A.N. STASIS ESTATES PLC ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αίτηση Έφεση: 153/17, 27/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αίτηση Έφεση: 153/17 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/
- Μεταξύ: A.N. STASIS ESTATES PLC Αιτήτριας-Εφεσείουσας -και-
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ
- ΧΧΧΧΧ ΜΑΡΚΙΔΟΥ ΜΕΝΖΗ Καθ' ων η αίτηση - Εφεσιβλήτων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κα. Γ. Ζυμπουλάκη για Μ. Τελώνης & Γ. Ζυμπουλάκη - Τελώνη Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση/Εφεσίβλητο 1: κα Πανταζή για Γενικό Εισαγγελέα. Για Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη 2: κα Χ. Μήτα για Δ. Αριστείδου Δ.Ε.Π.Ε. ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Έφεση της η εφεσείουσα εταιρεία ζητά ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερ. 2.6.17 για την οποία έλαβε γνώση στις 16.6.
- Ζητά επίσης όπως η ως άνω Απόφαση κηρυχθεί αντισυνταγματική και άκυρη καθώς επίσης ζητά την έκδοση Διατάγματος και/ή δήλωσης του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσονται αντισυνταγματικές οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 ως αυτές ενσωματώθηκαν στο Νόμο με το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/
- Η Έφεση στηρίζεται σε 12 λόγους. Σύμφωνα με αυτούς, με την προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται αφόρητα και ανεπανόρθωτα η εφεσείουσα εφόσον η εφεσίβλητη 2 αντί να επιλέξει να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ήτοι να καταβάλει στην εφεσείουσα το ποσό των €87.524,32 το οποίο είναι πληρωτέο δυνάμει της σύμβασης μεταξύ των μερών και αφορά φόρους, τέλη και κοινόχρηστα έξοδα πριν την μεταβίβαση του ακινήτου, επέλεξε να προχωρήσει στην αίτηση εγκλωβισμένων αγοραστών, καταδεικνύοντας έτσι την πρόθεση της να παραβεί την μεταξύ τους συμφωνία. Η εφεσείουσα πλήττεται ανεπανόρθωτα εφόσον θα κληθεί η ίδια να καταβάλει τα εν λόγω ποσά στα αρμόδια πρόσωπα και προβάλλεται επίσης ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέχεται αρωγή στην εφεσίβλητη 2 να παραβεί τους όρους της σύμβασης που την δεσμεύει έναντι της εφεσείουσας. Προβάλλονται επίσης λόγοι με τους οποίους υποστηρίζεται η αντισυνταγματικότητα των εν λόγω νομοθετικών προνοιών αλλά και η παραβίαση των περιουσιακών δικαιωμάτων της εφεσείουσας. Στις 2.8.17 καταχωρήθηκε τροποποιημένη Έφεση, με την ένδειξη «ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ 25 ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ». Ουσιαστικά με την Έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 2.8.17, δεν μεταβάλλονται ή τροποποιούνται οι λόγοι Έφεσης παρά μόνο καταχωρήθηκε νέα ένορκος δήλωση από μέρους του διευθυντή της εφεσείουσας. Το δικονομικό αυτό διάβημα, αποτέλεσε ένα από τους κυριότερους λόγους ένστασης από πλευράς εφεσίβλητης 2, η οποία υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Έφεση, δεν συνιστά δικόγραφο αλλά έγγραφη μαρτυρία το περιεχόμενο της οποίας η εφεσείουσα τροποποίησε στις 2.8.17 χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, ενώ θα έπρεπε να είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Πέραν τούτου, προβάλλεται ότι η εφεσείουσα δεν επέδωσε στην εφεσίβλητη 2 την αρχική ένορκη δήλωση και εφόσον η τροποποιημένη ένορκη δήλωση είναι άκυρη η Έφεση παραμένει χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Ως προς το τελευταίο θα πρέπει να πω ότι από τη στιγμή όπου η εφεσίβλητη 2 είναι σε θέση να τοποθετηθεί επί των λόγων Έφεσης και δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα προηγουμένως για παραμερισμό της όλης διαδικασίας της Έφεσης για το λόγο αυτό, σε περίπτωση όπου η τροποποιημένη Έφεση δεν γίνει αποδεκτή, το γεγονός αυτό δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας. Εξέταση του εν λόγω ζητήματος, θα καθορίσει το πλαίσιο επί του οποίου θα εξεταστεί η Έφεση. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω αρχικά το λόγο αυτό ένστασης. Με την αγόρευση της η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η Έφεση βάσει του άρθρου 51
(1)του Κεφ. 224, αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία εν τη εννοία του ορισμού της Αγωγής και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 Θ.1 και 2, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικόγραφο της εναρκτήριας διαδικασίας στην ολότητα του αποτελείται από την αίτηση και την ένορκο δήλωση και συνεπώς η τροποποίηση δύναται να γίνει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος αυτού. Αναφέρεται επίσης ότι τόσο η παλαιά Έφεση όσο και η τροποποιημένη επιδοθήκαν κανονικά στην εφεσίβλητη 2. Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 965, στην οποία παρέπεμψε η πλευρά της εφεσείουσας, λεχθήκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει τον τύπο της διαδικασίας: «Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 "έφεση" εναντίον απόφασης του Διευθυντή (του Κτηματολογίου) ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 και βάσει των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών του 1956. (Βλ. Παράρτημα 3 της επίσημης εφημερίδας της Κυβερνήσεως, 5.7.1956). Οι Κανονισμοί καθιερώνουν ως ένδικο μέσο για την άσκηση της έφεσης τον τύπο ο οποίος προσδιορίζεται στο Παράρτημα και είναι προσαρμοσμένος στον τύπο αίτησης με κλήση (application by summons). ...... Όμως η έφεση από "απόφαση" του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60 (βλ. ορισμό "αγωγής"). Η καθιέρωση από τους Κανονισμούς του 1956 όμοιου τύπου για την άσκηση της έφεσης μ' εκείνο που προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για την υποβολή αίτησης με κλήση δεν εξομοιώνει την έφεση με ενδιάμεση αίτηση. Το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας "έφεσης" από απόφαση του Διευθυντή είναι εκείνο που προβλέπεται στον κ.13 των Κανονισμών του 1956, που διέπει και την εκδίκαση της έφεσης. Το πλαίσιο είναι εκείνο που καθορίζεται από τις πρόνοιες της Δ.35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η πλευρά της εφεσείουσας επικαλείται τις πρόνοιες της Δ.25 ως αυτή τροποποιήθηκε και η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος, επί του οποίου η Αίτηση/Έφεση βασίζεται, παραπέμπει στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο και Κανονισμούς του 1956. Ελλείψει ειδικών Κανονισμών και ρύθμισης ζητημάτων τροποποίησης, ο Κανονισμός 17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμών παραπέμπει προς εφαρμογή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για ζητήματα πρακτικής και διαδικασίας, ο οποίος προβλέπει: "Matters of practice and procedure not expressly provided for in these Rules shall be governed by the Civil Procedure Rules in force for the time being, in so far as they may be applicable." Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι, όπου δεν γίνεται ειδική ρύθμιση ισχύουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, όχι όμως απόλυτα αλλά εις το βαθμό όπου οι Θεσμοί μπορούν να εφαρμοστούν στα πλαίσια μιας διαδικασίας Έφεσης κατά Απόφαση Διευθυντή του Κτηματολογίου. Από απλή ανάγνωση της Δ.25 προκύπτει ότι τα στάδια της διαδικασίας εις τα οποία παραπέμπει η Δ.25 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα πλαίσια Έφεσης. Η Έφεση καταχωρείται και ορίζεται απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο, ακολούθως δίδονται οδηγίες από το Δικαστήριο και η Έφεση ορίζεται για Ακρόαση χωρίς να μεσολαβεί η διαδικασία καταχώρησης Κλήσης Οδηγιών όπως ρητά απαιτείται και εφαρμόζεται στις περιπτώσεις Αγωγών. Ούτε μπορεί να γίνεται λόγος για τμηματική εφαρμογή της Δ.25, όπου προβλέπει σε πρώτο στάδιο ότι πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Ο δε τύπος και διαδικασία η οποία εφαρμόζεται σε μια Αγωγή η οποία ξεκινά με κλητήριο ένταλμα, διαφέρει κατά πολύ τόσο στον τρόπο έναρξης όσο και διεξαγωγής της διαδικασίας η οποία αρχίζει με την καταχώρηση Έφεσης προσαρμοσμένη στον τύπο αίτησης με κλήση (application by summons) σύμφωνα με την Μαχλουζαρίδης ανωτέρω. Ενόψει των πιο πάνω αλλά και σύμφωνα με την υπόθεση Μαχλουζαρίδη ανωτέρω, η Έφεση τέτοιας φύσεως διέπεται από τη Δ.35 των Θεσμών. Σύμφωνα δε με τη νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, η τροποποίηση λόγων Έφεσης δύναται να στηριχτεί μόνο επί τη βάση των όσων προβλέπονται από τη Δ.35, καταλήγω ότι η Δ.25 των Θεσμών δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι λόγοι Έφεσης δύναται να τροποποιηθούν κατόπιν άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. Muskita Aluminium Industries Ltd ν. Alsako Aluminium Ltd κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 59). Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσείουσα ουσιαστικά μετά την καταχώρηση της Έφεσης, επικαλούμενη τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καταχώρησε νέα ένορκο δήλωση χωρίς να τροποποιείται η ίδια η Έφεση. Η Δ.25 όπως έχω πει πιο πάνω δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Προσθέτω δε, ότι η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την Έφεση συνιστά τη μαρτυρία επί της οποίας στηρίζεται η Έφεση. Ο ίδιος ο τύπος της εναρκτήριας διαδικασίας απαιτεί την ταυτόχρονη καταχώρηση των λόγων Έφεσης και της μαρτυρίας η οποία στηρίζει τους λόγους Έφεσης και αυτό έχει τη σημασία του, όπως μπορεί κάποιος να αντιληφθεί από το ακόλουθο απόσπασμα από το το σύγγραμμα The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil Proceedings, Vol. 12, σελ. 161: «Τhe main advantages of procedure by originating summons, where this is permissible, are simplicity, the elimination of pleadings, and consequent saving of time. So successful has this procedure as a method of obtaining some relief thereunder.» Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι κατά κανόνα, η παράθεση της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε εναρκτήρια αίτηση, γίνεται δια ενόρκων δηλώσεων. Στο Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 323 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The evidence follows what we have already seen to be the normal Chancery procedure on originating applications, and is usually given by affidavit, though attendance for cross-examination can be had if desired». Από τη στιγμή συνεπώς όπου η ένορκος δήλωση συνιστά τη μαρτυρία επί της οποίας ένας διάδικος στηρίζεται για να προωθήσει την υπόθεση του, αν και σε έγγραφη μορφή δεν παρέχεται η δυνατότητα τροποποίησης της υπό την έννοια που προβλέπει η Δ.25 ή η Δ.35 των Θεσμών. Η ένορκη δήλωση ως μαρτυρία δεν εξομοιώνεται με έγγραφο το οποίο δύναται να τροποποιηθεί κατ' επίκληση των ως άνω διαταγών ούτε όμως με δικόγραφο το οποίο δύναται να τροποποιηθεί μέσω της Δ.25 των Θεσμών. Συνεπώς ακόμα και να ίσχυε η Δ.25 στην προκειμένη περίπτωση, η επίκληση της δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τροποποίηση της ενόρκου δηλώσεως. Καταλήγω συνεπώς ότι θα μπορούσε να είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο η τροποποίηση των λόγων Έφεσης δυνάμει της Δ.35, ενώ η τροποποίηση της ενόρκου δηλώσεως δεν προβλέπεται δικονομικά για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω. Η παράθεση περαιτέρω μαρτυρίας θα μπορούσε να ζητηθεί μόνο δια αιτήσεως για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως και όχι με τον τρόπο τον οποίο επέλεξε η εφεσείουσα. Ενόψει των πιο πάνω, η Έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 2.8.17 κρίνεται άκυρη εφόσον καταχωρήθηκε χωρίς την εξασφάλιση προηγούμενης άδειας του Δικαστηρίου ούτε ζητήθηκε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ως εκ τούτου η τροποποιημένη Έφεση, παραμερίζεται στην ολότητα της ως εξ υπαρχής άκυρη. Συνεπεία των πιο πάνω η Έφεση θα εξεταστεί συμφώνως των όσων τεθήκαν ενώπιον μου με την Έφεση την οποία καταχώρησε αρχικά η εφεσείουσα. Ενόψει του ότι η Έφεση καταχωρήθηκε στις 14.7.17, ενώ η απόφαση του Διευθυντή παραλήφθηκε στις 16.6.17 και αυτό δεν αμφισβητείται, αυτή καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και συνεπώς δεν ευσταθεί ο λόγος αυτός ένστασης των εφεσιβλήτων. Ουσιαστικό γεγονός επί του οποίου στηρίζεται η Έφεση, αποτελεί η θέση της εφεσείουσας ότι ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός το οποίο τέθηκε υπόψη του με την ένσταση περί του ότι η εφεσίβλητη 2, οφείλει στην εφεσείουσα το ποσό των €87.524,32 αναφορικά με κοινόχρηστα, τέλη και φόρους που αφορούν το ακίνητο. Σύμφωνα με τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, δυνάμει σύμβασης ημερ. 14.7.84 (τεκμήριο 1) η εφεσείουσα συμφώνησε με την εφεσίβλητη 2 για την πώληση ενός ακινήτου το οποίο ανεγέρθηκε εντός του τεμαχίου με αριθμό 221/1 με διακριτικό αριθμό Α3 στο κτιριακό συγκρότημα με το όνομα King's Park. Η εν λόγω σύμβαση κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και έλαβε αριθμό ΧΧΧΧΧ/ΠΩΕ/221/19ΧΧΧΧΧ. Δυνάμει όρου της εν λόγω συμφωνίας, η μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι της εφεσίβλητης 2 θα γινόταν μετά την έκδοση του χωριστού τίτλου και με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης ήτοι του ποσού των ΛΚ. 19.500.- ισάξιο ποσό σε €33.345.- Προσθέτει επίσης ο ενόρκως δηλών στην Έφεση, ότι για να μεταβιβαστεί το ακίνητο θα έπρεπε η εφεσίβλητη 2 να καταβάλει όλους τους φόρους, τέλη, κοινόχρηστα έξοδα και οποιαδήποτε άλλα έξοδα προκύπτουν αναφορικά με την κατοχή και χρήση του ακινήτου. Η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι διατηρούσε χρεωστικούς λογαριασμούς για τους ιδιοκτήτες για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που αφορούσαν τη συντήρηση και διατήρηρηση των κοινόχρηστών χώρων και ο λογαριασμός της εφεσίβλητης 2 για την περίοδο από 1.1.85 μέχρι 27.11.15 παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €87.524,32 (τεκμήριο 2) και παρά τις οχλήσεις προς την εφεσίβλητη 2 αυτή αρνείται να το καταβάλει. Ο χωριστός τίτλος για το ακίνητο της εφεσίβλητης 2 εκδόθηκε στις 16.6.15 και το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε, ενώ η εφεσίβλητη 2 δεν πλήρωσε το ως άνω οφειλόμενο ποσό. Η εφεσίβλητη 2 αποτάθηκε με αίτηση της στο Κτηματολόγιο Πάφου δυνάμει των προνοιών του Νόμου ζητώντας την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της. Προς τούτο ειδοποιήθηκε η εφεσείουσα και καταχώρησε ένσταση η οποία εξετάστηκε από τον Διευθυντή και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 2.6.17 η οποία παραλήφθηκε στις 16.6.17 από την εφεσείουσα (τεκμήρια 3 και 4). Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν εξετάζεται το βάσιμο ή όχι της απαίτησης της εφεσείουσας για τη διεκδίκηση του ποσού των €87.525,32. Το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση, είναι κατά πόσο η απαίτηση αυτή της εφεσείουσας θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική Απόφαση του Διευθυντή, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Έφεσης. Η ειδοποίηση η οποία στάληκε στην εφεσείουσα για την πρόθεση του Διευθυντή να μεταβιβάσει το ακίνητο, προβλέπεται από το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων, το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις για μεταβίβαση του ακινήτου, η πρόθεση του Διευθυντή για μεταβίβαση γνωστοποιείται στον αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Συνεπώς, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τα πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση η ειδοποίηση η οποία στάληκε με τον τύπο ΙΕ στην εφεσείουσα και κατ' επέκταση η απόφαση του Διευθυντή, λήφθηκε στα πλαίσια του Νόμου Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως, άρθρα 44Κ και 44ΚΒ ενόψει της αίτησης την οποία υπέβαλε η εφεσίβλητη 2 ως εδικαιούτο δυνάμει του άρθρου 44ΙΗ και 44ΙΘ του Νόμου. Σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 44ΚΒ
(3): «Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).» Σύμφωνα δε με το άρθρο 44ΚΓ
(5): «
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), υφιστάμενη επί του ακινήτου υποθήκη, άλλο εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, διαγράφεται από το Διευθυντή πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή ή κατόπιν αίτησης υποβληθείσας από τον αγοραστή, τον ενυπόθηκο δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 44ΙΘ, ουδεμία τέτοια μεταβίβαση επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται, εφόσον εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή προκύπτουσες από τις συμβατικές αυτού υποχρεώσεις, σε σχέση με την καταβολή των ακόλουθων οφειλών: (
- i)Φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δυνάμει των διατάξεων του περί Φορολογίας Ακίνητου Ιδιοκτησίας Νομου. (
- ii)τελών ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Δήμων Νόμου και των διατάξεων του περί Κοινοτήτων Νόμου. (iii) αποχετευτικών τελών δυνάμει των διατάξεων του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου» Προκύπτει κατ' αρχάς από τα πιο πάνω άρθρα ότι η προϋπόθεση καταβολής των ως άνω φόρων και τελών από τον αγοραστή συναρτώνται άμεσα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις όπως προβλέπεται στα ως άνω άρθρα εφόσον προβλέπεται ότι «ουδεμία τέτοια μεταβίβαση επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται, εφόσον εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή προκύπτουσες από τις συμβατικές αυτού υποχρεώσεις, σε σχέση με την καταβολή των ακόλουθων οφειλών». Συμπληρώνω και τονίζω περαιτέρω ότι ουδεμία αναφορά γίνεται σε πληρωμή οφειλομένων κοινοχρήστων ως προϋπόθεση για την μεταβίβαση του ακινήτου δυνάμει του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το συμβόλαιο το οποίο καταρτίστηκε το 1984 δεν προβλέπει και δεν αναφέρει οτιδήποτε αφορά την πληρωμή είτε κοινοχρήστων είτε άλλων τελών και φόρων από μέρους της εφεσίβλητης 2. Το κατά πόσο η εφεσείουσα δικαιούται να αξιώσει την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από την εφεσίβλητη 2 δεν θα κριθεί στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής όπου άλλωστε εκκρεμεί Αγωγή για την απαίτηση αυτή της εφεσείουσας. Η πληρωμή φόρων και τελών από μέρους της εφεσίβλητης 2 και πάλι δεν προβλέπεται ρητά στη σύμβαση, παρ' όλα αυτά φαίνεται με τα όσα παρέθεσε ενώπιον μου η εφεσίβλητη 2 έγιναν από μέρους της πληρωμές ως φαίνεται από τα τεκμήρια Ε-Ν και Ρ, τα οποία παρέθεσε με την ένορκο της δήλωση. Η εφεσείουσα δεν αμφισβητεί ότι το τίμημα πωλήσεως έχει εξοφληθεί. Ο Διευθυντής φαίνεται από τα τεκμήρια τα οποία έθεσε ενώπιον μου εξέτασε και έλαβε υπόψη του τις πληρωμές οι οποίες παρουσιαστήκαν για εξόφληση φόρων και τελών και με την προσβαλλόμενη απόφαση του εξηγεί και αιτιολογεί ότι η απαίτηση του ποσού των €87.524,32 δεν έχει τεκμηριωθεί προσθέτοντας ότι αυτές δεν φαίνεται να προκύπτουν από συμβατικές υποχρεώσεις της εφεσίβλητης σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο, χωρίς μάλιστα και ορθά έπραξε, να αποφασίζει τελεσίδικα επί της απαίτησης της εφεσείουσας για το εν λόγω ποσό εφόσον αναφέρεται στην απόφαση του το ζήτημα αυτό αποτελεί το αντικείμενο της Αγωγής 2334/15. Άλλωστε δεν προβάλλεται ως λόγος Έφεσης ότι η προβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Με τα στοιχεία τα οποία τεθήκαν ενώπιον του Διευθυντή, ήτοι το συμβόλαιο, την βεβαίωση εξόφλησης του τιμήματος πώλησης του ακινήτου με υπογραφή της εφεσείουσας αλλά και τις πληρωμές φόρων και τελών ως απαιτείται από το Νόμο και χωρίς περαιτέρω ειδική πρόνοια στο συμβόλαιο για την πληρωμή άλλου ποσού από μέρους της εφεσίβλητης 2, ορθά ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην απόφαση του. Η απαίτηση της εφεσείουσας για την καταβολή του ποσού το οποίο ισχυρίζεται ότι οφείλεται, δεν επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι δυνάμει του συμβολαίου ως όρος για τη μεταβίβαση του ακινήτου προβλέπεται μόνο η εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Η απαίτηση του αυτή θα κριθεί στα πλαίσια της Αγωγής όπου θα αποκρυσταλλωθούν οι υποχρεώσεις και δικαιώματα κάθε πλευράς χωρίς να εμποδίζεται να διεκδικήσει τις αξιώσεις της η εφεσείουσα έναντι της εφεσίβλητης 2 είτε να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ήθελε κριθεί πληρωτέο. Η προβολή όμως των αξιώσεων του ως εμπόδιο για την μεταβίβαση του ακινήτου βρίσκονται εκτός πλαισίου το οποίο ορίζει ο Νόμος 9(Ι)/1965 για την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης 2. Εις ότι αφορά τώρα τα ζητήματα που θίγει η εφεσείουσα περί αντισυνταγματικών προνοιών του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων, συνιστά καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση της συγκεκριμένης επίδικης διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. (βλ. Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση, η συνταγματικότητα ή μη των διατάξεων του Νόμου, ουδεμία σχέση έχουν με την επίλυση των επιδίκων ζητημάτων, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η πρόθεση μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι της εφεσίβλητης 2 προκύπτει από πωλητήριο έγγραφο το οποίο ρητά προβλέπει ότι η μεταβίβαση θα γίνει με την εξόφληση του τιμήματος αγοράς χωρίς να επιβάλλει άλλη υποχρέωση στην εφεσίβλητη
- Όπως έχω επίσης αναφέρει πιο πάνω, η μεταβίβαση του ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Νόμου δεν επηρεάζει και δεν αποτελεί εμπόδιο στη διεκδίκηση άλλων αξιώσεων της εφεσείουσας, οι οποίες όμως δεν φαίνεται για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Έφεσης να πηγάζουν άμεσα από τη σύμβαση πώλησης του
- Εφόσον η απαίτηση και αξίωση της εφεσείουσας η οποία προβάλλεται ως λόγος για να μην μεταβιβαστεί το ακίνητο στην εφεσίβλητη 2 δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί, η ενασχόληση του Δικαστηρίου με θέματα συνταγματικότητας που να σχετίζονται με τα περιουσιακά δικαιώματα και το δικαίωμα της εφεσείουσας ως προς το συμβάλλεσθε στηριζόμενα επί ενός αβέβαιου γεγονότος θα ήταν μόνο θεωρητική χωρίς να μπορούν υπό τις παρούσες περιστάσεις να μεταβάλουν την ως άνω κρίση μου επί της ουσίας της Έφεσης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, δεν κρίνεται αναγκαία η ενασχόληση μου με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα αφορά τους λόγους Έφεσης ή τους λόγους Ένστασης, εφόσον τα πιο πάνω καθορίζουν την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου επί της Εφέσεως. Συνεπώς δεν διαπιστώνω την ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου που θα επέβαλλε την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή και η Έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ των εφεσιβλήτων 1 και 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil Jurisdiction/Actions/Final Αναφορά: Έφεση - απόφαση διευθυντή - μεταβίβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο