← Κύπρος

Χριστοδούλου ν. Κυριάκου κ.α., Διαχείριση: 59/07, 7/11/2019

Χριστοδούλου ν. Κυριάκου κ.α., Διαχείριση: 59/07, 7/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Διαχείριση: 59/07 Αναφορικά με το XXXXX Χριστοδούλου, τέως από την Πάφο, αποβιώσαντα Αίτηση από:

  1. ΧXXXX Χριστοδούλου Κυριάκου, από την Πάφο
  2. XXXXX Χριστοδούλου, από την Πάφο
  3. XXXXX Χριστοδούλου, από την Πάφο
  4. XXXXX Χριστοδούλου, από την Πάφο
  5. XXXXX Χρ. Δημητριάδης ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Χριστοδούλου, από την Πάφο -------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 7.9.2018 -------------------------------- Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα. Τσαντικίδου για Α. Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ου η Αίτηση - Διαχειριστή: κ. Σιμιλλίδης για κ. Π. Ευθυμίου ----------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.7.2006 στην Αθήνα απεβίωσε ο XXXXX Χριστοδούλου τέως από την Πέγεια αφήνοντας ως κληρονόμους τη σύζυγο, τις δυο θυγατέρες και τον γιο του. Κατόπιν σχετικής αίτησης, χορηγηθήκαν έγγραφα Διαχείρισης της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντα στον κύριο Παύλο Ευθυμίου Δικηγόρο από Πάφο, στις 17.7.2007, ενώ είχε προηγηθεί καταχώρηση Ανακοπής από μέρους του δικηγόρου κύριου Α. Χουβαρτά. Ακολούθως στις 19.6.2008 κατατέθηκε στο φάκελο της Διαχείρισης συμπληρωματική ένορκος δήλωση του Διαχειριστή με την οποία είχε συμπεριληφθεί στους κληρονόμους του αποβιώσαντα, εξώγαμο τέκνο του το οποίο είχε αναγνωρίσει ενώ βρισκόταν εν ζωή. Στη συνέχεια, στις 8.10.2008 κατατέθηκε από το Διαχειριστή συμπληρωματική ένορκος δήλωση με την οποία διορθώθηκε η απογραφή η οποία καταχωρήθηκε στις 18.6.2008 και με την οποία το ποσό της κινητής περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των €1.738.633,10 και των χρεών στο ποσό των €1.498.010,
  6. Στις 11.8.2009 ο Διαχειριστής κλήθηκε από τον Πρωτοκολλητή να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8.10.2009 για να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν υποβληθήκαν λογαριασμοί της Διαχείρισης. Ακολούθησαν εμφανίσεις εκ μέρους του Διαχειριστή στο Δικαστήριο στις 10.3.2010, 23.6.2010, 28.1.2011, 27.5.2011 και 12.12.
  7. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης καταχωρήθηκαν κατά καιρούς ενδιάμεσοι λογαριασμοί και συμπληρωματικές απογραφές της περιουσίας του αποβιώσαντα. Στις 2.4.2012 όπως φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου, η Διαχείριση τέθηκε εκτός πινακίου λόγω του ότι εκκρεμούσαν οι αγωγές 1960/09 και 326/10 του Ε.Δ. Πάφου οι οποίες αφορούν απαιτήσεις τραπεζών επί της περιουσίας του αποβιώσαντα έτσι ώστε να περατωθούν οι διαδικασίες στις αγωγές για να προχωρήσει η Διαχείριση. Στο μεσοδιάστημα απεβίωσε η σύζυγος του αποβιώσαντα και η περιουσία της τυγχάνει Διαχείρισης από τον κύριο Α. Χρ. Δημητριάδη. Στις 7.9.2018 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση από μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντα και τον Διαχειριστή της περιουσίας της συζύγου του αποβιώσαντα. Η αίτηση βασίζεται στο Κεφ. 189 άρθρα 52

(1)(α) και (β), 57 και 58 και στους σχετικούς Κανονισμούς. Ως προς τα γεγονότα η Αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των ως άνω αιτητών και ειδικότερα από την ένορκο δήλωση της Χρ. Κυριάκου, θυγατέρας του αποβιώσαντα, την οποία υιοθέτησαν οι υπόλοιποι αιτητές. Ως υποστηρίζεται από τους αιτητές, επιθυμούν την παύση του Διαχειριστή λόγω εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος που σχετίζεται με τη Διαχείριση της κληρονομίας του αποβιώσαντος για τους ακόλουθους λόγους. Περί τη 2.2.2017 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων η οποία δόθηκε στο Διαχειριστή, οι αιτητές ενημερωθήκαν για τη δημοσίευση γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 47066 το οποίο ανήκε κατά 9/10 μερίδια στον αποβιώσαντα. Η αποζημίωση υπολογίστηκε στο ποσό των €720.000.- πλέον τόκους (τεκμήριο 1 και 2). Ο Διαχειριστής και οι κληρονόμοι ενημερωθήκαν από το Κτηματολόγιο ότι το μερίδιο του αποβιώσαντα βαρυνόταν με την υποθήκη Υ751/1997 με ενυπόθηκο δανειστή τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και ακολούθησαν τα μέμο ΕΒ442/11 και ΕΒ491/18 της Τράπεζας Κύπρου (τεκμήριο 2). Οι αιτητές ζήτησαν επίσης από τον Διαχειριστή να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Α. Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ για να λάβει δικαστικά μέτρα δυνάμει του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Νόμου του 2003 (197(Ι)/2003) για την αναστολή εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος ως εγγυητή του χρέους του Κ. Χριστοδούλου, αιτητή 3, εφόσον ο πρωτοφειλέτης, αιτητής 3, έχει επαρκή περιουσία για εξόφληση των οφειλών του αλλά ο Διαχειριστής αδικαιολόγητα αρνήθηκε να δώσει τέτοια συγκατάθεση. Ζητήθηκε στις 15.6.2018 από τον Διαχειριστή να καταχωρήσει ο ίδιος την ως άνω αίτηση (τεκμήριο 3) αλλά και πάλι αυτός αρνήθηκε αδικαιολόγητα (τεκμήριο 4). Αποτέλεσμα τούτου, ήταν όλη η αποζημίωση που κατέβαλε το κράτος να καταβληθεί στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και στην Τράπεζα Κύπρου (τεκμήριο 2). Στις 9.7.2018 όλοι ο αιτητές ζήτησαν από τον Διαχειριστή να αποσυρθεί και να ψηφίσει τα έξοδα του, ο οποίος αρνήθηκε να αποσυρθεί εκτός εάν πληρωνόταν η αμοιβή του για το ποσό των €155.468,38 (τεκμήριο 6). Ως προς την απαλλοτρίωση αποτελεί θέση των αιτητών ότι ο Διαχειριστής ενώ αποδέχθηκε την καταβολή αποζημίωσης με επιφύλαξη δεν καταχώρησε παραπομπή με σκοπό τον καθορισμό της αποζημίωσης και η προθεσμία έληξε στις 11.9.2018, ούτε και καταχωρήθηκαν αγωγές εναντίον των τραπεζών για την είσπραξη της αποζημίωσης για ποσά τα οποία δεν οφείλονταν. Υποστηρίζουν επίσης ότι ο Διαχειριστής χειρίστηκε της Αγωγές 326/10 και 1960/09 σε πλήρη αντίθεση με τις επιθυμίες των κληρονόμων. Πέραν των πιο πάνω, αποδίδεται στον Διαχειριστή ότι καταχώρησε την Αγωγή 761/18 εναντίον του Κ. Χριστοδούλου για την είσπραξη των ποσών που καταβληθήκαν σε χρέη του, σε πλήρη αντίθεση με τις επιθυμίες των κληρονόμων (τεκμήριο 7), επιβαρύνοντας έτσι την περιουσία με δικηγορικά και δικαστικά έξοδα, ενώ οι αιτητές προσπαθούν να εξεύρουν οικογενειακή λύση του προβλήματος. Διατείνονται επίσης ότι η απογραφή της περιουσίας είναι εξαιρετικά υπέρογκη και σκοπό έχει την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και των αιτητών αναφορικά με την αμοιβή την οποία δικαιούται. Ενδεικτικά αναφέρουν ότι στην Απογραφή ημερ. 18.6.2008 ο Διαχειριστής δηλώνει ότι ο αποβιώσας είναι κάτοχος 1.800.572 μετοχών της Πανδώρα Επενδύσεις Δημόσια Λτδ συνολικής αξίας €1.710.543,40, αξίας €.95σ η κάθε μια, ενώ η αξία της μετοχής είναι €0,05σ (τεκμήριο 11) και ο αριθμός των μετοχών είναι πολύ μικρότερος και αξίας €50.000.-. Παραθέτουν επίσης και άλλα παραδείγματα όπου η αξία διαφόρων μετοχών είναι μικρότερη από αυτή που αναφέρεται στην απογραφή. Προβάλλεται επίσης ότι η Διαχείριση έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο και ομηρία του Διαχειριστή, με αποτέλεσμα η διαδικασία της Διαχείρισης παρέμεινε αδρανής και τα συμφέροντα των κληρονόμων απροστάτευτα, ενώ ο Διαχειριστής χρησιμοποιεί τη διαδικασία ως μοχλό πίεσης απαιτώντας ένα τεράστιο ποσό αμοιβής που δεν ανταποκρίνεται στην περιουσία του αποβιώσαντος. Ζητούν τέλος, όπως το Δικαστήριο πιστοποιήσει την αμοιβή του Διαχειριστή επί της πραγματικής περιουσίας του αποβιώσαντος. Με την ένσταση του ο Διαχειριστής προβάλλει εννέα λόγους ένστασης, οι οποίοι υποστηρίζονται από την ένορκο δήλωση του ιδίου. Ο Διαχειριστής υποστηρίζει ουσιαστικά ότι προέβηκε σε όλα τα διαβήματα για τη διαφύλαξη της περιουσίας και προστασία της περιουσίας του αποβιώσαντα και ουδέποτε αρνήθηκε να πράξει τούτο, ότι καταχώρησε την Αγωγή 761/18 για λογαριασμό της περιουσίας του αποβιώσαντα και προς όφελος όλων των κληρονόμων, καθηκόντως και στη βάση της νομοθεσίας, η καταχώρηση της απογραφής έγινε πριν 10 χρόνια επί τη βάση των δεδομένων και αξία της περιουσίας κατά το στάδιο του θανάτου του αποβιώσαντα. Ως προς τα έξοδα του, προβάλλει ότι η αίτηση για ψήφιση τους έγινε νομότυπα και οι αιτητές δύνανται εάν αμφισβητούν την απαίτηση αυτή να ενστούν κατά τη ψήφιση των εξόδων του Διαχειριστή. Ως προς την καταχώρηση παραπομπής, υποστηρίζει ότι αυτή ήταν αχρείαστη εφόσον σύμφωνα με εκτίμηση την οποία έλαβε (τεκμήριο Α), η αξία του ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ξεπερνούσε το ποσό το οποίο δόθηκε ως αποζημίωση από το κράτος και ο χειρισμός των αγωγών έγινε νομότυπα και σε πλήρη γνώση των κληρονόμων. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο αιτητής 5 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση με την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο Α εκτίμηση του ακινήτου το οποίο απαλλοτριώθηκε. Κατά την ακρόαση της Αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστηρίζει τις θέσεις της, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, ότι οι αιτητές με την αγόρευση τους εισηγούνται ότι η Ένσταση καταχωρήθηκε σε ανύπαρκτη Αίτηση, προφανώς λόγω του ότι η Αίτηση είναι ημερομηνίας 7.9.2018 ενώ αναφέρεται στην Ένσταση ότι αυτή αφορά Αίτηση ημερ. 18.10.2018. Εφόσον όμως καθίσταται πρόδηλο ότι η Ένσταση αφορά την υπό κρίση Αίτηση ενώ προηγουμένως δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο για παραμερισμό της Ένστασης, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό της στο στάδιο αυτό και ως εκ τούτου θα ληφθεί υπόψη. Θα πρέπει αρχικά να αναφέρω ότι όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τεθήκαν ενώπιον μου, οι σχέσεις μεταξύ των κληρονόμων και του Διαχειριστή έχουν κλονιστεί και οι αιτητές πέραν του ότι δεν συμφωνούν με τις ενέργειες του Διαχειριστή, δεν εμπιστεύονται την κρίση του ως προς τον τρόπο προώθησης της Διαχείρισης αλλά και άλλων διαδικασιών που αφορούν τη Διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Όπως επίσης προκύπτει, ο Διαχειριστής είναι έτοιμος να απαλλαχθεί των καθηκόντων του, νοουμένου ότι καταβληθούν τα έξοδα του, εξού και υπέβαλε σχετικό αίτημα προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, ως το αρμόδιο όργανο υπολογισμού των εξόδων του. Το ύψος της αμοιβής του διαχειριστή αποτελεί ένα εκ των ζητημάτων της διαφοράς μεταξύ των δυο πλευρών. Η παύση και αντικατάσταση Διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος ρυθμίζεται ειδικά από της πρόνοιες του άρθρου 52 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου Κεφ. 189 σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται να στοιχειοθετηθεί εσκεμμένη παράλειψη (willful neglect) ή παράπτωμα (misconduct) του Διαχειριστή. ΄Ετσι το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο Διαχειριστής επέδειξε εσκεμμένη παράλειψη ή έκαμε τέτοιο παράπτωμα ώστε να επηρεάζονται ή να είναι δυνατό να επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντα των κληρονόμων. Η τεκμηρίωση της εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος σχετικά με τη Διαχείριση της κληρονομίας, σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)(α), προϋποθέτει γνώση και αντίληψη του εσφαλμένου της συμπεριφοράς και παρά ταύτα, εκ προθέσεως διενέργεια της πράξης ή τέλεση της παράλειψης, με αδιαφορία για τις συνέπειες (βλ. In re Trusts of Leeds City Brewery [1925] 1 Ch. 532). Στρεφόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, θα ήταν παράλειψη μου να μην καταγράψω τη διαπίστωση μου ότι πράγματι η Διαχείριση παρουσιάζει καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της, εφόσον έχουν παρέλθει 12 και πλέον έτη από την έναρξη της διαδικασίας ενώ από το 2012 όπου τέθηκε εκτός πινακίου του Δικαστηρίου, δεν παρουσιάζει ουσιαστική εξέλιξη. Η παρέλευση όμως του χρόνου δεν συνιστά γεγονός το οποίο από μόνο του μπορεί να οδηγήσει αυτόματα στο συμπέρασμα ότι ο Διαχειριστής ενήργησε εσκεμμένα προς βλάβη των κληρονόμων. Όπως προκύπτει από το ιστορικό το οποίο κατέγραψα αρχικά και το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου, φαίνεται ότι ο Διαχειριστής καταχωρούσε κατά τακτά διαστήματα ενδιάμεσους λογαριασμούς αλλά και προέβηκε σε διάφορες περιπτώσεις σε καταχώρηση συμπληρωματικών απογραφών. Τούτα καταδεικνύουν σε πρώτο στάδιο ότι η περιουσία του αποβιώσαντα δεν ήταν ξεκάθαρη και άμεσα διαθέσιμη στον Διαχειριστή ευθύς εξ αρχής εφόσον στην πορεία διαπιστώνονταν χρέη και άλλη περιουσία του αποβιώσαντα τα οποία θα επιβαλλόταν να περιληφθούν στην Απογραφή της Διαχείρισης. Η ύπαρξη επίσης των Αγωγών 326/10 και 1960/09, για τις οποίες οι αιτητές προβάλλουν ότι δεν έτυχαν χειρισμού από τον Διαχειριστή σύμφωνα με τις επιθυμίες των κληρονόμων, δεν παρατίθενται στοιχεία για τα οποία οι αιτητές θεωρούν ότι δεν έτυχαν του ορθού χειρισμού. Και το ζητούμενο θα πρέπει να πω, δεν αποτελεί το κατά πόσο ο Διαχειριστής χειρίστηκε ορθά τις εν λόγω υποθέσεις αλλά κατά πόσο προέβηκε σε εσκεμμένες ενέργειες προς βλάβη των κληρονόμων. Ούτε και προβάλλουν οι αιτητές ποιες ήταν οι επιθυμίες ή οδηγίες τους για τον χειρισμό των ως άνω Αγωγών τις οποίες δεν έλαβε υπόψη ο Διαχειριστής και για ποιο λόγο ο τρόπος με τον οποίο ο Διαχειριστής χειρίστηκε τις Αγωγές αυτές έβλαψαν τους κληρονόμους. Το ότι ο Διαχειριστής δεν υπέγραψε διοριστήρια για να ληφθούν συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες, δεν οδηγεί από μόνο του στο συμπέρασμα ότι αυτός ενήργησε εσκεμμένα, ούτε και έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Πέραν των πιο πάνω, δεν φαίνεται οι αιτητές σε οποιοδήποτε στάδιο προηγουμένως να είχαν δώσει οδηγίες στον Διαχειριστή για το πως να χειριστεί τις Αγωγές αυτές παρά μόνο όταν ήδη το ποσό της αποζημίωσης πληρώθηκε απευθείας από τη Δημοκρατία στα τραπεζικά ιδρύματα, ενέργεια η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έγινε με πρωτοβουλία του Διαχειριστή. Οι αιτητές φαίνεται να διαφωνούν με την καταχώρηση της Αγωγής εναντίον ενός εκ των κληρονόμων, τα χρέη του οποίου εξοφληθήκαν με το ποσό της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση εφόσον ο αποβιώσαντας ήταν εγγυητής του. Το παράπονο αυτό των αιτητών έρχεται σε αντίθεση με τη θέση τους ότι ο Διαχειριστής δεν προστατεύει τα συμφέροντα της περιουσίας και των αιτητών. Από τη μια οι αιτητές δεν επιθυμούν την προώθηση της Αγωγής και επιδιώκουν την εξεύρεση οικογενειακής λύσης μεταξύ τους, ενώ από την άλλη ο Διαχειριστής χωρίς να επηρεάζεται από τους κληρονόμους, προωθεί την Αγωγή 761/18 με σκοπό την ανάκτηση του ποσού των €720.000.- το οποίο καταβλήθηκε για χρέη του πρωτοφειλέτη - αιτητή 3, με σκοπό το ποσό αυτό να περιέλθει στην περιουσία του αποβιώσαντα. Η καταχώρηση της Αγωγής φαίνεται να εμπίπτει στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του Διαχειριστή και ως μέτρο για την προστασία τόσο της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά και του συνόλου των κληρονόμων. Εάν οι ίδιοι τους δεν επιθυμούν την προώθηση της Αγωγής, η οποία εξυπηρετεί ουσιαστικά τα συμφέροντα της περιουσίας του αποβιώσαντα και των κληρονόμων, για δικούς τους οικογενειακούς και προσωπικούς λόγους, δεν τους δίνει ταυτόχρονα και το δικαίωμα να προβάλλουν ότι ο Διαχειριστής προβαίνει σε πράξεις οι οποίες θα βλάψουν τα συμφέροντα τους. Ως προς την μη καταχώρηση της παραπομπής, αποτέλεσε κρίση του Διαχειριστή σύμφωνα με την εκτίμηση την οποία εξασφάλισε ότι δεν ήταν σκόπιμο να καταχωρηθεί τέτοια διαδικασία εφόσον η εκτιμημένη αξία ήταν λιγότερη από την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το κράτος. Εδώ εγείρεται το ερώτημα, εφόσον οι αιτητές σύμφωνα με την εκτίμηση την οποία παρουσίασαν με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση του αιτητή 5 και η οποία εκτίμηση έγινε τον Απρίλιο του 2018 η οποία φέρει μεγαλύτερη αξία της περιουσίας από την καταβληθείσα αποζημίωση, τότε για ποιο λόγο δεν έθεσαν αυτήν υπόψη του Διαχειριστή ή ακόμα για ποιο λόγο δεν αιτήθηκαν από το Δικαστήριο να λάβουν οδηγίες σχετικά με το ζήτημα αυτό όπως και για τα άλλα ζητήματα με τα οποία διαφώνησαν με τον Διαχειριστή. Ενδεχόμενη εσφαλμένη κρίση του Διαχειριστή για να μην προχωρήσει στις διαδικασίες τις οποίες απαιτούν οι αιτητές δεν σημαίνει ότι ο Διαχειριστής ενήργησε εσκεμμένα προς βλάβη των κληρονόμων. Εις ότι αφορά την αξία της περιουσίας η οποία περιλαμβάνεται στις απογραφές, η οποία κατά τους αιτητές είναι υπέρογκη με αποτέλεσμα το ποσό της αμοιβής του Διαχειριστή να είναι επίσης υπέρογκο, φαίνεται το ζήτημα αυτό να αποτελεί και μια εκ των ουσιαστικών διαφορών μεταξύ των δυο πλευρών. Το Δικαστήριο όμως δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία επί της ψήφισης ή τον καθορισμό των εξόδων του Διαχειριστή. Η αμοιβή του καθορίζεται από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, σε διαδικασία κατά την οποία καθορίζεται η αμοιβή αναλόγως των στοιχείων τα οποία θα παραθέσει η κάθε πλευρά. Ούτε και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει την αξία της περιουσίας είτε να εξετάσει το περιεχόμενο της απογραφής εφόσον ο σκοπός της διαδικασίας δεν είναι αυτός. Άλλωστε, όλα τα στοιχεία και το περιεχόμενο των εκάστοτε απογραφών βρίσκονταν και βρίσκονται στη διάθεση των κληρονόμων, οι οποίοι ουδέποτε προηγουμένως αμφισβήτησαν αυτές. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι αιτητές δεν παρέθεσαν ενώπιον μου στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να καταδείξουν ότι ο Διαχειριστής ενήργησε εσκεμμένα και με πρόθεση να καταστρατηγήσει τα συμφέροντα των αιτητών. Ενόψει όμως της κοινά αποδεκτής θέσης μεταξύ των δυο πλευρών αλλά και της διαπίστωσης μου ότι οι σχέσεις και εμπιστοσύνη μεταξύ τους έχει κλονιστεί και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, κατά τρόπο όπου οι κλονισμένες πλέον σχέσεις μεταξύ τους θέτουν σε κίνδυνο την διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα, η υπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί επί τη βάση των όσων έχουν καθιερωθεί από την υπόθεση ΚΥΡΙΑΚΟΥ Θ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α. ν. ΛΕΩΝΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ-ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2016, 7/7/2017, την οποία επικαλέστηκαν αμφότερες πλευρές και αποτελούν τα εξής: «Από την άλλη, από όσα έχουν τεθεί ενώπιον τόσο του πρωτοδίκου Δικαστηρίου όσο και, ιδιαιτέρως ενώπιον μας με ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 1, που κατέθεσε στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας ενώπιον μας, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα (βλ. Letterstedt v. Broers and Another [1881-85] All E.R. Rep. 882, Jones v. Firkin-Flood [2008] EWHC 2417), οι σχέσεις του διαχειριστή και μερίδας των κληρονόμων (εφεσιβλήτων) έχουν, πλέον, καταστεί εχθρικές σε βαθμό που να τίθεται σε κίνδυνο η άσκηση της διαχείρισης κατά δέοντα τρόπο και το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων, που αποτελεί το κύριο ζητούμενο κάθε φορά (Letterstedt, ανωτ.). Διότι, μπορεί μεν οι προστριβές ή και η εχθρότητα μεταξύ διαχειριστή και κληρονόμων, κατ΄αρχάς, να μην αποτελούν λόγο παύσης του διαχειριστή, όμως, σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται πλέον κατάρρευση της σχέσης διαχειριστή και κληρονόμων έτσι ώστε να εμποδίζεται η άσκηση της διαχείρισης και να διακινδυνεύει το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων, η εχθρότητα μπορεί να αποκτήσει βαρύνουσα έως καθοριστική σημασία (Letterstedt (ανωτέρω), Re Wrightson [1908] 1 Ch. 789 και Kershaw v. Micklethwaite [2010] EWHC 506). .. Στη θεμελιακή απόφαση του Privy Council στην υπόθεση Letterstedt, ενώ απορρίφθηκαν οι υπαίτιοι λόγοι που προβλήθηκαν, η παύση του καταπιστευματοδόχου έγινε επί τη βάσει των προστριβών και της εχθρότητας μεταξύ των μερών, αφού θεωρήθηκε ότι τέτοια εχθρότητα εύρισκε έρεισμα στον τρόπο με τον οποίο το καταπίστευμα ετύγχανε διαχείρισης. ... Αντίθετα, το άρθρο 52
(1)του δικού μας Νόμου καθορίζει ρητά τους λόγους παύσης διαχειριστή. Η παράγραφος (α) αναφέρεται σε εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα και η παράγραφος (β) σε θάνατο ή ανικανότητα του διαχειριστή. Η νομολογία, όμως, έχει αναγνωρίσει ότι το γεγονός της νομοθετικής ρύθμισης ενός ζητήματος δεν εμποδίζει, per se, την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας έχει σχετικά πρόσφατα υιοθετήσει τα λεχθέντα υπό του Sir Jack Jacob (βλ. The Inherent Jurisdiction of the Court [1970] Current Legal Problems (CLP) 23): «the court may exercise its inherent jurisdiction even in respect of matters which are regulated by statute or by rule of court, so long as it can do so without contravening any statutory provision.» (Bλ. Al Rawi and Others v. Security Service [2011] UKSC 34, In re Corey [2013] UKSC 76). Τέτοια είναι εν προκειμένω η περίπτωση. Η αδιαμφισβήτητη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου για παύση του διαχειριστή λόγω εχθρότητας, προς το συμφέρον της ορθής διαχείρισης και το συμφέρον της περιουσίας, δεν έρχεται σε αντίθεση με την πρόνοια του Νόμου, αλλά αντίθετα συμπληρώνει με εύλογο τρόπο το όλο πλαίσιο. Για τους παραπάνω λόγους, υπό το σύνολο των περιστάσεων περιλαμβανομένης της δήλωσης του ίδιου του διαχειριστή και, επαναλαμβάνουμε, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, εφόσον διαπιστώνουμε κατάρρευση, υπό την έννοια που εξηγήσαμε, των σχέσεων διαχειριστή και μερίδας κληρονόμων, επί αυτής της βάσης θα επικυρώσουμε την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς το αποτέλεσμά της. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ουσία της υπόθεσης των εφεσιβλήτων, που ήταν η εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα, δεν έχει στοιχειοθετηθεί, παρά τη διατήρηση του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης, κρίνουμε δίκαιο να παραμερίσουμε τη διαταγή για έξοδα. Στα ίδια πλαίσια, ως εκ του αντικειμενικού λόγου της παύσης, ούτε κατ΄έφεση θα δοθεί διαταγή για έξοδα.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ρήξη στις σχέσεις Διαχειριστή - κληρονόμων, ως η προκειμένη περίπτωση, αλλά και τη δήλωση του Διαχειριστή ότι δεν θα απέκλειε την παύση του νοουμένου ότι καταβληθούν τα έξοδα του (βλ. τεκμήριο 6 Ε/Δ Χρ. Κυριάκου), το Δικαστήριο δύναται να ενεργοποιήσει τη σύμφυτη εξουσία του προς συμπλήρωση των όσων προβλέπονται από το Νόμο με απώτερο σκοπό το συμφέρον της Διαχείρισης και της περιουσίας. Αναγνωρίζεται επομένως από τη νομολογία ότι το Δικαστήριο δύναται να παύσει Διαχειριστή από τα καθήκοντα του ακόμα και όπου δεν καταδεικνύεται εσκεμμένη ενέργεια από μέρους του. Όπως έχω πει πιο πάνω, οι σχέσεις μεταξύ κληρονόμων και Διαχειριστή σήμερα, διακατέχονται τόσο από εχθρότητα αλλά και έλλειψη εμπιστοσύνης. Με αυτά τα δεδομένα είναι βέβαιο ότι τα συμφέροντα της Διαχείρισης και της περιουσίας δεν διασφαλίζονται και η μόνη οδός είναι η παύση του Διαχειριστή, όχι όμως για τους λόγους τους οποίους επικαλούνται οι αιτητές. Ως προς το αίτημα των αιτητών να πιστοποιηθεί η αμοιβή του Διαχειριστή στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία ή εξουσία. Όπως προανάφερα, ο καθορισμός της αμοιβής επιτελείται από αρμόδιο όργανο, τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, επί τη βάση κανονισμών αλλά και της απαιτούμενης τεκμηρίωσης της απαίτησης του Διαχειριστή η οποία επιτελείται σε συνάρτηση με τα στοιχεία τα οποία παραθέτουν αμφότερες πλευρές. Ως προς την αιτούμενη αντικατάσταση του Διαχειριστή από τον Δικηγόρο κύριο Α. Χρ. Δημητριάδη, εφόσον οι κληρονόμοι συμφωνούν προς τούτο, το αίτημα αυτό μπορεί να εγκριθεί. Ενόψει των πιο πάνω, εκδίδεται Διάταγμα παύσης και αντικατάστασης του διαχειριστή από τον δικηγόρο XXXXX Χρ. Δημητριάδη εκ Πάφου, νοουμένου ότι ο τελευταίος θα δώσει την προνοούμενη εγγύηση προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης, αντλώντας καθοδήγηση από την υπόθεση ΚΥΡΙΑΚΟΥ Θ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α. (ανωτέρω) και ενόψει του λόγου για τον οποίο διατάσσεται η παύση του Διαχειριστή, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα στην Αίτηση. (Υπ.) ................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil Jurisdiction/Other Actions Αναφορά: Παύση Διαχειριστή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.