Σε ότι αφορά την εταιρεία ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Αρ. 23/19, 19/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αίτηση Αρ. 23/19 Σε ότι αφορά την εταιρεία ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 77413) και Σε ότι αφορά τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Ημερομηνία: 19.11.2019 Για την Αιτήτρια: κα Πογιάννη για MANTIS & ATHINODOROU LLC. Για τον πρώην διευθυντή της Εταιρείας κ. Χρίστο Παπαδόπουλο: κ. Ν. Δημοσθένους. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση η Αιτήτρια XXXX Αριστοδήμου αξιώνει: Α) Επανεγγραφή του ονόματος της Εταιρείας ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ στο Μητρώο Εφόρου Εταιρειών. Β) Όπως η εταιρεία και όλα τα πρόσωπα τοποθετηθούν στην ίδια θέση ωσάν η Εταιρεία ουδέποτε να είχε διαγράφει. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 327(1-8) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και στον Κανονισμό 5(
- f)των περί Εταιρειών Κανονισμών. Αναφορά στα δεδομένα της υπόθεσης γίνεται στο σώμα της Αίτησης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη ομολογία της Αιτήτριας. Προς περαιτέρω στήριξη της Αίτησης, στις 5.6.19 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Πέραν του Εφόρου Εταιρειών, η Αίτηση επιδόθηκε και στον ΧXXX Παπαδόπουλο πρώην διευθυντή της Εταιρείας, ο οποίος στις 9.10.19 καταχώρησε ένσταση, υποστηριζόμενη από δική του ένορκη δήλωση. Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα καταγράφονται στις αγορεύσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 327 εδάφια
(1)-
(3)ο Έφορος Εταιρειών διαγράφει εταιρεία από το μητρώο εγγραφής εταιρειών, οπόταν και αυτή διαλύεται, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- Όταν αποστείλει επιστολή για εξακρίβωση κατά πόσο η εταιρεία διεξάγει εργασία ή είναι σε λειτουργία και λάβει απάντηση ότι δεν διεξάγει εργασία ή ότι δεν βρίσκεται σε λειτουργία ή δεν λάβει οποιαδήποτε απάντηση µέσα σε ένα µήνα από την αποστολή δεύτερης επιστολής.
- Κατόπιν αίτησης των συµβούλων της.
- Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής από την εταιρεία του ετήσιου τέλους που προβλέπεται στο άρθρο 391 για περίοδο ενός έτους, από την ηµεροµηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο. Περαιτέρω σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του ίδιου άρθρου οποιαδήποτε εταιρεία που παραλείπει να καταχωρήσει στον Έφορο οποιοδήποτε έγγραφο που απαιτείται από το Νόµο αυτό να καταχωρηθεί σε αυτόν, δύναται να διαγραφεί από το μητρώο εγγραφής εταιρειών µετά την παρέλευση έξι τουλάχιστον µηνών από την ηµεροµηνία της επιστολής του Εφόρου µε την οποία ζητήθηκε το έγγραφο. Αίτηση για επαναφορά στο μητρώο της επωνυμίας εταιρείας που διαγράφηκε για κάποιον από τους πιο πάνω λόγους εδράζεται στο εδάφιο
(7)του ίδιου άρθρου, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
(7)(α) Στην περίπτωση που εταιρεία ή οποιοδήποτε µέλος ή πιστωτής της αισθάνεται δυσαρεστηµένος από το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία διαγράφτηκε από το µητρώο, ή/και όποιος έχει υποστεί ζηµιά από τις πράξεις της εν λόγω εταιρείας πριν τη διαγραφή της, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο την επαναφορά της επωνυµίας της εταιρείας στο µητρώο πριν από την πάροδο είκοσι ετών από τη ηµέρα δηµοσίευσης της διαγραφής της, ως ανωτέρω, δυνάµει των διατάξεων των εδαφίων
(3),
(5)και
(6)σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 365Α. (β) Το Δικαστήριο δύναται, εφόσον ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή ήταν σε λειτουργία, ή διαφορετικά ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο µητρώο, να διατάξει την επαναφορά της επωνυµίας της εταιρείας στο µητρώο, και µε την παράδοση επίσηµου αντιγράφου του διατάγµατος στον έφορο για εγγραφή η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυµία της δεν διαγράφτηκε. (γ) Το Δικαστήριο δύναται µε το εν λόγω διάταγµα να:- (
- i)Δώσει τέτοιες οδηγίες και να εκδώσει τέτοιες διατάξεις που θεωρεί δίκαιες για την αποκατάσταση της εταιρείας και όλων των άλλων προσώπων στην ίδια θέση κατά το δυνατό, ωσάν η επωνυµία της εταιρείας δεν είχε διαγραφεί, (
- ii)διατάξει την παράδοση στον έφορο τέτοιων εγγράφων σε σχέση µε την εταιρεία τα οποία είναι αναγκαία για την επικαιροποίηση του µητρώου το οποίο τηρείται από τον έφορο, (iii) διατάξει την καταβολή των οφειλόµενων τελών της εταιρείας προς τον έφορο, και (
- iv)διατάξει την καταβολή των εξόδων του εφόρου σχετικά µε τη διαδικασία αποκατάστασης της εταιρείας στο µητρώο. Από το λεκτικό της πιο πάνω πρόνοιας και δη των εδαφίων (α) και (β) αυτής προκύπτει ότι, προς επαναφορά της επωνυμίας διαγραφείσας εταιρείας στο μητρώο εταιρειών, πρέπει: 1. Να υποβληθεί αίτηση είτε από την ίδια την εταιρεία ή οποιοδήποτε µέλος της ή πιστωτή της ή πρόσωπο που έχει υποστεί ζηµιά από τις πράξεις της πριν τη διαγραφή της. 2. Η αίτηση να υποβληθεί πριν από την πάροδο είκοσι ετών από τη ηµέρα δηµοσίευσης της διαγραφής της εταιρείας. 3. Το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί: (
- i)Ότι η εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή ήταν σε λειτουργία, ή (
- ii)Ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο µητρώο. Η πιο πάνω πρόνοια είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη των αντίστοιχων διατάξεων των αγγλικών Companies Act. Βοηθητικές για την ερμηνεία της είναι λοιπόν οι σχετικές αγγλικές αποφάσεις. Η πρόνοια αυτή έχει τύχει εξέτασης στην υπόθεση In the matter of Waikiwi Shipping Company Limited v. Thomas Barlow & Sons Natal Limited
(1981)1 J.S.C. p.147 (του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, την οποία εξέδωσε ο Πικής, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε). Ως δε κρίθηκε στη μόνη σχετική απόφαση που εντόπισα να έχει εκδοθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο μας, ήτοι στην Logicom Ltd v. P & G Caresys Ltd
(2005)1Β Α.Α.Δ. 877, με αναφορά στα πιο πάνω, «αίτημα πιστωτή για επανεγγραφή στο Μητρώο Εταιρειών εταιρείας, της οποίας το όνομα διεγράφη, μπορεί να γίνει αποδεκτό για να μπορέσει ο αιτητής να προχωρήσει με μέτρα προς είσπραξη του λαβείν του. Και αυτό, καθώς υποδεικνύεται, γιατί μια εταιρεία μπορεί με δικό της αίτημα να διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών, με σκοπό να στερήσει από τους πιστωτές της το δικαίωμα να προχωρήσουν είτε με αγωγή είτε με αίτηση διάλυσης της για να εισπράξουν το λαβείν τους». Στην In the matter of Waikiwi Shipping Company Limited η ίδια η εταιρεία ζητούσε την επανεγγραφή της ώστε να μπορέσει να συνεχίσει δικαστική διαδικασία που κίνησε και συγκεκριμένα έφεση που άσκησε ενώπιον του South Africa Court of Appeal. Αρκούντως διαφωτιστικό για την ερμηνεία της εν λόγω πρόνοιας (τότε ήταν το άρθρο 327
(6)είναι το ακόλουθο απόσπασμα (η υπογράμμιση δική μου): «We reflected on the concept of a company carrying on business or in operation, as appearing in the context of s. 327
(6), mainly in order to ascertain whether the pursuit of litigation simpliciter constitutes a business activity for the purposes of the law. We must confess that our first reaction was that a company can be said to be carrying on business only if it is engaged in the transaction of its ordinary business, be it at a low level. However such approach runs counter to weighty pronouncements on the subject that cannot be disregarded. Our research revealed to us a recent decision Re Sarflax Limited
(1969)1 All E.R. 529 where very instructive observations were made with regard to the concept of "carrying on business". In that case Oliver J. adverted to the notion of "carrying on business" as encountered in the context of s. 332
(1)of the English Companies Act of 1948, a provision dealing with a company carrying on business with intent to defraud its creditors. It would seem to us that the observations there made are of equal relevance for the interpretation of s. 327
(6), Cap. 113. The learned Judge held that the expression "carrying on business" is not synonymous with actively trading and decided that the collection and distribution of assets with a view to liquidation are activities that constitute "carrying on business''. The Judge was reinforced in his decision by a similar interpretation accorded to "carrying on business" in interpreting s.14
(1)of the Bankruptcy Act 1914. (See Theophile v. Solicitor General
(1950)1 All E.R. 405 and Re Bird
(1962)2 All E.R. 406.) The above cases support the proposition that a bankrupt carries on business until he has performed all the obligations that the fact of trade imposes on him. A study of the above referred to cases establishes that litigation carried on for any purpose incidental to the business of a company or with a view to winding up its affairs qualifies as an act of carrying on business. So if at the time when a company was struck off it was engaged in such litigation the Court may legitimately infer that it was carrying on business. There is no reason in principle why one should distinguish between litigation for the recovery of a debt with a view to distribution among creditors or litigation for the recovery of a claim assigned to a third party. In both cases the litigation is undertaken for purposes incidental to the business of the company and it would matter not whether the ultimate beneficiaries are to be its creditors or assignees. An aspect of the case that has perplexed us, to a degree, is the meaning that should be attributed to the alternative test of carrying on business, that is to the expression "or in operation". We incline to the view, unaided by authority, that "operation" in this context connotes a passive as opposed to a more active existence occurring when a company carries on business. For example, a company may be in operation by retaining its staff without doing any business in anticipation of future business. We need not canvass the question further for, in the light of what has been said earlier, we have reached the conclusion that the petitioners were carrying on business at the time they were struck off the register of Cyprus Companies. Therefore we should examine whether we should, in the exercise of our discretion, restore the company to the register. .............................................. Even if a company is not carrying on business or in operation the Court may order its restoration if of the opinion that so to do is otherwise just. This alternative prerequisite to registration "otherwise just" is inexorably interwoven with the ultimate exercise of the Court's discretion whether to order restoration. We have sifted the evidence before us as well as we could. We are not neutral to the frustration experienced by the creditors in having to carry on with litigation with the petitioners, an insolvent company without any certain prospect that if successful on appeal they will be recompensed for the cost and expense incurred. The creditors fear that they may, in the end, find themselves stranded with a yet larger unsatisfied bill of costs and that, no doubt, is not a pleasing prospect. On the other hand it is injudicious to speculate on the outcome of the appeal under any circumstances more so when the issue is not fairly defined before our Court. It is fair to say that if the petitioners are successful on appeal a judgment in their favour will more than set off the claim of the creditors for judgment and costs. The right of appeal, wherever acknowledged, is a fundamental step in the process of definition of litigants rights. Therefore to refuse the petition would be tantamount to discontinuance of the appeal proceedings. And that appears to us to be unjust. The implications of the insolvency of the petitioners and its repercussions on the claim of the creditors may be referred to a competent South African Courts who may conceivably order security for costs. That again is a matter entirely for the South Africa Courts. As a matter of general proposition it would be correct to say that a Court of Law would be very slow to refuse restoration of a company if such refusal would entail the frustration of pending Court proceedings.» Ως δε προκύπτει από την Re Outlay Assurance Society, L.R. 34 Ch. D. 479; 36 W.R. 343, η διεξαγωγή εργασίας εκ μέρους της εταιρείας αφορά όχι μόνο τη συνέχιση των συνήθων εργασιών της αλλά και την είσπραξη και διανομή περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Στην πιο πάνω υπόθεση η εταιρεία κατά τον χρόνο διαγραφής της βρισκόταν υπό εκούσια εκκαθάριση. Διατάχθηκε η επαναφορά της γιατί υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία να ρευστοποιηθούν και κρίθηκε ότι υπό μια έννοια η επιχείρηση της εταιρείας συνεχιζόταν από τη στιγμή του ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση και εφόσον εκκρεμούσε αγωγή εναντίον των κύριων οφειλετών τους. Όσον δε αφορά το πότε είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την City of Westminster Assurance Co v Registrar of Companies (unreported, 28 June 1996 (CA), η οποία υιοθετήθηκε ουσιαστικά στην Re Priceland Ltd [1997] BCC 207 (η υπογράμμιση δική μου): «It was submitted on behalf of the appellant that it is not just to restore the company to the register because the application is made for an ulterior purpose. It is not made in order to obtain the distribution of the assets of the company, since the company appears to be without assets. Nor is it intended to restore the company to the register so that a liability may be enforced against the company, for the same reason. The respondent's object is to enforce a liability against a guarantor. In my judgment that is not outside the scope of the section. The section is intended to provide a remedy for a person who has a claim, whether against the company or a third party, which can be enforced only if the company is restored to the register. He is a person who, being a creditor of the company, has a legitimate grievance if the company is dissolved and he is no longer able to enforce the liability. It does not matter whether he seeks to enforce the claim against the company itself or whether he needs to establish the company's liability in order to make a claim against a third party such as the company's insurer or guarantor.» Από τα πιο πάνω μπορούν να συναχθούν τα ακόλουθα: · Η φράση «διεξήγαγε εργασία» δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά δηλ. ως συνώνυμη με την ενεργητική άσκηση εμπορικής δραστηριότητας. Δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες διεξάγονται για οποιοδήποτε σκοπό σχετικό με τις εργασίες που ασκεί η εταιρεία ή διαδικασίες με σκοπό την εκκαθάριση των υποθέσεων της (όπως η είσπραξη και διανομή περιουσιακών στοιχείων) εμπίπτουν στην έννοια της «διεξαγωγής εργασιών» για σκοπούς της υπό εξέταση πρόνοιας. Έτσι εάν κατά τον χρόνο της διαγραφής της η εταιρεία εμπλεκόταν σε τέτοιες διαδικασίες το Δικαστήριο μπορεί να συμπεράνει ότι «διεξήγε εργασία». Είναι δε αδιάφορο εάν από τις διαδικασίες αυτές θα επωφεληθεί η ίδια η εταιρεία ή κάποιος πιστωτής της. · Η φράση «ήταν σε λειτουργία» αποκαλύπτει μια παθητική παρά ενεργητική ύπαρξη της εταιρείας όταν ασκεί εργασίες όπως για παράδειγμα όταν διατηρεί προσωπικό εν αναμονή μελλοντικών εργασιών. · Αναφορικά με τη διαζευκτική προϋπόθεση του πότε είναι «δίκαιο», ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αρνείται την αποκατάσταση μιας εταιρείας όταν κάτι τέτοιο θα ματαίωνε ή θα ανέτρεπε εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που εγείρονται είτε από την εταιρεία είτε από κάποιο πιστωτή της, ο οποίος επιδιώκει την είσπραξη του λαβείν του. Το αποτέλεσμα τέτοιων διαδικασιών καθώς και άλλα θέματα όπως το ενδεχόμενο μη πληρωμής των εξόδων ή της μη εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί στα πλαίσια αυτών, δεν είναι θέματα για τα οποία θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο που εξετάζει την αποκατάσταση και δεν πρέπει να οδηγούν σε στέρηση του δικαιώματος του προσώπου που αιτείται κάτι τέτοιο και το οποίο αφού επιλέγει να προωθεί τις δικαστικές διαδικασίες ασφαλώς θα υποστεί και τις όποιες συνέπειες της επιλογής του. Εξέταση της αίτησης Σύμφωνα με τα στοιχεία που θέτει η Αιτήτρια και δεν έχουν αμφισβητηθεί, η Εταιρεία ενεγράφη στις 5.3.1996 σαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, με εγγεγραμμένο γραφείο στην Πάφο. Στις 12.10.2017 καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και εκκρεμεί, η αγωγή υπ' αριθμό 1049/2017 εναντίον της Εταιρείας. Με την αγωγή αυτή αξιώνεται το ποσό των €1.600, πλέον τόκους, ως αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό ζημίες που υπέστη το νυφικό φόρεμα της Αιτήτριας και οι οποίες προήλθαν από τον καθαρισμό, ως αποτέλεσμα της αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμικών καθηκόντων της Εταιρείας. Στις 14.11.2018, ο Έφορος Εταιρειών διέγραψε το όνομα της Εταιρείας από το Μητρώο Εταιρειών. Σχετική Γνωστοποίηση δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ. 4333 ίδιας ημερομηνίας. Ο λόγος για τον οποίο έγινε η διαγραφή δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι κατά το χρόνο διαγραφής της και μέχρι και σήμερα η Εταιρεία συνεχίζει να διεξάγει εργασίες και να διατηρεί το καθαριστήριο ωσάν ουδέποτε να έχει διαγράφει καθώς και ότι η διαγραφή έγινε κακόπιστα και με μοναδικό σκοπό να μη μπορεί να προχωρήσει η εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και να αποφύγει η Εταιρεία τις ευθύνες της για τις ζημιές που της προκάλεσε. Υποστηρίζει δε ότι η μη επανεγγραφή της επωνυμίας της Εταιρείας θα έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος προώθησης της απαίτησης της. Να σημειωθεί ότι ως δικογραφεί στην έκθεση απαίτησης της πιο πάνω αγωγής, οι ζημιές αυτές επήλθαν λίγο χρόνο μετά τις 26.6.2017 που παρέδωσε το νυφικό στο καθαριστήριο της Εταιρείας για καθαρισμό. Ο ενιστάμενος πρώην διευθυντής της Εταιρείας ζητά απόρριψη της Αίτησης. Αρνείται την ισχυριζόμενη στην αγωγή απαίτηση και υποστηρίζει ότι η Εταιρεία πριν την έγερση της αγωγής τερμάτισε τις εργασίες της. Υποστηρίζει ότι αυτό έγινε στις 28.11.2016 και την ίδια ημέρα ακυρώθηκε και η εγγραφή της στο ΦΠΑ (επισυνάπτει επιστολή του Τμήματος Φορολογίας και βεβαίωση εγκεκριμένου Λογιστή-Ελεγκτή). Περαιτέρω πριν την έγερση της αγωγής και συγκεκριμένα από το τέλος του 2016 ο ίδιος προσωπικά έχει εγγράφει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοτελώς εργαζόμενος και λειτουργεί την επιχείρηση του νόμιμα. Δηλώνει δε ότι στα σχεδόν 25 χρόνια της λειτουργίας της Εταιρείας το μόνο που είχε ήταν ζημιά καθώς οι οικονομικές του υποχρεώσεις για την λειτουργία της Εταιρείας δεν ήταν συμφέρουσες. Ως έχει προαναφερθεί κατά την παράθεση της νομικής πτυχής η έννοια της διεξαγωγής εργασίας κατά τον χρόνο διαγραφής δεν ερμηνεύεται στενά, ως δηλ. συμπίπτουσα μόνο με άσκηση εμπορικής δραστηριότητας. Το γεγονός λοιπόν ότι, ως ισχυρίζεται ο ενιστάμενος, στις 14.11.2018 που διαγράφηκε η Εταιρεία, αυτή δεν ασκούσε εργασίες με την έννοια των εμπορικών δραστηριοτήτων, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Είναι αντίθετα αναντίλεκτο γεγονός ότι κατά τον χρόνο της διαγραφής εκκρεμούσε εναντίον της Εταιρεία η αγωγή που ήγειρε η Αιτήτρια με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιά που έχει υποστεί. Τούτου δεδομένου η Αιτήτρια μπορεί να θεωρηθεί ως «πιστωτής» της Εταιρείας. Ακόμη όμως και εάν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιος είναι δίχως άλλο πρόσωπο «που έχει υποστεί ζηµιά από τις πράξεις της» Εταιρείας πριν την διαγραφή της. Το γεγονός ότι ο ενιστάμενος αρνείται την απαίτηση στην αγωγή επίσης δεν οδηγεί σε απόρριψη της Αίτησης. Το κατά πόσο η απαίτηση της Αιτήτριας στην αγωγή είναι βάσιμη και θα επιτύχει δεν αποτελεί αντικείμενο κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου αλλά ασφαλώς του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής. Η ύπαρξη κατά την διαγραφή της, εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας εναντίον της Εταιρείας, με την οποία η Αιτήτρια αποβλέπει στο «να εισπράξει το λαβείν της» κρίνεται, λαμβάνοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω, ως εμπίπτουσα στην έννοια της «διεξαγωγής εργασίας» από πλευράς της Εταιρείας. Ακόμη όμως και να εθεωρείτο ότι η εκκρεμότητα της δικαστικής διαδικασίας δεν συνιστά «διεξαγωγή εργασίας» κρίνω ότι θα ήταν άδικο η Εταιρεία να μην αποκατασταθεί εφόσον κάτι τέτοιο θα καθιστούσε μάταιη και άνευ αντικειμένου την εν λόγω διαδικασία, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να στερηθεί του δικαιώματος της να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη του λαβείν της σε σχέση με ζημιά που υπέστη πριν η Εταιρεία διαγραφεί. Κατάληξη Ως εκ των άνω έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 327
(7)(α)(β) του Κεφ. 113 και έτσι η Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως εξής: (α) Το όνομα της Εταιρείας ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 77413) να επανεγγραφεί στο Μητρώο Εταιρειών. (β) Η Εταιρεία και όλα τα πρόσωπα τίθενται στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν προτού διαγραφεί το όνομα της Εταιρείας από το Μητρώο Εταιρειών. Αντίγραφο του παρόντος Διατάγματος να παραδοθεί στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης κρίνω ότι, εφόσον αυτή οδηγήθηκε σε ακρόαση συνεπεία της ένστασης που καταχώρησε προσωπικά ο πρώην διευθυντής της ως άνω Εταιρείας κ. ΧXXX Παπαδόπουλος, δεν θα ήταν δίκαιο να τα επωμισθεί η επαναφερθείσα Εταιρεία αλλά ο ίδιος ο κ. Παπαδόπουλος. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της Αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του κ. XXXΧ Παπαδόπουλου. (Υπ.)................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Final (Αίτηση για επανεγγραφή ονόματος Εταιρείας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο