοποίησης. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της, μόνο για τους 6 λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του Νόμου και σ' αυτούς περιλαμβάνεται και η έκδοση υπέρ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ωστόσο, ένα τέτοιο διάταγμα, δηλαδή, που να αποβλέπει να απαγορεύσει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, δυνάμει του σχετικού Μέρους VIA του Νόμου, ενώ μπορεί να εκδοθεί οποτεδήποτε από τη στιγμή που ο ενυπόθηκος οφειλέτης καταστεί υπερήμερος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 44Β του Νόμου (ανωτέρω), δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μετά την επίδοση σ' αυτόν, της ειδοποίησης για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου. Δηλαδή, της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ». Αυτό, σε εφαρμογή όσων διαλαμβάνονται στην παραγράφου 5 της ειδοποίησης Τύπου «Θ» (ανωτέρω), από τα οποία, ως θέμα ερμηνείας προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής προτίθεται να τροχοδρομήσει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου σε εφαρμογή του Μέρους VIA του Νόμου και σ' αυτό το πλαίσιο επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη, την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ», ο τελευταίος, εάν έχει επαρκείς λόγους να πιστεύει πως δεν οφείλει στον ενυπόθηκο δανειστή το ποσό που απαιτεί ή έχει επαρκείς λόγους να πιστεύει ότι αυτός δεν ενήργησε σύμφωνα με το Νόμο, ενδεχομένως έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αμφισβητώντας το δικαίωμά του να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους. Ωστόσο, οποιαδήποτε πράξη, δηλαδή, διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, θα πρέπει να αρχίσει πριν επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη, η ειδοποίηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου. Παρατηρώ τα εξής: Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι και οι τρεις πιστωτικές διευκολύνσεις των εναγόμενων στους ενάγοντες εξασφαλίζονται από τις επίδικες υποθήκες ΥXXXX/2007 και ΥXXXX/
  1. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια των ενυπόθηκων ακινήτων, η ίδια υπέχει θέση ενυπόθηκου οφειλέτη και οι εναγόμενοι θέση ενυπόθηκου δανειστή. Αποτελεί θέση των τελευταίων, ότι ένεκα της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των εναγόντων σε σχέση και με τις τρεις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους είχαν παραχωρήσει, τερμάτισαν τις σχετικές συμφωνίες. Αυτό έγινε με την επιστολή τους, ημερομηνίας 30/11/
  2. Με αυτό δεδομένο και πάλι, το πρώτο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι η ενάγουσα κατέστη υπερήμερη, τη εννοία του άρθρου 44Β του Νόμου από το
  3. Και το δεύτερο, ότι η αγωγή των εναγόντων, δεδομένης της φύσης της και των αιτούμενων αξιώσεών τους εναντίον των εναγόμενων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Β του Νόμου, αφού με αυτή, έστω έμμεσα, αποβλέπουν να εμποδίσουν τους εναγόμενους να προχωρήσουν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της ενάγουσας με πλειστηριασμό, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Και λέω έμμεσα, επειδή σε περίπτωση που στο πλαίσιο της αγωγής ακυρωθούν οι συμφωνίες τις οποίες εξασφαλίζουν οι επίδικες υποθήκες που συνέστησε η ενάγουσα προς όφελος των εναγόμενων, οι τελευταίοι δε θα νομιμοποιούνται να επιδιώξουν την εκποίησή των εν λόγω υποθηκών δυνάμει οποιουδήποτε νόμου στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας και στην προκειμένη περίπτωση, με τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου. Και με δεδομένο επίσης, ότι οι εναγόμενοι, κάνοντας χρήση του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, έχουν ήδη τροχοδρομήσει τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της ενάγουσας με πλειστηριασμό, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη 2135/2007 - δοθέντος ότι της έχουν επιδώσει τις ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» - και νομιμοποιούνται να κάνουν το ίδιο, οποτεδήποτε και για το άλλο επίδικο και ενυπόθηκο ακίνητό της - δεδομένης της κατ' ισχυρισμό τους υπερημερίας της - και με δεδομένο ακόμη, ότι μετά της 13/7/2018 που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός - του Νόμου - Νόμος 87
(1)/2018, η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί νόμιμο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία ορίζεται ο πλειστηριασμός ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή και τέλος, έχοντας υπόψη ότι η σχετική διαδικασία που θα οδηγήσει στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος δεν μπορεί να αρχίσει μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», είναι φανερό, ότι η ενάγουσα, κάθε άλλο παρά πρόωρα επέλεξε το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Δηλαδή, προτού της επιδοθεί η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ». Η θέση των εναγόμενων, πως ούτε λίγο ούτε πολύ, θα έπρεπε να αναμένει να της επιδώσουν την εν λόγω ειδοποίηση για να νομιμοποιείται να επιδιώξει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δηλαδή, ότι θα έπρεπε πρώτα να οριστεί η ημερομηνία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων της από τους ίδιους και μετά να καταχωρήσει την αίτησή της, είναι εσφαλμένη. Και τούτο, επειδή παραβλέπει πλήρως την προηγηθείσα νομική ανάλυση, τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και κυρίως, ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα υιοθετούσε τη θέση τους, δε θα είχε δικαίωμα να επιδιώξει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και το σημαντικότερο, να επικαλεστεί την έκδοσή του, ως λόγο παραμερισμού των ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» στο πλαίσιο έφεσης που ενδεχομένως θα καταχωρούσε μετά την επίδοση στην ίδια της εν λόγω ειδοποίησης. Απεναντίας, η ακόλουθη θέση των εναγόμενων, η οποία περικλείεται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης του xxxxx Σταυρινού, όχι μόνο είναι απολύτως ορθή, αλλά, από μόνη της αναδεικνύει το αβάσιμο και των δυο υπό κρίση λόγων ένστασης. Ακολουθεί αυτούσια: «Είναι προφανές ότι η προώθηση της παρούσας Αίτησης προέκυψε μετά την δημοσίευση του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος για την ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και συνεπακόλουθα της διαδικασίας του πλειστηριασμού.» Το παραπάνω απόσπασμα απαντά πειστικά και στον 3ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να φέρει τους εναγόμενους προ τετελεσμένων γεγονότων καθώς και στους 4ο και 5ο λόγους ένστασης. Και οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Με τον 4ο λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, καθώς η ειδοποίηση Τύπου «Ι» λήφθηκε στις 6/9/2018, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 22/8/2019, δηλαδή ένα χρόνο αργότερα. Με τον 5ο λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, καθώς η πρώτη επίδικη συμφωνία συμφωνήθηκε το 2002, ενώ η αγωγή προωθήθηκε το 2013. Συναφώς με τους δυο τελευταίους λόγους ένστασης, η θέση μου είναι πολύ απλή. Βασικά, σε συμφωνία με τους εναγόμενους θεωρώ ότι η ενάγουσα, πριν τις 13/7/2018 που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός - του Νόμου - Νόμος 87
(1)/2018, ουδεμία ανάγκη είχε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Και τούτο, επειδή ενώ πριν από την ημερομηνία αυτή, με βάση το τροποποιηθέν άρθρο 44Γ του Νόμου, η εκκρεμότητα και μόνο αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», αποτελούσε νόμιμο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», πλέον αυτό δεν ισχύει. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να εκδοθεί το διαλαμβανόμενο στο ισχύον άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Για να συνεχίσω, με τον 6ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των εν λόγω προϋποθέσεων. Με τον 7ο λόγο υποβάλλεται ότι το μόνο γνήσιο επίδικο ζήτημα στην αγωγή αφορά σε κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις και χρήσης λανθασμένου επιτοκίου εκ μέρους των εναγόμενων, γεγονός που ακόμη κι αν παρ' ελπίδα αποδειχθεί δε θα οδηγήσει σε ακύρωση των συμβάσεων δανείου και υποθηκών, συνεπώς δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τέλος, Με τον 8ο λόγο υποβάλλεται ότι οι αξιώσεις των εναγόντων είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να τους καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα των εναγόμενων, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης, λόγω της συνάφειάς τους, θα συνεξεταστούν. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791: «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στη απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11/9/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, απαντώ καταφατικά. Ότι οι και δυο αυτές ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ικανοποιούνται, αποδεικνύεται από τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων - δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων: Οι εναγόμενοι έπεισαν και/ή εξώθησαν τους ενάγοντες να προχωρήσουν με την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας σε ελβετικό φράγκο στη βάση των ψευδών παραστάσεων (που αναφέρονται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης). Κάποιο διάστημα μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, παράνομα και/ή καταχρηστικά και/ή χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση των εναγόντων αύξησαν τη δόση του εν λόγω δανείου. Περαιτέρω άρχισαν σταδιακά να προβαίνουν σε μονομερείς βλαπτικές και/ή ζημιογόνες για τους ενάγοντες ενέργειες και/ή να επιδεικνύουν ανέντιμη και/ή παράνομη και αυθαίρετη συμπεριφορά, δείγμα της οποίας ήταν οι μονομερείς και/ή αυθαίρετες αυξήσεις του επιτοκίου, με τη μορφή της αύξησης του περιθωρίου κέρδους τους καθώς επίσης οι παράνομες και/ή συνεχείς χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις. Ο σχετικός όρος και/ή ρήτρα των επίδικων συμφωνιών, ότι θα έχουν το δικαίωμα να μεταβάλλουν κατά την απόλυτη τους κρίση και οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, δίδοντας προς τούτο σχετική ειδοποίηση στους ενάγοντες είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος (για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 37 της έκθεσης απαίτησης). Οι κατά καιρούς μονομερής αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου και/ή του περιθωρίου κέρδους και/ή του ποσοστού περιθωρίου εκ μέρους τους στο λογαριασμό και των δυο δανείων είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή αντισυμβατική και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή αποτελέσματος, για πολλούς λόγους. Το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις στις οποίες προέβαιναν. Η διακοπή των σχέσεων των διαδίκων και/ή ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών από τους εναγόμενους είναι παράνομος, καταχρηστικός και ανέντιμος και οφείλεται αποκλειστικά στην παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή ανέντιμη συμπεριφορά τους. Με τις προαναφερθείσες ενέργειές τους καταστρατήγησαν νομικά καθήκοντα και/ή υποχρεώσεις τους με σκοπό να κερδοσκοπήσουν σε βάρος των εναγόντων και/ή τους ξεγέλασαν και/ή παραπλάνησαν και/ή καταδολίευσαν παράνομα και/ή κατά παράβαση των κανόνων δημόσιας πολιτικής και/ή τάξης σε βαθμό που φτάνει τα όρια της τοκογλυφίας και συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται σε ακύρωση και των δυο συμφωνιών δανείου καθώς και αποζημιώσεις για δόλο και/ή καταδολίευση και/ή ψευδείς παραστάσεις, αλλά και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Από τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων είναι σαφές, ότι ανακύπτουν μερικά, πολύ σοβαρά επίδικα θέματα - τόσο νομικά όσο και γεγονότων - τα οποία, ούτε απλό μα ούτε και επιτρεπτό είναι να επιλυθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Το δεύτερο, επειδή σύμφωνα με τη Γρηγορίου (ανωτέρω) - για να επαναλάβω - : «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Και με δεδομένο ότι και οι τρεις επίδικες συμφωνίες βρίσκονται ενώπιόν μου και λαμβάνοντας υπόψη μερικές από τις αιτούμενες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, νοουμένου ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί και θέσεις των εναγόντων αποδειχτούν κατά την ακρόαση της αγωγής, το Δικαστήριο είναι δυνατό να διατάξει ακόμη και την ακύρωση των επίδικων συμφωνιών. Στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Kamil Dziubak κ.ά. ν. Raiffeisen Bank International AG, C-260/18, ημερομηνίας 3/10/2019 παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 4 προδικαστικά ερωτήματα αναφορικά με την ερμηνεία αριθμού διατάξεων της οδηγίας 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου, 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Η σχετική αίτηση προδικαστικής απόφασης υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων σχετικά με το φερόμενο ως καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών που αφορούν το μηχανισμό μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος. Όπως αναφέρεται στη σκέψη 43 της σχετικής απόφασης, εάν ένα εθνικό Δικαστήριο κρίνει ότι κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού του δικαίου, η διατήρηση σε ισχύ σύμβασης, χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες τις οποίες αυτή περιέχει, δεν είναι δυνατή, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν απαγορεύει καταρχήν την ακύρωση της εν λόγω σύμβασης. Για να επαναλάβω αποτελεί θέση των εναγόντων ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου περιέχουν όρους που αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί της ενάγουσας σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια είναι άμεσα σχετικοί με την απάντησή μου στο ερώτημα κατά πόσο πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση: Όπως την ενημέρωσαν οι δικηγόροι της, παρά το ότι αυτό που επιθυμεί είναι να βρεθεί λύση με τους εναγόμενους, κατέστη αναγκαίο να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, αφού και σε άλλες υποθέσεις που εκκρεμούν στο γραφείο των δικηγόρων της, ενώ τα μέρη βρίσκονται σε συζητήσεις, οι εναγόμενοι προωθούν τις διαδικασίες εκποίησης. Αυτός είναι και ο λόγος που η παρούσα αίτηση καταχωρείται τώρα, αφού σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ρισκάρει να χάσει την περιουσία της και αφού ακόμη, οι εναγόμενοι δεν επανήλθαν με οποιαδήποτε αναθεωρημένη πρόταση. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, το γεγονός της υπογραφής των πιο πάνω συμφωνιών, η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της συμφωνίας δανείου σε ελβετικά φράγκα, η αμφισβήτηση της εγκυρότητας των όρων των συμφωνιών και η αμφισβήτηση των χρεωστικών υπολοίπων αποτελεί την κύρια βάση της απαίτησής τους, αφού αντανακλά στο οφειλόμενο ποσό. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, οι συμφωνίες υποθήκης είναι αόριστες και ασαφείς, αφού δεν αναγράφεται ο τρόπος διακύμανσης του βασικού επιτοκίου της τράπεζας και επομένως δεν καθορίζεται το ύψος του επιτοκίου. Ο όρος σχετικά με το ύψος του επιτοκίου είναι παράνομος και άκυρος και αντίθετος με τις αυστηρές πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου που καθορίζει με μεγάλη αυστηρότητα το περιεχόμενο που επιβάλλεται να έχει η σύμβαση και δήλωση υποθήκης και που απαιτεί ότι το ύψος της υποθήκης, αλλά και το ποσοστό του επιτοκίου, θα πρέπει να είναι καθορισμένα ή δυνάμενα να προσδιοριστούν έτσι ώστε να μπορεί ο ενυπόθηκος οφειλέτης να γνωρίζει το ακριβές ποσό που θα πρέπει να καταβάλει για να εξαλειφτεί η υποθήκη. Γιατί τώρα πρέπει να χάσει την περιουσία της, εξαιτίας των παράνομων ενεργειών των εναγόμενων; Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι πεπεισμένη, ότι το οφειλόμενο ποσό των λογαριασμών της είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που διεκδικούν οι εναγόμενοι. Αυτοί, εάν αφεθούν να ξεπουλήσουν την περιουσία της, η αγωγή της θα καταστεί στην πράξη, άνευ αντικειμένου, αφού ακόμη και να καθοριστεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό, θα είναι δύσκολο να καθοριστεί η αποζημίωση που θα πρέπει να της καταβληθεί λόγω του ξεπουλήματος της περιουσίας της, κυρίως στην περίπτωση που χάσει την κατοικία στην οποία διαμένει με την ανήλικη κόρη της, αφού σε τέτοια περίπτωση δε θα έχουν άλλο χώρο να κατοικήσουν. Επίσης, όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, η διαδικασία πλειστηριασμού αρχίζει με τιμή πώλησης, όχι μικρότερη του 80% της αξίας του ακινήτου. Επομένως, εάν οι εναγόμενοι προχωρήσουν στην εκποίηση του ακινήτου που εισηγήθηκε να τους παραχωρήσει, το ποσό που θα λάβουν, εκ των πραγμάτων, θα είναι πολύ χαμηλότερο από την αξία του ακινήτου που είναι €80.000,00 και έτσι δε θα υπάρξει ουσιαστική μείωση του νομίμως οφειλόμενου ποσού. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της είναι εξαιρετικά σημαντικό και επείγον να εκδοθούν άμεσα τα αιτούμενα διατάγματα, αφού μόνο έτσι θα καταφέρουν να σώσουν την περιουσία της, μέρος της οποίας αποτελεί την οικογενειακή της στέγη. Αν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα διατάγματα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, τότε, οι εναγόμενοι θα συνεχίσουν με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» σε σχέση με το διαμέρισμά της και επίσης θα μπορούν να προωθήσουν και τη διαδικασία εκποίησης του σπιτιού της. Σ' αυτή την περίπτωση, θα παραβιαστεί τόσο το θεμελιώδες δικαίωμά της να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσει την υπόθεσή της, το δικαίωμά της στην ιδιοκτησία της και το δικαίωμά της στην ιδιωτική ζωή, τη στιγμή μάλιστα που η παρούσα αγωγή θεωρείται παλαιά και αναμένεται σύντομα να αρχίσει η εκδίκασή της. Καθ' όλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τ' ακόλουθα, τα οποία αναφέρονται (κατά βάση υπό μορφή επανάληψης) και από τη δικηγόρο της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευσή της: Είναι ξεκάθαρο, ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι εναγόμενοι θα προχωρήσουν σε πλειστηριασμό. Επομένως, τα ακίνητα, που αποτελούν μέρος του αντικειμένου της αγωγής, θα χαθούν. Κάθε ακίνητο είναι μοναδικό και εάν το Δικαστήριο δεν αποτρέψει τον πλειστηριασμό, αυτό θα χαθεί για πάντα. Η παρούσα αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού η τράπεζα θα προχωρήσει μέσω πλειστηριασμού στην είσπραξη του υπό αμφισβήτηση ποσού. Η ζημιά σε τέτοια περίπτωση, θα είναι ανεπανόρθωτη, γιατί δε θα μπορεί να ανακτηθεί η συγκεκριμένη περιουσία. Η ενάγουσα δε ζητά χρηματική αποζημίωση, όπως αναφέρεται στην ένσταση των εναγόμενων. Η χρηματική αποζημίωση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποζημιώσει για την απώλεια των συγκεκριμένων ακινήτων. Παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους το 2013 και στο πλαίσιό της, ουδέν αναφέρουν συναφώς με τις επίδικες υποθήκες και τα βεβαρυμένα με αυτές, ακίνητα της ενάγουσας και ουδεμία αξίωσή τους συναρτάται είτε με τις εν λόγω υποθήκες είτε με τα βεβαρυμένα με αυτές, ακίνητα. Το Μέρος VIA του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή προστέθηκε στο Νόμο, με τον τροποποιητικό του νόμο 142(Ι)/2014, στις 9/9/2014. Δηλαδή, μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, 5 περίπου χρόνια αργότερα και ενώ με την αγωγή της - για να επαναλάβω - ουδέν αναφέρει για τις επίδικες υποθήκες και τα βεβαρυμένα με αυτές, ακίνητά της, με την υπό κρίση αίτηση, επικαλούμενη τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου και το δικαίωμα των εναγόμενων να προχωρήσουν δυνάμει αυτού στην πώληση των ακινήτων της με πλειστηριασμό, ισχυρίζεται εντελώς αβάσιμα, ότι σε περίπτωση που συμβεί αυτό, θα χαθεί το αντικείμενο της αγωγής, η οποία θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Εάν ήθελε να καταστήσει τις επίδικες υποθήκες και τα βεβαρυμένα με αυτές, ακίνητά της, αντικείμενο της αγωγής, σε βαθμό που να επικαλείται τον κίνδυνο απώλειας των ακινήτων της, ως λόγο για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπό κρίση αίτησής της και έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα μπορούσε και όφειλε προτού καταχωρήσει την αίτηση, να ζητήσει να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησής της για να προσθέσει όλους τους αναγκαίους σχετικούς ισχυρισμούς και αξιώσεις. Αφ' ης στιγμής δεν το έκανε η υπό εξέταση ουσιαστική - τρίτη προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αναπόφευκτα θα πρέπει να ιδωθεί και εξεταστεί υπό το φως των υφιστάμενων δικογραφημένων ισχυρισμών της, από τους οποίους - σε συνάρτηση βέβαια και με τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων - ανακύπτει και το αντικείμενο της αγωγής. Και με δεδομένο ότι βάση της αγωγής των εναγόντων αποτελούν οι δυο συμφωνίες δανείου καθώς και η συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού και οι ενάγοντες, αυτό που ζητούν με την αγωγή τους (μεταξύ άλλων) είναι: πρώτο, ακύρωση των εν λόγω συμφωνιών, δεύτερο, δήλωση ότι ο τερματισμός τους από τους εναγόμενους είναι παράνομος, τρίτο, δήλωση ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των εναγόμενων για αύξηση των επιτοκίων και/ή του ποσού των δόσεων και/ή οποιεσδήποτε άλλες αυξήσεις και/ή επιβαρύνσεις όλων των λογαριασμών τους είναι άκυρες, τέταρτο, διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται όλες οι αυθαίρετες μεταφορές χρημάτων από τους εναγόμενους στους διαφόρους λογαριασμούς των εναγόντων, πέμπτο, αποζημιώσεις για καταδολίευση και/ή εξαπάτηση και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω απάτης, έκτο, επαυξημένες τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις, έβδομο, επιστροφή οποιουδήποτε ποσού καταβλήθηκε στους εναγόμενους, πλην των συμφωνημένων κεφαλαίων και/ή τόκων, όγδοο, αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος, και ένατο, αποζημιώσεις για παράβαση και των τριών επίδικων συμφωνιών, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια ή λογική σε περίπτωση που παρά την επιτυχία της αγωγής των εναγόντων, οι εναγόμενοι στο μεταξύ θα προχωρήσουν σε πώληση των ακινήτων της ενάγουσας με πλειστηριασμό, είτε θα χάσει το αντικείμενό της η αγωγή είτε ακόμη, η ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα θα είναι ανεπανόρθωτη. Σε τέτοια περίπτωση, όλες οι αξιώσεις και των δυο εναγόντων και ιδιαίτερα, οι χρηματικής φύσεως, θα μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως, δεδομένου ότι, ενώ η ικανότητα των εναγόμενων να τους αποζημιώσουν δεν αμφισβητείται, ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι έχουν την απαραίτητη οικονομική ευχέρεια να τους αποζημιώσουν, παρέμεινε αναντίλεκτος. Των παραπάνω λεχθέντων είναι φανερό, ότι στην περίπτωση της ενάγουσας, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης και η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετά για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, επομένως, ο συγκεκριμένος παράγοντας είναι και ο μόνος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και όχι οποιαδήποτε άλλα - μεταβλητά κριτήρια (βλ. Odysseos, Παπαστράτης και Κυρίσαββα (ανωτέρω)). Ειδικά για το βεβαρυμένο με την υποθήκη ΥXXXX/2007 επίδικο ακίνητό της και το γενικό και αόριστο ισχυρισμό της ότι αν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα διατάγματα, η τράπεζα θα ξεπουλήσει την περιουσία της θεωρώ ότι τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής τ' ακόλουθα, από την υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd (ανωτέρω): «Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης. Στη βάση των πιο πάνω θεωρούμε ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι δεν είχαν καταδειχθεί τέτοια γεγονότα που να στοιχειοθετούσαν το ενδεχόμενο να μην αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.» Έπεται ότι η τρίτη προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν πληρείται. Και με δεδομένο ότι για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, διαγράφεται και η τύχη της αίτησης, η οποία δεν μπορεί να πετύχει. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδά της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος της ενάγουσας. Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού - απαγορευτικού διατάγματος διαδικασίας εκποίησης ακινήτου με πλειστηριασμό, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.