← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Callion κ.α., Αρ. Αγωγής: 1993/10, 10/12/2019

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Callion κ.α., Αρ. Αγωγής: 1993/10, 10/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A111 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1993/10 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων -και-

  1. xxxxxx xx Callion
  2. xxxxx xxxxx xx Callion
  3. Alpha Panareti Public Ltd Εναγόμενων Ημερομηνία: 10.12.2019 Για Ενάγοντες: κ. Μ. Σωφρονίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Δημητρίου για κ. Α. Μαθηκολώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των Εναγόντων αφορά στα ποσά των CHF394.426,26, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 01.01.2010 μέχρι 26.02.2010 ύψους CHF2.509,80 πλέον τόκους απο 26.02.2010, τριών μηνών LIBOR με προσαύξηση 3,70% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5% ετησίως μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, την 30.06 και 31.12, στη βάση ισχυρισθείσας παραχώρησης δανείου δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 25.07.
  4. Επιπλέον ζητείται, εναντίον των Εναγόμενων αρ.3, η έκδοση διατάγματος εκποίησης της Υποθήκης Υχχχχ/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου χχχχχ αναφορικά με ένα ακίνητο στη χχχχχχχ. Ζητούνται επίσης διατάγματα πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος, ειδικής εκτέλεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, εξουσιοδότησης των Εναγόντων και/ή να επιτρέπεται σ' αυτούς να ακυρώσουν και αποσύρουν τα πωλητήρια ημερομηνίας 17.03.2004 από το Κτηματολόγιο, κατοχής του επίδικου ακινήτου, καθώς και να δικαιούνται να συνάπτουν νέα ή να ανανεώσουν υφιστάμενη ασφάλεια πυρός και σεισμού προς κάλυψη του ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παραχώρησαν δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 ύψους CHF368.000,00 δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 25.07.2005, η αποπληρωμή του οποίου θα γινόταν με πληρωμή μηνιαίων δόσεων ύψους CHF2.813,
  5. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 25.07.2005 οι Εναγόμενοι 3 εγγυήθηκαν τις συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 έναντι των Εναγόντων μέχρι του ποσού των CHF368.000,00 πλέον τόκους. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2, οι Εναγόμενοι 3 υποθήκευσαν προς όφελος των Εναγόντων, με την υποθήκη Υχχχχ/2005, ένα ακίνητο στη χχχχχχχ για το ποσό των €442.000,00 πλέον τόκους. Ακόμη οι Εναγόμενοι 1 και 2 δυνάμει γραπτών συμφωνιών ημερομηνίας 25.07.2005, που συνάφθηκαν μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων 1 και 2, εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα, ημερομηνίας 17.03.2004 με τα οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από τους Εναγόμενους 3 ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων και μία μεζονέτα, τα οποία θα ανεγείρονταν στην περιοχή χχχχχχχχ. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται τη σύναψη του επίδικου δανείου, αρνούνται ωστόσο ότι οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται στον υπολογισμό και χρέωση τόκου, ή στην αύξηση επιτοκίου, ή χρέωση προμήθειας ή άλλων δικαιωμάτων, ή τόκων υπερημερίας όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 25.07.2005 συνάφθηκε με σκοπό την αποπληρωμή μέρους του τιμήματος αγοράς κατοικίας που τους είχαν πωλήσει οι Εναγόμενοι 3, την οποία οι τελευταίοι είχαν αναλάβει να ανεγείρουν. Οι Εναγόμενοι 3 είχαν αναλάβει την ευθύνη να εξασφαλίσουν στους Εναγόμενους 1 και 2 δάνειο από τους Ενάγοντες με υποθήκευση του επίδικου ακινήτου. Οι όροι με τους οποίους οι Εναγόμενοι 3 ανέλαβαν να εξασφαλίσουν το δάνειο από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους 1 και 2 είχαν συμφωνηθεί και καταγραφεί ρητά στη συμφωνία αγοραπωλησίας ημερομηνίας 17.03.
  6. Είναι ακόμη ο ισχυρισμός των Εναγόμενων 1 και 2 ότι η συμφωνία δανείου καταρτίστηκε με όρους και πρόνοιες επαχθείς και/ή αντίθετους και/ή διαφορετικούς με τα συμφωνηθέντα, προς βλάβη των συμφερόντων των Εναγόμενων 1 και 2 που αναγκάστηκαν να την υπογράψουν, αφού προηγουμένως επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους εναντίον των Εναγόμενων
  7. Επιφυλάσσουν δε το δικαίωμα τους να στραφούν εναντίον των Εναγόμενων 3 για αποζημιώσεις. Παραδέχονται ωστόσο ότι ο κ. Α. χχ. Θχχχχχχχ διορίστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Επιπρόσθετα των πιο πάνω ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να προβάλλουν και/ή να επιδιώκουν την εφαρμογή οποιασδήποτε συμφωνίας παρεμπίπτουσας και/ή επακόλουθης και/ή άμεσα εξαρτώμενης από την ισχύ της κύριας συμφωνίας, ήτοι της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 25.07.2005, λόγω του τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας. Επιπλέον οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται το αξιούμενο χρεωστικό υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι είναι κατά πολύ χαμηλότερο. Τέλος, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες χρέωσαν παράνομα και/ή αντισυμβατικά τον επίδικο λογαριασμό με ποσά και τόκους και άλλες χρεώσεις. Ουδέποτε αυτοί πληροφορήθηκαν γραπτώς ή προφορικώς για τις διάφορες αυξομειώσεις του επιτοκίου με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός τους και ουδέποτε παρέλαβαν επιστολές τερματισμού ή απαίτησης πληρωμής από τους Ενάγοντες. Με την Απάντηση τους οι Ενάγοντες απορρίπτουν τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόμενων 1 και
  8. Παραθέτουν ισχυρισμούς προς στοιχειοθέτηση της εκδοχής τους ότι ενήργησαν νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους όλων των συμφωνιών που συνάφθηκαν, ζητώντας απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης. Προσαχθείσα Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία οι Ενάγοντες για την απόδειξη της Απαίτησης τους παρουσίασαν δύο μάρτυρες - στο εξής ΜΕ - ενώ ουδείς μάρτυρας κατέθεσε για την απόδειξη των ισχυρισμών της Υπεράσπισης. Κατατέθηκαν δε 25 τεκμήρια. ΜΕ1 κατέθεσε ο Κχχχχχ Βχχχχχ, υπάλληλος των Εναγόντων, τοποθετημένος στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών και ένας εκ των υπεύθυνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγόμενων 1 και
  9. Ως εκ τούτου έχει στην κατοχή και στη φύλαξη του τα σχετικά έγγραφα. Στα καθήκοντα του εμπίπτει και η ετοιμασία καταστάσεων προβληματικών λογαριασμών. Αναφέρθηκε ο μάρτυρας σε αίτηση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέβαλαν στους Ενάγοντες για χορήγηση δανείου και στη σύναψη συμφωνίας ημερομηνίας 25.07.2005, με την οποία οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 για το ποσό των CHF368.000,00, ελβετικών φράγκων, πλέον τόκους. Η αποπληρωμή του δανείου θα πραγματοποιούνταν σε 167 μηνιαίες δόσεις των CHF2.813,
  10. Τα σχετικά έγγραφα υπογράφηκαν εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 από τον κ. Α. χχ.Θχχχχχχχ, ο οποίος διορίστηκε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους, δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επίσης, δυνάμει πληρεξούσιων εγγράφων, ημερομηνίας 25.07.2005, διόρισαν τους Ενάγοντες ως πληρεξούσιους αντιπρόσωπους τους για περαιτέρω πράξεις και ενέργειες. Ανέφερε ακόμη ο ΜΕ1 πως οι Ενάγοντες ειδοποίησαν επανειλημμένα τους Εναγόμενους 1 και 2 με επιστολές τους, ημερομηνίας 18.12.2008, 19.01.2010 και 26.02.2010 για την αλλαγή του επιτοκίου καθώς και τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στην αποπληρωμή του δανείου, και τερμάτισαν τη μεταξύ τους συμφωνία απαιτώντας από αυτούς εξόφληση παντός οφειλόμενου ποσού, αλλά αυτοί μέχρι σήμερα αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να το πράξουν. Περαιτέρω, μαρτύρησε πως οι Ενάγοντες ενημέρωσαν με επιστολή τους, ημερομηνίας 26.02.2010, τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόμενων 1 και 2 για τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου τους. Ως γνωρίζει ο ΜΕ1, οι προαναφερόμενες επιστολές έχουν σταλεί στη διεύθυνση που οι Εναγόμενοι κοινοποίησαν προς τους Ενάγοντες. Το χρεωστικό υπόλοιπο και οφειλόμενο από τους Εναγόμενους 1 και 2 είναι CHF394.426,26 πλέον τόκους από 26.02.2010 με 3 μήνες Libor, προσαύξηση προς 3,70% ετησίως και τόκο υπερημερίας 5% ετησίως μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.
  11. και 31.
  12. Επιπλέον οφείλονται συσσωρευμένοι τόκοι ύψους CHF2.509,80 από 01.01.2010 μέχρι 26.02.
  13. Από τις 25.11.2013 ο τόκος υπερημερίας μειώθηκε σε 1,75% μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δυο φορές το χρόνο στις 30.
  14. και 31.
  15. Παρουσίασε ο ΜΕ1 κατάσταση λογαριασμού των Εναγόμενων 1 και 2, η οποία παρήχθη και εκτυπώθηκε κατ' εντολή του από ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων. Αφού ο μάρτυρας την σύγκρινε με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθή. Πρόσθεσε δε ο ΜΕ1 πως οι Ενάγοντες απέστελλαν στους Εναγόμενους 1 και 2 καταστάσεις λογαριασμού δύο φορές ετησίως, ανά εξάμηνο. Ο ΜΕ1 δήλωσε επίσης πως, μέσα από το αρχείο που διατηρούν οι Ενάγοντες, δεν εντόπισε οποιοδήποτε παράπονο εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, αναφορικά με τις καταγραφές των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμών που οι τελευταίοι ελάμβαναν. Τέλος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι Ενάγοντες διεκδικούν την έκδοση διαταγμάτων και/ή των ίδιων διαταγμάτων εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, όπως αυτά εκδόθηκαν ήδη εναντίον των Εναγόμενων 3, που πηγάζουν από τις δύο συμφωνίες εκχώρησης ημερομηνίας 25.07.2005, δυνάμει των οποίων οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους, τα οποία απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 17.03.2004 και τα οποία συνάφθηκαν μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 και των Εναγόμενων 3, δυνάμει των οποίων οι πρώτοι αγόρασαν (α) ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων και (β) μια μεζονέτα τριών υπνοδωματίων, τα οποία θα ανεγείρονταν στην περιοχή της χχχχχχχχ. ΜΕ2 κατέθεσε η Άχχχχχχ Βχχχχχχχχ, επίσης υπάλληλος των Εναγόντων, η μαρτυρία της οποίας συνίσταται στο ότι μετά το 2006, αφότου εργοδοτήθηκε στους Ενάγοντες, είχε επικοινωνία με τους Εναγόμενους 1 και 2 μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Ανέφερε ότι αυτή έχει πρόσβαση στα ηλεκτρονικά συστήματα των Εναγόντων και εκτύπωσε την ηλεκτρονική αλληλογραφία που ο Εναγόμενος 1 είχε με άλλους συναδέλφους της. Το σύστημα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των Εναγόντων, ως εξήγησε, είναι κεντρικό και η ιδιοκτήτρια του συστήματος είναι αυτή. Η διακίνηση των εισερχόμενων ηλεκτρονικών μηνυμάτων στο κεντρικό σύστημα αλληλογραφίας γίνεται από τη μάρτυρα προς τους συναδέλφους της. Η εξερχόμενη αλληλογραφία αφού ετοιμαστεί από τους συναδέλφους της, αποστέλλεται από αυτήν στον πελάτη. Στις 27.02.2007 ο Εναγόμενος 1 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους Ενάγοντες με το οποίο ζητούσε να μάθει το ποσό των μηνιαίων δόσεων και σε ποιο λογαριασμό θα πρέπει να γίνεται η κατάθεση. Ανέφερε ακόμη ότι η συνεργασία ήταν πάντοτε πολύ καλή μέχρι που ο Εναγόμενος 1 άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Στις 28.08.2008 οι Ενάγοντες, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 1 και 2 για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός. Τους υπέδειξαν ότι είναι απαραίτητο να διευθετήσουν το ποσό των καθυστερήσεων, διαφορετικά κινδύνευαν τα επίδικα ακίνητα. Στις 19.12.2008 οι Ενάγοντες απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους Εναγόμενους 1 και 2 ενημερώνοντας τους για τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στο λογαριασμό τους. Στις 13.01.2009 οι Εναγόμενοι 1 και 2 απάντησαν στους Ενάγοντες σχετικά με τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στο λογαριασμό τους και τους ενημέρωσαν ότι εκκρεμεί δικαστική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον των Εναγόμενων
  16. Επίσης, στην ίδια επιστολή, γίνεται αναφορά ότι το Νοέμβριο του 2008 οι Εναγόμενοι ήταν στην Κύπρο όπου συναντήθηκαν με υπάλληλο των Εναγόντων, στο στεγαστικό τμήμα, και υπέβαλαν αίτημα σχετικά με τις πληρωμές του δανείου. Οι Ενάγοντες με ηλεκτρονικό τους μήνυμα, ημερομηνίας 16.01.2009, απάντησαν στους Εναγόμενους 1 και 2 ότι τυχόν προβλήματα που μπορεί να έχουν με την εταιρεία ανάπτυξης γης, τους Εναγόμενους 3, δεν έχουν καμία σχέση με τις πληρωμές των δόσεων και ότι θα πρέπει αυτοί να συνεχίσουν με τις πληρωμές των δόσεων. Τέλος η ΜΕ2 αναφέρθηκε σε ηλεκτρονικό μήνυμα των Εναγόμενων 1 και 2 όπου αυτοί, μεταξύ άλλων, παραπονέθηκαν ότι η τράπεζα δεν ήθελε να τους δει όταν ήταν στην Κύπρο το Νοέμβριο του 2008 και σε ηλεκτρονικό μήνυμα των Εναγόντων, ημερομηνίας 29.01.2009, με το οποίο απάντησαν στους Εναγόμενους 1 και
  17. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα επιχειρήματα τους μέσω γραπτών κειμένων, τα οποία παρέδωσαν στο Δικαστήριο στην προσπάθεια τους να το βοηθήσουν προκειμένου να αποφανθεί επί της παρούσας διαφοράς. Η βοήθεια αφορούσε τόσο σε ανάλυση της μαρτυρίας αλλά και σε παραπομπή σε σχετικές αποφάσεις. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων δε κρίνεται χρήσιμη αλλά ούτε και απαραίτητη. Το Δικαστήριο διατηρεί τις θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων κατά νου και θα προβεί σε αξιολόγηση τους στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που παρουσίασαν οι Ενάγοντες (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργείται έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη ή αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα, που προφανώς, ενέχει κινδύνους και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε ενδέχεται το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα όταν βρίσκεται στο εδώλιο να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Στις περιπτώσεις των μαρτύρων ΜΕ1 και ΜΕ2 όπου πρόκειται για μάρτυρες υπάλληλους των Εναγόντων, το Δικαστήριο αντιμετώπισε τη μαρτυρία τους με προσοχή και επιφυλακτικότητα για το λόγο ότι αυτοί προφανώς συνδέονται, λόγω της εργασιακής τους σχέσης, με τους Ενάγοντες. Το Δικαστήριο είχε κατά νου το γεγονός αυτό κατά την αξιολόγηση τους. Συνεπώς επιβάλλεται αυξημένη προσοχή ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο οι ΜΕ κατέθεσαν με μόνο γνώμονα την παράθεση της αλήθειας ή παρεισέφρησαν στη μαρτυρία τους στοιχεία προερχόμενα από πρόθεση εξυπηρέτησης των συμφερόντων των Εναγόντων. Το γεγονός βέβαια αυτό από μόνο του δεν συνηγορεί εξ αντικειμένου σε συμπέρασμα ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι αναξιόπιστοι. Διαφαίνεται πως αυτοί κλήθηκαν ως μάρτυρες λόγω της εμπλοκής τους στην υπόθεση κατά τον τρόπο που αυτοί εξήγησαν. Η εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο για τους ΜΕ1 και ΜΕ2 είναι ότι αυτοί απέδωσαν την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν μέσα από τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή τους και από τα όσα αυτοί γνώριζαν από ιδία γνώση, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από οποιοδήποτε κίνητρο ξένο προς την αλήθεια των γεγονότων, παρά μόνο τα εξέθεσαν όπως τα αντιλήφθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Με σαφή και θετικό τρόπο αναφέρθηκαν και εξήγησαν τη δική τους εμπλοκή στην υπόθεση. Δεν δικαιολογείται, κατά το Δικαστήριο, αμφιβολία ότι αυτοί κατέθεσαν με ειλικρίνεια ό,τι περιήλθε στην αντίληψη τους, κυρίως δεν διαπιστώθηκε διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι απαντούσαν με αυθορμητισμό σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια αποφυγής να τοποθετηθούν ευθέως στα ερωτήματα που τους τέθηκαν. Διαπιστώνεται ακόμη ότι κατά την αντεξέταση τους ουδεμία αντίφαση προέκυψε, με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να παραμείνει σταθερή, ακλόνητη και συνεπής. Ενόψει όλων των προαναφερόμενων, καθώς επίσης λόγω της απουσίας οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, το Δικαστήριο δεν έχει άλλο υπόβαθρο ώστε να προβεί σε συλλογισμούς αμφισβήτησης των λεγομένων των προαναφερόμενων μαρτύρων ή τυχόν στοιχεία κλονισμού της μαρτυρίας τους η οποία, επιπλέον των προλεχθέντων χαρακτηριστικών, ήταν σύμφωνη και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν στο Δικαστήριο και είχε λογική συνοχή στην εξέλιξη των γεγονότων. Επισημαίνεται δε πως η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς την ταχυδρόμηση των επιστολών, Τεκμήρια 13, 14 και 17, αλλά και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 15, το οποίο συνιστά έγγραφο των ταχυδρομικών υπηρεσιών, Απόδειξη Κατάθεσης Συστημένων Αντικειμένων, το οποίο ο ΜΕ1 επικαλέστηκε προς απόδειξη ταχυδρόμηση των προαναφερόμενων επιστολών, δεν έτυχε καμίας αντεξέτασης. Η δε αντεξέταση της ΜΕ2 είχε χαρακτήρα περισσότερο, διευκρινιστικό παρά αμφισβήτησης. Χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό το Δικαστήριο κρίνει τους ΜΕ αξιόπιστους και αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αδιαμφισβήτητα γεγονότα διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα αγωγή, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Την 12.07.2005 εγκρίθηκε γραπτώς - βλέπε Τεκμήριο 3 - κατόπιν αίτησης - Τεκμήριο 2 - η παραχώρηση στεγαστικού δανείου από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους 1 και 2, με εξασφαλίσεις την εγγραφή της υποθήκης - Τεκμήριο 12 - για το ποσό των CHF442.000,00 από τους Εναγόμενους 3, πλέον εκχωρήσεις - Τεκμήρια 5 και 7 - δύο συμφωνιών πώλησης - Τεκμήρια 6 και 8 - με τις οποίες οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν ένα διαμέρισμα και μία μεζονέτα από τους Εναγόμενους 3, πλέον εγγύηση από τους τελευταίους για το ποσό του δανείου πλέον τόκο. Στις 25.07.2005 υπογράφτηκε η συμφωνία παραχώρησης δανείου από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους 1 και 2 - Τεκμήριο 4 - ύψους CHF368.000,00, ελβετικών φράγκων. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στους Εναγόμενους 3 για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και 2 κατ' εξουσιοδότηση και εντολή του πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους - βλέπε Τεκμήρια 11 και 19. Το δάνειο ήταν πληρωτέο δια 167 δόσεων ύψους CHF2.813,00 εκτός αν οι Ενάγοντες απαιτούσαν την άμεση πληρωμή του. Όλες οι υπογραφές επί των συμφωνιών, εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, τέθηκαν από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, διορισθέντα δυνάμει σχετικών πληρεξουσίων - Τεκμήρια 9 και 10. Λόγω μη αποπληρωμής του δανείου σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ημερομηνίας 25.07.2005, οι Ενάγοντες απέστειλαν προειδοποιητικές επιστολές, ημερομηνίας 28.08.2008 και 11.03.2009 (μέσω δικηγόρου) - Τεκμήρια 23 και 17 αντίστοιχα - στους Εναγόμενους 1 και 2, πλην όμως οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στην πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Η μη πληρωμή των δόσεων είναι αποδεκτή και από τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως εκδηλώνεται μέσα από τα ηλεκτρονικά μηνύματα - Τεκμήρια 22 και 24 - τα οποία απέστειλαν στους Ενάγοντες. Ακολούθως οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή, ημερομηνίας 26.02.2010 - μέρος του Τεκμηρίου 13 - τερματισμού της συμφωνίας δανείου και του σχετικού λογαριασμού προς τους Εναγόμενους 1 και 2 με την οποία απαίτησαν από αυτούς την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου, προερχόμενου από το επίδικο δάνειο, ήτοι ποσού CHF394.426,26 πλέον τόκο. Οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 11. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτικής φύσεως, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες να αποδείξουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, καθώς και στους Εναγόμενους να αποδείξουν τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης τους. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Η φύση της παρούσας υπόθεσης και το αντικείμενο της, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και όπως αυτή έχει εξελιχθεί κατά τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου, απαιτεί όπως οι Ενάγοντες αποδείξουν, προκειμένου να επιτύχουν στην απαίτηση τους, ότι:
(1)Συνάφθηκε μεταξύ Εναγόντων και των Εναγόμενων 1 και 2 έγκυρη συμφωνία δανείου.
(2)Ότι καταβλήθηκε, εκταμιεύθηκε το ποσό του δανείου προς τους Εναγόμενους 1 και 2 ή προς όφελος αυτών.
(3)Υπήρξε παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου και συνεπώς ήταν δικαιολογημένος ο τερματισμός της.
(4)Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ειδοποιήθηκαν για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου.
(5)Ότι υπάρχει χρέος οφειλόμενο από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς τους Ενάγοντες και το ύψος αυτού, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου. Κατά την αξιολογική κρίση του Δικαστηρίου αυτό οφείλει να λάβει υπόψη του τις θέσεις των Εναγόμενων 1 και 2 τις οποίες προβάλλουν προκειμένου να αναχαιτήσουν την έκδοση απόφασης εναντίον τους, λαμβανομένων υπόψη των δικογραφημένων ισχυρισμών τους, (α) οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι επαχθείς και/ή αντίθετοι και αντίθετοι με ότι αυτοί συμφώνησαν, (β) ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να ζητούν την εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας διότι την τερμάτισαν, (γ) ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις, (δ) ότι το χρεωστικό υπόλοιπο είναι κατά πολύ χαμηλότερο και (ε) ουδέποτε ενημερώθηκαν για επιστολές αυξομείωσης του επιτοκίου ή επιστολή τερματισμού. Κύριο υπόβαθρο που διέπει τη σχέση των διαδίκων στην παρούσα ακρόαση είναι οι όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 25.07.2005 - Τεκμήριο 4 - η οποία ως είναι αποδεκτό συνάφθηκε μεταξύ των Εναγόντων και Εναγόμενων 1 και 2. Στο παρόν στάδιο κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά στις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων και το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από του να ανακαλυφθεί η πρόθεση των μερών η οποία πρέπει να απορρέει από το έγγραφο. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίστανται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (βλέπε υπόθεση Σ. Οικονόμου κ.ά. ν. Γ. Α. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Επιπρόσθετα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Θ. Λαζούρας ν. Κ. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168 όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η ερμηνεία εγγράφων είναι νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Επίσης παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Marcou ν. Theothorou
(1984)1 C.L.R. 635 όπου τονίστηκε η αρχή πως δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Με αναφορά στα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί, ή οι Εναγόμενοι 1 και 2 στοιχειοθέτησαν την Υπεράσπιση τους. Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα, κρίνεται πως οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει,
(1)τη σύναψη έγκυρης συμφωνίας δανείου μεταξύ αυτών και των Εναγόμενων 1 και 2. Σημειώνεται ότι η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας είναι αποδεκτή (βλέπε και παράγραφο 3 της Υπεράσπισης). Οι όροι της συμφωνίας είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 4 και συνεπώς η θέση ότι είναι αντίθετοι με άλλα συμφωνηθέντα ούτε προωθήθηκε στη δίκη αλλά κατ' επέκταση δεν αποδείχθηκε. Απέδειξαν
(2)οι Ενάγοντες ότι το ποσό του δανείου, CHF368.000,00 εκταμιεύθηκε στους Εναγόμενους 3 για λογαριασμό και προς όφελος των Εναγόμενων 1 και
  1. Αξιολογήθηκε η θέση των Εναγόμενων 1 και 2 και δη ότι δεν αποδείχθηκε το εν λόγω γεγονός πλην όμως δεν παραμένουν περιθώρια αποδοχής της θέσης τους. Υπενθυμίζεται πως με δήλωση του συνηγόρου τους έγινε αποδοχή ότι το ποσό εμβάστηκε από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους
  2. Ό,τι παραμένει συνεπώς είναι αν έγινε για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και
  3. Τα Τεκμήρια 19 και 20 είναι σχετικά και αφορούν στις οδηγίες που ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους έδωσε στους Ενάγοντες και οι οποίοι με τη σειρά τους εκταμίευσαν με δόσεις στο ποσό του δανείου στους Εναγόμενους 3 προς όφελος και για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και
  4. Εν πάση όμως περιπτώσει σημειώνεται πως οι Εναγόμενοι δεν εγείρουν στην Υπεράσπιση τους τέτοιο ζήτημα περί μη εκταμίευσης του δανείου, αντίθετα ισχυρίζονται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, είναι κατά πολύ χαμηλότερο, γεγονός που αποκαλύπτει αποδοχή ότι έλαβαν το ποσό είτε ευθέως είτε διά πληρωμής στους Εναγόμενους 3, όπως συνέβη. Άλλωστε δια των Τεκμηρίων 22, 24 και 25 οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχονται έμμεσα τη λήψη του ποσού του δανείου, μέσω των Εναγόμενων 3, συνεπώς εξαιτίας αυτής τους της συμπεριφοράς κωλύονται να ισχυρίζονται ότι δεν πήραν το ποσό του δανείου. Όσον αφορά στο τρίτο
(3)ζήτημα, κατά πόσο υπήρξε παράβαση των όρων αποπληρωμής του δανείου, η μαρτυρία των Εναγόντων προβάλλει πλήρως ικανοποιητική, οι δε Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αντέταξαν οτιδήποτε το αντικρουστικό. Σημειώνεται εξάλλου πως ούτε στο δικόγραφο τους εγείρεται θέμα μη ύπαρξης απλήρωτων δόσεων. Τα δε Τεκμήρια 22 και 24 που στάλθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς τους Ενάγοντες δεν επιτρέπουν αποδοχή θέσης ότι δεν υπήρξε παράβαση των όρων πληρωμής του δανείου. Κατ' επέκταση αποδείχθηκε ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ήταν δικαιολογημένος στη βάση συμβατικού δικαιώματος των Εναγόντων. Αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης κατά πόσο επήλθε ο τερματισμός της συμφωνίας του επίδικου δανείου και αν αυτός ήταν νόμιμος, υπό την έννοια ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αμφισβητούν πως έλαβαν τη σχετική ειδοποίηση τερματισμού. Αξιολογήθηκε αυτή η θέση των Εναγόμενων 1 και 2, πλην όμως η αποδοχή της προβάλλει αδύνατη. Οι επιστολές όλες - Τεκμήρια 13, και 17 - περιλαμβανομένης της επιστολής τερματισμού που είναι μέρος του Τεκμηρίου 13, έχουν ως παραλήπτες τους Εναγόμενους 1 και 2 με συγκεκριμένη διεύθυνση, η οποία ως προκύπτει, δόθηκε από αυτούς προς τους Ενάγοντες διαμέσου των συμφωνιών που αυτοί σύναψαν. Πιο συγκεκριμένα προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν ως στοιχεία διεύθυνσης τους, δηλωμένα επί της συμφωνίας δανείου - Τεκμήριο 4 - την οποία υπέγραψε ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους, ίδια με τα στοιχεία διεύθυνσης στην οποία στάλθηκαν τα Τεκμήρια 13, και 17. Συνακόλουθα, δεδομένης της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΕ2, υποστηριζόμενης από το Τεκμήριο 15 - απόδειξη κατάθεσης συστημένων αντικειμένων - ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν, και δεν επιστράφηκαν στους Ενάγοντες - βλέπε ως σχετικά τα νομολογηθέντα στην υπόθεση ALPHA BANK CYPRUS LTD v. ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α. ημερομηνίας 02.10.2015, Πολιτική Έφεση 84/2009, κρίνεται ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη του όρου 15 της συμφωνίας δανείου - Τεκμήριο 4 - στον οποίο προνοείται ότι: "Any demand or notice by the Bank hereunder shall be deemed to have been sufficiently given if sent by registered post or fax to the last known address of the Debtor as the case may be and shall be assumed to have reached the person to whom it was sent in due course of post or instantaneously if sent by fax". Συνακόλουθα με τον προαναφερόμενο όρο 15 της συμφωνίας δανείου - Τεκμήριο 4 - οποιαδήποτε ειδοποίηση θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να δοθεί γραπτώς στους Εναγόμενους 1 και 2 με συστημένο ταχυδρομείο όπως αποδεδειγμένα έπραξαν οι Ενάγοντες. Παρόμοια γεγονότα κρίθηκαν από Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν δικαιολογούσαν νόμιμο τερματισμό συμφωνίας πλην όμως το Εφετείο, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση αποφάνθηκε ότι: «Η πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εντελώς λανθασμένη. Από τη μαρτυρία του υπαλλήλου της εφεσείουσας τράπεζας προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού είχαν αποσταλεί τόσο στην εφεσίβλητη εταιρεία όσο και στους εφεσίβλητους 2 και 3 και η μάρτυς κατέθεσε τα αντίγραφα των επιστολών τα οποία βρίσκονταν στο φάκελο της εφεσείουσας τράπεζας. Τα αρχικά έγγραφα σημείωσε η μάρτυς βρίσκονταν στην κατοχή των εφεσίβλητων. Προς τούτο σημειώνεται η παντελής έλλειψη αντεξέτασης της μάρτυρος αν πραγματικά οι πιο πάνω επιστολές είχαν αποσταλεί και, επιπρόσθετα, σημειώνεται η έλλειψη οποιασδήποτε ένστασης για την κατάθεσή της. Η πιο πάνω μαρτυρία της μάρτυρος υποδηλεί ότι οι επιστολές είχαν αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή τους συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν. (Βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Από τη μαρτυρία της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας και την χωρίς ένσταση κατάθεση τους, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ήταν ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί νόμιμα.» Υπενθυμίζεται ότι ο ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε και ούτε αμφισβητήθηκε ότι στάλθηκαν ταχυδρομικώς οι επιστολές των Τεκμηρίων 13 και 17 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 αντίγραφα οποίων κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταλυτικής σημασίας κρίνονται δε και τα όσα αναφέρθηκαν, προ ολίγων ημερών, από το Εφετείο στην υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013 ημερομηνίας 03.12.2019 όπου για παρόμοιο ζήτημα, μεταξύ άλλων αναφέρθηκε πως: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029)». Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεδομένης της καθυστέρησης και μη πληρωμής δόσεων η οποία συνιστά παράβαση της συμφωνίας, δεν αφήνουν οποιοδήποτε περιθώριο για αποδοχή της θέσης των Εναγόμενων 1 και 2 περί μη νόμιμου τερματισμού. Εν' όψει των προαναφερόμενων αποδείχθηκε
(4)ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος και συμβατικά ορθός. Περαιτέρω αποδείχθηκε
(5)ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 11, το οποίο συνιστά κατάσταση λογαριασμού της συμφωνίας του επίδικου δανείου, το χρεωστικό υπόλοιπο, την 26.02.2010, ήταν CHF395.529,
  1. Αμφισβητήθηκε ωστόσο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 αναφορικά με συγκεκριμένες χρεώσεις. Ανάλογη θέση ηγέρθηκε ξεκάθαρα μέσα από το δικόγραφο των Εναγόμενων 1 και
  2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί πιστό αντίγραφο των καταχωρημένων πράξεων του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολιτική Έφεση αρ. 294/2012 ημερομηνίας 18.06.2019 όπου μεταξύ άλλων αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού στη βάση της οποίας Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων ότι, «το πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α17 δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9, τηρούσε όλα τα εχέγγυα της νομοθεσίας και επιβεβαίωσε τη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού ως μέρους των τραπεζικών εργασιών οι οποίες τηρούνταν αδιαλείπτως και συστηματικά σε ηλεκτρονική μορφή, τηρώντας αρχείο της κίνησης του λογαριασμού και που είχε ελεγχθεί δεόντως από τη ΜΕ1». Παρά τα προλεγόμενα, εφ' όσον το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 αμφισβητήθηκε, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει καθετί που σχετίζεται με τα αμφισβητούμενα στοιχεία. Πρώτιστα να αξιολογήσει αυτά σε συνάρτηση με τους όρους και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, την επίδικη συμφωνία. Οι αμφισβητούμενες χρεώσεις αφορούν σε τέσσερα ποσά των (α) CHF50,83 χρεωμένων την 30.04.2007, το (β) των CHF18,55 χρεωμένων την 04.11.2008, (γ) των CHF76,98 χρεωμένων την 20.03.2009 και (δ) των CHF217,50 χρεωμένων την 26.02.
  3. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 το (β) ποσό, των CHF18,55, αφορούσε χρέωση για άλλο από τον επίδικο λογαριασμό, συνεπώς κρίνεται ότι αντισυμβατικά οι Ενάγοντες χρέωσαν το εν λόγω ποσό στον επίδικο λογαριασμό. Σύμφωνα επίσης με τον ΜΕ1 (α) το ποσό των CHF50,83 χρεώθηκε λόγω υπερημερίας και τα ποσά (γ) και (δ) των CHF76,98 και CHF217,50 ως έξοδα επιστολών. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε για τη χρέωση του (α) ποσού, CHF50,83 σε συμβατικό δικαίωμα των Εναγόντων με βάση τον όρο 14 του Τεκμηρίου 4, έγινε δε αντιληπτό από το Δικαστήριο πως η ίδια θέση ισχύει και για τις άλλες δύο χρεώσεις, των CHF76,98 και CHF217,50, ωστόσο ο εν λόγω όρος ο οποίος προβλέπει ότι «The Debtor agrees to pay to the Bank upon demand all costs, charges and expenses (including legal fees) incurred by the Bank in connection with the drafting execution and enforcement of this agreement» κρίνεται πως δεν καλύπτει δικαίωμα για τις συγκεκριμένες χρεώσεις. Παρ' ότι ενδεχομένως τέτοιο δικαίωμα για χρεώσεις ως οι προαναφερόμενες, να παρέχεται μέσα από τον όρο 5 του Τεκμηρίου 4, κάτι που δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο καθ' ότι προνοείται πως απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη σχετική ανακοίνωση στον τύπο ή η γραπτή ειδοποίηση. Παρατηρείται όμως ότι δεν προσκομίστηκε τέτοια σχετική μαρτυρία, συνεπώς οι εν λόγω χρεώσεις υπό (α) (γ) (δ) κρίνονται επίσης αντισυμβατικές. Δεδομένων όμως των υπολογισμών των Εναγόντων και με βάση αυτές τις χρεώσεις οι οποίες τοκίζονταν, κεφαλαιοποιώντας και τον τόκο προκύπτει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο που δεικνύει το Τεκμήριο 11 δεν είναι το ορθό συμβατικά. Συνακόλουθα το Δικαστήριο παρότι αποδέχεται ως αληθή τα όσα περιγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 11, πλην των όσων αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν αποδέχεται πλήρως ότι το περιεχόμενο της ειδικότερα οι προαναφερόμενες καταχωρήσεις - χρεώσεις - συνάδουν με τους συμβατικούς όρους της επίδικης συμφωνίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 1247, όπου πρωτόδικα κρίθηκε πως δεν αποδείχθηκαν οι διακυμάνσεις των επιτοκίων που λήφθηκαν υπόψη στην κατάσταση λογαριασμού, πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε ποσό περιοριζόμενο στο κεφάλαιο μόνο και το Εφετείο επιβεβαίωσε την επιλογή του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Κατά ανάλογο τρόπο κρίνεται δίκαιο όπως στην παρούσα υπόθεση επιδικασθεί το ποσό που προκύπτει από το αρχικό κεφάλαιο του δανείου αφαιρουμένων των πιστώσεων που αφορούν σε πληρωμές των Εναγόμενων 1 και 2, όπως αυτές εμφαίνονται στο Τεκμήριο 11, πλέον συμβατικό τόκο από την 26.02.2010, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας μέχρι εξόφλησης. Συνεπώς αφαιρώντας το ποσό των CHF43.372,31, που είναι το σύνολο των πιστώσεων, από το ποσό του δανείου ήτοι CHF368.000,00 προκύπτει το ποσό των CHF324.627,69 πλέον συμβατικό τόκο από 26.02.2010, με 3 μηνών Libor, και προσαύξηση 3,70% ετησίως και τόκο υπερημερίας 5% ο οποίος την 25.11.2013 μειώθηκε σε 1,75% με κεφαλαιοποίηση των τόκων δυο φορές ετησίως μέχρι εξόφλησης. Κλείνοντας την παρούσα απόφαση το Δικαστήριο επιθυμεί να παρατηρήσει πως η μη προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, αν και ήταν απόλυτο δικαίωμά τους, ταυτόχρονα έχει σημασία αρνητική στη στοιχειοθέτηση της όποιας υπερασπιστικής τους γραμμής. Συνακόλουθα δε όλων των προαναφερόμενων κρίνεται πως καμία υπεράσπιση από τις προβαλλόμενες δύναται να επιτύχει, πλην του θέματος των χρεώσεων για τις οποίες αποφάνθηκε ήδη το Δικαστήριο. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 για το ποσό των CHF324.627,69 πλέον τόκο 3 μηνών libor με προσαύξηση 3,70% ετησίως από 26.02.2010 και τόκο υπερημερίας 5% από 26.02.2010 μέχρι 24.11.2013 και από 25.11.2013 τόκο υπερημερίας 1,75% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως, την 30.06 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ως οι παράγραφοι (ε) (στ) (ζ) (η) (θ) (ι) (κ) χωρίς να περιλαμβάνεται η φράση «σε οιανδήποτε τιμή, (λ) χωρίς να περιλαμβάνεται η φράση «σε οιανδήποτε τιμή", (μ)»(ν) και (ξ). Τα έξοδα της δίκης επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΙΜ Subject: Civil/other actions/final Αναφορά: Συμβάσεις - Σύμβαση δανείου - από τράπεζα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.