Σωτηριάδου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της Σωτηριάδη και της αποβιώσασας μητέρας της Σωτηριάδου ν. Φιλίππου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας Λούρου και ή άλλως Χατζηαλεξάνδρου κ.α., Γεν. Αίτηση 52/19, 13/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση 52/19 Αναφορικά με τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011 και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 Μεταξύ: XXXX Σωτηριάδου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της XXXX Σωτηριάδη και της αποβιώσασας μητέρας της XXXX Σωτηριάδου Αιτήτριας και
- XXXX Φιλίππου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας XXXX XXXXX Λούρου και ή άλλως XXXXX Χατζηαλεξάνδρου
- XXXX Κίμωνος, ως εκκαθαριστή της KRONOS INVESTMENTS (Ρ & A PHILIPPOU) LIMITED Καθ' ων η αίτηση Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 13.11.2019 Για την Αιτήτρια: κα Α. Κορακίδου για ARISTI KORAKIDOU MAKRIDOU LLC. Για το Ενδιαφερόμενο Μέρος BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED: κα Ν. Παπούτσα για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (στο εξής η Κυρίως Αίτηση), η Αιτήτρια αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα επιτρέπον την εκπρόθεσμη κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 23.8.1982 μεταξύ της KRONOS INVESTMENTS (Ρ & A PHILIPPOU) LIMITED και των XXXX και XXXX Σωτηριάδη για το διαμέρισμα με αρ. εγγραφής XXXX στο κτιριακό συγκρότημα "XXXX", επί του Tεμαχίου XXXX, Φ/Σχ. XXXXXX, Τμήμα 2 στην XXXX, εντός 6 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου όπως επιτρέψει την εκπρόθεσμη κατάθεση του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Γ. Διάταγμα για ειδική εκτέλεση του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου, για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος που αφορά ελεύθερου επιβαρύνσεων επ' ονόματι των XXXX και XXXX Σωτηριάδη εντός ενός μηνός από την έκδοση και επίδοση του διατάγματος. Δ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου να μεταβιβάσει το πιο πάνω διαμέρισμα ελεύθερο επιβαρύνσεων επ' ονόματι των XXXX και XXXX Σωτηριάδη. Η Κυρίως Αίτηση επιδόθηκε τόσο στους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 όσο και στο Κτηματολόγιο αλλά και στην BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED. Η τελευταία καταχώρησε ένσταση στις 10.5.
- Το ίδιο έπραξε και η Καθ' ης η αίτηση 1 στις 21.6.
- Στις 13.6.19 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς απάντηση στους ισχυρισμούς που τίθενται στην ένσταση της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση). Η αίτηση εδράζεται στις Δ.39 Κ.1, Δ.48 Κ.1, 2, 3, 4
(1)
(2), 8
(1)και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στα άρθρα 2-7, 11 και 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, στα άρθρα 61 και 92 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και σε αυτήν επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση, την άδεια καταχώρησης της οποίας αιτείται. Η Καθ' ης η αίτηση αντέδρασε με την καταχώρηση ένστασης στην αίτηση, στις 19.6.
- Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη.
- Η αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη καθότι η Αιτήτρια δεν θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία πειστικά ως προς το ότι το αίτημα της υποβάλλεται για «καλό λόγο».
- Η Αιτήτρια καταστρατηγεί τον σκοπό για τον οποίο είναι δυνατόν να γίνει χρήση της δικονομικής δυνατότητας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθώς επιχειρεί να απαντήσει νομικά σε ισχυρισμούς και/ή να επιχειρηματολογήσει και/ή τα όποια γεγονότα επιχειρεί να εισαγάγει μπορούσε να τα εισάξει στην αρχική ένορκη δήλωση, εφόσον ήταν γνωστά σε αυτήν και/ή δεν είναι αναγκαία για τη διάγνωση των επίδικων θεμάτων. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα καταγράφονται στις αγορεύσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική πτυχή Αίτηση προς εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβλέπεται από τη Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Με βάση την πιο πάνω Διαταγή, η οποία έχει τροποποιηθεί ως ανωτέρω με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 5/99 ημερ. 23.12.1999, δεν είναι επιτρεπτή πλέον κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων, σε αντίθεση με το τι ίσχυε προηγουμένως, σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας τηρουμένου βέβαια του δικαιώματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39. Έτσι με αυτήν σκοπείται η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, πέραν της αρχικής που συνοδεύει την αίτηση ή την ένσταση για να δίδεται η δυνατότητα στους διάδικους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο όλα εκείνα τα γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις τους ώστε η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση μιας ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας της διαφοράς. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 510). Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω Διαταγή. Εποµένως το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται, νοουµένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να καταδείξει κάθε φορά την ύπαρξη τέτοιου λόγου. Όσον αφορά το τι συνιστά «καλό λόγο» αυτό δεν καθορίζεται στη Διαταγή. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψην το είδος της αίτησης, η φύση της διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ως επίδικα (βλ. Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφεση Αρ. 24/14, ημερ. 3.11.16), τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Φυσικά τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί αρχικά στο Δικαστήριο (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453). Η επανάληψη του περιεχόμενου της αρχικής στην αίτηση ένορκης δήλωσης, δεν αποτελεί καλό λόγο (βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ 643). Η αμφισβήτηση δε γεγονότων δεν θεμελιώνει δίχως άλλο «καλό λόγο» ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψην όλοι οι σχετικοί παράμετροι. Για να καταδειχθεί «καλός λόγος» σε τέτοια περίπτωση ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο, όχι όμως και άσχετο, υλικό. Ενδεικτική των ανωτέρω είναι η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195 όπου επιτράπηκε η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, εφόσον κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας ή για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των αιτητών αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να επιτραπεί να προβληθούν, αναφορικά με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση της ένστασης του, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων στην κυρίως αίτηση. Εξέταση της αίτησης Πριν προχωρήσω στην ουσία θα εξετάσω την θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 Κ.4
(2)αφορά μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις που συνοδεύονται από ένορκη δήλωση και για τις οποίες εφαρμόζεται η Δ.48 και όχι σε πρωτογενείς και/ή εναρκτήριες αιτήσεις (originating summons) όπως είναι η Κυρίως Αίτηση στην παρούσα, η οποία υποβλήθηκε με βάση τη Δ.55, εξισώνεται με αγωγή και δεν επιτρέπεται η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας παρά μόνο προφορικής. Απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο Αιτήσεις όπως η Κυρίως στην παρούσα, που καταχωρούνται δηλ. δυνάμει του άρθρου 12 του περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011 είναι πρωτογενείς, δόθηκε στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Χατζηιωσήφ, Ζαπίτης & Ασπρίδης Λίμιτεδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 15/2019, ημερ. 6.2.
- Εκεί η θεραπεία πρωτοδίκως ζητήθηκε με την καταχώρηση Γενικής Αίτησης, διαμορφωμένης στη βάση της Δ.
- Εξετάζοντας το θέμα ο έντιμος Ναθαναήλ Δ., έκρινε ότι το μόνο που προνοείται προς απόδοση της προβλεπόμενης θεραπείας, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο Νόμο ή σε ορισμένους διαδικαστικούς κανονισμούς, είναι η καταχώρηση σχετικής αιτήσεως «και είναι πρόδηλο ότι η «αίτηση» νοείται να είναι η συνήθης αίτηση δυνάμει των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών κάτω από τη Δ.48 και όχι πρωτογενής αίτηση («originating summons»), όπως αυτή προσδιορίζεται βασικά με τη Δ.55 των ιδίων Θεσμών». Διαχώρισε δε τις δύο έννοιες ως διαφορετικές, λέγοντας ότι η έννοια της πρωτογενούς αιτήσεως, αναφερόμενης και ως «εναρκτήρια κλήση», απαντάται στη Δ.1 K.2 όπου καθορίζεται να σημαίνει οποιαδήποτε κλήση άλλη από κλήση σε εκκρεμούσα αιτία ή ζήτημα. Κατέληξε συνεπώς ότι «τα προνοούμενα στη Δ.48, ισχύουν για την αίτηση δυνάμει του άρθρου 12». Ως εκ των άνω κρίνω ότι η υπό εξέταση θέση της Καθ' ης η αίτηση δεν ευσταθεί και συναφώς απορρίπτεται. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ο σκοπός για τον οποίο επιχειρείται η κατάθεση μιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (στην περίπτωση γραπτής αίτησης). Στην προκειμένη στην ένορκη της δήλωση, η Αιτήτρια αναφέρει αυτούσια τα όσα επιθυμεί να καταθέσει με την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση (την οποία και επισυνάπτει). Ως προς τον σκοπό της αίτησης υποστηρίζει ότι επιδιώκει να απαντήσει στους ισχυρισμούς που τίθενται στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, για να αποδείξει «το ανυπόστατο και αναληθές τους» και ότι υπάρχει καλός λόγος έγκρισης της αίτησης που είναι να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αληθή γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση ώστε να απονείμει ορθά δικαιοσύνη. Εξετάζοντας το θέμα παρατηρώ κατ' αρχάς ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει συγκεκριμένα σε ποιους ισχυρισμούς γεγονότων που προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση επιδιώκει να απαντήσει, για να κριθεί η διασύνδεση τους με τα επίδικα θέματα στην Κυρίως Αίτηση και η αναγκαιότητα παράθεσης του προς υποστήριξη των θέσεων της, με σκοπό πάντα η ακρόαση της Αίτησης να γίνει στη βάση μιας ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας της διαφοράς. Μια απλή ανάγνωση των παραγράφων 4-9, 12 και 13 της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, καταδεικνύει ότι με αυτές επιδιώκεται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου νομική επιχειρηματολογία. Ως όμως είναι λογικό και προκύπτει άλλωστε τόσο από τη Δ.48 Κ.1 αλλά και από την ίδια τη Δ.48 Κ.4
(2), οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα και μόνο, στο μέτρο που αυτά δεν προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης και η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση τέτοιων γεγονότων. Η νομική επιχειρηματολογία επί των γεγονότων δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις αλλά προφανώς αποτελεί αντικείμενο των αγορεύσεων των διαδίκων. Όλα δε τα γεγονότα που αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους καθώς και τα γεγονότα στις λοιπές παραγράφους της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ήτοι στις με αρ. 10, 11 και 14, φαίνεται ότι ήδη αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 28.2.19 ή περιέχονται ή προκύπτουν από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται εκεί προς υποστήριξη της Κυρίως Αίτησης. Με άλλα λόγια με την παρούσα η Αιτήτρια επιδιώκει να επιχειρηματολογήσει νομικά στη βάση γεγονότων που ήδη τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ουσιαστικά επαναλαμβάνοντας τα και όχι προς απάντηση σε ισχυρισμούς γεγονότων της Καθ' ης η αίτηση. Η επανάληψη των αρχικών γεγονότων και η ανάπτυξη νομικής επιχειρηματολογίας επί τούτων ασφαλώς και δεν μπορεί να κριθεί ότι εμπίπτει στην έννοια του «καλού λόγου» και στους σκοπούς για τους οποίους διαμορφώθηκε η Δ.48 Κ.4
(2), με την τροποποίηση της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω αλλά και τη φύση και τα θέματα που εξετάζονται στα πλαίσια αιτήσεων όπως η Κυρίως Αίτηση, κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει την ύπαρξη αναγκαιότητας και εν γένει καλού λόγου ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παροχής άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της Καθ' ης η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Κυρίως Αίτησης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim (Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο