Χαραλαμπίδη κ.α. ν. Φεσσά κ.α., Αρ. Αγωγής: 1445/09, 27/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1445/09 Μεταξύ:
- xxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxxxxx Χαραλαμπίδη Εναγόντων και
- xxxxxxx Φεσσά
- Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς
- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.02.2018 Μεταξύ:
- xxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxxxxx Χαραλαμπίδη Εναγόντων και
- xxxxxxx Φεσσά
- Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς
- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
- DEMETRIS FESSAS LIMITED
- xxxxxxxx xxxxx Φεσσά
- xxxxxxx Φεσσά Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 14.05.2018 Μεταξύ:
- xxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxx Χαραλαμπίδη
- xxxxxxxxxx Χαραλαμπίδη Εναγόντων και
- xxxxxxx Φεσσά
- Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς
- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
- DEMETRIS FESSAS LIMITED
- xxxxxxxx xxxxx Φεσσά
- xxxxxxx Φεσσά
- xxxxxxx Φεσσά Εναγομένων Ημερομηνία: 27.11.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ε. Κορακίδης για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 4: κ. Σ. Φασουλιώτης για ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2: κ. Χρ. Μελίδης για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 3: κ. Α. Μελάς για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Εναγόμενους 5, 6 και 7: κα Ε. Γεωργιάδου για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Δικόγραφα: Οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, αξιώνουν, εναντίον των Εναγόμενων, την έκδοση (α) διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η κατεδάφιση των οικοδομών εντός του τεμαχίου xx2, ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 4, 5, 6 και 7, στην Πόλη Χρυσοχούς, (β) απόφαση για ποσό των €495,00 μηνιαίως από 01.07.2000 μέχρι κατεδάφισης των πιο πάνω οικοδομών (γ) παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, (δ) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και λογική να χορηγήσει πλέον (ε) τα έξοδα. H απαίτηση των Εναγόντων εδράζεται επί των ισχυρισμών ότι το ακίνητό τους επηρεάστηκε από την ανέγερση κτηριακού συγκροτήματος, κατόπιν άδειας οικοδομής που χορηγήθηκε το 1998 από τον Εναγόμενο 2, η δε ανάπτυξη του κτηριακού συγκροτήματος άρχισε το 2000, χωρίς να αφεθεί απόσταση δέκα ποδών από το κοινό σύνορο του τεμαχίου των Εναγόμενων 4, 5, 6, 7, με αριθμό xx2, με το τεμάχιο των Εναγόντων με αριθμό 741, εντός του οποίου βρίσκεται αρχοντική διατηρητέα κατοικία. Παρά δε το γεγονός ότι, ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, αυτοί προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο και πέτυχαν την ακύρωση της προειρημένης άδειας οικοδομής, ουδείς εκ των Εναγόμενων συμμορφώθηκε με την εν λόγω δικαστική απόφαση προκειμένου να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Ο Εναγόμενος 1 με την Τροποποιημένη Υπεράσπιση του, καταχωρηθείσα στις 07.06.2018, αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων, εγείροντας κατ' αρχήν προδικαστική ένσταση πως δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Αρνείται ότι ήταν ή είναι το πρόσωπο που είχε ή έχει τον έλεγχο των δραστηριοτήτων των Εναγόμενων 4, αφού τέτοιος έλεγχος ασκείται από τις θυγατέρες του, διευθύντριες των Εναγόμενων
- Ωστόσο ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι περί την 08.07.1998 εκδόθηκε επ' ονόματι αυτού και των Εναγόμενων 4 άδεια οικοδομής, κατόπιν εξουσιοδότησης και προτροπής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ισχυρίζεται όμως ότι ουδεμία επέμβαση γίνεται στο τεμάχιο των Εναγόντων, ούτε και οποιαδήποτε οχληρία ή ζημιά ή επίδραση ή μείωση στην ενοικιαστική ή αγοραστική αξία της διατηρητέας οικοδομής που βρίσκεται σ' αυτό. Επιπλέον ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως αν υπήρξε παράνομη επέμβαση σε οικοδομή που ανεγέρθηκε στο τεμάχιο xx2, αυτή αφορούσε σε παρακείμενο νεραύλακο και όχι στο τεμάχιο των Εναγόντων, το οποίο δημόσιο νεραύλακο διασχίζει τα δύο επίδικα τεμάχια, και παραχωρήθηκε και/ή πωλήθηκε περί τις 18.01.2012, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 24.08.2011, στους Εναγόμενους 1 και
- Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι εκκρεμεί έκδοση τελικής απόφασης σε Ιεραρχική Προσφυγή που καταχώρησε ενάντια σε Ειδοποίηση ημερομηνίας 12.07.2007, με την οποία το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως τον κάλεσε να κατεδαφίσει τμήματα της οικοδομής η οποία βρίσκεται στο τεμάχιο xx2, ώστε αυτά να μην επεμβαίνουν στο δημόσιο νεραύλακο. Ως εκ τούτου, ως ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται, η αγωγή των Εναγόντων είναι πρόωρη. Σε κάθε περίπτωση ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης και/ή ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε δυσανάλογη τιμωρία. Ο Εναγόμενος 2 με την Υπεράσπιση του, καταχωρηθείσα την 01.06.2018, εγείρει (α) προδικαστική ένσταση, καθότι ως ισχυρίζεται δεν αποκαλύπτεται μέσα από την Έκθεση Απαίτησης οποιαδήποτε βάση και/ή αιτία αγωγής και/ή λογικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και (β) προδικαστική ένσταση ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων δεν είναι ικανοποιητικά διατυπωμένοι και/ή δεν στοιχειοθετούν παράβαση οποιουδήποτε καθήκοντος εκ μέρους του. Αρνείται δε τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του τεμαχίου xx
- Επιπλέον αρνείται ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε οικονομική ζημιά στους Ενάγοντες, για την οποία, εν πάση περιπτώσει, αν υπάρχει, δεν ευθύνεται ο Εναγόμενος
- Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι παρέλαβε την επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων, ημερομηνίας 12.04.2006, πλην όμως αρνείται ότι παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πως περί την 06.02.2008 ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του Εναγόμενου 1 με την καταχώρηση της υπόθεσης xx5/2008 Ε.Δ. Πάφου. Παραδέχεται επίσης ο Εναγόμενος 2 ότι παρέλαβε την επιστολή του Επίτροπου Διοίκησης, ημερομηνίας 20.12.2006 πλην όμως αρνείται ότι αυτός και/ή η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχουν προβεί σε ενέργειες για αποκατάσταση της νομιμότητας. Παραδέχεται ακόμη ότι έλαβε την επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 10.11.
- Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η Πολεοδομική Αρχή περί τις 10.10.2000 είχε καλέσει τον Εναγόμενο 1, με ειδοποίηση, να κατεδαφίσει την προσθήκη που εκτέλεσε επί του τεμαχίου xx2, με την οποία επέκτεινε το οικοδομικό συγκρότημα προς την ανατολική πλευρά κατά παράβαση των εγκριθέντων σχεδίων. Ακόμη ο Εναγόμενος 2 προβάλλει τη θέση ότι το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως με επιστολή ημερομηνίας 21.11.2000 προς τον Ενάγοντα 1, κοινοποιηθείσα και στον Εναγόμενο 2, τον πληροφόρησε ότι ο Εναγόμενος 1 κλήθηκε να αποκαταστήσει την οικοδομή του, εναρμονίζοντας την με τη διατηρητέα οικοδομή, καθώς και ότι διαπιστώθηκε πως ο Εναγόμενος 1 δεν εφάρμοσε επ' ακριβώς τα εγκεκριμένα σχέδια και ότι στάλθηκε προς τούτο σχετική ειδοποίηση επιβολής. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως η αγωγή εναντίον του είναι εκδικητική, καταχρηστική και σκοπό έχει την αποκόμιση προσωπικού οφέλους και/ή την εξασφάλιση άδειας από τις αρμόδιες αρχές, η οποία να απαλλάσσει την οικοδομή που βρίσκεται στο τεμάχιο των Εναγόντων, xx1, από το χαρακτήρα της διατηρητέας, με απώτερο σκοπό την οικονομική και/ή άλλη εκμετάλλευση του τεμαχίου τους. Οι Ενάγοντες άλλωστε απέστειλαν σχετική επιστολή, ημερομηνίας 10.07.2000, προς τον Διευθυντή του Τμήματος Διατηρητέων και προς τον Υπουργό Εσωτερικών, για αποκήρυξη της εν λόγω οικοδομής ως διατηρητέας πλην όμως το αίτημα τους απορρίφθηκε. Ο Εναγόμενος 3 με την Υπεράσπιση του, καταχωρηθείσα στις 11.06.2018, εγείρει επτά προδικαστικές ενστάσεις με βάση τις οποίες, ως ισχυρίζεται, η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του, καθ' ότι (α) οι Ενάγοντες κωλύονται διά διαγωγής και/ή εγγράφων και/ή συμπεριφοράς, (β) η αγωγή κινήθηκε εναντίον αναρμόδιας αρχής και/ή διάδικου (γ) λανθασμένα, αντικανονικά και κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας περιλήφθηκε ο Εναγόμενος 3 ως διάδικος (δ) δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και/ή αιτία αγωγής εναντίον του (ε) χρησιμοποιείται λανθασμένο ένδικο μέσο και/ή διαδικασία (στ) το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής και (ζ) η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 3 είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Ανεξάρτητα των προαναφερόμενων ενστάσεων ο Εναγόμενος 3 αποδέχεται ότι για το τεμάχιο xx2 εκδόθηκε από το Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς - Εναγόμενο 2 - η Άδεια Οικοδομής με αριθμό xxx3, ημερομηνίας 08.07.1998, η οποία αφορούσε ανέγερση διώροφης οικοδομής και μερικώς τριώροφης, η οποία αποτελείτο από υπόγειο χώρο στάθμευσης, καταστήματα και διαμερίσματα, αρνείται ωστόσο ότι το τεμάχιο των Εναγόντων υφίσταται ζημιά και/ή μείωση της αξίας του. Η διατηρητέα οικοδομή που βρίσκεται εντός αυτού επεμβαίνει σε ξένη περιουσία, ήτοι σε παρακείμενο δημόσιο νεραύλακο. Σε κάθε περίπτωση ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι εφάρμοσε όλα τα ενδεικνυόμενα και επιβεβλημένα μέτρα που προνοούνται στις διατάξεις του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, ήτοι στις 12.07.2007 ο Επαρχιακός Λειτουργός του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου επέδωσε Ειδοποίηση Επιβολής στον Εναγόμενο 1, ιδιοκτήτη του τεμαχίου xx2, με την οποία ο τελευταίος κλήθηκε να κατεδαφίσει εντός ενός μηνός, από την επίδοση, το τμήμα της οικοδομής και της περίφραξης που επεμβαίνουν μέσα στο δημόσιο νεραύλακο, ο δε Εναγόμενος 1 εντός της προθεσμίας ενός μηνός υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή, ενάντια στην Ειδοποίηση Επιβολής, η οποία δεν έχει ακόμη εξετασθεί, ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 3, η αγωγή είναι πρόωρη, ενοχλητική και καταχρηστική. Οι Εναγόμενοι 4 στην Υπεράσπιση τους, καταχωρηθείσα την 27.06.2018, προβάλλουν όμοιες θέσεις και ισχυρισμούς, που προβάλλει ο Εναγόμενος 1 καθώς και προδικαστική ένσταση, στην έκταση που οι ισχυρισμοί αντανακλούν και σχετίζονται με τους Εναγόμενους
- Η επανάληψη τους κρίνεται αχρείαστη. Γενικότερα οι Εναγόμενοι 4 αρνούνται τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους ως πλήρως αβάσιμης. Οι Εναγόμενοι 5 και 6 με κοινή Υπεράσπιση, καταχωρηθείσα την 04.06.2018 αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, με τους οποίους αποδίδεται ευθύνη σ' αυτούς για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε αποδειχθεί ότι υπέστηκαν οι Ενάγοντες και ισχυρίζονται πως, σε κάθε περίπτωση, αυτοί δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε οικοδομική ή άλλη εργασία ή ενέχονται σ' αυτήν, το δε τμήμα του τεμαχίου xx2 στο οποίο έγιναν εργασίες δεν ανήκει ούτε κατέχεται από αυτούς, λόγω συμφωνίας ημερομηνίας 20.08.1999 με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες του τεμαχίου. Οι ισχυριζόμενες ζημιές των Εναγόντων είναι σε κάθε περίπτωση ελλειπείς και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της οχληρίας. Προβάλλουν ακόμη τη θέση ότι οι δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν αναφορικά με το τεμάχιο xx2, δεν δημιούργησαν οποιαδήποτε υποχρέωση σε βάρος των Εναγόμενων 5 και 6, οι οποίοι δεν έχουν ή είχαν ούτως ή άλλως υποχρέωση για κατεδάφιση, και ζητούν την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος 7 με την Υπεράσπιση του, καταχωρηθείσα την 14.06.2018, προβάλλει ισχυρισμούς όμοιους με τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων 5 και 6, στο βαθμό που η αγωγή και οι ισχυρισμοί των Εναγόντων τον αφορούν, και ζητά και αυτός την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων. Με ξεχωριστές Απαντήσεις οι Ενάγοντες απορρίπτουν τις υπερασπίσεις όλων των Εναγόμενων, επαναλαμβάνοντας τις δικογραφημένες θέσεις επί της Έκθεσης Απαίτησης και ζητούν την έκδοση ανάλογης απόφασης και/ή διατάγματος. Με δύο ξεχωριστές Ειδοποιήσεις προς Συνεναγόμενο οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7, που επέδωσαν στους Εναγόμενους 1 και 4, (Ειδοποίηση Εναγόμενων 5 και 6, ημερομηνίας 01.06.2018, προς Εναγόμενους 1 και 4 και Ειδοποίηση Εναγόμενου 7, ημερομηνίας 14.06.2018, προς Εναγόμενους 1 και 4) αξιώνουν: (α) συνεισφορά και/ή κάλυψη και/ή αποζημίωση και/ή άλλες θεραπείες σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης των Εναγόντων, για τις αποζημιώσεις, τα έξοδα και τις άλλες θεραπείες της εν λόγω αξίωσης, επειδή ο λόγος που προκάλεσε την έγερση της αγωγής, είναι το άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα ενεργειών, πράξεων, αποφάσεων και/ή παραλείψεων των Εναγόμενων 1 και/ή 4 που είχαν, ως πρωτογενή αίτιο, τη δραστηριότητα των τελευταίων. (β) ότι δικαιούνται σε προστασία και/ή θεραπεία εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4 που σχετίζεται ή συνδέεται με την αρχική επίδικη διαφορά, μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων, και ουσιαστικά σε προστασία και/ή θεραπεία ίδια όπως αυτή που αξιώνουν οι Ενάγοντες. (γ) όπως οποιοδήποτε ερώτημα ή επίδικο ζήτημα σχετιζόμενο ή συνδεόμενο με την αρχική επίδικη διαφορά στην αγωγή είναι ουσιαστικά το ίδιο, όπως τα ερωτήματα και επίδικα ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων 5, 6 και 7, και θα πρέπει να αποφασισθούν όχι μόνο μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων 5, 6 και 7, αλλά και μεταξύ Εναγόντων, Εναγόμενων 5, 6 και 7 και των Εναγόμενων 1 και 4 ή μεταξύ οποιωνδήποτε από αυτούς. Με τις Εκθέσεις Απαιτήσεως τους, στρεφόμενες εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4, οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 ισχυρίζονται ότι, στην περίπτωση που επιτύχει η αξίωση των Εναγόντων ολικά ή μερικά, οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 δικαιούνται, και γι' αυτό απαιτούν, κάλυψη και/ή αποζημίωση από τους Εναγόμενους 1 και 4 για τέτοιο ποσό της απόφασης, περιλαμβανομένων τόκων, εξόδων και ΦΠΑ, όσο οι Εναγόμενοι 5 και/ή 6 και/ή 7 κληθούν να πληρώσουν στους Ενάγοντες, καθώς επίσης για τα έξοδα υπεράσπισης των Εναγόμενων 5, 6 και 7 και τα έξοδα της απαίτησης τους εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4, επειδή ο λόγος που προκάλεσε την έγερση της αγωγής, δηλαδή οι ισχυριζόμενες από τους Ενάγοντες εργασίες, είναι αποκλειστικά ή διαδοχικά αποτέλεσμα διάπραξης αδικήματος εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και/ή 4 και/ή άλλης παράβασης των νομικών και/ή συμβατικών καθηκόντων των Εναγόμενων 1 και/ή 4 απέναντι στους Ενάγοντες και/ή στους Εναγόμενους 5, 6 και
- Οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 ισχυρίζονται ακόμη πως, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι έγιναν οι ισχυριζόμενες από τους Ενάγοντες εργασίες, αυτές έγιναν από τους Εναγόμενους 1 και 4 και/ή με τη συνεργασία αυτών. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το τμήμα του τεμαχίου xx2, στο οποίο έγιναν οι εν λόγω εργασίες, ανήκει και/ή κατέχεται από τους Εναγόμενους 1 και/ή 4 λόγω συμφωνίας ημερομηνίας 20.08.
- Κατ' επέκταση οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 αξιώνουν δήλωση ότι οι Εναγόμενοι 1 και 4 έχουν υποχρέωση έναντι τους για τέτοιο ποσό οποιασδήποτε απόφασης τυχόν εκδοθεί ενάντια στους Εναγόμενους 5 και/ή 6, και/ή 7 περιλαμβανομένων τόκων, εξόδων και ΦΠΑ, όσο οι Εναγόμενοι 5 και/ή 6 και/ή 7 θα κληθούν να πληρώσουν στους Ενάγοντες, όπως και τα έξοδα υπεράσπισης των Εναγόμενων 5 και/ή 6 και/ή 7 καθώς και για τα έξοδα της Διαδικασίας Συνεναγόμενου. Προσαχθείσα μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία, για την απόδειξη της Απαίτησης των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες - στο εξής ΜΕ - και για την Υπεράσπιση των Εναγόμενων κατέθεσαν πέντε μάρτυρες - στο εξής ΜΥ. Για την απόδειξη της Απαίτησης των Εναγόμενων 5, 6 και 7 εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4, στα πλαίσια των δύο Ειδοποιήσεων Συνεναγόμενου, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την αγωγή, δεν προσκομίστηκε ξεχωριστή προφορική μαρτυρία. Με τη συνδρομή όλων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, κατατέθηκε εκ συμφώνου μέρος των τεκμηρίων, ήτοι Τεκμήρια 1 έως 18, 22 και 23 καθώς επίσης κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης. ΜΕ1 κατέθεσε ο xxxxxxx Χαραλαμπίδης, Ενάγοντας 1, αδελφός των υπόλοιπων Εναγόντων, όλοι τους εξ' αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες κατά ¼ μερίδιο στο τεμάχιο xx5, πρώην τεμάχιο xx1, στην Πόλη Χρυσοχούς και το οποίο εφάπτεται με το τεμάχιο xx2 το οποίο ανήκει στους Εναγόμενους 4-
- Ως περαιτέρω κατέθεσε οι Εναγόμενοι 4 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των 2/3 μεριδίων του τεμαχίου xx2 από 16.12.1999 και οι Εναγόμενοι 5-7 κατά 1/9 μερίδιο έκαστος από 20.11.
- Ως εξήγησε ο ΜΕ1, ο Εναγόμενος 1, ο οποίος είναι εξάδελφος των Εναγόντων, ήταν μέχρι 16.12.1999 ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των 2/3 μεριδίων, τα οποία μεταβίβασε στους Εναγόμενους 4, είναι όμως ένας από τους διευθυντές και μέτοχους αυτών και το πρόσωπο που είχε και έχει τον έλεγχο των δραστηριοτήτων τους. Πρόσθεσε ο ΜΕ1 ότι στο προαναφερόμενο κτήμα των Εναγόντων υπάρχει αρχοντική κατοικία με υπόγειο, η οποία οικοδομήθηκε περί τη δεκαετία του 1930 και έχει κηρυχθεί διατηρητέα, αποτελούμενη από δωμάτιο υποδοχής, τραπεζαρία, κουζίνα, μπάνιο και τέσσερα μεγάλα υπνοδωμάτια με κεκλιμένη στέγη από κεραμίδια και πολύ πλατιούς πετρόκτιστους τοίχους. Αναφέρθηκε επίσης ο ΜΕ1 στο γεγονός ότι την 08.07.1998 χορηγήθηκε από τον Εναγόμενο 2, μετά από εξουσιοδότηση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, άδεια οικοδομής για την ανέγερση κτιρίου, εντός του τεμαχίου xx2, το οποίο δεν θα απείχε 10 πόδια από το κοινό σύνορο με το τεμάχιο των Εναγόντων. Το έτος 2000 ξεκίνησε η υλοποίηση της προαναφερόμενης ανέγερσης και τον Ιούλιο του 2000 άρχισε ο επηρεασμός του τεμαχίου των Εναγόντων, λόγω του ότι η ανέγερση έγινε πολύ κοντά στην αρχοντική κατοικία των τελευταίων. Στη συνέχεια οι Ενάγοντες καταχώρησαν προσφυγή στο Δικαστήριο, το οποίο στις 06.12.2002 ακύρωσε την άδεια οικοδομής του 1998, οι δε Εφέσεις που καταχωρήθηκαν εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 06.12.2002 απορρίφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 03.03.
- Παρά τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, ουδείς από τους Εναγόμενους μερίμνησε για την επαναφορά των πραγμάτων στη νομιμότητα παρ' ότι στάλθηκαν σχετικές επιστολές. Ειδικότερα με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων, ημερομηνίας 12.04.2006 ο Εναγόμενος 2 - Δήμος Πόλεως Χρυσοχούς - κλήθηκε σε συμμόρφωση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και απαιτήθηκε απ' αυτόν η κατεδάφιση της παράνομης οικοδομής των Εναγόμενων 4-
- Ο Εναγόμενος 2 δεν έπραξε οτιδήποτε αποτελεσματικό. Αναφέρθηκε ακόμη ο ΜΕ1 σε επιστολή ημερομηνίας 20.12.2006, της Επιτρόπου Διοίκησης, η οποία κάλεσε τους Εναγόμενους 2 και 3 να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για αποκατάσταση της νομιμότητας, πλην όμως ουδείς εξ αυτών έπραξε οτιδήποτε αποτελεσματικό. Ακολούθησε, σύμφωνα με τον μάρτυρα και επιστολή, ημερομηνίας 10.11.2008, των δικηγόρων των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 2 και το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, με υποβολή απαίτησης για ζημιά που οι Ενάγοντες έχουν υποστεί, και η οποία συνεχίζεται από την ακυρωθείσα άδεια οικοδομής, πλην όμως οι Ενάγοντες δεν έλαβαν απάντηση. Κατά το ΜΕ1 η συμπεριφορά όλων των Εναγόμενων ήταν και είναι τέτοια που οδήγησε τους Ενάγοντες σε απόγνωση, αφού διαπίστωσαν ότι η αποκατάσταση της νομιμότητας δεν υλοποιείται και οι αρμόδιες αρχές παραμένουν αδιάφορες ως προς την τήρηση των νόμων του κράτους, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η παρανομία. Συνέπεια των προαναφερόμενων είναι η συνέχιση της πρόκλησης ζημιάς σε βάρος των Εναγόντων. Ειδικότερα, ο χώρος γύρω από τη διατηρητέα οικοδομή των Εναγόντων έχει μειωθεί σημαντικά, περιορίζοντας και την άνεση χρήσης του χώρου. Ο επηρεασμός συνέχισε ο ΜΕ1, είναι σε τέτοιο βαθμό που επηρεάζει τόσο την αγοραία αξία του κτήματος των Εναγόντων όσο και την ενοικιαστική του αξία. ΜΕ2 κατέθεσε ο xxxxxxx Γερμανός, εκτιμητής ακινήτων, εγγεγραμμένος από το 2000 στο ΕΤΕΚ. Κατόπιν επίσκεψης, στο τεμάχιο των Εναγόντων στην οποία προέβη, έχει ετοιμάσει σχετική εκτίμηση ως προς την αγοραία αξία και ενοικιαστική αξία του εν λόγω ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκεται διατηρητέα κατοικία. Εξήγησε το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης του παρουσιάζοντας το συμπέρασμά του, το οποίο συνίσταται πως υπήρξε επιζήμια επίδραση στο ακίνητο, κατά 50% της αγοραίας αξίας του και κατά 50% της ενοικιαστικής του αξίας. Εξηγώντας περαιτέρω ο ΜΕ2 πώς έχει σήμερα η πραγματική εικόνα και κατάσταση αναφορικά με το κοινό σύνορο των δύο τεμαχίων, του τεμαχίου xx5, πρώην xx1, το οποίο ανήκει στους Ενάγοντες, και του γειτονικού τεμαχίου xx2, μαρτύρησε πως, στο δυτικό σύνορο, η μικρότερη απόσταση μεταξύ των δύο κτιρίων είναι γύρω στο ένα πόδι και κάτι ενώ η μεγαλύτερη απόσταση στο βόρειο μέρος του τεμαχίου γύρω στο ένα μέτρο ή λίγο μεγαλύτερο από το ένα μέτρο. MY1 κατέθεσε ο xxxxxx Σπύρου, δημοτικός μηχανικός του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς - Εναγόμενου 2 - από 01.12.
- Αναφέρθηκε στην άδεια οικοδομής που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 στις 08.07.1998 κατόπιν, μεταξύ άλλων, εξασφάλισης χαλάρωσης του Κανονισμού 6
(3)των Περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών, από τον Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Με βάση την εν λόγω άδεια ο Εναγόμενος 1 ανήγειρε διώροφη οικοδομή επί του τεμαχίου xx2, το οποίο εφάπτεται με το τεμάχιο xx5 εντός του οποίου βρίσκεται διατηρητέα κατοικία ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Η προαναφερόμενη άδεια οικοδομής ακυρώθηκε με σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 03.03.2006 και γι' αυτό ο Δήμος Πόλεως Χρυσοχούς καταχώρησε εναντίον του Εναγόμενου 1, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την ποινική υπόθεση xx5/
- Στα πλαίσια εκδίκασης της προειρημένης ποινικής υπόθεσης εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης της οικοδομής που ο κατηγορούμενος - εδώ Εναγόμενος 1, ανήγειρε καθώς και κατεδάφισης του τοίχου περίφραξης. Επιπλέον ο Εναγόμενος 1 διατάχθηκε να πληρώσει τα σχετικά έξοδα και του επιβλήθηκε συνολικό πρόστιμο €1.400,
- Παρά το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ο Εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε και δεν προέβη σε κατεδάφιση. Οι Ενάγοντες, ως ο ΜΥ1 κατέθεσε, ήταν γνώστες όλων των πιο πάνω διαδικασιών και απ' ότι γνωρίζει μέχρι σήμερα δεν ενδιαφέρθηκαν να προχωρήσουν με ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου 1 για παρακοή διατάγματος, κάτι που νομιμοποιούνται να πράξουν. Σύμφωνα δε με τον ΜΥ1 η διατηρητέα οικοδομή των Εναγόντων δεν έχει με κανένα τρόπο επηρεαστεί αρνητικά, ούτε και έχει μειωθεί η αξία της, λόγω της ανέγερσης της διώροφης οικοδομής από τον Εναγόμενο 1 στο τεμάχιο xx2, ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Άλλωστε ουδέποτε είδε στη διατηρητέα οικοδομή και ούτε μέχρι σήμερα υπάρχει εκεί, πινακίδα ή ένδειξη για πώληση ή για ενοικίαση της. Εξέφρασε, τέλος, την άποψη πως η αγωγή των Εναγόντων είναι εκδικητική και καταχρηστική, επειδή απώτερος σκοπός τους είναι η εξασφάλιση έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές για αποχαρακτηρισμό της οικοδομής τους ως διατηρητέας. ΜΥ2 μαρτύρησε ο xxxxxxxx Μαυρονικόλας αρχιτέκτονας, πολιτικός μηχανικός, δηλώνοντας ότι έχει μεγάλη εμπειρία, για 32 χρόνια, και ότι υλοποίησε πολλά έργα. Ήταν ο μελετητής του έργου της διώροφης οικοδομής που ανεγέρθηκε στο τεμάχιο xx
- Πήρε σχετική εντολή από τον Εναγόμενο 1 και σχεδίασε το έργο το οποίο αφού αδειοδοτήθηκε αυτός επέβλεψε την ανέγερση του. Παρουσίασε και υιοθέτησε, ως μέρος της κύριας εξέτασης του, έκθεση την οποία ετοίμασε - Τεκμήριο 30 - το ουσιώδες περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στο ότι το οικόπεδο στο οποίο έχει ανεγερθεί η οικοδομή, της οποίας επέβλεψε την κατασκευή, βρίσκεται στο πυκνοδομημένο ιστορικό κέντρο της Πόλεως Χρυσοχούς, όπου η δόμηση ακολουθεί το «Συνεχές Σύστημα Δόμησης». Δηλαδή τα κτίρια κτίζονται «επί» των πλαϊνών συνόρων, όπως φαίνεται σε τοπογραφικό σχέδιο και δορυφορική φωτογραφία που επισύναψε στην έκθεση του. Το γεγονός αυτό δεν μειώνει την αξία των κτιρίων, η οποία πρώτιστα βασίζεται στην προβολή τους πάνω σε σημαντικούς εμπορικούς άξονες - πλατείες και δευτερευόντως στην ύπαρξη μικρής ή μεγάλης αυλής. Κατά την κρίση του, το γεγονός ότι το κτήριο του Εναγόμενου 1, αδειοδοτήθηκε με βάση το «Συνεχές Σύστημα Δόμησης», δεν επηρεάζει την αξία του γειτονικού κτηρίου στη βορειοανατολική πλευρά, και ως χαρακτηριστικά ανέφερε, «ο επηρεασμός αυτός είναι αμελητέος». Συμπλήρωσε ότι το κτήριο έχει μελετηθεί και κατασκευασθεί ώστε να είναι αντισεισμικό σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, με βάση το συγκεκριμένο κατασκευαστικό μοντέλο. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί εκ των υστέρων να κατεδαφιστεί μέρος του κτιρίου. Μια τέτοια ενέργεια θα το καθιστούσε αντισεισμικό και ως εκ τούτου παράνομο. ΜΥ3 κατέθεσε η xxxx Φεσσά, εκ των διευθυντών και μέτοχων των Εναγόμενων
- Αναφέρθηκε στην άδεια οικοδομής που εκδόθηκε στις 08.07.1998 από τον Εναγόμενο 2, κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1, ο οποίος είναι ο πατέρας της, και του xxxxxxxxxx Φεσσά. Η διώροφη οικοδομή άρχισε να ανεγείρεται το 2000 αποκλειστικά από τους Εναγόμενους 4, στους οποίους ο Εναγόμενος 1 είχε μεταβιβάσει το 1999 διά δωρεάς τα 2/3 μερίδια που του ανήκαν επί του τεμαχίου xx
- Το υπόλοιπο 1/3 μερίδιο παραχωρήθηκε διά δωρεάς από τον xxxxxxxxx Φεσσά στους Εναγόμενους 5, 6 και
- Οι τελευταίοι ουδεμία συμμετοχή είχαν στην ανέγερση της οικοδομής, η οποία ανεγέρθηκε στη βόρεια πλευρά του τεμαχίου xx2, ήτοι στο τμήμα που αναλογούσε στους Εναγόμενους 4 και το οποίο οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 ουδέποτε κατείχαν ή τους ανήκε. Σύμφωνα με τους όρους σχετικής συμφωνίας διανομής κληρονομιάς, ημερομηνίας 20.08.1999, η εν λόγω οικοδομή ολοκληρώθηκε το 2001, οι δε Εναγόμενοι 4 προέβηκαν σε πώληση είτε σε ενοικίαση προς τρίτα πρόσωπα των διαμερισμάτων και των καταστημάτων που αποτελούν τις επιμέρους μονάδες αυτής. Η ΜΥ3 ανέφερε ακόμη ότι οι Εναγόμενοι 4 μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 03.03.2006, υπέβαλαν αίτηση για παραχώρηση σ' αυτούς δημόσιου νεραύλακου που αποτελούσε το κοινό σύνορο μεταξύ των δύο επίδικων τεμαχίων. Η αίτηση εγκρίθηκε και οι Εναγόμενοι 4 στις 18.01.2012 κατέβαλαν στο Κτηματολόγιο Πάφου το συνολικό ποσό των €19.197,00 για την αγορά του δημόσιου νεραύλακου. Στις 23.06.2008 οι Εναγόμενοι 4 υπέβαλαν αίτηση προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για έκδοση καλυπτικής πολεοδομικής άδειας σε σχέση με την επίδικη διώροφη οικοδομή, η εξέταση της οποίας δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Η ΜΥ3 πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι 4 οφείλουν ποσά πέραν του ενός εκατομμυρίου, προερχόμενα από δάνεια για την υλοποίηση της ανάπτυξης στο τεμάχιο xx2, σε περίπτωση δε που αναγκαστούν να κατεδαφίσουν την επίδικη διώροφη οικοδομή, τα ποσά θα αυξηθούν. Κατέθεσε ακόμη πως ούτε ζημιά προκαλείται στη διατηρητέα οικοδομή των Εναγόντων, ούτε και οποιοσδήποτε επηρεασμός, επειδή η ανέγερση έγινε σε απόσταση οριακά μικρότερη των 3 μέτρων από την επίδικη διατηρητέα οικοδομή. Οι Εναγόμενοι 4 βρίσκονται σε δυσμενή θέση όχι ως αποτέλεσμα δικών τους παραλείψεων, καθ' ότι αυτοί ενήργησαν αφού πρώτα εξασφάλισαν τις απαραίτητες άδειες και χαλαρώσεις. Τυχόν διάταγμα κατεδάφισης της διώροφης οικοδομής θα συνιστά άκρως δυσανάλογη ζημιά με την ασήμαντη ταλαιπωρία την οποία υφίστανται οι Ενάγοντες σε σχέση με τη διατηρητέα οικοδομή την οποία ούτε καν χρησιμοποιούν ή κατέχουν εδώ και δεκαετίες. ΜΥ4 κατέθεσε ο xxxxxxxx Φιντικλής εκτιμητής ακινήτων από το
- Προέβη σε εκτίμηση σκοπός της οποίας ήταν ο υπολογισμός τυχόν επηρεασμού στο αγοραίο ενοίκιο και στην αγοραία αξία του τεμαχίου xx1, ένεκα μειωμένης απόστασης παρακείμενης οικοδομής από το κοινό τους σύνορο, ειδικότερα η εξέταση τυχόν επηρεασμού της ισόγειας διατηρητέας κατοικίας που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του τεμαχίου xx1 ευρισκόμενου στο Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς. Οι οδηγίες του δόθηκαν από το δικηγορικό γραφείο των Εναγόμενων 1 και
- Ετοίμασε προς τούτο σχετική εκτίμηση - Τεκμήριο
- Το καταληκτικό συμπέρασμα που προκύπτει από την εν λόγω εκτίμηση, το οποίο ο ΜΥ4 υποστήριξε κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι πως η ανέγερση της παρακείμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 4-7, σε μειωμένη απόσταση από τη διατηρητέα οικοδομή επιφέρει μηδαμινή επίδραση στους παράγοντες φωτισμού, ηλιασμού, αερισμού, αισθητικής και ορατότητας, και δεν επηρεάζει το αγοραίο ενοίκιο ή την αγοραία αξία της διατηρητέας οικοδομής, ως εκ τούτου ο ΜΥ4 δεν προέβη σε οποιουσδήποτε σχετικούς υπολογισμούς. ΜΥ5 ήταν ο xxxxxxxx Φεσσά, Εναγόμενος 6, ο οποίος δήλωσε εξουσιοδοτημένος, για τα όσα μαρτύρησε, από τους Εναγόμενους 5 και
- Αναφέρθηκε κατ' αρχή σε συμφωνία ημερομηνίας 20.08.1999 η οποία υπογράφτηκε για σκοπούς διανομής κληρονομιάς του αποβιώσαντα xxxxxxx xxxxxxxxxxx Φεσσά. Ο χχχχχχχχχχ χ. Φεσσάς, ο οποίος είναι ο πατέρας των Εναγομένων 5, 6 και 7 έλαβε, στη βάση της προαναφερόμενης συμφωνίας 3/9 μερίδια επί του τεμαχίου χχ2 και τα υπόλοιπα 6/9 έλαβε ο xxxxxxxx Θ. Φεσσάς, που είναι ο Εναγόμενος
- Περί το 2006 ο πατέρας των Εναγόμενων 5, 6 και 7 μεταβίβασε στους τελευταίους το μερίδιο του, κατ' ίσα μέρη, από 1/
- Όσον αφορά στις εργασίες που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων αυτές έγιναν στη βόρεια πλευρά του τεμαχίου xx2 η οποία, στη βάση της συμφωνίας διανομής αντιστοιχεί στο τμήμα του τεμαχίου το οποίο διανεμήθηκε στον xxxxxxx Θ. Φεσσά - Εναγόμενο
- Το τμήμα του τεμαχίου xx2 που έγιναν εργασίες δεν ανήκει ούτε κατέχεται από τους Εναγόμενους 5, 6 και 7 και τούτο κατ' εφαρμογή της συμφωνίας διανομής κληρονομιάς ημερομηνίας 20.08.1999 η οποία εξακολουθεί να ισχύει. Οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε οικοδομική ή άλλη εργασία. Ουδέποτε ήταν μέρη σε δικαστικές διαδικασίες για τις οποίες δόθηκε μαρτυρία κατά τη δίκη. Κατά το Μάρτιο του 2018 με έκπληξη τους παρέλαβαν την παρούσα αγωγή. Γνώριζαν περί διαφορών μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου 1 χωρίς όμως να γνωρίζουν λεπτομέρειες. Λόγω της ύπαρξης της συμφωνίας ημερομηνίας 20.08.1999 θεωρούσαν ότι οι προαναφερόμενες διαφορές δεν τους αφορούσαν. Ούτε οχλήθηκαν πριν το Μάρτιο του 2018 από οποιονδήποτε αναφορικά με τα θέματα της παρούσας αγωγής. Ωστόσο, ως ο μάρτυρας κατέθεσε, μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7, κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου τους, προχώρησαν στις 11.04.2018 με αίτηση για διαίρεση του τεμαχίου xx2 σε δύο οικόπεδα και στις 10.05.2018 έλαβαν άρνηση χορήγησης άδειας, λόγω του ότι η άδεια που εκδόθηκε για την υφιστάμενη οικοδομή στη βόρεια πλευρά του τεμαχίου xx2 ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επικοινώνησε ο Εναγόμενος 6 με τη κα xxxx Φεσσά, η οποία ενεργεί για τους Εναγόμενους 4, και της ζήτησε να υποβάλει την απαραίτητη αίτηση ώστε να ληφθεί άδεια για την υφιστάμενη οικοδομή, προκειμένου να προχωρήσει ο διαχωρισμός. Η κα Φεσσά επιβεβαίωσε στον Εναγόμενο 6 ότι καταχωρήθηκε αίτηση για την υφιστάμενη οικοδομή, οπότε ο τελευταίος προχώρησε με νέα αίτηση για διαίρεση του τεμαχίου xx2 σε δύο οικόπεδα. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των διαδίκων ανέπτυξαν τα επιχειρήματα τους μέσω γραπτών κειμένων, τα οποία παρέδωσαν στο Δικαστήριο, στην προσπάθεια τους να το βοηθήσουν προκειμένου να αποφανθεί επί της παρούσας διαφοράς. Η βοήθεια όντως και η συνδρομή τους προβάλλει πλήρως παραγωγική, αφορούσε τόσο σε ανάλυση της μαρτυρίας αλλά και σε παραπομπή σχετικών αυθεντιών. Επανάληψη ωστόσο των προωθημένων θέσεων των διαδίκων δε κρίνεται χρήσιμη αλλά ούτε και απαραίτητη στο παρόν στάδιο. Το Δικαστήριο διατηρεί τις θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων κατά νου και θα προβεί σε αξιολόγηση τους στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που παρουσίασαν οι διάδικοι (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργείται έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη ή αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως, η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους, και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα όταν βρίσκεται στο εδώλιο να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Ο Ενάγοντας 1, έχει κάθε λόγο και συμφέρον να επιτύχει η αγωγή του, το γεγονός συνυπολογίστηκε από το Δικαστήριο. Υπήρξε έντονος σε κάποια χρονικά σημεία καθ' όλη τη μαρτυρία του, αντεξεταζόμενος από τους συνήγορους των Εναγόμενων, παρά ταύτα κρίνεται πως αυτό το στοιχείο οφειλόταν αφενός στο ότι πρόκειται για άτομο αυθόρμητο ταυτόχρονα όμως ευθύ και κατηγορηματικό στις τοποθετήσεις του, αφετέρου στο γεγονός ότι αισθανόταν πικρία και δυσανασχέτηση εξαιτίας του αναμφίβολου γεγονότος ότι ανεγέρθηκε διώροφη οικοδομή δίπλα από το ακίνητο του, χωρίς να τηρηθεί ο σχετικός κανονισμός και για πολλά χρόνια μέχρι σήμερα δεν δικαιώνεται, υπό την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται η σχετική νομοθεσία ούτε το διάταγμα Δικαστηρίου για κατεδάφιση, το οποίο αναμφισβήτητα εκδόθηκε από το 2010, ως αυτός βέβαια αντιλαμβάνεται τη σημασία των προαναφερόμενων γεγονότων. Ανεξάρτητα αν έχει δίκιο ή όχι και σε ποιο βαθμό, το Δικαστήριο εδώ αποδίδει το συγκεκριμένο τρόπο που κατέθεσε και όχι σε οποιοδήποτε άλλο κλονιστικό της αξιοπιστίας του στοιχείο. Παρατηρείται πως ουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας του επιβεβαιώνονται και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Μαρτύρησε ο ΜΕ1 ότι στο δυτικό μέρος των συνόρων των δύο επίδικων τεμαχίων η απόσταση της διώροφης οικοδομής απέχει περί το ένα πόδι και κάτι σε κάποιο σημείο. Αμφισβητήθηκε ο ΜΕ1 γι' αυτή του τη μαρτυρία πλην όμως καμία άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, κυρίως από πλευράς Εναγόμενων, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να την αντιμάχεται. Επιπλέον, διαπιστώνεται πως η εν λόγω μαρτυρία του ΜΕ1 ενισχύεται από τη φωτογραφία Γ του Τεκμηρίου 20, το οποίο αποτελεί την εκτίμηση που κατέθεσε ο ΜΕ2, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης και αμφισβήτησης ως προς το εν λόγω ζήτημα. Υπήρξε ειλικρινής ο ΜΕ1 όταν του υποβλήθηκε ότι, μεταξύ των προηγούμενων ιδιοκτητών των μεριδίων που κατέχουν σήμερα οι Εναγόμενοι 4 από τη μια και των Εναγόμενων 5, 6 και 7 από την άλλη, υπήρξε συμφωνία διανομής του τεμαχίου xx2, αποδεχόμενος το γεγονός παρ' ότι δεν γνώριζε περί τούτου από την αρχή. Δεν διαπιστώθηκε ότι απέφευγε να τοποθετηθεί στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, αντίθετα απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές, εμμένοντας με συνέπεια στη μαρτυρία του. Σε κάθε περίπτωση δεν εντοπίζονται αντιφάσεις μέσα από τα λεγόμενα του οι οποίες να υπαγορεύουν στο Δικαστήριο προβληματισμό ή επιφύλαξη ως προς την ειλικρίνεια των λεγομένων του. Συνακόλουθα των προαναφερόμενων το Δικαστήριο κρίνει τον ΜΕ1 αξιόπιστο μάρτυρα. Είναι νομολογημένο (βλέπε υπόθεση Π. Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633) ότι τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να δεχθούν μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψουν ένα άλλο μέρος της, όταν όμως πρόκειται για περίπτωση αξιόπιστου μάρτυρα. Τέτοια είναι και η περίπτωση του ΜΕ1. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν είναι εύλογο να γίνει αποδεκτό, καθότι αποτελεί προϊόν υπερβολής χωρίς όμως να εκπορεύεται από πρόθεση παράστασης αναληθούς γεγονότος ως πραγματικού. Πιο συγκεκριμένα κρίνεται μη αποδεκτή η μαρτυρία του ότι δεν γίνεται «κανονικός εξαερισμός» στα δύο επηρεαζόμενα παράθυρα της διατηρητέας οικοδομής. Εφόσον τα παράθυρα των εν λόγω υπνοδωματίων ανοίγουν, έστω ότι είναι μικρή η απόσταση που τα χωρίζει από τη διώροφη οικοδομή, ως η κοινή λογική υπαγορεύει κάποιος εξαερισμός γίνεται. Πέραν της γενικότητας της εν λόγω μαρτυρίας, ο ΜΕ1 δεν είναι ειδικός επί του θέματος, του εξαερισμού, ώστε να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του όπως αυτός την παρέθεσε. Δεν γίνεται επίσης αποδεκτή η μαρτυρία του ότι ουδείς εκ των Εναγόντων μπορεί να παραμείνει πλέον στη διατηρητέα κατοικία εξαιτίας της διώροφης οικοδομής, μετά το 2001, που αυτή ανεγέρθηκε. Διαφάνηκε άλλωστε, ξεκάθαρα, από τη μαρτυρία του ΜΕ1, ότι οι λόγοι που οι Ενάγοντες δεν διαμένουν στην επίδικη κατοικία τους δεν έχουν αποκλειστική αιτία τον όποιο επηρεασμό της από την ανέγερση της διώροφης οικοδομής. Υπενθυμίζεται ότι έγινε αναφορά για ύπαρξη και άλλης διαμονής στην περιοχή της Πάφου ενώ ο Ενάγοντας 4 ζει μόνιμα στην Αμερική. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται πως η εν λόγω διατηρητέα κατοικία, ως είναι κοινώς αποδεκτό, έχει 4 υπνοδωμάτια και άλλους χώρους, συνακόλουθα δεν κατέστη πλήρως μη κατοικήσιμη ως η θέση που προώθησε ο ΜΕ1, αφού ο όποιος επηρεασμός αφορά στα δύο υπνοδωμάτια που βρίσκονται στη δυτική πλευρά. Οι ΜΕ2 και ΜΥ4 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες εκτιμητές. Κρίνεται επιβεβλημένο όπως η μαρτυρία τους τύχει αλληλοσύγκρισης και κοινής αξιολόγησης, ενόψει του ότι η γνώμη και τα συμπεράσματα τους αφορούν στο ίδιο αντικείμενο. Κατ' επέκταση κρίνεται κατ' αρχήν χρήσιμο όπως γίνει μνεία στις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων στη βάση των οποίων και το παρόν Δικαστήριο έχει διενεργήσει την αξιολόγηση τους. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746 αναφέρθηκε ότι: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works ν. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades ν. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται πως: «Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic ν. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία.» Επισημαίνεται βέβαια ότι η εξ' ακοής μαρτυρία είναι πλέον αποδεκτή και εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να αποφανθεί αν θα την κρίνει αξιόπιστη, και κατ' επέκταση να της αποδώσει την πρέπουσα βαρύτητα. Σε πιο πρόσφατη νομολογία, στην υπόθεση Ανδρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 162/2014 ημερομηνίας 02.05.2017, επαναλήφθηκαν επί της ουσίας τους οι καθοδηγητικές γραμμές επί των οποίων εδράζεται η αξιολόγηση πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων. Λέχθηκε ότι: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Το Δικαστήριο σημειώνει εξ' αρχής πως, αναφορικά με τα προσόντα και τις γνώσεις, γενικότερα την εμπειρογνωμοσύνη για την οποία κλήθηκαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες να καταθέσουν, δεν διατηρεί επιφυλάξεις αν και αμφισβητήθηκαν, ειδικότερα και πιο έντονα στην περίπτωση του ΜΕ
- Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται πως είναι απαραίτητη η εγγραφή του μάρτυρα στο RICS (Royal Institute of Chartered Surveyors) προκειμένου αυτός να μπορούσε να προβεί σε εκτίμηση ή ότι εξαιτίας της μη εγγραφής στερείται της ικανότητας να δώσει την άποψη του ως εκτιμητής. Ο ΜΕ2 είναι πτυχιούχος και εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ ως εκτιμητής - βλέπε Τεκμήριο 24 - όπως και ο ΜΥ
- Όσον αφορά στην εμπειρία των ΜΕ2 και ΜΥ4 η οποία εμφανώς αποκαλύφθηκε μέσα από τη μαρτυρία τους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι συνυφασμένη με τα γενικότερα προσόντα ως προς την άσκηση του επαγγέλματος τους, συνεπώς θα συνεκτιμηθεί και αυτή ως ένα στοιχείο, για ό,τι αυτό αξίζει μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν την ικανότητα τους. Συνεπώς το αποτέλεσμα και η καταληκτική τους γνώμη ως προς το αντικείμενο που κατέθεσαν, θα αξιολογηθεί έχοντας κατά νου και τα προλεγόμενα αλλά και υπόλοιπα στοιχεία που συντέλεσαν στη διαμόρφωση της γνώμης τους. Υπενθυμίζεται ότι κατόπιν μελέτης και σχετικής επίσκεψης στα δύο επίδικα ακίνητα, οι ΜΕ2 και ΜΥ4 ετοίμασαν εκθέσεις εκτίμησης, στις οποίες διατυπώνουν το σκεπτικό και την κατάληξη τους, την οποία παρουσίασαν και υποστήριξαν κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Εφ' όσον και οι δύο τους επισκέφθηκαν τα επίδικα ακίνητα, πριν εκφράσουν τη γνώμη τους γραπτώς, αυτοί προώθησαν τη μαρτυρία τους ως πραγματογνώμονες, εμπειρογνώμονες. Συνακόλουθα των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο κρίνει πως νομιμοποιείται να αποδεχθεί τους εν λόγω μάρτυρες, και έτσι τους αποδέχεται, ως πραγματογνώμονες, εμπειρογνώμονες. Έχοντας διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τη μαρτυρία των δύο προαναφερόμενων μαρτύρων, το Δικαστήριο κατέληξε πως, ως προς τα γεγονότα που αυτοί αντιλήφθηκαν κατά την επίσκεψη τους, δεν έχουν μεγάλη απόκλιση πλην όμως είναι εμφανής η κάθετη διαφωνία ως προς την ερμηνεία και αξιολόγηση των γεγονότων ή της αντίληψης που αποκόμισαν, εξ ου και κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Ό,τι συνεπώς απομένει είναι η εξέταση και αξιολόγηση των συμπερασμάτων τους και αν αυτοί έπεισαν το Δικαστήριο για την αποδοχή τους. Υπενθυμίζεται πως στην υπόθεση Vassilico Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 CLR 389 αναφέρθηκε πως αφενός το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα επιστημονικά κριτήρια ώστε να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, και να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να εκδώσει τη δική του ανεξάρτητη απόφαση, εφαρμόζοντας τα εν λόγω κριτήρια στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιον του, αφετέρου, ο Δικαστής δεν δεσμεύεται να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα ακόμα και αν δεν αμφισβητηθούν, αφού οι διάδικοι επιζητούν την απόφαση Δικαστηρίου και όχι μία τυχόν διφορούμενη τοποθέτηση ενός εμπειρογνώμονα. Επανερχόμενο το Δικαστήριο στο ζητούμενο, έχοντας κατά νου ότι ο ΜΕ2 έχει αμφισβητηθεί και ως προς την αξιοπιστία του αλλά ως προς την ικανότητα του να προβεί σε ορθή εκτίμηση, επειδή δεν έχει προβεί σε μετρήσεις των πραγματικών αποστάσεων που χωρίζουν τα δύο επίδικα ακίνητα, κυρίως στο δυτικό σύνορο της διατηρητέας οικοδομής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις που διέπουν την παρούσα υπόθεση να γίνει αποδεκτή η θέση των συνηγόρων των Εναγόμενων, ότι ο ΜΕ2 ενήργησε με προχειρότητα. Άλλωστε ούτε και ο ΜΥ4 προέβη σε μετρήσεις. Λόγω της φύσης της παρούσας υπόθεσης ο υπολογισμός της απόστασης, με τους κανόνες της οπτικής παρατήρησης του ΜΕ2, κρίνεται ικανοποιητικός. Ήταν σαφής ο ΜΕ2 ότι σε κάποια σημεία, τα οποία υπέδειξε επικαλούμενος φωτογραφίες τις οποίες ο ίδιος τράβηξε, ήταν περί το ένα πόδι και κάτι και σε άλλη περίπτωση περί το ένα μέτρο και κάτι. Εδώ επισημαίνεται πως η αμφισβήτηση παρέμεινε μετέωρη. Οι φωτογραφίες Γ και Δ, επί του Τεκμηρίου 20, που ο ΜΕ2 παρουσίασε, ως πραγματική μαρτυρία είναι εξίσου αν όχι και πιο αξιόπιστη από την προφορική μαρτυρία, με τους κανόνες της οπτικής παρατήρησης επιτρέπουν και δικαιολογούν την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ
- Σημειωτέον δε ότι οι εν λόγω φωτογραφίες επί του περιεχομένου τους δεν αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω, η άποψη του ΜΕ2 περί επηρεασμού της διατηρητέας κατοικίας των Εναγόντων, λόγω της ανέγερσης της διώροφης και εν μέρει τριώροφης οικοδομής στο γειτονικό τεμάχιο, υποστηρίχθηκε με πειστικές εξηγήσεις και σε κάθε περίπτωση συνάδει πλήρως με την κοινή λογική, αφού η απόσταση που τοποθετήθηκε η εν λόγω οικοδομή είναι τόσο μικρή που θα ήταν παράλογο να μην υπάρξει επίδραση, είτε στο φως είτε στον αέρα, που φυσιολογικά θα παρεχόταν στη διατηρητέα κατοικία αν η απόσταση ήταν στα 10 πόδια. Σχετική υποβολή, προς τον εν λόγω μάρτυρα, πως αν η διώροφη οικοδομή ανεγειρόταν σε απόσταση τριών μέτρων από το σύνορο της διατηρητέας οικοδομής τότε δεν θα διαφοροποιείτο η κατάσταση, ως προς το ποσοστό του φωτός ή του αέρα, κρίνεται ανεδαφική, επειδή αφενός συγκρούεται με την κοινή λογική, αφετέρου δεν υποστηρίχθηκε πειστικά κάτι τέτοιο από άλλο μάρτυρα ή και τον ΜΥ4 ο οποίος υποστήριξε μεν τέτοια θέση αλλά όχι στην απόσταση των 3 μέτρων αλλά η τοποθέτηση του αφορούσε πιο μικρή απόσταση. Ξεκαθαρίζεται ωστόσο πως ο βαθμός επίδρασης στο φως και οι επιπτώσεις από αυτήν αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο ως προς τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, με το οποίο το Δικαστήριο θα ασχοληθεί σε κατοπινό στάδιο. Σε κάθε περίπτωση δεν διαπιστώθηκε πως ο ΜΕ2 έχει προβεί σε διαφοροποίηση γεγονότων ή άλλων δεδομένων προκειμένου να υποστηρίξει τη γνώμη του. Υπήρξε ειλικρινής καταθέτοντας, και τούτο ως ενδεικτική αναφορά, ότι δεν δυσκολεύτηκε να ανοίξει τα παράθυρα των δύο επηρεαζόμενων υπνοδωματίων της διατηρητέας κατοικίας στο δυτικό της σύνορο, παρά τη μικρή απόσταση που χώριζε τις δύο οικοδομές στο εν λόγω σημείο, κάτι που ο ΜΕ1 καθ' υπερβολή άφησε να νοηθεί ότι συμβαίνει. Παρά τα πιο πάνω σχόλια και στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μαρτυρία του ΜΕ2, αποτελεί ζητούμενο για το Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται η αποδοχή της κατάληξης και των συμπερασμάτων του, ότι εξαιτίας της ανέγερσης της διώροφης οικοδομής στο τεμάχιο xx2 (α) η αγοραία αξία της διατηρητέας οικοδομής επηρεάστηκε κατά 50% και (β) ότι η ενοικιαστική της αξία επηρεάστηκε επίσης κατά 50%. Με δεδομένο το σεβασμό και την εκτίμηση στην προσπάθεια που ο ΜΕ2 έκανε, τόσο για την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης του όσο για την παρουσίαση της στο Δικαστήριο, το τελευταίο δεν πείσθηκε για την αξιοπιστία της. Προκύπτει πως η κατάληξη του ΜΕ2 παρουσιάζει κενά και αδυναμίες, συνεπώς δεν είναι ορθό να γίνει αποδεκτή. Πιο συγκεκριμένα παρότι η συγκριτική μέθοδος αποτελεί αναγνωρισμένη και ορθότερη, στις πλείστες περιπτώσεις, μέθοδο για καθορισμό εκτίμησης, είτε της αγοραίας είτε της ενοικιαστικής αξίας ακινήτου, αυτήν άλλωστε χρησιμοποίησε και ο ΜΥ4 ως ορθή μέθοδο, διαφαίνεται ότι ο ΜΕ2 απέδωσε ποσοστό 50% στη μείωση της αξίας και για τις δύο περιπτώσεις, χωρίς όμως να αιτιολογήσει επαρκώς και να εξειδικεύσει με πειστικό τρόπο την επιλογή του, ως προς τον καθορισμό του ποσοστού 50%. Κατά την αντεξέταση του συνηγόρου των Εναγόμενων 4, κατόπιν πρόκλησης του συνηγόρου, επιχειρήθηκε, ομολογουμένως, από τον ΜΕ2, κάποια εξειδίκευση του ποσοστού πλην όμως κρίνεται πως δεν ήταν στον αναμενόμενο βαθμό. Παρεμβάλλει εδώ να επισημανθεί και το γεγονός πως ούτε στην έκθεση που ο ΜΕ2 ετοίμασε κάνει κάποια σχετική αναφορά, ώστε να εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπήρχε στο μυαλό του κάποιος επί μέρους συλλογισμός. Συνεπώς, στο μυαλό του ΜΕ2 κατά τη σύνταξη της έκθεσης του, δεν υπήρξε τέτοιος προβληματισμός ως προς τον καθορισμό του ποσοστού 50%. Περισσότερο διαφάνηκε, αυτό εισέπραξε το Δικαστήριο, ότι ο ΜΕ2 αφού δικαιολογημένα διαπίστωσε παρεμπόδιση του φωτός προς τη διατηρητέα κατοικία, προέβη σε ένα κατ' αποκοπή ποσοστό μείωσης της αγοραίας και της ενοικιαστικής αξίας αυτής. Επιβαλλόταν όμως κάποιος περαιτέρω συλλογισμός ή υπολογισμός ενόψει του γεγονότος ότι, όπως διαφάνηκε, ο επηρεασμός της διατηρητέας κατοικίας από το φως ή τον αέρα προκαλείται κυρίως σε δύο υπνοδωμάτια και όχι σε άλλο μέρος του κτηρίου. Η διατηρητέα κατοικία ωστόσο, όπως έχει ήδη προγενέστερα αναφερθεί, αποτελείται και από άλλα δωμάτια και άλλους χώρους, εν πάση περιπτώσει, αφενός τα δύο επηρεαζόμενα δωμάτια δεν είναι το 50% της κατοικίας, αφετέρου η αξία του ακινήτου δεν αφορά μόνο το μέρος όπου είναι το κτήριο αλλά, όπως με ειλικρίνεια ο ΜΕ2 αποδέχθηκε, η αξία περιλαμβάνει και μεγάλο μέρος της γης στο οποίο δεν υπάρχει οικοδόμημα. Βέβαια, η συλλογιστική αυτή του Δικαστηρίου δεν διατυπώθηκε για να καθοριστεί ως η απαιτούμενη ή η ιδανική για να γινόταν αποδεκτή η γνώμη του ΜΕ2, αλλά για να διαφανεί η ανεπάρκεια στον καθορισμό του ποσοστού ύψους 50%, το οποίο προβάλλει γενικό και αόριστο υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τον ΜΥ4, του οποίου το κύριο συμπέρασμα είναι πως δεν προκαλείται επίδραση στη διατηρητέα κατοικία, ή εν πάση περιπτώσει είναι μηδαμινή, παρατηρείται κατ' αρχήν πως ούτε αυτός κατέθεσε οτιδήποτε σχετικό με τις ακριβείς αποστάσεις που χωρίζουν τα δύο επίδικα ακίνητα, αφού δεν προέβη σε μετρήσεις, κυρίως στο δυτικό σύνορο της διατηρητέας οικοδομής. Επίσης δεν φαίνεται να εισήλθε εντός αυτής για επιθεώρηση, κυρίως στα δύο υπνοδωμάτια που είναι στην πλευρά της διώροφης οικοδομής. Στην έκθεση εκτίμησης του - Τεκμήριο 33 - αναφέρεται σε ανέγερση της διώροφης οικοδομής με μειωμένη απόσταση χωρίς να αναφερθεί ποια είναι αυτή η απόσταση, αφήνοντας να νοηθεί ότι δεν είχε σημασία η πραγματική απόσταση. Το γεγονός προκαλεί ερωτηματικά και επιφυλάξεις στο Δικαστήριο για την αντικειμενικότητα του, ιδιαίτερα όταν κατόπιν επανειλημμένων ερωτήσεων στην αντεξέταση, επιμελώς απέφυγε να τοποθετηθεί για την πραγματική απόσταση που χωρίζει τα δύο ακίνητα στο δυτικό σύνορο της διατηρητέας κατοικίας. Επίσης προκαλεί εντύπωση που στην έκθεση εκτίμησης του ενώ αναφέρεται για το καθεστώς της άδειας οικοδομής για τη διώροφη οικοδομή, αποφεύγει να αναφερθεί, στο αδιαμφισβήτητο και πασίδηλο προς όλους τους παράγοντες της δίκης, γεγονός, ότι αυτή ακυρώθηκε από Δικαστήριο και η απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ό,τι εξάγεται από έναν τρίτο παρατηρητή, ο οποίος θα μελετήσει την έκθεση του ΜΥ4, είναι πως αυτός έντεχνα αποφεύγει αναφορές οι οποίες ξεκάθαρα προκαλούν ή συνθέτουν αρνητική εκ πρώτης όψεως εικόνα για τη διώροφη οικοδομή, και τούτο προκειμένου αυτός να εστιάσει την προσοχή κάπου αλλού, όπως και έπραξε αναφερόμενος στην ύπαρξη δέντρων που αποκόπτουν το φως ή τον αέρα, ωσάν να μην υπήρχε ζήτημα ανέγερσης της διώροφης οικοδομής σε πολύ μικρή απόσταση από τη διατηρητέα κατοικία. Η κοινή λογική υπαγορεύει πως όντως ένα δέντρο επηρεάζει το φως και τον αέρα, ταυτόχρονα, όμως προβάλλει ακατανόητη η θέση του ΜΥ4 πως η διώροφη οικοδομή ύψους 8,30μ., και σε κάποιο σημείο απόσταση ενός ποδιού και κάτι δίπλα από τη διατηρητέα κατοικία, δεν την επηρεάζει. Η εντύπωση που ο ΜΥ4 άφησε είναι πως οι απαντήσεις του ήταν περισσότερο προϊόν έξυπνης τοποθέτησης παρά πλήρους και ειλικρινούς διαφώτισης του Δικαστηρίου ως προς την πραγματική εικόνα που επικρατεί στα σύνορα των δύο επίδικων ακινήτων. Κατέληξε ο ΜΥ4 ότι δεν επηρεάστηκε ο φωτισμός ή ο αερισμός της επίδικης διατηρητέας οικοδομής, αλλά ούτε επηρεάστηκε η αγοραία ή ενοικιαστική της αξία, ή εν πάση περιπτώσει η επίδραση είναι αμελητέα και μηδαμινή που δεν μπορεί να την ονομάσει. Κατανοητό ότι ο ΜΥ4 δεν βρήκε κτίρια με ίδια πραγματική κατάσταση που επικρατεί για τα δύο επίδικα ακίνητα, ταυτόχρονα όμως η υιοθέτηση της θέσης ότι υπήρξε μηδαμινός επηρεασμός τον περιόρισε από τον περαιτέρω υπολογισμό και καθορισμό, έστω με αναπροσαρμογές, κάποιου ποσοστού επηρεασμού της ενοικιαστικής αξίας της διατηρητέας κατοικίας. Σε κάθε περίπτωση η κατηγορηματική θέση του ότι, παρά τις προαναφερόμενες μικρές αποστάσεις που χωρίζουν τα δύο επίδικα ακίνητα, και στις οποίες ο ΜΥ4 απέφυγε να τοποθετηθεί, η επίδραση στο φως είναι μηδαμινή, προβάλλει πλήρως αντίθετη με την κοινή λογική. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η έκθεση εκτίμησης του ΜΥ4 ήταν προϊόν αντικειμενικής κρίσης και ορθής επιστημονικής αποτίμησης όλων των δεδομένων που περιβάλλουν τα δύο επίδικα ακίνητα και δεν την αποδέχεται. ΜΥ1 ήταν ο υπάλληλος, δημοτικός μηχανικός, του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς. Η μαρτυρία του καθηκόντως αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο έχοντας κατά νου ότι το εν λόγω πρόσωπο προφανώς έχει σημαντικό ρόλο στη διαδραμάτιση γεγονότων ή στη μη λήψη μέτρων ή ενεργειών συμβουλευτικών, λόγω της θέσης που κατέχει. Είναι ο δημοτικός μηχανικός του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς με τα σχετικά και ανάλογα καθήκοντα. Επιβάλλεται όπως η μαρτυρία του αντικρισθεί με την ανάλογη επιφυλακτικότητα και προσοχή, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτή είναι προϊόν ειλικρίνειας ή προσπάθειας κάλυψης, είτε ενδεχομένως δικών του ευθυνών ή και του Δήμου στον οποίο εργάζεται. Υπό τις πιο πάνω σκέψεις το Δικαστήριο έχει διεξέλθει τη μαρτυρία του ΜΥ1, κατανοώντας ότι ο μάρτυρας εκπροσωπεί πρώτιστα εαυτόν και δεν κλήθηκε να καταθέσει ως υπόλογος για πράξεις ή ενέργειες του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, ωστόσο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ήταν τέτοιο που δεν έπεισε το Δικαστήριο πως κατάφερε να αποστασιοποιηθεί από τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης και να τοποθετηθεί με αντικειμενικότητα. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν αδιαμφησβήτητα γεγονότα που εδραίωθηκαν παράνομα, πλην όμως ο ΜΥ1 τοποθετήθηκε στη μαρτυρία του ωσάν να μην υπήρχε τέτοιο ιστορικό. Ο ίδιος ως πολιτικός μηχανικός ενώ διαφάνηκε ότι γνώριζε πως ο Δήμος Πόλεως Χρυσοχούς έχει καθήκον για αποκατάσταση της νομιμότητας, ταυτόχρονα παρέπεμπε σε απουσία ή παράλειψη των Εναγόντων που δεν καταχώρησαν ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον των ιδιοκτητών της διώροφης οικοδομής. Τέτοια θέση είναι τουλάχιστον ατυχής, αποκάλυψε προφανή προσπάθεια για απαλλαγή των ευθυνών του Δήμου ο οποίος επέδειξε την ασυγκινησία του έναντι των ευθυνών και υποχρεώσεων του. Πρόβαλε δε τη θέση πως σε κάθε περίπτωση ο Δήμος θα πάρει και άλλα μέτρα όταν θα δοθεί η απάντηση από την Πολεοδομική Αρχή στη νέα αίτηση, που υποβλήθηκε το 2018, από τους Εναγόμενους 4, σχετικά με τη διώροφη οικοδομή. Έδωσε ακόμη την εξήγηση ότι ο Δήμος Πόλεως Χρυσοχούς αναμένει να δει όλα τα στοιχεία και θα πράξει ανάλογα. Η εν λόγω μαρτυρία του ΜΥ1 προβάλλει παράδοξη αφού τα πράγματα είναι τόσο ξεκάθαρα στο μυαλό ενός τρίτου και καλόπιστου παρατηρητή. Κρίνεται πως η μαρτυρία του αυτή αποτελούσε ακόμη μία προσπάθεια για κάλυψη των παραλείψεων του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, στον οποίον εργάζεται. Προβάλλει εύλογο το ερώτημα, τί είναι αυτό που αναμένει ο ΜΥ1 ή ο Δήμος ότι θα αποφασίσει η Πολεοδομική Αρχή, δεδομένου του λόγου της ακύρωσης της άδειας οικοδομής από το 2003, όπως επισφραγίσθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο δεν δικαιολογούσε τη λήψη μέτρων μέχρι σήμερα ή τι είναι αυτό που θα προστεθεί ως ανατροπή στη λήψη μέτρων. Σε κάθε περίπτωση δεν διαφάνηκε πως ο ΜΥ1 σε προσωπικό επίπεδο έπραξε ή εισηγήθηκε ότι ήταν δυνατό, ούτε και προέβαλε μαρτυρία προς τέτοια κατεύθυνση, για αποκατάσταση της νομιμότητας, πλην όμως δεν εισακούστηκε από το Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς. Αντίθετα διαφάνηκε πως συμπορεύεται, δια των απόψεων του, πλήρως με τη στάση του Δήμου, αφού δυστυχώς για αυτόν, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, η άδεια οικοδομής του 1998 ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, εμμένοντας στην ορθότητα της παραχώρησης χαλάρωσης προς όφελος του τεμαχίου xx2, στο οποίο ανεγέρθηκε η διώροφη οικοδομή. Προσωπική επίσης άποψη - μαρτυρία - του ΜΥ1 ότι η αγωγή είναι καταχρηστική επειδή οι Ενάγοντες ζήτησαν τον αποχαρακτηρισμό της διατηρητέας κατοικίας, κάτι που δεν εγκρίθηκε, δεν γίνεται αποδεκτή. Οι Ενάγοντες, ανεξάρτητα από το αν θα αποδείξουν ή θα στοιχειοθετήσουν αγώγιμο δικαίωμα, φαίνεται πως έχουν υπόβαθρο γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση τους, το οποίο εύλογα δικαιολογεί προσφυγή στο Δικαστήριο για αναζήτηση θεραπείας, μιας και στη λογική του ΜΥ1 οι Ενάγοντες μπορούσαν να αποταθούν και με ιδιωτική ποινική υπόθεση μετά που ακυρώθηκε η άδεια οικοδομής του
- Μαρτύρησε επίσης ο ΜΥ1 ότι μέτρησε την απόσταση μεταξύ των δύο επίδικων ακινήτων και η πιο μικρή ήταν στο 1,7 μέτρα. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εν λόγω μαρτυρία, καθ' ότι αντικρούεται από το περιεχόμενο της φωτογραφίας Γ του Τεκμηρίου 20, η οποία με τους κανόνες της απλής οπτικής παρατήρησης διαψεύδει τον ΜΥ
- Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή του ΜΥ1, την οποία απορρίπτει ως αναξιόπιστη. ΜΥ2 ήταν ο αρχιτέκτονας και μηχανικός του έργου για την ανέγερση και ολοκλήρωση της διώροφης οικοδομής. Ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε ως πραγματογνώμονας, εμπειρογνώμονας, προκειμένου να στηρίξει την άποψη του για την ορθότητα της χαλάρωσης που δόθηκε από τον Εναγόμενο 2, και πως η επίδραση στο φως προς τη διατηρητέα κατοικία είναι αμελητέα, υποστηρίζοντας ότι ο σχεδιασμός της διώροφης οικοδομής έγινε με βάση το «Συνεχές Σύστημα Δόμησης». Τα όσα έχουν παρατεθεί προγενέστερα, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2 και ΜΥ4, ως προς τις αρχές αξιολόγησης εμπειρογνωμόνων, επαναλαμβάνονται και για την περίπτωση του ΜΥ
- Περαιτέρω και ως προς αυτόν το μάρτυρα, το Δικαστήριο αντίκρυσε τη μαρτυρία του με επιφυλακτικότητα. Είναι ο μηχανικός του έργου και έχει συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, έχει δε κάθε λόγο να στηρίζει την ορθότητα της άποψης του αλλά και τη νομιμότητα της διώροφης οικοδομής. Ξεκαθαρίζεται πως το γεγονός και μόνο ότι ο ΜΥ2 είναι ο μηχανικός του έργου δεν αποτελεί μεμπτό εγχείρημα, είναι άλλωστε ελεύθερος επαγγελματίας και οφείλει να προστατέψει τα προσωπικά του συμφέροντα, υποστηρίζοντας την ορθότητα της εργασίας του, δεδομένης όμως ταυτόχρονα της υποχρέωσης του να παραμείνει αντικειμενικός έναντι των επίδικων γεγονότων. Διαφάνηκε πως ούτε αυτός κατάφερε να αποστασιοποιηθεί από τη διαφορά στην οποία έμμεσα εμπλέκεται. Επιχείρησε ξεκάθαρα να υποστηρίξει την ορθότητα της απόφασης για την παραχώρηση έκδοσης άδειας με χαλάρωση, μέσα από επιχειρήματα και λογικές οι οποίες δεν αναγνωρίζονται ως ικανές για παραχώρηση χαλάρωσης στη συγκεκριμένη επίδικη περίπτωση, και οι οποίες ξεκάθαρα δεν έγιναν αποδεκτές από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η άδεια οικοδομής του
- Πρόκειται για επιστήμονα και το Δικαστήριο αναγνωρίζει το δικαίωμα του να έχει τη δική του διαφορετική άποψη, η οποία είναι σεβαστή, πλην όμως θα πρέπει να καταστεί αντιληπτό πως το Δικαστήριο δεν τον κρίνει ως ένα όργανο που επιβραβεύει επιστημονικές εργασίες ή ανεξάρτητες ιδέες ή απόψεις. Η επιμονή του σε απόψεις που δεν έγιναν αποδεκτές από το Ανώτατο Δικαστήριο δημιουργεί δικαιολογημένα την εντύπωση πως ο σκοπός του ήταν η υποστήριξη και μόνο της εκδοχής των Εναγόμενων 4, οι οποίοι έχουν υποβάλει και νέα αίτηση για εξασφάλιση άδειας οικοδομής, χωρίς να έχουν συμμορφωθεί με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αδιαφορώντας ή παραγνωρίζοντας ότι το σκεπτικό ήταν καταλυτικό, αφού η μη διατήρηση απόστασης 10 ποδών είναι ο λόγος που ακυρώθηκε η άδεια. Παραγνώρισε επίσης ο ΜΥ2 το θέμα της νομιμότητας και την ύπαρξη του διατάγματος κατεδάφισης που εκδόθηκε για την επίδικη διώροφη οικοδομή στην ποινική υπόθεση xx5/2008 του Ε.Δ. Πάφου, και κατά αντιφατικό τρόπο ενθυμάται την έννοια της νομιμότητας προκειμένου να στηρίξει την άποψη πως αν κατεδαφιστεί μέρος της διώροφης οικοδομής αυτή θα απωλέσει την αντισεισμικότητα της και θα είναι παράνομη. Η επιλεκτική προώθηση απόψεων δεν αποτελεί εχέγγυο αντικειμενικότητας για τον ΜΥ2 του οποίου οι θέσεις δεν γίνονται αποδεκτές. Σε κάθε περίπτωση τονίζεται πως ο ΜΥ2 δεν ανέπτυξε κάποια επιχειρηματολογία στην οποία πιστεύει ότι θα παραχωρηθεί άδεια οικοδομής με την υφιστάμενη κατάσταση στα πλαίσια της νέας αίτησης που υπέβαλαν οι Εναγόμενοι
- Η μαρτυρία του ότι καμία επίδραση προκαλείται στη διατηρητέα κατοικία των Εναγόντων συγκρούεται με την κοινή λογική για τους λόγους που εξηγήθηκαν νωρίτερα στην περίπτωση άλλων μαρτύρων που υποστήριξαν την ίδια θέση και δεν γίνεται αποδεκτή. ΜΥ3 κατέθεσε η xxxx Φεσσά, διευθύντρια των Εναγόμενων
- Παρ' ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της αποδέχθηκε την πραγματικότητα όπως αυτή έχει διαμορφωθεί αναφορικά με την επίδικη διώροφη οικοδομή, και τις δυσκολίες που προκύπτουν, προώθησε τη θέση πως εφ' όσον η εν λόγω οικοδομή έχει ανεγερθεί εντός του τεμαχίου των Εναγόμενων 4, δεν υπάρχει πρόβλημα, ωσάν αυτό να ήταν το ζήτημα που απασχολεί τους Ενάγοντες, αδιαφορώντας ότι η παρανομία συνίσταται στη μη διατήρηση της απόστασης των 10 ποδών και της αρνητικής επίδρασης που το γεγονός αυτό προκαλεί στη διατηρητέα κατοικία των Εναγόντων. Δεν γίνεται αποδεκτή, η θέση της ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά ή επίδραση στο ακίνητο των Εναγόντων επειδή δεν υπάρχει η απόσταση των 3 μέτρων. Ο λόγος εξηγήθηκε κατά την αξιολόγηση άλλων μαρτύρων που προώθησαν την ίδια άποψη. Ο ΜΥ5, xxxxxxxx Φεσσάς, Εναγόμενος 6 στην υπόθεση, διαφάνηκε πως δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τον συνήγορο των Εναγόντων αλλά ούτε και από τον συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 4, εναντίον των οποίων στρέφεται απαίτηση των Εναγόμενων 5, 6 και 7 για συνεισφορά. Αφορούσε η μαρτυρία του, κυρίως στο χρόνο που οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 κατέστηκαν συνιδιοκτήτες του τεμαχίου xx2, αλλά και στη συμφωνία διανομής του 1999 - Τεκμήριο
- Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε ασυνέπεια ή κλονιστικά στοιχεία στη μαρτυρία του και ως εκ τούτου την αποδέχεται ανεπιφύλακτα. Ευρήματα Λαμβάνοντας υπόψη τη πιο πάνω αξιολόγηση καθώς επίσης την αδιαμφησβήτητη και αναντίκρουστη μαρτυρία αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν, εκ συμφώνου, στην υπόθεση, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως θα εκτεθούν στη συνέχεια. Δεδομένου του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 - κείμενο παραδεκτών γεγονότων - προκύπτει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας 1, στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, είναι αδελφός των Εναγόντων 2, 3 και
- Οι Ενάγοντες είναι εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες, κατά ¼ μερίδιο ο καθένας, του κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/xxxx3, τεμάχιο xx1, (νυν τεμάχιο xx5) του Φ/Σ xx/xxxxxx2 που βρίσκεται στην Πόλη Χρυσοχούς. Το τεμάχιο xx2 (νυν τεμάχιο xx2), του Φ/Σ xx/xxxxxx2 ανήκει σήμερα στους Εναγόμενους 4, 5, 6 και
- Πιο συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι 4 είναι από 16.12.1999 εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των 2/3 μεριδίων και οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 είναι από 20.11.2006 εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, κατά 1/9 μερίδιο ο καθένας. Ο Εναγόμενος 1 ο οποίος είναι εξάδελφος των Εναγόντων, ήταν μέχρι την 16.12.1999 ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των 2/3 μεριδίων του τεμαχίου xx2 τα οποία μεταβίβασε στους Εναγόμενους 4, των οποίων ήταν και είναι ένας από τους διευθυντές και μέτοχους. Στο τεμάχιο των Εναγόντων xx1 υπάρχει διατηρητέα κατοικία, αποτελούμενη από τέσσερα υπνοδωμάτια, κουζίνα, τουαλέτα, σαλόνι και άλλους χώρους. Κατά το έτος 1992 υποβλήθηκε αίτηση από τον Εναγόμενο 1 για χορήγηση άδειας οικοδομής που αφορούσε σε ανέγερση, εντός του τεμαχίου xx2, συγκροτήματος από καταστήματα, υπόγειο χώρο στάθμευσης και διαμερίσματα στον πρώτο και δεύτερο όροφο. Κατά την 08.07.1998 χορηγήθηκε στον Εναγόμενο 1, από τον Εναγόμενο 2, μετά από εξουσιοδότηση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, άδεια οικοδομής για την ανέγερση, εντός του προαναφερόμενου τεμαχίου, διώροφης οικοδομής. Το 2000 ξεκίνησε η υλοποίηση της πιο πάνω ανάπτυξης. Οι Ενάγοντες θεωρώντας ότι παραβιάστηκε ο Κ.6
(3)των περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών προσέφυγαν στο Δικαστήριο με την προσφυγή 1317/2000 και στις 06.12.2002 πέτυχαν την ακύρωση της πιο πάνω άδειας οικοδομής - Τεκμήριο 7 η σχετική απόφαση. Οι Αναθεωρητικές Εφέσεις που καταχωρήθηκαν εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 06.12.2002 απορρίφθηκαν την 03.03.2006 από το Ανώτατο Δικαστήριο - Τεκμήριο 8 η σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες, μέσω του δικηγόρου τους, απέστειλαν στον Εναγόμενο 2, επιστολή ημερομηνίας 12.04.2006, - Τεκμήριο 9 - την οποία κοινοποίησαν στον Υπουργό Εσωτερικών και στον Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως πληροφορώντας για την έκδοση, στις 03.03.2006, της Απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση η οποία ακύρωσε την άδεια οικοδομής του
- Η Επίτροπος Διοίκησης απέστειλε επίσης στον Εναγόμενο 2 και στην Κυπριακή Δημοκρατία τις επιστολές ημερομηνίας 20.12.2006 - Τεκμήριο 10 - επικαλούμενη τη λήψη των απαραίτητων ενεργειών για αποκατάσταση της νομιμότητας, καθώς και επιστολή στον Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 22.02.2017 - Τεκμήριο
- Οι Ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν στον Εναγόμενο 2 και στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως την επιστολή ημερομηνίας 10.11.2008 - Τεκμήριο 12 - αξιώνοντας αποζημιώσεις μέχρι την άρση της παρανομίας. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε στο Ε.Δ. Πάφου κατά την 06.02.2008 την ποινική υπόθεση με αριθμό xx5/08 - Τεκμήριο 15 το σχετικό κατηγορητήριο της υπόθεσης - εναντίον του Εναγόμενου
- Στα πλαίσια εκδίκασης της εν λόγω υπόθεσης εκδόθηκε, στις 09.02.2010, διάταγμα - Τεκμήριο 23 - με το οποίο ο Εναγόμενος 1 διατάχθηκε να κατεδαφίσει, μεταξύ άλλων, τη διώροφη οικοδομή που ανεγέρθηκε στο τεμάχιο xx2, και η οποία σήμερα ανήκει στους Εναγόμενους
- Το εν λόγω διάταγμα συντάχθηκε 13.01.
- Το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως είχε αποστείλει στον Εναγόμενο 1 την ειδοποίηση επιβολής ημερομηνίας 12.07.2007 - Τεκμήριο 14 - καλώντας τον να κατεδαφίσει τμήματα της διώροφης οικοδομής τα οποία επενέβαιναν επί δημόσιου νεραύλακου, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά σε άρση της παρανομίας λόγω της ακύρωσης της άδειας οικοδομής. Οι Εναγόμενοι 4 αφότου κατέστηκαν, την 16.12.1999, ιδιοκτήτες του τεμαχίου xx2, κατά 2/3 μερίδια, επί του μέρους που ανεγέρθηκε η διώροφη οικοδομή, γνώριζαν περί του γεγονότος, ότι η εν λόγω οικοδομή δεν είχε άδεια καθότι ακυρώθηκε, ωστόσο κατέχουν αυτήν μέχρι σήμερα χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής. Επιπλέον αποτελεί εύρημα πως, δια της ανέγερσης της διώροφης οικοδομής επί του τεμαχίου xx2, λόγω του ότι αυτή ανεγέρθηκε χωρίς να διατηρηθεί απόσταση 10 ποδών από το δυτικό σύνορο του τεμαχίου χχ1, στο οποίο βρίσκεται η διατηρητέα κατοικία των Εναγόντων, και επειδή σε κάποια σημεία η απόσταση είναι περί το ένα πόδι και κάτι, καθώς και περί το ένα μέτρο και κάτι, επηρεάστηκε ο ηλιακός φωτισμός που εισερχόταν στη διατηρητέα οικοδομή μέσω των δύο παραθύρων των δύο υπνοδωματίων αυτής, κείμενα στη δυτική της πλευρά. Καμία άλλη πηγή φωτός υπάρχει στα προαναφερόμενα υπνοδωμάτια. Προ της ανέγερσης της διώροφης οικοδομής ουδέποτε υπήρχε οικοδόμημα το οποίο να παρεμπόδιζε την είσοδο ή την απόλαυση του φωτός προς τη διατηρητέα κατοικία των Εναγόντων, στο βαθμό που επηρεάζεται σήμερα και μετά την ανέγερση της διώροφης οικοδομής. Ενόψει της ποιότητας της μαρτυρίας της ΜΥ3 το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε ασφαλές εύρημα ότι μέρος της διώροφης οικοδομής, διαμερίσματα ή γραφεία, πωλήθηκαν ή ενοικιάζονται σε τρίτα πρόσωπα και σε ποιο μέρος της οικοδομής. Επισημαίνεται, ότι καμία πειστική μαρτυρία παρουσιάστηκε σχετιζόμενη με ανάλογες γραπτές συμφωνίες. Σε κάθε περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι δεν έγινε οριζόντιος διαχωρισμός της διώροφης οικοδομής, είτε αυτή να εγγράφηκε ως κοινόκτητη οικοδομή. Τέλος, αποτελεί εύρημα ότι, κατά την έκδοση του διατάγματος, στις 09.02.2010, στην ποινική υπόθεση xx5/2008 Ε.Δ. Πάφου δεν φαίνεται να αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο 1, εναντίον του οποίου εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα, ότι αυτός έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης της διώροφης οικοδομής από 16.12.
- Επίσης, δεν φαίνεται να αναφέρθηκε οτιδήποτε για το εν λόγω γεγονός στη δικαστική διαδικασία τόσο κατά την προσφυγή υπ' αρ. xxx7/2000 στην οποία ο Εναγόμενος 1 συμμετείχε ως ενδιαφερόμενο μέρος όσο και κατά τις Αναθεωρητικές Εφέσεις xxx5 και xxx6 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτικής φύσεως, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Οι Ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, καθώς και οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 να αποδείξουν τους ισχυρισμούς της Απαίτησης τους εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4, όπως αυτή ηγέρθηκε στη βάση των δύο Ειδοποιήσεων Συνεναγόμενου. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό αυτής, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Η φύση της παρούσας υπόθεσης και το αντικείμενο της, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και όπως αυτή έχει εξελιχθεί κατά τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου, απαιτεί όπως οι Ενάγοντες, προκειμένου να επιτύχουν στην Απαίτηση τους, αποδείξουν ότι λόγω της ανέγερσης της διώροφης οικοδομής στο γειτονικό τους τεμάχιο xx2, έχει επηρεαστεί η χρήση και η απόλαυση του ακινήτου τους, υπό την έννοια ότι εμποδίζεται η απόλαυση εύλογου φωτός. Επισημαίνεται ότι στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων δε γίνεται εξειδίκευση του επηρεασμού πλην όμως, με την απουσία έγερσης ένστασης κατά τη δίκη, διαφάνηκε ότι από τη μαρτυρία των Εναγόντων ο επηρεασμός συνίσταται στην παρέμβαση του φωτός λόγω της πολύ μικρής απόστασης της διώροφης οικοδομής η οποία ανεγέρθηκε στο γειτονικό τεμάχιο xx2, και βέβαια λόγω παράλειψης των Εναγόμενων 2 και 3 για αποκατάσταση της νομιμότητας η οποία όταν επέλθει θα άρει την επέμβαση στο φως. Συνακόλουθα των πιο πάνω, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την υπόθεση περιοριζόμενο στην πιο πάνω πορεία που διαγράφηκε από το δικόγραφο των Εναγόντων αλλά και τη σχετική μαρτυρία που υποστηρίζει την εκδοχή τους. Κατ' εξοχήν διάταξη νόμου η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της παρεμπόδισης του φωτός ή με άλλα λόγια το δικαίωμα στο ηλιακό φως είναι το άρθρο 50 του Κεφ.148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
- Διαπράττει αστικό αδίκημα πρόσωπo τo oπoίo με έμφραξη ή άλλως πως παρεμπoδίζει τηv απόλαυση εύλoγoυ πoσoστoύ φωτός από τov κύριo ή τov κάτoχo ακίvητης ιδιoκτησίας, αφoύ ληφθoύv υπόψη η θέση και η φύση της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας εφόσov o ιδιoκτήτης αυτός ή κάτoχoς ή o κατά τίτλov πρoκάτoχoς τoυ εvός ή αμφoτέρωv είχε αδιάλειπτη απόλαυση φωτός, άλλως παρά βάσει τωv όρωv συμφώvoυ ή σύμβασης για περίoδo όχι μικρότερη τωv δεκαπέvτε αμέσως πρoηγoύμεvωv από τηv έμφραξη ή παρεμπόδιση ετώv. Το πιο πάνω άρθρο έχει τύχει ερμηνείας στην υπόθεση Theofanou Akama and another v. Niki Ioannou Tsiakoli
(1967)1 CLR 206, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε πως η θέσπιση του άρθρου 50 αποτέλεσε προσπάθεια να τεθεί υπό μορφή νομοθετήματος το αστικό αδίκημα της επέμβασης στην απόλαυση του φωτός σε τέτοια έκταση που να καλύπτει την οχληρία. Αποφασίστηκε επίσης ότι προκειμένου να κριθεί κατά πόσο η απόφραξη ενός παραθύρου συνιστά το αστικό αδίκημα του άρθρου 50 θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ύπαρξη απόλαυσης εύλογου ποσοστού φωτός από άλλη πηγή. Ανάλυση του ζητήματος της παρέμβασης στο φως γίνεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, παράγραφοι 1261 και επόμενες, σελ.
- Ειδικότερα γίνεται παραπομπή στις ακόλουθες καθοδηγητικές αναφορές στις παραγράφους 1263, 1264 και 1266, όπου διαβάζουμε τα εξής: "
- Interference must amount to a nuisance. Any substantial interference with his comfortable use and enjoyment of his house according to the usages of ordinary persons in the locality is actionable as a nuisance at common law". "
- Extent of easement of light. The easement of light does not consist in a right to have a continuance of all the light which has previously come to the windows of the dominant tenement. The test whether the interference complained of amount to a nuisance is not whether the diminution is enough materially to lessen the amount of light previously enjoyed, nor is it entirely a question of how much light is left, without regard to what there was before, but whether the diminution (that is, the difference between the light before and the light after the obstruction) is such as really makes the building to a sensible degree less fit than it was before for the purpose of business or occupation according to the ordinary requirements of mankind. What the dominant owner is bound to show in order to maintain an action is that the interference is such an obstruction of light as to interfere with the ordinary occupations of life. In other words, the nature and extent of the right is to have that amount of light through the windows of the dominant house which is sufficient, according to the ordinary notions of mankind, if it is a dwelling-house, or for the beneficial use and occupation of the building if it is a warehouse, shop, or other place of business. .............................. A nuisance, however, is caused by the interference with the light coming to the dominant tenement, if it results in a substantial privation of light sufficient to render the occupation of the house uncomfortable, and to prevent the owner from carrying on his accustomed business as beneficially as he formerly did". "
- Partial inconvenience. In deciding the question whether or not a nuisance has been caused, a distinction must be made between a partial inconvenience and a real injury to the dominant owner in the enjoyment of his premises. It depends upon all the surrounding circumstances, upon the amount of light coming from other sources, as well as upon the proximity of the obstructing buildings. Regard may be had not only to the present use to which the dominant house is put, but also to any ordinary uses for which it is adaptable.". Περιπλέον στην υπόθεση Back v Stacey,
(1826)2 C&P 465 το ζήτημα τέθηκε ως εξής: ".there must be a substantial privation of light, sufficient to render the occupation of the house uncomfortable ...It might be difficult to draw the line but the jury must distinguish between a partial inconvenience and a real injury to the plaintiff in the enjoyment of the premises." Στην υπόθεση Parker v Smith 5 C&P 438 αναφέρθηκε ότι "The question .is whether the effect of the defendant's building is to diminish the light .so sensibly to affect the occupation of the plaintiff's premises and make them less fit for occupation." Στην υπόθεση Kelk v Pearson,
(1871)LR 6 Chancery 809, το Δικαστήριο προσδιόρισε το δικαίωμα στο φως ως ακολούθως: "..a right to prevent your neighbour from building on his land so as to obstruct the access of sufficient light and air to such an extent as to render the house substantially less comfortable and convenient." Στην παράγραφο 1263, του ίδιου συγγράμματος (Halsbury's) επισημαίνεται πως η επίδραση στο φως θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να συνθέτει την οχληρία και πως δεν υπάρχει καθορισμένη δοκιμή ως προς το ποσοστό του φωτός που ο κάτοχος δικαιούται. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο οφείλει να στρέψει την προσοχή του και σε οτιδήποτε σχετικό αφορά στην ιδιωτική οχληρία πέραν των προαναφερόμενων. Στην υπόθεση THESIS TRADING CO LIMITED v. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ECLI:CY:AD:2016:A299, Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2010, ημερομηνίας 23.06.2016 μεταξύ άλλων και αναφορικά με την ιδιωτική οχληρία αναφέρθηκε ότι ".«Στοχεύει ο νομοθέτης στην προστασία της εύλογης χρήσης και απόλαυσης της ακίνητης ιδιοκτησίας, προσπαθώντας να διατηρήσει το ισοζύγιο μεταξύ συγκρινόμενων δικαιωμάτων: του ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ώστε να την χρησιμοποιεί, όπως καλύτερα ο ίδιος κρίνει και του δικαιώματος του γείτονος, για εύλογη απόλαυση της δικής του ιδιοκτησίας. Sadleigh-Denfield v. O'Callaghan [1940] A.C. 880, 903 και Χριστοδουλίδου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 746. Είναι φανερό ότι ο ενάγων, για να πετύχει στις αξιώσεις του θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι η χρήση των υποστατικών είναι παράνομη, εν τη εννοία ότι, θα πρέπει να διαπιστωθεί παράλογη χρήση της.» Συμπεράσματα Με αναφορά στα ευρήματα και τη νομική πτυχή που διέπει την παρούσα υπόθεση, όπως προσδιορίστηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά πόσο οι Ενάγοντες απέδειξαν τη στοιχειοθέτηση του αγώγιμου δικαιώματος τους εναντίον όλων των Εναγόμενων. Έχοντας κατά νου τις διατάξεις του άρθρου 50 του ΚΕΦ.148, προκύπτει ότι βασικές προϋποθέσεις απόδειξης του υπό αναφορά αστικού αδικήματος, είναι (α) η παρεμπόδιση εύλογου ποσοστού φωτός λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της θέσης της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία επηρεάζεται και (β) νοουμένου ότι ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος αυτής είχε αδιάλειπτη απόλαυση φωτός για περίοδο όχι μικρότερη των αμέσως προηγούμενων 15 ετών από την παρεμπόδιση του φωτός. Εξετάζεται ως εκ τούτου στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν ή στοιχειοθετήθηκαν οι εν λόγω προϋποθέσεις, δεδομένων και των όσων έχουν απασχολήσει την αγγλική και κυπριακή νομολογία επί του θέματος στην οποία το Δικαστήριο έχει παραπέμψει. Αρχίζοντας από την τελευταία (β) προϋπόθεση είναι αναμφίβολο γεγονός, ενώπιον του Δικαστηρίου, πως οι Ενάγοντες πριν το 2001, όπου ολοκληρώθηκε η διώροφη οικοδομή, είχαν αδιάλειπτη και εύλογη απόλαυση του φωτός στη δυτική πλευρά της διατηρητέας οικοδομής πέραν των 15 ετών, αφού δεν υπήρχε κάποιο κτήριο στην ίδια θέση που ανεγέρθηκε η διώροφη οικοδομή, το οποίο να παρεμπόδιζε με οποιοδήποτε τρόπο το φως όπως συμβαίνει σήμερα. Αντίθετη μαρτυρία εξάλλου δεν ακούστηκε ή προτάθηκε στο Δικαστήριο από τους Εναγόμενους. Όσον αφορά στην (α) προϋπόθεση, και δη στην παρεμπόδιση «εύλογου ποσοστού φωτός» προκύπτει πως, αν και η έννοια αυτή προβάλλει γενική και αόριστη, το Δικαστήριο οφείλει για σκοπούς της παρούσας απόφασής του να την προσδιορίσει και να την ερμηνεύσει ώστε να αποφανθεί ποια είναι η εφαρμογή της στα γεγονότα της υπόθεσης. Προφανώς, η παρεμπόδιση εύλογου φωτός δεν προκαλείται, ως γενικός κανόνας, σε όλες τις περιπτώσεις ανέγερσης οικοδομής σε απόσταση λιγότερη των 10 ποδών από γειτονική οικοδομή, ιδιαίτερα αν η σχετική υποχρέωση παραβιάζεται σε πολύ μικρό βαθμό. Είναι κατανοητό και αντιληπτό ότι η παραβίαση της απόστασης των 10 ποδών δεν είναι το μόνο κριτήριο που θα πρέπει να συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση, άλλωστε, τα γεγονότα δεν κατευθύνουν προς αυτή και μόνο τη συλλογιστική. Βέβαια, ταυτόχρονα, στην έννοια του «εύλογου ποσοστού φωτός» δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η υποχρέωση διατήρησης απόστασης 10 ποδών, όταν ο ίδιος ο νομοθέτης με τον Κ.6
(3)των Περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών απαιτεί, να τηρείται τέτοια απόσταση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η διώροφη οικοδομή, όφειλε να ανεγερθεί χωρίς την παραβίαση του εν λόγω Κανονισμού, όπως κρίθηκε άλλωστε από το Ανώτατο Δικαστήριο, και τέτοια απόσταση 10 ποδών θα έπρεπε να απέχει από τη διατηρητέα κατοικία. Προφανώς όμως η εν λόγω απόσταση τεθείσα από τον πιο πάνω Κανονισμό, δεν είναι άσχετη, μεταξύ άλλων, και με την εύλογη απόλαυση του φωτός. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης μαρτυρούν και αποδεικνύουν περίτρανα ότι δεν πρόκειται για αμελητέα ή μικρή παράβαση του σχετικού κανονισμού. Πρόκειται για παντελή έλλειψη συμμόρφωσης με αυτόν, η οποία επιφέρει άμεση επίδραση στον ηλιακό φωτισμό της διατηρητέας κατοικίας, πιο συγκεκριμένα στα δύο υπνοδωμάτια αυτής που βρίσκονται στο δυτικό σύνορο με τη διώροφη οικοδομή. Η χρησιμοποίηση της γης, επί του τεμαχίου xx2, για την ανέγερση της διώροφης οικοδομής μέχρι του σημείου που είναι το σύνορο του, αρχικά, αφού το 2012 αγοράσθηκε το δημόσιο νεραύλακο, και η απόσταση, που σε κάποια σημεία υπάρχει, περί το ένα μέτρο και κάτι και περί το ένα πόδι και κάτι από τη διατηρητέα οικοδομή, δεν αφήνει περιθώρια για άλλη ερμηνεία, παρά μόνο ότι προκάλεσε και προκαλεί ουσιαστική παρεμπόδιση στο φως που υπήρχε στη διατηρητέα κατοικία προ της ανέγερσης της διώροφης οικοδομής, σε βαθμό που δεν δικαιολογείται συμπέρασμα ότι υπάρχει πλέον εύλογο ποσοστό φωτός, παρ' ότι είναι αντιληπτό ότι κάποιο φως εισέρχεται στο χώρο των δύο επηρεαζόμενων υπνοδωματίων, το οποίο όμως δεν είναι εύλογο. Προχωρώντας στη συνεκτίμηση της θέσης της διατηρητέας επηρεαζόμενης κατοικίας, διαφαίνεται ότι είναι τέτοια που συνηγορεί σε συμπέρασμα πως δεν είναι τοποθετημένη κατά τέτοιο τρόπο που να είναι ανεκτό ή να υπαγορεύει συμπέρασμα πως η συγκεκριμένη παρεμπόδιση του φωτός είναι δικαιολογημένη ή και αμελητέα. Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για διατηρητέα οικοδομή της οποίας η χρήση είναι κατοικία με ανάγκες απόλαυσης του φωτός καθ' όλη την ημέρα, και όχι οτιδήποτε άλλο που ενδεχομένως ο επηρεασμός του φωτός να μην ήταν τέτοιου βαθμού σχετικά με τη χρήση που να μην συνιστούσε οχληρία, αν παραδείγματος χάριν επρόκειτο για ένα κατάλυμα το οποίο εξ αρχής ήταν αδειοδοτημένο ως νυκτερινό κέντρο, και τούτο ως ανεξάρτητο βέβαια στοιχείο με την παρανομία λόγω μη ύπαρξης άδειας οικοδομής, το οποίο θα συνεκτιμόταν. Κρίνεται κατ' επέκταση πως, η παρέμβαση στο φως υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, είναι τέτοια που προκαλεί μόνιμη παρεμπόδιση στην απόλαυση του φωτός προς τα δύο υπνοδωμάτια ευρισκόμενα στη δυτική πλευρά της διατηρητέας κατοικίας. Στην υπόθεση Παπά ν. Οικονομίδου κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ σελ. 928 με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις αναφέρθηκε ότι «οι ίδιοι Δικαστές πρέπει να σχηματίζουν γνώμη για το θόρυβο και την οχληρία που δημιουργείται σύμφωνα με τις καθημερινές εμπειρίες παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη σύγχρονης τεχνολογικής μέτρησης της έντασης, για παράδειγμα του ήχου decibels, μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στην διαπίστωση του μεγέθους του προβλήματος. Τέτοια μαρτυρία, αν και βοηθητική, δεν είναι όμως αναγκαία για τη διαπίστωση της οχληρίας.». Κατ' ανάλογο τρόπο, παρ' ότι δεν προσκομίστηκε επιστημονική μαρτυρία ως προς το ποσοστό του φωτός που εισέρχεται στη διατηρητέα οικοδομή μετά την ανέγερση της διώροφης οικοδομής των Εναγόμενων 4, το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΕ1 - Ενάγοντα 1 -, του ΜΕ2, ο οποίος εισήλθε στα δύο επηρεαζόμενα υπνοδωμάτια, το περιεχόμενο των φωτογραφιών Γ, Δ και Ε του Τεκμηρίου Ε, κρίνει ότι η παρέμβαση στο φως είναι τέτοια που προκαλεί μόνιμη παρεμπόδιση στην είσοδο εύλογου φωτός. Λόγω της συνεχούς επίδρασης δια της χρήσης και ύπαρξης της διώροφης οικοδομής, κατά παράνομο τρόπο, πρόκειται για παρέμβαση που συνιστά οχληρία. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι οι Ενάγοντες στοιχειοθέτησαν τη διάπραξη του αδικήματος της παρέμβασης στο φως εκ μέρους των Εναγόμενων 4, οι οποίοι από 16.12.1999 είναι ιδιοκτήτες και κατέχουν τη διώροφη οικοδομή επί του τεμαχίου xx
- Όσον αφορά στον Εναγόμενο 1, ως προέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου με παραδεκτά γεγονότα, αυτός έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος την 16.12.1999 της διώροφης οικοδομής, η ολοκλήρωση της οποίας επήλθε το 2001, και τότε είναι που ολοκληρώθηκε ή συντελέστηκε η παρέμβαση στο φως που παρεχόταν ανεμπόδιστα στη διατηρητέα κατοικία. Το γεγονός ότι η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στο όνομα του Εναγόμενου 1 πλην όμως αυτός μετά τις 16.12.1999 έπαυσε να έχει πλέον σχέση κατοχής ή ιδιοκτησίας με τη διώροφη οικοδομή δεν επιτρέπει συμπέρασμα ότι εκ μέρους του συντελέστηκε το αστικό αδίκημα του άρθρου 50 του ΚΕΦ.148 έναντι των Εναγόντων. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 5, 6 και 7, η αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου απέδειξαν ότι αυτοί δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμιξη στην ανέγερση της διώροφης οικοδομής, δεν κατέχουν οποιοδήποτε μέρος του τεμαχίου xx2 επί του οποίου έχει ανεγερθεί η εν λόγω οικοδομή, αντίθετα διά της συμφωνίας διανομής του 1999 - Τεκμήριο 18 - προκύπτει ξεκάθαρα ότι το μέρος που βρίσκεται η διώροφη οικοδομή προορίζεται μόνο για τους Εναγόμενους
- Περαιτέρω δεν τους έχει αποσταλεί οποιαδήποτε σχετική επιστολή ή ειδοποίηση, δεν ήταν μέρος σε οποιαδήποτε από τις δικαστικές διαδικασίες, για τις οποίες το παρόν Δικαστήριο έλαβε γνώση ότι διεξάχθηκαν, συνεπώς δεν συνέδραμαν είτε ανέχθηκαν ή με οποιοδήποτε τρόπο προκάλεσαν τη διάπραξη του αστικού αδικήματος του άρθρου 50 ή κατά τους ίδιους προαναφερόμενους τρόπους συνέτειναν στη διατήρηση της παρανομίας που σχετίζεται με τη διώροφη οικοδομή (βλέπε Coventry and others (Respondents) v. Lawrence and another (Appellants) (No.2)[2014] UKSC 46). Η απόλαυση της περιουσίας αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, κατοχυρωμένο στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Περιορισμός σ' αυτήν επιτρέπεται δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 23 του Συντάγματος και αφορά μεταξύ άλλων και στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Με τον Κ.6
(3), των Περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών προνοείται η απαγόρευση τοποθέτησης οποιουδήποτε μέρους οικοδομής σε απόσταση μικρότερη των 10 ποδών από το όριο του οικοπέδου στο οποίο αυτή ανεγείρεται, με άλλα λόγια προνοείται η διατήρηση απόστασης 10 ποδών από διπλανό ακίνητο. Ο εν λόγω περιορισμός ταυτόχρονα δημιουργεί δικαίωμα ή συμφέρον των ιδιοκτητών των διπλανών ακινήτων με το οικοδόμημα που θα ανεγερθεί, στην προκειμένη περίπτωση των Εναγόντων. Συνεπώς, οι Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, είναι οι φορείς του εν λόγω δικαιώματος το οποίο όμως παραβιάστηκε, όπως αναγνωρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την προσφυγή τους ακυρώνοντας την άδεια οικοδομής της διώροφης οικοδομής και στη συνέχεια επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Επιπλέον το δικαίωμα στην απόλαυση της περιουσίας είναι συνυφασμένο άμεσα και με τα όσα έχουν λεχθεί προγενέστερα αναφορικά με το άρθρο 50 του ΚΕΦ.148. Αναμφίβολα η παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος συνιστά αγώγιμο δικαίωμα για παροχή θεραπείας από πολιτικό Δικαστήριο, ως κρίθηκε στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Προβάλλει ευθέως μέσα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης πως η στάση των Εναγόμενων 2 και 3 έναντι της συμπεριφοράς, πράξεων και παραλείψεων των Εναγόμενων 4, υπήρξε ανεξήγητη αλλά και αδικαιολόγητη, αφού ακόμη και τα μέτρα που έλαβαν προς άρση της παρανομίας εναντίον του Εναγόμενου 1 ήταν αντικειμενικά κρινόμενα υποτυπώδη και παρέμειναν εμβρυώδη, δεδομένης της εξουσίας που αυτοί έχουν δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Σε κάθε περίπτωση ήταν πλήρως λανθασμένα και αναποτελεσματικά αφού ο Εναγόμενος 1 έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος της διώροφης οικοδομής από 16.12.
- Επισημαίνεται δε ως κυρίαρχο στοιχείο το γεγονός πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των Εναγόμενων 4, οι οποίοι από 16.12.1999 είναι ιδιοκτήτες και κάτοχοι της διώροφης οικοδομής. Η θέση που προωθήθηκε ότι δεν γνώριζαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς, προβάλλει μη πειστική, αφού πολύ εύκολα θα μπορούσαν να το πληροφορηθούν μέσω έρευνας στο Κτηματολόγιο. Προβλήθηκε επίσης η θέση από τον Εναγόμενο 2 ότι αυτός εξέδωσε άδεια οικοδομής για τη διώροφη οικοδομή, επειδή ήταν υποχρεωμένος από το Τμήμα Οικήσεως, και συνεπώς δεν ευθύνεται για την υφιστάμενη κατάσταση. Έχει αξιολογηθεί η εν λόγω θέση, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο Εναγόμενος 2 δεν ενάγεται επειδή συνέδραμε στην έκδοση της άδειας οικοδομής που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 και η οποία ακυρώθηκε, αλλά επί τω ότι παρά την ακύρωση της άδειας οικοδομής δεν έλαβε μέτρα για προστασία της απόλαυσης της περιουσίας των Εναγόντων διά της αποκατάστασης της νομιμότητας. Σε κάθε περίπτωση κρίνεται πως μετά την ακύρωση της εν λόγω άδειας, το 2003, με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καμία δικαιολογητική βάση υπήρχε για την αδράνεια και την ασυγκινησία που υπήρξε εκ μέρους του Εναγόμενου 2 στην άρση της παρανομίας και στην παντελή ουσιαστικά προώθηση ενεργειών για αποκατάσταση της νομιμότητας. Κρίνεται πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 αγνόησαν και περιφρόνησαν παντελώς το περιεχόμενο των επιστολών - Τεκμήρια 9, 10 - που στάλθηκαν προς αυτούς από τους δικηγόρους των Εναγόντων, και την Επίτροπο Διοίκησης. Δικαίως οι Ενάγοντες αισθάνονται πικρία για τη στάση που επέδειξαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, καθότι ενώ η οικοδομή τους κηρύχθηκε διατηρητέα από το κράτος και αυτοί οφείλουν να αποδεχθούν την ισχύ και εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, την ίδια στιγμή ο Δήμος Πόλεως Χρυσοχούς και το κράτος δεν εφαρμόζουν κάποια άλλη νομοθεσία αναφορικά με την παράνομη διώροφη οικοδομή η οποία επηρεάζει την κατοικία τους. Καθίσταται αντιληπτό πως η Αρχή της ισότητας, όπως αυτή διασφαλίζεται στο Σύνταγμα αλλά και η Αρχή του Κράτους Δικαίου επέβαλλαν διαφορετική αντιμετώπιση τόσο από τον Εναγόμενο 2 ως οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και του ιδίου του κράτους. Το άρθρο 146.5 του Συντάγματος προβλέπει ότι: «H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.» Το σκεπτικό και το πνεύμα της προαναφερόμενης διάταξης, εξαιρετικά προοδευτικής και σοφής για τη χρονική περίοδο που θεσπίστηκε, αποσκοπεί στην εμπέδωση της ανάγκης αποτελεσματικής εφαρμογής της νομιμότητας, και στην αποφυγή επανάληψης ή διατήρησης μίας παράνομης συμπεριφοράς. Προφανώς η υποχρέωση του Εναγόμενου 2 και του Κράτους μέσω των αρμόδιων αρχών ήταν πέραν από σαφής. Η προαναφερόμενη συμπεριφορά των Εναγόμενων 2 και 3, οι οποίοι δεν αξιοποίησαν προς την ορθή κατεύθυνση τις δυνατότητες και εξουσίες αλλά και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη νομοθεσία, ειδικότερα το άρθρο 20 του ΚΕΦ.96 και άρθρο 49 του Νόμου 90/1972, προκειμένου να αποκαθίστατο η νομιμότητα και ταυτόχρονα να αρθεί ο επηρεασμός στην απόλαυση της περιουσίας των Εναγόντων, συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος απόλαυσης της περιουσίας των Εναγόντων, όπως αυτή διασφαλίζεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Κρίνεται πως η παράλειψη παροχής προστασίας για την απόλαυση του δικαιώματος της περιουσίας των Εναγόντων ως τέτοια δημιουργεί ευθύνη έναντι των τελευταίων, ως πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η προαναφερόμενη παράλειψη του Εναγόμενου 3 αποτελεί την έλλειψη εκτέλεσης της υποχρέωσης που θεμελιωδώς, και ταυτόχρονα εν τη σοφία του, ο συντακτικός νομοθέτης θεσμοθέτησε, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της λειτουργίας της έννομης τάξης, διά του άρθρου 35 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι, «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής.» Κοντολογίς, το συμπέρασμα που εξάγεται ως προς τη συμπεριφορά που επέδειξαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι πως στην αναμέτρηση τους με την παρανομία, αυτοί παραδόθηκαν ή υπαναχώρησαν χωρίς να απασχολεί, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, αν είναι ηθελημένα ή μη, σκόπιμα ή όχι. Κλείνοντας το ζήτημα της παραβίασης του δικαιώματος στην απόλαυση της περιουσίας των Εναγόντων, το οποίο πέραν του άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύεται και από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Σύμβασης Περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, κρίνεται χρήσιμη και η παραπομπή σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το σύγγραμμα ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, Ερμηνεία κατ' άρθρο, υπό τη διεύθυνση έκδοσης του Λίνου-Αλέξανδρου Σισιλιάνου, Δικαστή στο ΕΔΔΑ και καθηγητή νομικού τμήματος Πανεπιστημίου Αθηνών, νυν Προέδρου του ΕΔΔΑ, τα οποία παρέχουν άριστη καθοδήγηση και ενημέρωση ως προς το πλέγμα σκέψεων και αναλύσεων που διέπουν το δικαίωμα της περιουσίας, και τούτο ως επισφράγιση των προειρημένων συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, όπου στις σελίδες 656 και επόμενες διαβάζουμε: «ΙΙ. Πεδίο Εφαρμογής «Η αναγνώριση από το εθνικό δίκαιο της ύπαρξης, του περιεχομένου ή των προϋποθέσεων άσκησης ενός περιουσιακού δικαιώματος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για τον προσδιορισμό της έννοιας της περιουσίας. Ωστόσο, μόνον το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει ένα οικονομικό συμφέρον ως «περιουσία» δεν αρκεί για να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου. Όπως είδαμε, το ζήτημα που εξετάζει το ΕΔΔΑ είναι εάν προκύπτει από τις περιστάσεις της υπόθεσης, εξεταζόμενες στο σύνολό τους, ότι ο προσφεύγων έχει ένα ουσιώδες συμφέρον προστατευόμενο από το άρθρο
- Στο παραπάνω πλαίσιο, το ΕΔΔΑ έχει εντάξει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 έναν ευρύ κατάλογο περιπτώσεων. Ενδεικτικά, έχει κριθεί ότι στην έννοια της «περιουσίας», σύμφωνα με το 1ο άρθρο του Πρώτου Πρωτοκόλλου, εντάσσονται δικαιώματα επί ακίνητων ή κινητών, απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η πνευματική και βιομηχανική ιδιοκτησία, τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, η αξίωση για καταβολή τόκων από αχρεωστήτως καταβληθέντα φόρο, οι απορρέουσες από τη μετοχή εταιρείας οικονομικές αξιώσεις του μετόχου, η πελατεία μιας επιχείρησης, απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, οι διοικητικές άδειες (π.χ. πολεοδομική άδεια, άδεια εκμετάλλευσης εμπορικής επιχείρησης), τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, εφόσον πρόκειται όχι απλά για μεταβολή του ύψους αλλά για πλήρη διακοπή καταβολής της σύνταξης, οι μισθοί, καθώς επίσης και αξιώσεις από κρατικά ομόλογα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο προσδίδει ένα ευρύ περιεχόμενο στην «περιουσία», χωρίς να προσκολλάται στην αντίστοιχη αντιμετώπιση των περιπτώσεων από τις εσωτερικές έννομες τάξεις. Πράγματι, στο προστατευικό πεδίο του άρθρου 1 μπορούν να εμπέσουν τα δικαιώματα «ιδιωτικής φύσης» που αναλύονται σε μια αξία δεκτική αποτίμηση ή ακόμα και οικονομικά συμφέροντα». .......................... «III. Θετικές υποχρεώσεις «Όπως έχει επανειλημμένα τονίσει το ΕΔΔΑ, η Σύμβαση αποβλέπει στο να προστατεύει τα δικαιώματα όχι κατά τρόπο θεωρητικό και «απατηλό», αλλά πρακτικό και αποτελεσματικό. Η εγγύηση της πραγματικής άσκησης των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το άρθρο 1, συνεπάγεται συχνά την υποχρέωση των Κρατών όχι μόνο να απέχουν από κάθε ενέργεια που προσβάλλει τα περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, αλλά και να λαμβάνουν μέτρα που είναι αναγκαία για την ανενόχλητη άσκηση αυτών. Με άλλα λόγια, το Κράτος δεν οφείλει μόνο να μην παρεμβαίνει στην περιουσία κατά τρόπο που αντιβαίνει στη Σύμβαση, αλλά έχει και θετικές υποχρεώσεις για την προστασία των σχετικών δικαιωμάτων. Οι θετικές υποχρεώσεις μπορεί να αφορούν τη λήψη μέτρων (νομοθετικών ή πρακτικών) για την πρόληψη της παραβίασης των περιουσιακών δικαιωμάτων, την εγκαθίδρυση ενός συστήματος δικονομικών εγγυήσεων ή την καταβολή αποζημίωσης. ...Ας σημειώσουμε ότι η υποχρέωση προστασίας της περιουσίας μπορεί να περιλαμβάνει και την υποχρέωση πρόληψης της επέμβασης στα περιουσιακά δικαιώματα από ιδιώτες. Το Κράτος θα είναι υπεύθυνο στην περίπτωση που η ιδιωτική επέμβαση είναι αποτέλεσμα κρατικής ενέργειας (π.χ. όταν πραγματοποιείται σε εκτέλεση νόμου) ή όταν οι δημόσιες αρχές αποτυγχάνουν να προβούν σε πράξη που απαιτείται από το νόμο προκειμένου να προστατευτούν τα ιδιωτικού δικαιού δικαιώματα. Ωστόσο, το Κράτος δεν έχει θετική υποχρέωση ως προς την πρόληψη της οικονομικής ζημίας λόγω παραγόντων της αγοράς». (Οι υπογραμμίσεις έγιναν από το Δικαστήριο) Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί περί του δικαιώματος προσφυγής σε Δικαστήριο για καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας σε πρόσωπα που ζημιώνονται εξαιτίας πράξης ή παράλειψης ή απόφασης κηρυχθείσας άκυρης δυνάμει της διαδικασίας που προνοείται στο άρθρο
- Αποτελεί συναφώς προϋπόθεση για τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος για αποζημιώσεις, δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, η απαίτηση πληρωμής αποζημίωσης από το κρατικό όργανο ή διοίκηση και να μην υπάρξει ανταπόκριση. Με επιστολή τους - Τεκμήριο 12 - οι Ενάγοντες μέσω του συνηγόρου τους ζήτησαν αποζημιώσεις ύψους €2.563,00 μηνιαίως τόσο από τον Εναγόμενο 2 όσο και από το κράτος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 3 εισηγήθηκε πως εφ' όσον η προσφυγή που ασκήθηκε από τους Ενάγοντες εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας απορρίφθηκε, τότε δεν στοιχειοθετείται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 3, δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Όντως προκύπτει από την απόφαση στην προσφυγή xxx7/2000 πως εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας απορρίφθηκε η προσφυγή, συνακόλουθα η πιο πάνω εισήγηση γίνεται αποδεκτή. Κατ' επέκταση των προαναφερόμενων έπεται ο καθορισμός δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης των Εναγόντων, λόγω της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 2, ο οποίος παρέλειψε να δράσει ενεργά ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Στην υπόθεση Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Πολιτική Έφεση 126/10 ημερομηνίας 24.04.2015 όπου εξετάστηκε θέμα καθορισμού δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης» είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντος (restitutio ab integrum). Aυτό εξάλλου συνάδει και με τη φύση της επίδικης θεραπείας, η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση το «δίκαιο και εύλογο» της αποζημίωσης και ως εκ τούτου παραπέμπει στις αρχές της Επιείκειας. Ενόψει τούτου, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει το ύψος της ώστε να δώσει περιεχόμενο στο δίκαιο του αιτήματος του διοικούμενου για τις ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα της μεμπτής πράξης της διοίκησης. ...... Είναι στη βάση της αναντίλεκτης αυτής μαρτυρίας που θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να καθορίσει το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη και την επιστολή των εφεσειόντων ημερ. 3.3.03 με την οποία εξέφραζαν την ετοιμότητά τους να αποδεχτούν το ποσό των £10.000 πλέον £1.000 έξοδα προς εξόφληση όλων των απαιτήσεων τους και όχι να το ταυτίσει με το ποσό της προσφοράς. ....... . Ασκώντας δε τις υπό αναφορά εξουσίες κρίνουμε ότι υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης για την εργασία που εκτέλεσαν οι εφεσείοντες για ετοιμασία και υποβολή της προσφοράς τους, ένα ποσό της τάξης των €10.000 θα συνιστούσε ισοζυγισμένο μέτρο για την εύλογη και δίκαιη αποζημίωση που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, την οποία και τους επιδικάζουμε.» Προχωρώντας περαιτέρω στην εξέταση του παραπόνου των Εφεσειόντων το Ανώτατο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση (Πήττα ανωτέρω) κατέληξε ως ακολούθως: «Παρέμεινε προς εξέταση το παράπονο των εφεσειόντων ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τους επιδίκασε μη χρηματικές αποζημιώσεις (non pecuniary damages), οι οποίες βεβαίως είναι διάφορες από τη «δικαία και εύλογο αποζημίωση» που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος και από τη φύση τους αντιστρατεύονται τη σχετική επί του θέματος (κυπριακή) νομολογία. Επικαλέστηκαν συναφώς τα όσα λέχθηκαν στη Γιάλλουρος (ανωτέρω) και στην Voytenko (ανωτέρω) που αφορούσε απόφαση του ΕΔΑΔ. Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι θέσεις τους επί του θέματος. Η μεν Γιάλλουρος αφορούσε αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου των επικοινωνιών του εφεσείοντα δυνάμει των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος, η δε Voytenko αποζημιώσεις για παράλειψη της Ουκρανίας να εκτελέσει οριστικές δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες επιδικάζονταν στους αιτητές συγκεκριμένα ποσά. Πρόκειται δηλαδή για αυθεντίες που δεν αφορούν την ιδιόρρυθμη αποζημίωση που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στις εν λόγω αυθεντίες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα.» Δεδομένων πλέον των πιο πάνω συμπερασμάτων, κρίνεται ότι δεν απαιτείται ειδική μνεία στα ζητήματα που εγείρονται με τις προδικαστικές ενστάσεις των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 αφού καθίσταται κατανοητό ότι αυτές έμμεσα έχουν απαντηθεί. Ουδεμία εξ αυτών δύναται να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Κατ' επέκταση όλων των προαναφερόμενων συμπερασμάτων καθίσταται αναγκαίο όπως εξετασθούν στη συνέχεια οι αιτούμενες από τους Ενάγοντες θεραπείες-αξιώσεις. Η πρώτη αξίωση, σε επίπεδο αποζημιώσεων, αφορά στην επιδίκαση ποσού €495,00 μηνιαίως από 01.07.2000 μέχρι την κατεδάφιση της διώροφης οικοδομής των Εναγόμενων 4, λόγω της μείωσης της ενοικιαστικής αξίας της διατηρητέας κατοικίας. Ανεξάρτητα από το ποιο θα είναι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση ή μη διατάγματος κατεδάφισης, είναι προφανές πως τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούν επιτυχία της εν λόγω αξίωσης, αφού δεν έγινε αποδεκτό το συμπέρασμα του ΜΕ2 ότι η ενοικιαστική αξία της διατηρητέας κατοικίας μειώθηκε κατά 50%. Πρόκειται για ειδική ζημιά, είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν την εκδίκαση ειδικών ζημιών, σχετική παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 ΑΑΔ 396. Η μη αποδοχή των συμπερασμάτων των δύο εκτιμητών προφανώς δεν τερματίζει και την εξέταση της εν λόγω αξιούμενης αποζημίωσης ή ζημιάς των Εναγόντων, καθότι είναι νομολογημένο (βλέπε υπόθεση Παπασάββας κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1999)1 ΑΑΔ 619) πως παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί το ίδιο σε συμπέρασμα αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, κατεύθυνση προς την οποία το Δικαστήριο έχει στρέψει την προσοχή του, πλην όμως κρίνεται πως τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, από τους ΜΕ2 και ΜΥ4, δεν του επιτρέπουν να καθορίσει το ίδιο το ποσοστό μείωσης της ενοικιαστικής αξίας της διατηρητέας οικοδομής. Αν και οι δύο εκτιμητές είχαν υπόψη τους τα ίδια συγκριτικά, δεδομένου όμως ότι αυτά δεν έχουν ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά με τη διατηρητέα οικοδομή, όπως έχει ήδη ανωτέρω εξηγηθεί, το εγχείρημα του Δικαστηρίου να καθορίσει το ίδιο τις προαναφερόμενες αξίες και κυρίως το ποσοστό μείωσης, ελλείψει του αναγκαίου υποβάθρου, θα συνιστούσε αφ' ενός ρόλο εμπειρογνώμονα, αφετέρου θα ήταν αυθαίρετο. Παρεμβάλλει δε χρήσιμο να υπενθυμηθεί πως ο Ενάγοντας 1 - ΜΕ1 - κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε πως πρόθεση των Εναγόντων δεν ήταν ποτέ η ενοικίαση της διατηρητέας οικοδομής αλλά η πώληση της. Παρ' ότι δεν εξειδικεύεται αξίωση για επιδίκαση δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης στη βάση της ευθύνης των Εναγόμενων 2 ή 3 λόγω της παραβίασης του δικαιώματος στην απόλαυση της περιουσίας ή λόγω της ακύρωσης της άδειας οικοδομής δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, ωστόσο εφόσον έχει στοιχειοθετηθεί αγώγιμο δικαίωμα το οποίο καλύπτεται μέσα από τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, το Δικαστήριο οφείλει και νομιμοποιείται να εξετάσει το ζήτημα, (βλέπε σχετική την KENNEDY HOTELS LTD v. HAID INDJIRDJIAN
(1992)1 AΑΔ 400), εξάλλου στην παράγραφο του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης Δ ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο δίκαιη και λογική. Σε κάθε περίπτωση το ποσό των €495,00 μηνιαίως που ζητείται εμπίπτει στη σχετική αξίωση. Όσον αφορά στον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος διαφαίνεται πως με την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ2 δεν προσάχθηκε άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη, συνεπώς δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο το οποίο να επιτρέπει στο Δικαστήριο να επιδικάσει συγκεκριμένο ποσό ως εύλογη και δίκαιη αποζημίωση. Η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων σε περίπτωση απόδειξης οχληρίας, είναι επιτρεπτή (βλέπε υπόθεση Αγαθοκλέους ν. Σοφοκλέους
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1953. Στην υπόθεση Χριστοδουλίδου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ. 746 εκτός από ειδικές ζημιές που επιδικάστηκαν αποδόθηκε και ποσό €700,00 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, με το σκεπτικό ότι «Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μας, ότι δεν μολύνθηκε το νερό του λάκκου, επανερχόμαστε στο ύψος των γενικών αποζημιώσεων που αφορά στο λόγο έφεσης 11 στην Έφεση Αρ. 274/05 της Εφεσείουσας. Υποστηρίχθηκε από πλευράς των εφεσιβλήτων 1 και 2, ότι η Εφεσείουσα δεν εμποδίστηκε στην καλλιέργεια των κτημάτων της και ότι μόνο σε εκδρομές, κυρίως την Καθαρά Δευτέρα, χρησιμοποιούσε το κτήμα της για αναψυχή. Με αυτό σαν δεδομένο, εισηγήθηκε ότι το ποσό που επιδικάστηκε ήταν εύλογο. Δεν διαφωνούμε ότι η παρεμπόδιση της απόλαυσης της ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, ήταν περιορισμένη. Όμως, και με αυτό υπόψη, θεωρούμε το ποσό των £100 ότι είναι ανεπαρκές για να αποζημιώσει εύλογα την Εφεσείουσα. Έχοντας υπόψη την χρονική διάρκεια της οχληρίας και χωρίς να αγνοούμε την περιορισμένη έκταση της ζημιάς, θεωρούμε ότι το ποσό των £400, εύλογα αποζημιώνει την Εφεσείουσα για τη ζημιά που υπέστη». Στην υπόθεση Α.Ν. STASIS ESTATES LTD v. JEAN GRIFFIN κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 104 επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις για το ποσό των Λ.Κ2.500,00 το οποίο μειώθηκε σε Λ.Κ.1.000,00, και Λ.Κ.500 με την αιτιολογία ότι οι Εφεσίβλητοι, κάτοχοι των διαμερισμάτων οι οποίοι επηρεάζονταν από την οχληρία υπερχείλισης λάκκων διπλανού ξενοδοχείου, δε διέμεναν συνεχώς και για μεγάλο χρονικό διάστημα στα επηρεαζόμενα διαμερίσματα. Κατ' επέκταση των προλεχθέντων προβάλλει εύλογο το ερώτημα κατά πόσο είναι επιτρεπτό να επιδικασθούν γενικές αποζημιώσεις στη βάση του συμπεράσματος ότι οι Εναγόμενοι 4 διέπραξαν το αστικό αδίκημα του άρθρου 50 του ΚΕΦ.148. Η απάντηση στο ερώτημα προβάλλει θετική αφού το αδίκημα της οχληρίας περιλαμβάνεται ουσιαστικά στο αδίκημα του άρθρου 50 αφετέρου κατά τον ίδιο τρόπο προκαλείται ταλαιπωρία. Όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ευρήματα και συμπεράσματα, συνηγορούν πως η μορφή της παρέμβασης στο φως, στοιχειοθετημένης από το 2001 μέχρι σήμερα, αφορά σε μία πολύ μεγάλη περίοδο, ταυτόχρονα όμως δεν παραγνωρίζεται και συνυπολογίζεται το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν μόνιμοι κάτοικοι της διατηρητέας κατοικίας τους. Το Δικαστήριο καθορίζοντας τις γενικές αποζημιώσεις έχει αφ' ενός κατά νου τα προαναφερόμενα και την ταλαιπωρία των Εναγόντων, κυρίως την αγωνία, το άγχος, την πικρία και τη δυσφορία, αφ' ετέρου πως το ποσό που θα επιδικασθεί δεν πρέπει να είναι τέτοιο που να στοχεύει στην κάλυψη των αξιούμενων ειδικών ζημιών, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν αποδείχθηκαν και ούτε μπορούν να καθοριστούν. Περαιτέρω το Δικαστήριο συνεκτιμά τα όσα έχουν διατυπωθεί για την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγόντων στην απόλαυση της περιουσίας τους, και κρίνει ότι το ποσό των €15.000,00 είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων προς όφελος των Εναγόντων. Αναφορικά με την αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις, στην Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, διατυπώθηκε πως η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων είναι επιτρεπτή όταν η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:A212, Πολιτική Έφεση 503/2012, ημερομηνίας 31.05.2019, «Το ζήτημα των παραδειγματικών αποζημιώσεων έχει απασχολήσει τα Δικαστήρια κατά καιρούς και, όπως είναι γνωστό, κύριος σκοπός των αποζημιώσεων αυτών είναι αφενός η τιμωρία του εναγομένου ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο Νόμος αντιμετωπίζει τέτοιου είδους αλόγιστες συμπεριφορές και αφετέρου η αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου». Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεδομένων των ευρημάτων και συμπερασμάτων του, κρίνεται ότι η συμπεριφορά των Εναγόμενων 2, 3, 4 ήταν αξιόμεπτη και τέτοια που περιείχε στοιχεία πλήρους αδιαφορίας και παντελούς έλλειψης σεβασμού για τα δικαιώματα των Εναγόντων για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, παρά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις υποδείξεις της Επίτροπου Διοίκησης, και ως εκ τούτου παρίσταται ανάγκη όπως διατυπωθεί η ένδειξη ή και απόδειξη της απέχθειας με την οποία η έννομη τάξη οφείλει να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους συμπεριφορές, ενώ παράλληλα επιβάλλεται η αποκατάσταση του περί δικαίου αισθήματος. Το Δικαστήριο κρίνει συνεπώς πως είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να επιδικάσει τιμωρητικές, παραδειγματικές, αποζημιώσεις, τις οποίες καθορίζει στο ποσό των €5.000,00. Δραστικής και καθοριστικής σημασίας είναι η αξίωση για διάταγμα κατεδάφισης της διώροφης οικοδομής, ώστε να αρθεί η παρεμπόδιση στο φως που προκαλείται στη διατηρητέα κατοικία των Εναγόντων. Σχετικά, με το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 22η έκδοση, στην παράγραφο 20-152, σελ. 1461, όπου προκύπτει πως όταν στοιχειοθετηθεί παρέμβαση στο φως, η οποία προκαλεί ουσιαστική ζημιά, ο Ενάγοντας, εκ πρώτης όψεως, δικαιούται σε διάταγμα κατεδάφισης. Ωστόσο, τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται όταν
(1)η ζημιά ή βλάβη στα δικαιώματα του Ενάγοντα είναι μικρή,
(2)η βλάβη ή ζημιά είναι ικανή να εκτιμηθεί χρηματικά
(3)η ζημιά είναι τέτοια η οποία μπορεί να αποζημιωθεί εξίσου με μικρή χρηματική πληρωμή και
(4)η έκδοση τέτοιου διατάγματος θα ήταν καταπιεστική για τον Εναγόμενο. Βέβαια ξεκαθαρίζεται πως όταν επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων προσώπων είναι δυνατό να μην εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης. Ανάλογα κριτήρια φαίνεται ότι απασχόλησαν και την κυπριακή νομολογία σε ποινικές όμως εφέσεις (βλέπε Έπαρχος Λάρνακας ν. High Project Limited κ.α.
(2013)2 ΑΑΔ 250, Έπαρχος Λάρνακας ν. Marinakis Developers Ltd Ποινική Έφεση αρ. 173/2014, ημερ. 24.03.2017 και Αδελφοί Λαμπριανίδη κ.α. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390), τις οποίες επικαλέστηκε η πλευρά των Εναγόμενων 4. Περαιτέρω, και με αναφορά στην υπόθεση Andreas Panayi Parapanou v. Georhios Charalambous
(1980)JSC 78, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων 4, εισηγήθηκε πως δεν δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης. Ειδικότερα, εισηγήθηκε ότι στην προαναφερόμενη υπόθεση ο τρόπος που είχε ανεγερθεί τοίχος, ήταν τέτοιος που εμπόδιζε τη διάνοιξη των παραθύρων της επηρεαζόμενης οικοδομής κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Έχει αξιολογηθεί η εισήγηση. Ό,τι παρατηρείται κατ' αρχήν από το Δικαστήριο είναι πως στην υπόθεση Parapanou (ανωτέρω) δεν καθιδρύθηκε αρχή ή κανόνας πως το διάταγμα κατεδάφισης δικαιολογείται μόνο όταν φράσσονται πλήρως τα παράθυρα μίας κατοικίας. Προφανώς, το γεγονός της απόφραξης τονίστηκε για να αποκαλύψει το μέγεθος του προβλήματος. Στην παρούσα υπόθεση, αν και τα παράθυρα της διατηρητέας κατοικίας ανοίγουν, η απόσταση είναι πάρα πολύ μικρή, που προκαλεί ουσιαστική βλάβη και δεν είναι δικαιολογημένο να διατηρηθεί. Περαιτέρω κρίνεται πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογούν την ένταξη τους στις προαναφερόμενες προϋποθέσεις μη έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης. Το ότι η κατεδάφιση μέρους θα καταστήσει τη διώροφη οικοδομή αντισεισμική είναι ένα ενδεχόμενο, δεν υποστηρίχθηκε ωστόσο η άποψη ότι η αντισεισμικότητα θα είναι αδύνατο να επανέλθει με νέα βέβαια έργα ή κατασκευές. Περιπλέον όσον αφορά στη θέση ότι θα επηρεασθούν συμφέροντα ή δικαιώματα τρίτων προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει πως το υπόβαθρο των γεγονότων που βρίσκονται ενώπιον του είναι τέτοιο που δεν δικαιολογεί την μη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης. Πιο συγκεκριμένα, παρ' ότι έγινε μία γενική αναφορά εκ μέρους της ΜΥ3, περί ύπαρξης ενοικιαστών ή αγοραστών, εν τέλει καμιά μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιτρέπει με ασφάλεια να προβεί σε ανάλογο εύρημα και κατ' επέκταση συμπέρασμα ότι θα επηρεασθούν δικαιώματα τρίτων. Επισημαίνεται δε πως σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου xx2 είναι οι Εναγόμενοι 4, 5, 6 και 7 και ουδείς άλλος. Αυτό εξάγεται και από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας - Τεκμήριο 5. Ακόμη και αν το Δικαστήριο θα έπρεπε να προβληματισθεί περαιτέρω για την ύπαρξη τυχόν ενοικιαστών η γενική αναφορά της ΜΥ3 δεν απέδειξε ότι τα ενοικιαζόμενα δωμάτια ή διαμερίσματα βρίσκονται στο μέρος που θα κατεδαφιστεί. Θα είχε σημασία άλλωστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά συμβόλαια ή παράθεση με προφορική μαρτυρία για τους όρους τέτοιων ενοικιάσεων, ώστε να αξιολογηθεί κατά πόσο και σε ποιο βαθμό θα επηρεασθούν δικαιώματα είτε εμπράγματα είτε ενοχικά, κυρίως πότε λήγουν οι συμφωνίες ενοικίασης ή πότε άρχισαν, στοιχεία που θα συνυπολογίζονταν. Υπό τις περιστάσεις όλες που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου προβάλλει πως η επιλογή της έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης, είναι δικαιολογημένη ώστε να δοθεί τέλος στην παρανομία, αλλιώς, εφόσον αυτή θα διαιωνίζεται, υπό την έννοια της πρόκλησης οχληρίας στους Ενάγοντες, τότε θα εγείρονται εσαεί θέματα αποζημιώσεων με αποτέλεσμα να συντηρείται μία αλυσιτελής διαμάχη ενώπιον των Δικαστηρίων. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν παραγνώρισε την εισήγηση των συνηγόρων των Εναγόμενων 4, στο σύνολο της, για να μην εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης, την έχει αξιολογήσει, ωστόσο διαφαίνεται, από όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να εφαρμοστεί η νομοθεσία ή να αποκατασταθεί η έννομη τάξη, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για μικρής έκτασης παρανομία, αλλιώς, τέτοια επιλογή, ως η εισήγηση, θα ισοδυναμούσε, υπό τις περιστάσεις, με αδυναμία επιβολής της νομιμότητας. Γεγονός είναι ότι θα προκληθεί κάποια ζημιά στους Εναγόμενους 4, το Δικαστήριο προβληματίστηκε χωρίς να παραγνωρίζει το γεγονός, πλην όμως παρατηρείται πως η όποια ζημιά δεν οφείλεται σε πράξεις ή ενέργειες των Εναγόντων, εξάλλου δεν τους καταλογίστηκε οτιδήποτε σχετικό. Προφανώς θα πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες και ενδεχομένως διεκδίκηση αποζημίωσης από όσους την προκάλεσαν, με πράξεις ή παραλείψεις τους. Προς περαιτέρω προβληματισμό του Δικαστηρίου, στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή να μην εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 3, εισηγήθηκε πως δεν θα ήταν ορθό να εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα, επειδή ενδέχεται να εξασφαλιστεί στο μέλλον άδεια οικοδομής. Συνεκτιμήθηκε και αυτή η εισήγηση πλην όμως, αφ' ενός τέτοια στοιχεία και υπόβαθρο δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως προς τις πιθανότητες να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής, χωρίς αυτό να αποκλείεται, θεωρητικά για το παρόν στάδιο, αφετέρου υπενθυμίζεται πως ο λόγος που το Δικαστήριο έκρινε δικαιολογημένη την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης δεν είναι επειδή η διώροφη οικοδομή κατέχεται χωρίς άδεια οικοδομής, αλλά, ως εξηγείται στην απόφαση, επειδή προκαλείται βλάβη στο δικαίωμα της απόλαυσης της ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Η κατεδάφιση, η οποία θα διαταχθεί βέβαια από το παρόν Δικαστήριο, δεν είναι επιτρεπτό να αφορά σε ολόκληρη τη διώροφη οικοδομή, αφού η έκδοση του σχετικού διατάγματος καθίσταται αναγκαία μόνο επί τη βάσει του ότι παρεμποδίζεται το φως προς τη διατηρητέα κατοικία και η απόλαυση της περιουσίας των Εναγόντων, λόγω μη διατήρησης της απόστασης 10 ποδών, ώστε να εφαρμοστεί ο Κ.6
(3)των Περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών, και όχι στο πνεύμα που προφανώς το ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατεδάφισης, εναντίον του Εναγόμενου 1, στην ποινική υπόθεση xx5/2008 Ε.Δ. Πάφου - βλέπε Τεκμήριο
- Είναι επίσης εύλογο να παρασχεθεί στους Εναγόμενους 4 εύλογο χρονικό διάστημα ούτως ώστε αυτοί να έχουν την ευχέρεια να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Η περίοδος των 4 μηνών από την επίδοση του διατάγματος κρίνεται εύλογη υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων της δίκης κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται τα έξοδα τους εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και 4 ενώ ο Εναγόμενος 1 και οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 δικαιούνται έξοδα εφόσον δεν στοιχειοθετήθηκε εναντίον τους η απαίτηση. Όσον αφορά στον Εναγόμενο 1 τα πράγματα είναι ξεκάθαρα καθότι όπως διαπιστώθηκε αυτός έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος της διώροφης οικοδομής από το
- Όσον αφορά όμως στους Εναγόμενους 5, 6 και 7 αυτοί είναι ιδιοκτήτες κατά 1/9 έκαστος στο τεμάχιο όπου ανεγέρθηκε η επίδικη διώροφη οικοδομή και ήταν ούτως ή άλλως αναγκαίοι διάδικοι. Δεν διαφάνηκε πως οι Ενάγοντες είχαν υπόψη τους τη συμφωνία διανομής, συνεπώς δικαιολογημένα τους έθεσαν ως Εναγόμενους. Οι προαναφερόμενες περιστάσεις υπαγορεύουν στο Δικαστήριο να στρέψει την προσοχή του στο σκεπτικό και το λόγο της υπόθεσης Χ' Αδάμου ν. Παναγή κ.α. ECLI:CY:AD:2017:A3, Πολιτικές Εφέσεις 334/2011 και 396/2011 ημερομηνίας 10.01.2017 με την οποία εφαρμόστηκε η διαταγή Sanderson, η οποία αντλεί την καταγωγή της από την αγγλική υπόθεση Sanderson v. Blyth Theatre Co [1903] 2 KB
- Όπως γίνεται αντιληπτό το υπόβαθρο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων προς όφελος των Εναγόμενων 5, 6 και 7 και εναντίον των Εναγόμενων 4 είναι, εκ του αποτελέσματος, η συμπεριφορά και οι ενέργειες των Εναγόμενων 4, η οποία κατέστησε αναγκαία και τη συμπερίληψη των Εναγόμενων 5, 6 και 7 ως διάδικων στην αγωγή. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι 4 είναι αφερέγγυοι, συνακόλουθα κρίνεται πως συνίσταται η έκδοση διατ