← Κύπρος

Πέτρου εμπορευόμενης με την εμπορική επωνυμία MYRIA PETROU TRAVEL AGENCY ν. Σαγιά, Αρ. Αγωγής: 567/18, 12/11/2019

Πέτρου εμπορευόμενης με την εμπορική επωνυμία MYRIA PETROU TRAVEL AGENCY ν. Σαγιά, Αρ. Αγωγής: 567/18, 12/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 567/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Πέτρου εμπορευόμενης με την εμπορική επωνυμία MYRIA PETROU TRAVEL AGENCY (EE23901) Ενάγουσας -και- ΧΧΧΧΧ Σαγιά Εναγομένου ---------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα. Σ. Χατζηνεοφύτου για Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Δημοσθένους --------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με την Αγωγή της αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €255,04 δυνάμει υπολοίπου τιμολογίου και/ή λογαριασμού για αγορά ταξιδιωτικών εισιτηρίων επί πιστώσει. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα διατηρεί ταξιδιωτικό πρακτορείο και ασχολείται με την πώληση ταξιδιωτικών πακέτων και αεροπορικών εισιτηρίων. Κατά την 14.10.17 ο εναγόμενος έδωσε προφορικές οδηγίες προς την ενάγουσα όπως αγοράσει και πληρώσει για λογαριασμό του δυο ταξιδιωτικά εισιτήρια μετ' επιστροφής στην Αθήνα για τον ίδιο και τον υιό του. Λόγω του ότι ο εναγόμενος ήταν πελάτης της ενάγουσας επί σειρά ετών προχώρησε στην αγορά και πληρωμή των εισιτηρίων τα οποία εκδοθήκαν στο όνομα του εναγομένου και του υιού του και η ενάγουσα χρεώθηκε το ποσό των €370,-, εκδίδοντας προς τούτο σχετικό τιμολόγιο για το ως άνω ποσό. Όταν ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε για να παραλάβει τα εν λόγω εισιτήρια, αυτός ενημέρωσε την ενάγουσα ότι δεν τα θέλει και ζήτησε από την ίδια να τα ακυρώσει. Η ενάγουσα τότε ακύρωσε τα εισιτήρια προς ζημιά της και της επιστράφηκε από την αεροπορική εταιρεία το ποσό των €114,96, ποσό το οποίο πιστώθηκε στο εν λόγω τιμολόγιο. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά τη συνεργασία τους πάντοτε η ενάγουσα τον έπαιρνε τηλέφωνο και τον ενημέρωνε για τα αποτελέσματα της εκάστοτε έρευνας αγοράς και για τυχόν κράτηση εισιτηρίων αλλά ουδέποτε πληρωμή, εξού και πάντοτε ενημέρωνε τον εναγόμενο ότι σε περίπτωση μη πληρωμής των εισιτηρίων εντός 24 ωρών η κράτηση θα ακυρωνόταν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες στην ενάγουσα για να αγοράσει και πληρώσει εισιτήρια για λογαριασμό του, προσθέτοντας ότι ζήτησε από την ενάγουσα να προβεί σε έρευνα αγοράς εισιτηρίου και διαμονής. Όταν η ενάγουσα τον ενημέρωσε ότι πήρε την πρωτοβουλία να κλείσει και πληρώσει τα εισιτήρια, αυτός της απάντησε ότι δεν τα θέλει και ότι ουδέποτε της έδωσε τέτοιες οδηγίες, ενώ ο ίδιος του προχώρησε μέσω διαδικτύου στην αγορά εισιτηρίων. Η ενάγουσα με την απάντηση της προσθέτει ότι όταν ο εναγόμενος της ζήτησε να ακυρώσει τα εισιτήρια, τον ενημέρωσε ότι θα υποστεί τα έξοδα ακύρωσης ενώ η ίδια της δεν είχε κανένα λόγο να προχωρήσει στην πληρωμή και έκδοση των εισιτηρίων. Η παρούσα αγωγή εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτή έχει τροποποιηθεί και υπάγεται στην κατηγορία των υποθέσεων ταχείας εκδίκασης. Ενόψει τούτου προς υποστήριξη της υπόθεσης της ενάγουσας, κατατέθηκε η ένορκη γραπτή μαρτυρία της ιδίας και από πλευράς εναγομένου η ένορκη μαρτυρία του ιδίου. Η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας επιτελέστηκε επί τη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών της νομολογίας, σε συνάρτηση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον μου. Κατά την ακροαματική διαδικασία αμφότερες πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο της, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η πλήρης επανάληψη και καταγραφή της. Η ενάγουσα με τη μαρτυρία της επανέλαβε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, επιμένοντας στην εκδοχή της ότι με οδηγίες του εναγομένου πλήρωσε και εξέδωσε τα δυο εισιτήρια, αναφέροντας του ότι μετά την αγορά τους δεν θα μπορούσε να τα ακυρώσει και ο εναγόμενος συμφώνησε δίδοντας της οδηγίες να προχωρήσει με την αγορά τους και επισυνάπτει προς τούτο τη σχετική επιβεβαίωση από την αεροπορική εταιρεία ως τεκμήριο 2 και κατάσταση στην οποία φαίνεται η πληρωμή τους από την ίδια ως τεκμήριο 4. Εξέδωσε στη συνέχεια το τιμολόγιο, τεκμήριο 3, για το ποσό των €370,- αναφορικά με την αξία των δυο εισιτηρίων και τις υπηρεσίες εξυπηρέτησης. Ακολούθως όταν ο εναγόμενος την ενημέρωσε ότι διευθέτησε με άλλο τρόπο την μετάβαση του στην Αθήνα ακύρωσε τα δυο εισιτήρια επιστράφηκε στην ίδια από την αεροπορική εταιρεία το ποσό των €114,96 όπως φαίνεται στο τεκμήριο 4 και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό το οποίο αξιώνει. Από την άλλη ο εναγόμενος προώθησε την εκδοχή ότι στις 14.10.17 ζήτησε από την ενάγουσα να προχωρήσει σε έρευνα αγοράς για αεροπορικά εισιτήρια και διαμονή γιατί είχε σκοπό να μεταβεί στο εξωτερικό για να παρακολουθήσει ποδοσφαιρικό αγώνα με τον υιό του. Πάντοτε τον ενημέρωνε ότι θα έπρεπε να πληρώσει εντός 24 ωρών διαφορετικά η κράτηση θα ακυρωνόταν και ουδέποτε η ενάγουσα πλήρωσε για λογαριασμό του. Υποστηρίζει επίσης με την μαρτυρία του ότι στην προκειμένη περίπτωση όταν η ενάγουσα τον ενημέρωσε για το ξενοδοχείο το οποίο βρήκε, της ανέφερε να περιμένει γιατί προτιμούσε άλλο ξενοδοχείο και ουδέποτε της έδωσε οδηγίες για να κάνει κράτηση των εισιτηρίων είτε του ξενοδοχείου. Προσθέτει επίσης ότι αγόρασε από το διαδίκτυο άλλα εισιτήρια και διαμονή χωρίς ιδιαίτερη διαφορά στην τιμή, ενώ η ενάγουσα έπραξε ανεύθυνα και αντιεπαγγελματικά και χωρίς εντολή του ιδίου. Αντιπαραβάλλοντας τις δυο ως άνω ουσιαστικές εκδοχές των διαδίκων, διαπιστώνω ότι η ενάγουσα λέει την αλήθεια και η εκδοχή της κρίνεται πειστική αλλά και λογικοφανής. Η ενάγουσα κατ' αρχάς δεν φαίνεται να είχε κανένα λόγο να προχωρήσει στην έκδοση των εισιτηρίων και την πληρωμή τους χωρίς οδηγίες από τον εναγόμενο, ούτε και ο εναγόμενος παρέθεσε οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο η ενάγουσα θα προέβαινε σε τέτοια ενέργεια και να υποστεί τα έξοδα για κάτι που θα ωφελούσε τον εναγόμενο. Η ενάγουσα για κάθε ισχυρισμό της, όπως την πληρωμή και έκδοση των αεροπορικών εισιτηρίων, παρέθεσε στοιχεία, όπως τα τεκμήρια 2 και 4, ενώ προχώρησε στην έκδοση του τιμολογίου τεκμήριο 3 αναφορικά με τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον εναγόμενο και την αξία των εισιτηρίων. Συνεπώς η εκδοχή της υποστηρίζεται και από τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε. Άλλωστε το μόνο αμφισβητούμενο γεγονός παρέμεινε το κατά πόσο ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες στην ενάγουσα για να πληρώσει και εκδώσει τα δυο αεροπορικά εισιτήρια και όχι το ύψος του ποσού το οποίο φέρει το τιμολόγιο. Από την άλλη ο εναγόμενος παρουσιάζει μια εκδοχή η οποία κατά πρώτο δεν δικογραφείται και κατά δεύτερο, στερείται πειστικότητας. Όπως ο ίδιος υποστήριξε, ο λόγος που δεν έδωσε οδηγίες στην ενάγουσα να προχωρήσει με την έκδοση των εισιτηρίων ήταν γιατί δεν του άρεσε η τοποθεσία του ξενοδοχείου το οποίο του ανέφερε η ενάγουσα. Τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται, εφόσον δικογραφημένη θέση του εναγομένου αποτέλεσε μόνο το ότι ζήτησε από την ενάγουσα να προβεί σε έρευνα για εισιτήρια και διαμονή. Ως είναι γνωστό ισχυρισμοί οι οποίοι δεν δικογραφούνται δεν λαμβάνονται υπόψη. Πέραν όμως τούτου, η ενάγουσα δεν προσέφερε οποιαδήποτε υπηρεσία για διαμονή ούτε το τιμολόγιο το οποίο εξέδωσε αφορά διαμονή στην Αθήνα. Ουσιαστικός όμως λόγος για τον οποίο καταρρίπτεται η εκδοχή του εναγομένου αποτελεί η θέση του ότι ο λόγος για τον οποίο ζήτησε από την ενάγουσα να ακυρώσει τα εισιτήρια ήταν η τοποθεσία του ξενοδοχείου, ενώ αγόρασε όπως λέει εισιτήρια με ελάχιστη διαφορά στην τιμή. Εγείρεται εδώ το ερώτημα για ποιο λόγο να μην προχωρήσει με την αγορά των εισιτηρίων από την ενάγουσα εφόσον η αγορά τους φαίνεται να ήταν ανεξάρτητη από το ξενοδοχείο, ενώ σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας δεν φαίνεται καν να της είχε ζητήσει υπηρεσίες που να αφορούν διαμονή στην Αθήνα. Ούτε και πειστική μπορεί να κριθεί η θέση του εναγομένου ότι αγόρασε εισιτήρια από το διαδίκτυο, εφόσον δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο προς τούτο, θέτοντας έτσι σε αμφιβολία την όλη εκδοχή του, εφόσον αποτέλεσε κύριο επιχείρημα του ότι δεν υπήρχε λόγος να είχε αγοράσει άλλα εισιτήρια. Τα όσα προβάλλει ο εναγόμενος κρίνονται προϊόν δεύτερης σκέψης με μοναδικό σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων του προς την ενάγουσα. Ενόψει των πιο πάνω, αποδέχομαι ως αξιόπιστη και πειστική τη μαρτυρία της ενάγουσας ενώ για τους λόγους τους οποίους παρέθεσα πιο πάνω η μαρτυρία του εναγομένου απορρίπτεται, εκτός των όσων δεν αμφισβητεί. Ενόψει της ως άνω αξιολόγησης και των όσων παρέμειναν αδιαμφισβήτητα στην υπόθεση, τα όσα ανέφερε η ενάγουσα με τη μαρτυρία της καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη τους. Το κύριο επίδικο ζήτημα το οποίο διέπει την υπόθεση είναι κατά πόσο έχει καταρτιστεί νόμιμη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται σε απόδοση θεραπείας. Για να κριθεί ότι έχει συνομολογηθεί μία έγκυρη συμφωνία, απαιτείται τα μέρη να έχουν καταλήξει σε αυτή έχοντας πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης (intention to create legal relations), καθώς επίσης και ότι τούτη διέπεται από αντιπαροχή (βλ. Contract Law, 9η έκδοση σελ. 17-19 και McKendrick Casebook σελ. 4 και 5). H κατάληξη σε μια συμφωνία, γίνεται, συνήθως, με τη εκδήλωση της προσφοράς (offer) και την επακόλουθη αποδοχή (acceptance) της (βλ. Halsbury's Law, 4th Edition (1998 Reissue), Vol. 9

(1), paragraph 629 και 631, pageς 364 και 366, Chitty on Contracts, 27th Edition, paragraphs 2-804 και 2-105 και Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1772). Επίσης, θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα που να αποδεικνύουν τους ουσιώδεις όρους της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας δεσμευτικής συμφωνίας (βλ. Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης
(1993)1 C.L.R. 436 και Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 170). Ο Νόμος Περί Συμβάσεως, Κεφ. 149 και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 10 αυτού, παρέχει ειδική ερμηνεία ως προς τον όρο «συμβάσεις», η οποία είναι η ακόλουθη: «Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών. » Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι μία συμφωνία μπορεί να συνομολογηθεί δια της συμπεριφοράς των μερών, χωρίς απαραίτητα να εκφράζεται με γραπτό ή προφορικό τρόπο. Για να συναφθεί μια δεσμευτική σύμβαση θα πρέπει ασφαλώς αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι να έχουν την ίδια αντίληψη ως προς τους όρους της συμφωνίας. Το δε Δικαστήριο, εκείνο το οποίο πρέπει να πράξει είναι να εγκύψει επί των γεγονότων και στοιχείων της υπόθεσης για να διακριβώσει κατά πόσο αποκαλύπτεται ή όχι συμφωνία (βλ. Βιομετάλ Λτδ ν. Hawaii Hotels Ltd.
(1998)1 AAΔ 281 Gibson v. Manchester City Council
(1979)1 All E.R. 972). Το άρθρο 3 του περί Συμβάσεων Νόμου προβλέπει ότι η αποδοχή της πρότασης θεωρείται ότι έγινε με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του προσώπου που αποδέχεται. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας και τα ευρήματα εις τα οποία κατέληξα, ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες στην ενάγουσα να εκδώσει και πληρώσει τα δυο αεροπορικά εισιτήρια για τον ίδιο και τον υιό του, όπως συνηθιζόταν άλλωστε κατά τη μεταξύ τους συνεργασία. Με τη συμπεριφορά του και οδηγίες του εξέφρασε την πρόθεση του να αγοράσει τα εισιτήρια από την ενάγουσα και της είχε υποσχεθεί ότι θα πληρώσει. Η ενάγουσα στηριζόμενη στην υπόσχεση αυτή, πλήρωσε και εξέδωσε στα πλαίσια των όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους τα δυο εισιτήρια. Τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν την κατάρτιση μιας καθ' όλα νομότυπης και δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την πώληση αεροπορικών εισιτηρίων και παροχή υπηρεσιών της ενάγουσας για το σκοπό αυτό έναντι του ποσού των €370,- Ως προκύπτει από τα ευρήματα μου, εν τέλει, ο εναγόμενος, για λόγους δικούς του και οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, δεν προχώρησε στην υλοποίηση της συμφωνίας, ενημερώνοντας την ενάγουσα όταν του ζητήθηκε να πληρώσει να ακυρώσει τα εισιτήρια, ενέργεια στην οποία προέβηκε η ενάγουσα. Έγινε όμως αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα ήδη είχε πληρώσει το ποσό των €324,- πληρώνοντας την αξία των εισιτηρίων στην αεροπορική εταιρεία, σύμφωνα με τα τεκμήρια 2, 3 και 4, επί τη βάση των όσων είχαν συμφωνηθεί. Άλλωστε, όπως προανάφερα, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι πληρώθηκαν τα εισιτήρια ούτε και το ποσό της αμοιβής της ενάγουσας για τις υπηρεσίες της. Προσθέτω εδώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία ένα τιμολόγιο δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική αξία, αλλά συνυπολογίζεται στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας. Καταλήγω συνεπώς στα πιο πάνω συμπεράσματα μου, έχοντας υπόψη τα όσα προηγηθήκαν της έκδοσης του τιμολογίου στο πλαίσιο της συμφωνίας η οποία ως έχω καταλήξει, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Η όλη συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά, υπό τις περιστάσεις, αδικαιολόγητη υπαναχώρηση από τη συμφωνία και η μη πληρωμή του αξιούμενου ποσού, συνιστά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας. Από την άλλη η ενάγουσα, συμμορφούμενη και προς την υποχρέωση της να μειώσει τη ζημιά της απαίτησε και της καταβλήθηκε μέρος του ποσού των εισιτηρίων το οποίο αφαίρεσε από το χρέος του εναγομένου. Σύμφωνα με τη νομολογία σε περίπτωση παράβασης σύμβασης το μη υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε ζημιά που ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης του υπαίτιου συμβαλλομένου μέρους. Περαιτέρω το ζήτημα χορήγησης αποζημιώσεων καλύπτεται και νομοθετικά. Συγκεκριμένα το άρθρο 73
(1)του Κεφ.149 παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση. Οι αποζημιώσεις υπολογίζονται με βάση την πραγματική ζημιά που υπέστηκε το αναίτιο συμβαλλόμενο μέρος (Άλκης Χατζήκυριακου (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ v. Χ' Ευσταθίου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 305. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την ενάγουσα η ζημιά την οποία υπέστηκε ανέρχεται στο ποσό το οποίο διεκδικεί. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και εφόσον όπως προανέφερα η μαρτυρία της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε ως προς το ύψος της αξίωσης της αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας της ενάγουσας η οποία έγινε αποδεκτή, καταλήγω ότι η ενάγουσα απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση της εναντίον του εναγομένου. Συνεπώς, εκδίδεται Απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €255,04 πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil Jurisdiction/Actions/Final Αναφορά: παράβαση συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.