← Κύπρος

JAIYESIMI ν. PAPHOMONTE ESTATES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2617/2011, 9/12/2019

JAIYESIMI ν. PAPHOMONTE ESTATES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2617/2011, 9/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2617/2011 Μεταξύ: xxxxx xxxxx JAIYESIMI Ενάγοντα και PAPHOMONTE ESTATES LIMITED Εναγόμενων -------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9.12.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κα Παύλου, για GIORGOS LANDAS LLC Για εναγόμενους: κα Μιχαήλ, για PHC TSANGARIDES LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, υπό την έννοια ότι, είτε δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά είτε απορρέουν από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων/τεκμηρίων, τα οποία κατατέθηκαν εξ συμφώνου προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους: Οι εναγόμενοι - οι οποίοι μεταξύ ασχολούνται με επιχειρήσεις ανάπτυξης και αξιοποίησης γης και εμπορίας και πώλησης οικοπέδων, καταστημάτων, διαμερισμάτων και σπιτιών -, στον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες συγκεκριμένου ακινήτου στη Χλώρακα, επί του οποίου ανήγειραν το κτιριακό συγκρότημα "ZAVOS PAPHOMONTE HEIGHTS". Δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων η οποία έγινε στις 7/7/2004 (στο εξής «επίδικη συμφωνία»), οι εναγόμενοι πώλησαν στον ενάγοντα ένα σπίτι στο πιο πάνω ακίνητό τους (στο εξής «επίδικο σπίτι»), για το ποσό των €167.442,94 (£98.000,00), πληρωτέο, ως ακολούθως: €3.348,85 (£1.960.00), το οποίο ο ενάγοντας κατέβαλε πριν από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, €46.884,02 (£27.440,00), με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, €117.039,20 (£68.500,00), κατά ή περί τις 31/10/2004 και τέλος, €170.86 (£100,00), με την παράδοση και εγγραφή του επίδικου σπιτιού στο όνομα του ενάγοντα. Για την αγορά του επίδικου σπιτιού, ο ενάγοντας κατέβαλε στους εναγόμενους το συνολικό ποσό των €60.024,88 (£35.131,00). Από το ποσό αυτό, μετά την αποκοπή μέρους, για σκοπούς εμβάσματος και/ή τραπεζικών εξόδων, οι εναγόμενοι έλαβαν €59.993,11 (£35.112,42). Ο ενάγοντας δεν τους πλήρωσε το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού οπότε καταχώρησαν εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την αγωγή 2587/

  1. Μετά την υποκατάστατη επίδοση της εν λόγω αγωγής, ο ενάγοντας απέστειλε βεβαίωση, ημερομηνίας 8/7/2009, η οποία συντάχθηκε και αποστάληκε από τους δικηγόρους των εναγόμενων προς υπογραφή εκ μέρους του. Στις 19/2/2010 εκδόθηκε - ερήμην - απόφαση εναντίον του ενάγοντα στην πιο πάνω αγωγή, με περιεχόμενο, ως ακολούθως: «...... Η αγωγή αυτή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για ακρόαση στην παρουσία του κ. Γ. Λάντα για κ.κ. Κλεάνθη Καραμανίδη, Τσαγγαρίδης & Τσαγγαρίδης, Δικηγόροι για τους ενάγοντες και του εναγομένου μη παρευρισκομένου παρόλο ότι του επιδόθηκε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της πιο πάνω αγωγής και το Δικαστήριο τούτο αφού άκουσε όλα όσα ελέχθησαν από ή από μέρους των εναγόντων, ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΕΙ ότι το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 7.7.04 μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, αναφορικά με την πώληση υπό των εναγόντων εις τον εναγόμενο, ενός σπιτιού με αριθμό 24, στο Κτιριακό Συγκρότημα «xxx xxx xxx», επί του ακινήτου με αρ, εγγραφής xxx, τεμάχιο xxx, Φύλλο/Σχέδιο 45/58, Τμήμα 0, το οποίο βρίσκεται στην Χλώρακα, Πάφου, έχει τερματιστεί και/ή ακυρωθεί και/ή κατέστει άνευ οιασδήποτε νομικής ισχύος με την επιστολή τερματισμού που απέστειλαν οι ενάγοντες προς τον εναγόμενο την 21.7.06 λόγω παραβάσεως και/ή αθετήσεως ουσιωδών όρων του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 7.7.04 από τον εναγόμενο και συγκεκριμένα παράβασης του ουσιώδους όρου 5 που αφορά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του σπιτιού. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η ακύρωση του πιο πάνω αναφερομένου Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 7.7.
  2. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ο εναγόμενος και/ή οι υπηρέτες και/ή οι αντιπροσώποι του όπως παραδώσουν στους ενάγοντες ελεύθερη την κατοχή και χρήση του πιο πάνω αναφερόμενου σπιτιού, το οποίο είναι το αντικείμενο πώλησης δυνάμει του μεταξύ των διαδίκων Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 7.7.
  3. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ο εναγόμενος και/ή ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου να διαγράψει το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 7.7.04 μεταξύ των διαδίκων το οποίο κατατέθηκε στα κτηματολογικά μητρώα, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης την 10.8.04 στο Επαρχιακό Κτηματολογικά Γραφείο Πάφου με αριθμό φακέλου ΠΩΕ 3225/
  4. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως ο εναγόμενος πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €59= έξοδα έκδοσης της απόφασης αυτής πλέον τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 17.7.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. ...» Η αγοραία αξία του επίδικου σπιτιού κατά τον Απρίλη του 2010 ήταν €144.000,00 και κατά το Μάη του 2011, €139.000,
  5. Απ' εκεί και πέρα, οι θέσεις μεταξύ των μερών, διίστανται. Ο ενάγοντας, με την έκθεση απαίτησης της αγωγής του, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται τα εξής: Είναι οι εναγόμενοι μέσω του δικηγόρου τους που τον έπεισαν να τους αποστείλει τη γραπτή βεβαίωση, με την οποία θα αποδεχόταν την έκδοση της πιο πάνω απόφασης. Ο ίδιος συμφώνησε και δέχτηκε να στείλει τη βεβαίωση, αφού πείστηκε και συμφώνησε μαζί τους, ότι αφού αφαιρέσουν τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα έχουν υποστεί, θα του επέστρεφαν το υπόλοιπο του τιμήματος που τους κατέβαλε για την αξία του επίδικου σπιτιού και των επίπλων. Μετά την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας επικοινωνούσε συνεχώς με αυτούς, ζητώντας τους να του καταβάλουν το ποσό που τους κατέβαλε, αλλά απέφευγαν να του δώσουν εξηγήσεις μέχρι που του απέκλεισαν το ενδεχόμενο να του επιστρέψουν τα χρήματά του. Από πληροφορίες που έχει πάρει πούλησαν ξανά το σπίτι σε άλλο αγοραστή, με αποτέλεσμα να επωφεληθούν περαιτέρω από την πώλησή του. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα και/ή ότι τους κατέβαλε το ποσό που τους κατέβαλε, χωρίς οποιαδήποτε χαριστική πρόθεση, αφού δέχτηκε να τους επιστραφεί το επίδικο σπίτι. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από τις πράξεις τους, έχουν αποκομίσει οφέλη και ως εκ τούτου υποχρεούνται να τον αποζημιώσουν. Με την αγωγή του ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον τους, για το ποσό που τους κατέβαλε για την αγορά του επίδικου σπιτιού, το οποίο (ποσό), όπως είναι η θέση του παρακράτησαν παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Περαιτέρω ζητά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, ως ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο και τέλος, νόμιμους τόκους και έξοδα. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του, οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται τα εξής: Οι ίδιοι και/ή οι δικηγόροι τους, σε καμία περίπτωση δεν έπεισαν τον ενάγοντα να αποστείλει τη γραπτή βεβαίωση, ημερομηνίας 8/7/2009 και ούτε υπήρχε θέμα να τον πείσουν για κάτι τέτοιο, αφού παραδέχθηκε και ομολόγησε την αδυναμία του να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Με βάση τους όρους 11 και 12 της επίδικης συμφωνίας και ενόψει του ότι το επίδικο σπίτι πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο, σε χαμηλότερη τιμή από την αρχική τιμή πώλησής του, ο ενάγοντας, από τη στιγμή που παρέλαβε (παρέβηκε υποθέτω είναι το ορθό ρήμα) υπαίτια την επίδικη συμφωνία, σε καμιά περίπτωση δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό και η αξίωσή του στην παρούσα αγωγή, είναι αβάσιμη και αδικαιολόγητη. Οι ίδιοι, με βάση την εκδοθείσα απόφαση, ημερομηνίας 19/2/2010 και αφού κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να πωληθεί το επίδικο σπίτι στην καλύτερη δυνατή τιμή, υπό τις περιστάσεις της αγοράς, κατά ή περί τις 31/5/2011, το πώλησαν για το ποσό των €140.000,
  6. Από την πώληση δεν έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα και ούτε έχουν αποκομίσει οφέλη, αλλά, αντίθετα, υπέστησαν ζημιές, ύψους €113.168,
  7. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα, με την οποία, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται τα εξής: Δυνάμει του όρου 5 της επίδικης συμφωνίας, σε περίπτωση που ο ενάγοντας δεν κατέβαλλε τις πληρωμές του, τότε θα επιβαλλόταν τόκος 9% ετησίως επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού. Δυνάμει του όρου 9, ο ενάγοντας είχε την υποχρέωση να πληρώνει όλους τους φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας καθώς επίσης και γενικά, όλους τους φόρους, τέλη και έξοδα σχετικά με το επίδικο σπίτι. Σε περίπτωση που πλήρωναν οι ίδιοι τα ποσά αυτά, θα έπρεπε να τους καταβάλλονται. Δυνάμει του όρου 18, ο ενάγοντας θα πρέπει να πληρώνει όλα τα κοινόχρηστα έξοδα του επίδικου σπιτιού. Τέλος, δυνάμει του όρου 20 - πάντοτε της επίδικης συμφωνίας -, οι ίδιοι είχαν δικαίωμα να χρεώνουν το λογαριασμό του με τα έξοδα ασφάλειας παντός κινδύνου. Μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή 2587/2009 (ανωτέρω) πώλησαν το επίδικο σπίτι σε τρίτο πρόσωπο, δυνάμει των όρων 10, 11 και 12 της επίδικης συμφωνίας, έναντι του ποσού των €140.000,00, που αποτελεί την καλύτερη δυνατή τιμή πώλησης υπό τις περιστάσεις της αγοράς και αφού κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για το σκοπό αυτό. Λόγω της από μέρους του ενάγοντα παράβασης της επίδικης συμφωνίας και τον επακόλουθο τερματισμό της από τους ίδιους, υπέστηκαν ζημιές και/ή απώλειες και/ή έξοδα (οι σχετικές λεπτομέρειες εκτίθενται στην παράγραφο 13), ύψους €113.168,07, τα οποία, με βάση τον όρο 12 της επίδικης συμφωνίας, ο ενάγοντας θα πρέπει να τους καταβάλει. Με την πιο πάνω αγωγή τους επιφύλαξαν πλήρως τα δικαιώματά τους να στραφούν με νέα βάση αγωγής εναντίον του, για αποζημιώσεις, λόγω παράβασης της επίδικης συμφωνίας ή για πληρωμή του υπολοίπου από το τίμημα αγοράς του επίδικου σπιτιού, εάν το προϊόν της πώλησης μετά την πώλησή του, δεν τους καλύψει, ως η επίδικη συμφωνία ή για οποιεσδήποτε ζημιές ή απώλειες υπέστηκαν ή θα υποστούν, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του και λόγω παράβασης, εξ υπαιτιότητάς του, της επίδικης συμφωνίας. Με το παρακλητικό της ανταπαίτησής τους αξιώνουν εναντίον του ενάγοντα, το ποσό των €113.168,07 (ανωτέρω), πλέον τόκους προς 9% επί του ποσού αυτού, από 31/5/2011 μέχρι εξοφλήσεως και/ή νόμιμους τόκους και έξοδα. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, δεδομένου ότι, ουσιαστικά, κοινό έδαφος μεταξύ των μερών αποτελεί και το γεγονός, ότι οι εναγόμενοι, δυνάμει σχετικής γραπτής σύμβασης (τεκμήριο 26), στις 31/5/2011, δηλαδή, μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή 2587/2007 (ανωτέρω), επαναπώλησαν το επίδικο σπίτι σε τρίτο πρόσωπο, για το ποσό των €140.000,00, ευσταθεί ή όχι η θέση του ενάγοντα, ότι υπέχουν νομικής και συμβατικής υποχρέωσης να του επιστρέψουν το ποσό των €59.993,11 που τους κατέβαλε για την αγορά του ίδιου σπιτιού από τον ίδιο, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας; Δεύτερο - συναφώς με το προηγούμενο -, ευσταθεί ή όχι η θέση του ενάγοντα, ότι μεταξύ του και των εναγόμενων υπήρξε συμφωνία, ότι ο πρώτος θα απέστελλε στους δεύτερους τη γραπτή δήλωση/βεβαίωση, ημερομηνίας 8/7/2009 και θα δεχόταν την έκδοση απόφασης εναντίον του στην πιο πάνω αγωγή, αφού πείστηκε και συμφώνησε με τους εναγόμενους, ότι αφού αφαιρέσουν τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα έχουν υποστεί, θα του επέστρεφαν το ποσό που τους είχε καταβάλει για την αξία του επίδικου σπιτιού και των επίπλων; Τρίτο, δεδομένου ότι ο ενάγοντας αγόρασε το επίδικο σπίτι για το ποσό των €167.442,94, έναντι του οποίου κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των €59.993,11, οι τελευταίοι, έχοντας υπόψη ότι μετά την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας υπαιτιότητί του και την έκδοση απόφασης εναντίον του στην πιο πάνω αγωγή, στις 31/5/2011 επαναπώλησαν το επίδικο σπίτι σε τρίτο πρόσωπο, για το ποσό των €140.000,00, νομιμοποιούνται ή όχι να αξιώνουν εναντίον του οποιοδήποτε ποσό αξιώνουν με την ανταπαίτησή τους; Ο ενάγοντας xxxxx xxxxx Jaiyesimi (Μ.Ε.1) και η σύζυγός του xxxxx Jaiyesimi (Μ.Ε.2) είναι οι 2 μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα. Για τους εναγόμενους δόθηκε μαρτυρία μόνο από τον οικονομικό διευθυντή τους, xxxxx Μιχαήλ. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο τον ενάγοντα και τη σύζυγό του από τη μια όσο και τον οικονομικό διευθυντή των εναγόμενων από την άλλη, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, αλλά και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντος και των τριών από την έκβασή της. Περαιτέρω έχω κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή

(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Ακόμη λαμβάνω υπόψη και τ' ακόλουθα: Καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Τέλος, επειδή το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας αποτελεί και πραγματική μαρτυρία λαμβάνω υπόψη, ότι αυτή καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίνου ν. Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2011, ημερομηνίας 12/4/2016): «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα, xxxxx xxxxx Jaiyesimi (Μ.Ε.1), ως μάρτυρα είναι αρνητική. Μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, ήρθε σε σύγκρουση με τα παραδεκτά γεγονότα και προέβαλε ισχυρισμούς που παρέμειναν έωλοι ή στερούνται λογικής και πειστικότητας. Περαιτέρω, μερικοί από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας - το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί και πραγματική μαρτυρία -, είτε ακόμη αφίστανται των δικογραφημένων ισχυρισμών του, υπό την έννοια ότι, είτε δε συνάδουν είτε δεν καλύπτονται είτε τέλος συγκρούονται με αυτούς. Τέλος, είναι και το γεγονός, ότι σε σχέση με μια από τις πλέον ουσιώδεις πτυχές τις υπόθεσης, η μαρτυρία του συγκρούεται με τη μαρτυρία της συζύγου του (Μ.Ε.2). Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και στερούμενη πειστικότητας. Τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς πλείστες από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο ενάγοντας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 13, στα αγγλικά) και (τεκμήριο 13Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά). Με τις παραγράφους 6, 7, 8, 9, 10 και 11 επιχειρεί να με πείσει ότι ο λόγος που παρέλειψε να καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου σπιτιού, ουσιαστικά αφορά στους εναγόμενους, οι οποίοι, ενώ τους είχαν πει ότι για την αγορά του επίδικου σπιτιού, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν δάνειο από την τράπεζα ή αν δεν εξασφάλιζαν, θα τους εγγυούνταν οι ίδιοι για να το εξασφαλίσουν, τελικά, αυτό δεν έγινε ποτέ, καθότι η τράπεζα με την οποία συνεργάζονταν οι εναγόμενοι - στην οποία τους παρέπεμψαν -, απέρριψε τη σχετική αίτησή τους. Το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του και οτιδήποτε άλλο αναφέρει στη συνέχεια στο ίδιο πλαίσιο, για δυο λόγους, δε λαμβάνονται υπόψη. Καταρχήν, επειδή δικογραφικά ισχυρίζεται απλώς, ότι είναι λόγω οικονομικής αδυναμίας που καθυστερούσε να καταβάλει και δεν κατέβαλε το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού, χωρίς να ισχυρίζεται οτιδήποτε αναφέρει στις πιο πάνω παραγράφους της γραπτής του δήλωσης, κι έπειτα, επειδή τα όσα αναφέρει στις εν λόγω παραγράφους συγκρούονται με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του στο πλαίσιο της αγωγής 2587/2007, ημερομηνίας 19/2/2010 (τεκμήριο 2), στην οποία αναφέρεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ο λόγος τερματισμού και/ή ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας και/ή που κατέστη άνευ οποιασδήποτε νομικής ισχύος, που είναι η αθέτηση εκ μέρους του ενάγοντα ουσιώδους όρου της και συγκεκριμένα, του όρου 5, ο οποίος, σύμφωνα με την εν λόγω δικαστική απόφαση - το ουσιαστικό μέρος της οποίας εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) - «αφορά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του σπιτιού.» Και με δεδομένο ότι η εν λόγω δικαστική απόφαση κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της και μάλιστα, προτού αρχίσει να καταθέτει ο ενάγοντας, ως μάρτυρας, οτιδήποτε αναφέρεται σ' αυτή, θα πρέπει να θεωρείται αποδεδειγμένο. Των παραπάνω λεχθέντων, ο ισχυρισμός του ενάγοντα - της παραγράφου 12 της γραπτής του δήλωσης - ότι το επίδικο σπίτι δεν τους παραδόθηκε ποτέ καθώς για να τους το παρέδιδαν, θα έπρεπε να ξοφλήσει το τίμημα με βάση την επίδικη συμφωνία, δε λαμβάνεται υπόψη και τούτο, επειδή με την ίδια δικαστική απόφαση διατάχθηκε να παραδώσει στους εναγόμενους ελεύθερη την κατοχή και χρήση του επίδικου σπιτιού, που με απλά λόγια σημαίνει ότι αυτό, μέχρι τότε, κατεχόταν, αλλά και χρησιμοποιούταν κιόλας από τον ίδιο και/ή τους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους του. Και με δεδομένο ότι ίδιος, όχι μόνο δεν έχει επιδιώξει οποτεδήποτε με το ορθό δικονομικό διάβημα την ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω απόφασης - εν όλω ή εν μέρει -, αλλά αντίθετα, αυτή καθώς ήδη έχει αναφερθεί κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής και μάλιστα προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της - για να επαναλάβω - οτιδήποτε απορρέει ως γεγονός από αυτή, θα πρέπει να θεωρείται αποδεδειγμένο, έναντι πάντων. Ισχυρίζεται ακόμη ο ενάγοντας στην παράγραφο 13 της γραπτής του δήλωσης ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής 2587/2007, οι εναγόμενοι - μέσω των δικηγόρων τους - επικοινώνησαν μαζί τους τηλεφωνικώς καθώς και με e-mail, προσπαθώντας να τους πείσουν να αποδεχτούν την έκδοση απόφασης. Από το γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων συνομιλούσε με τη σύζυγό του ο κ. Γεώργιος Λάντας, το γραφείο του οποίου είναι οι νυν δικηγόροι τους και τους είχαν πει ότι αν αποδέχονταν να εκδοθεί απόφαση για απόσυρση της επίδικης συμφωνίας από το Κτηματολόγιο, θα μπορούσαν να πουλήσουν το σπίτι σε τρίτους και τότε θα τους επέστρεφαν τα χρήματα που κατέβαλαν έναντι του τιμήματος. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 14, αρχικά, ο ίδιος και η σύζυγός του ήταν επιφυλακτικοί. Αργότερα όμως δέχτηκαν καλόπιστα να προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης, αφού τους είχαν υποσχεθεί ότι, αφού πουλούσαν το σπίτι σε τρίτους, θα τους επέστρεφαν τα χρήματά τους, αφού αφαιρούσαν τα δικηγορικά που είχαν υποστεί. Με αυτό το σκεπτικό αποδέχτηκαν και έτσι δε διόρισαν δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην αγωγή. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τούτο: ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι τους είχαν πει ότι αν αποδέχονταν να εκδοθεί απόφαση για απόσυρση της επίδικης συμφωνίας από το Κτηματολόγιο, θα μπορούσαν να πουλήσουν το σπίτι σε τρίτους και τότε, δηλαδή μετά την πώληση, θα τους επέστρεφαν τα χρήματα που κατέβαλαν έναντι του τιμήματος αγοράς του, είναι σε αντίθεση με τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, των παραγράφων 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης: οι εναγόμενοι μέσω του δικηγόρου τους, τον έπεισαν να τους αποστείλει την επίμαχη γραπτή βεβαίωση, με την οποία θα αποδεχόταν την έκδοση απόφασης εναντίον του για ακύρωση της επίδικης συμφωνίας και την ανάληψη της κατοχής του σπιτιού από τους ίδιους, ώστε να το πουλήσουν. Ο ίδιος δέχτηκε και συμφώνησε να στείλει την εν λόγω βεβαίωση, αφού συμφώνησε μαζί τους, ότι αφού αφαιρέσουν τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα έχουν υποστεί, θα του επέστρεφαν το υπόλοιπο του ποσού που τους κατέβαλε για την αξία του σπιτιού και των επίπλων, αφού είναι αδύνατο να παραλάβουν πίσω την κατοχή του σπιτιού και να παρακρατήσουν το ποσό που τους κατέβαλε. Με τους παραπάνω ισχυρισμούς του είναι σαφές, ότι αυτό που ισχυρίζεται δικογραφικά είναι ότι με την έκδοση απόφασης εναντίον του στην αγωγή XXXX/2007, οι εναγόμενοι όφειλαν να του επιστρέψουν το ποσό που τους είχε καταβάλει έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού, χωρίς να ισχυρίζεται ότι αυτό θα γινόταν μετά που θα πουλούσαν το επίδικο σπίτι σε τρίτους. Όμως, ειδικά ο τελευταίος ισχυρισμός του, της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης, ότι οι εναγόμενοι είναι αδύνατο να παραλάβουν πίσω την κατοχή του επίδικου σπιτιού και να παρακρατήσουν το ποσό που τους κατέβαλε, προφανώς αναιρεί πλήρως τον ισχυρισμό του, της παραγράφου 12 της γραπτής του δήλωσης σύμφωνα με τον οποίο, το επίδικο σπίτι δεν τους παραδόθηκε ποτέ. Ερωτηθείς από τη δικηγόρο του, εάν συνομιλούσε με τους εναγόμενους, μέσω της εταιρείας Instant Access Properties Ltd ισχυρίστηκε πως δεν είχε πρόσβαση ώστε να μιλήσει απευθείας στους εναγόμενους, διότι ο ατζέντης του ήταν αυτός που διεκπεραίωνε όλες αυτές τις διαδικασίες. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος, ουσιαστικά αναίρεσε τον εν λόγω ισχυρισμό του. «Είχατε πει πριν ότι δε μιλούσατε εσείς με τους εναγόμενους, σωστά;» ρωτήθηκε κάποια στιγμή από τον κ. Αντωνίου. Όπως είπε απαντώντας, ο εναγόμενος του έγγραψε και μετά ο ίδιος, τις περισσότερες φορές, τον έπαιρναν τηλέφωνο, όταν δεν απαντούσε ή δεν κατανοούσε τι του έλεγαν, έστελναν την Instant Access που ήταν οι κτηματομεσίτες τους και αυτοί ενεργούσαν γι' αυτούς. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι είχε επικοινωνία με τους εναγόμενους ώστε να πουλήσουν το ακίνητο για να πάρει τα χρήματά του ώστε να πουλήσουν το ακίνητο και να του επιστρέψουν τα χρήματά του. Όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκε από τον κ. Αντωνίου, αν είναι αλήθεια ότι την προηγούμενη μέρα, είχε πει ότι δεν του επιτρεπόταν να μιλήσει με τους εναγόμενους, ισχυρίστηκε ότι η Instant Access ήταν η κτηματομεσιτική εταιρεία που εργαζόταν για τον κ. Ζαβό και προτού μιλήσουν μαζί του επικοινωνούσαν με τον κτηματομεσίτη τους πρώτα. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε πως δεν είπε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει όποτε θέλει με τους εναγόμενους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Όσα ακολουθούν αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για όσα θα αναφέρω στη συνέχεια: Στις 8/7/2009, ο νυν δικηγόρος του ενάγοντα - ο οποίος τότε ενεργούσε εκ μέρους των δικηγόρων των εναγόμενων -, απέστειλε στη σύζυγο του ενάγοντα το ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 12), με το οποίο, μεταξύ άλλων, την πληροφορούσε πως είχε ετοιμάσει μία δήλωση για το σύζυγό της, με την οποία επιβεβαιώνει ότι παρέλαβε τα έγγραφα της αγωγής και συμφωνεί με την έκδοση απόφασης εναντίον του ώστε να μπορούν να ακυρώσουν την επίδικη συμφωνία και να την αποσύρουν από το Κτηματολόγιο προκειμένου στη συνέχεια να μπορούν να πωλήσουν το επίδικο σπίτι. Καταληκτικά, ο κ. Λάντας ζητά από τη σύζυγο του ενάγοντα να υπογράψει την εν λόγω δήλωση (η οποία επισυνάπτεται στο μήνυμά του) και να τη στείλει ταχυδρομικώς σε συγκεκριμένη διεύθυνση (η οποία αναφέρεται στο μήνυμα). Με την λόγω δήλωση/βεβαίωση, ημερομηνίας 8/7/2009 (μέρος του τεκμηρίου 12), ο ενάγοντας δηλώνει και επιβεβαιώνει ότι έχει παραλάβει την αγωγή και συμφωνεί να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον του έτσι ώστε η επίδικη συμφωνία να μπορεί να ακυρωθεί και αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο και να παραδώσει την κατοχή του επίδικου σπιτιού στους εναγόμενους, ώστε να μπορούν να το πουλήσουν. Αντεξεταζόμενος και πάλι ο ενάγοντας, ερωτηθείς εάν ο κ. Λάντας, τους ανάφερε ότι θα τους επιστρέφονταν τα χρήματα σε περίπτωση μεταπώλησης, ισχυρίστηκε πως δεν του είπε κάτι τέτοιο ο κ. Λάντας. Όπως είπε απαντώντας στις επόμενες δυο ερωτήσεις, ο κ. Λάντας ενεργούσε για τους εναγόμενους, αλλά δεν είπε οτιδήποτε στον ίδιο μα ούτε στη γυναίκα του. Με την επισήμανση ότι η σύζυγός του, το διαψεύδει, αφού, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο κ. Λάντας προσπαθούσε να τους πείσει να υπογράψουν τη βεβαίωση και ότι εάν την έστελναν πίσω θα μπορούσε να αποσύρει την επίδικη συμφωνία από το Κτηματολόγιο ώστε το επίδικο σπίτι να πωληθεί σε τρίτο και να επιστραφούν τα χρήματά τους, από τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα, τους οποίους βασικά επανέλαβε και η σύζυγός του, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: Εάν δεν είναι ο κ. Λάντας που τους είπε ότι θα τους επιστραφούν τα χρήματα που είχε δώσει ο ενάγοντας στους εναγόμενους για την αγορά του επίδικου σπιτιού, τότε ποιος είναι αυτός; Ακολούθως, εάν είτε ο κ. Λάντας είτε οποιοσδήποτε άλλος εκ μέρους των εναγόμενων, τους είχε πει ότι εάν υπόγραφαν την επίμαχη δήλωση/βεβαίωση - με περιεχόμενο, ως ανωτέρω -, θα τους επέστρεφαν τα χρήματα που είχε καταβάλει ο ενάγοντας για την αγορά του επίδικου σπιτιού, γιατί οι ίδιοι δε ζήτησαν τη συμπερίληψη ανάλογης πρόνοιας, τόσο στην επίμαχη δήλωση/βεβαίωση όσο και, κυρίως, στη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα; Τέλος, δεδομένης της σπουδαιότητας του εν λόγω ισχυρισμού τους σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι ο κ. Λάντας, ουσιαστικά είναι ο δικηγόρος του ενάγοντα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, γιατί ο κ. Λάντας δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και να καταθέσει ως μάρτυράς του, προκειμένου να τον επιβεβαιώσει γι' αυτή την, τόσο σημαντική για τον ίδιο πτυχή της υπόθεσής του και γενικά, για οτιδήποτε άλλο ισχυρίστηκε είτε ο ίδιος είτε η σύζυγός του, επικαλούμενοι όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους και του κ. Λάντα, είτε απλώς τους ανάφερε ο κ. Λάντας; Επειδή στα πιο πάνω ερωτήματα, ουδεμία απάντηση δίδεται από τον ενάγοντα, η δική μου απάντηση σ' αυτά είναι η εξής: Πιθανότατα ο κ. Λάντας δεν κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας του ενάγοντα στην υπόθεση, επειδή δεν ισχύει ο ισχυρισμός του, ότι οι εναγόμενοι, είτε μέσω του κ. Λάντα είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου ανάφεραν είτε στον ίδιο είτε στη σύζυγό του είτε και στους δυο, ότι θα του επέστρεφαν τα χρήματα που τους είχε καταβάλει για την αγορά του επίδικου σπιτιού. Για να συνεχίσω εκεί όπου κλονίζεται ανεπανόρθωτα η αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα είναι όταν - αντεξεταζόμενος πάντοτε -, όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 12, δηλαδή η επιστολή του κ. Λάντα και η επίμαχη δήλωση/βεβαίωση - που θα πρέπει να σημειωθεί παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο - και ρωτήθηκε εάν τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα, του τα έστειλε ο κ. Λάντας ισχυρίστηκε πως δεν τα θυμάται, ενώ, όταν ρωτήθηκε εάν πρόκειται για τη βεβαίωση (μέρος του ίδιου τεκμηρίου) που υπόγραψε, ισχυρίστηκε πως δεν μπορεί να θυμηθεί τώρα εάν το υπόγραψε. Τέλος, όταν λίγο αργότερα κλήθηκε να πει, ποια βεβαίωση είναι που υπόγραψε και έστειλε πίσω στους δικηγόρους των εναγόμενων ή στους ίδιους, εάν δεν είναι η επίμαχη δήλωση/βεβαίωση που του είχε υποδειχθεί, όπως είπε απαντώντας, «Δεν ξέρω.» Για να επαναλάβω, εκτός του ότι ο ίδιος είναι που παρουσίασε στο Δικαστήριο την επίμαχη δήλωση/βεβαίωση, ότι την υπόγραψε αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Αντεξεταζόμενος και πάλι, ερωτηθείς εάν μετά την καταχώρηση της αγωγής 2587/2007 υπήρξε οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο οι εναγόμενοι να του αναφέρουν ότι θα του επέστρεφαν οποιαδήποτε χρήματα, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι ακριβώς στο σημείο που υπόγραψε το έγγραφο για την πώληση του επίδικου σπιτιού, οι κτηματομεσίτες των εναγόμενων, του το επιβεβαίωσαν και γραπτώς, ότι, όταν ο developer πωλήσει το επίδικο σπίτι, θα του στείλουν τα χρήματα και γι' αυτό υπόγραψε το έγγραφο. Όταν λίγο αργότερα, του υποδείχθηκε η επιστολή της Instant Access προς τον ίδιο (μέρος του τεκμηρίου 10) και ρωτήθηκε από τον κ. Αντωνίου, αν είναι σωστό ότι αυτή δεν αναφέρει πουθενά ότι θα του έδιναν πίσω τα χρήματά του, όπως είπε απαντώντας, σ' αυτή δεν αναφέρεται αλλά υπάρχει άλλη επιστολή, στην οποία το λένε. Ακολούθησε η παρέμβαση της δικηγόρου του, η οποία ζήτησε να του δοθεί χρόνος να διαβάσει την επιστολή (τεκμήριο 10), αφού σ' αυτή αναφερόταν. Στο σημείο αυτό υπήρξε δική μου παρέμβαση και συγκεκριμένα, υπόδειξη, ότι εάν η επίμαχη φράση αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, πλέον είναι θέμα ερμηνείας της από το Δικαστήριο. Ακολούθως κάλεσα τον ενάγοντα να απαντήσει στην τελευταία ερώτηση. Απάντησε ως εξής: «Η επιστολή είναι μια από τις επιστολές στην οποία μου αναφέρουν ότι θα μου επέστρεφαν τα χρήματα.» Παρατηρώ τα εξής: Πρόκειται για επιστολή της Instant Access - και όχι των εναγόμενων - η συγκριμένη επιστολή (τεκμήριο 10), η οποία απευθύνεται στον ενάγοντα και σ' αυτή, πράγματι, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι μόλις εξασφαλιστεί νέα πώληση του επίδικου σπιτιού, ο Zavos θα είναι σε θέση να επιστρέψει άμεσα στον ενάγοντα το ποσό της προκαταβολής κ.ο.κ. Παρόλα αυτά, ουδεμία σημασία αποδίδω στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιστολής και τούτο, επειδή δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα του ενάγοντα. Να πω απλώς, ότι ενώ η εν λόγω επιστολή, είναι ημερομηνίας 1/8/2006, η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι ότι συμφώνησε να στείλει τη δήλωση/βεβαίωση (μέρος του τεκμηρίου 12), μετά την καταχώρηση της - εναντίον του - αγωγής των εναγόμενων με αριθμό 2587/2007, η οποία, προφανώς καταχωρήθηκε μετά τη σύνταξη της επίμαχης επιστολής (τεκμήριο 10). Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ενάγοντα ως μάρτυρα. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία της συζύγου του, xxxxx Jaiyesimi (Μ.Ε.2). Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και αυτής ως μάρτυρα, περίπου είναι ίδια με την αντίστοιχη του συζύγου της. Όσ' ακολουθούν, κατά τη γνώμη αιτιολογούν επαρκώς την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία κι αυτής ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Απ' όσα ανάφερε η μάρτυρας στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, αλλά και από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων προκύπτει τόσο η εμπλοκή της στην υπόθεση όσο και η γνώση της για όλα τα ουσιώδη γεγονότα που την περιβάλλουν. Μάλιστα, η επιστολή/ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων των εναγόμενων, με επισυνημμένη τη δήλωση/βεβαίωση (και τα δυο τεκμήριο 12), επί τη βάση της οποίας οι εναγόμενοι, ουσιαστικά είχαν εξασφαλίσει την απόφαση στην αγωγή XXXX/2007 (ανωτέρω) - με τη συγκατάθεση του ενάγοντα -, στην ίδια είναι που είχε σταλεί και με την τελευταία παράγραφο της επιστολής, της ζητήθηκε να υπογράψει και επιστρέψει τη δήλωση, ταχυδρομικώς. Παρόλα αυτά, όταν στο στάδιο αντεξέτασής της, της υποβλήθηκε πως δε λέει την αλήθεια, ισχυριζόμενη πως δε γνώριζε τίποτε για οφειλόμενα έξοδα σε σχέση με το επίδικο σπίτι, απάντησε ως εξής: «Όχι. Δε γνωρίζω τίποτε και ο ίδιος ο σύζυγός μου δεν ήθελε να μάθω τι του είχαν κάνει.» Η παραπάνω απάντησή της, είναι άκρως παράλογη, δεδομένης της όλης εμπλοκής και ενεργούς ανάμειξής της σε όσα προηγήθηκαν της καταχώρησης της παρούσα αγωγής. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όταν ρωτήθηκε εάν είχε επικοινωνήσει με τους εναγόμενους σε σχέση με την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του συζύγου της το 2007, απάντησε καταφατικά. Όταν στη συνέχεια κλήθηκε να πει με ποιους είχε επικοινωνία, από τη μακρά απάντησή της διαφάνηκε ότι ενδεχομένως γνωρίζει περισσότερα και από τον ενάγοντα - σύζυγό της συναφώς με την επίδικη συμφωνία. Παρόλα αυτά, όταν αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε εάν γνώριζε ότι υπήρχε υπόθεση στο Δικαστήριο εναντίον του συζύγου της, απάντησε αρνητικά. Φυσικά, όταν στη συνέχεια, της υποδείχθηκε το τεκμήριο 12 και συγκεκριμένα, η επιστολή του κ. Λάντα και της λέχθηκε ότι σ' αυτή φαίνεται ότι γνώριζε για την αγωγή του 2007, απάντησε καταφατικά. Η ευκολία με την οποία υπέπιπτε σε αντιφάσεις είναι ολοφάνερη. Αντεξεταζόμενη και πάλι, όταν ρωτήθηκε εάν είχαν οποιαδήποτε γραπτή επικοινωνία με τους δικηγόρους των εναγόμενων, βάσει της οποίας ζητούσαν πίσω τα χρήματα, απάντησε καταφατικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε πού είναι, απάντησε ως εξής: «Δεν ξέρω, δε μας δόθηκαν καθόλου χρήματα, γι' αυτό συνεχώς τηλεφωνούσα στο δικηγόρο τον κ. Λάντα, "πού είναι τα χρήματά μου" το ρωτούσα.» Κι όμως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, εάν υπήρχε τέτοια γραπτή επικοινωνία, η μάρτυρας όφειλε να ξέρει που είναι και κυρίως, η εν λόγω επικοινωνία, θα έπρεπε να κατατεθεί ως τεκμήριο κατά τη δίκη. Εν πάση περιπτώσει, το ελάχιστο που θα μπορούσε να κάνει ο ενάγοντας, ήταν να παρουσιάσει ως μάρτυρα τον κ. Λάντα, για να ρίξει φως και σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Δικηγόρος του είναι πλέον ο κ. Λάντας και με δεδομένο ότι από το γραφείο του, την υπόθεση χειρίζεται η κα Παύλου, ο ίδιος κανένα κώλυμα είχε να κληθεί και να καταθέσει ως μάρτυρας για την υπόθεση του ενάγοντα. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της συζύγου του ενάγοντα, με εξαίρεση και πάλι εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και στερούμενη πειστικότητας. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του οικονομικού διευθυντή των εναγόμενων, xxxxx Μιχαήλ. Το πρώτο που θέλω να πω για τη μαρτυρία του είναι το εξής: επί της ουσίας, στο σύνολό είναι εξ ακοής, καθότι, όπως αναφέρει ο ίδιος στην παράγραφο 1 της γραπτής του δήλωσης (τεκμήριο 17) - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης -, γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα στα οποία θα αναφερθεί στη συνέχεια, πλην όσων έχουν συμβεί πριν το 2012, τα οποία γνωρίζει από το φάκελο της υπόθεσης που διατηρείται από τους εναγόμενους ή από τους δικηγόρους τους. Και με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 5/10/2011 είναι σαφές, ότι ο μάρτυρας, κανένα ουσιώδες γεγονός της υπόθεσης γνωρίζει προσωπικά. Ο βασικός λόγος για τον οποίο ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων, θα έλεγα ότι περικλείεται στην παράγραφο 28 της γραπτής του δήλωσης. Σύμφωνα με αυτή, από την πώληση του επίδικου σπιτιού σε τρίτο πρόσωπο, οι εναγόμενοι δεν έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα και ούτε έχουν αποκομίσει οφέλη, αλλά, αντίθετα υπέστηκαν ζημιές, ύψους €99.009,21, τις οποίες αξιώνουν με την ανταπαίτησή τους. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του εν λόγω ισχυρισμού του κατάθεσε τη σχετική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 28) και τη δέσμη τιμολογίων, αποδείξεων και διαφόρων άλλων εγγράφων (τεκμήριο 29). Με τη διευκρίνιση ότι η κατάσταση λογαριασμού, όπως είπε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ετοιμάστηκε από το λογιστήριο των εναγόμενων, υπεισέρχομαι τώρα σε όσα ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, υπό μορφή επεξηγήσεων αριθμού καταχωρήσεων στο συγκεκριμένο έγγραφο, μαζί βέβαια με τα δικά μου σχόλια, όπου κριθεί αναγκαίο. Αναφορικά με την καταχώρηση, ημερομηνίας 29/10/2004 σύμφωνα με την οποία υπάρχει χρέωση του ενάγοντα, ύψους £5.731,60, με περιγραφή «Furniture Package», όπως είπε ο μάρτυρας έχει τιμολόγιο, το «debit note», που βγήκε στις 29/10/2010, με ανάλυση τι έχουν βάλει μέσα στο σπίτι. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τη δικηγόρο του ενάγοντα, ότι το ποσό των £5.712,41 που πλήρωσε ο ενάγοντας και με το οποίο πιστώθηκε ο επίδικος λογαριασμός του, στις 18/10/2004 μπορεί να είναι και τα έπιπλα. Ωστόσο, όπως είπε στη συνέχεια, «Για εμάς δεν παίζει ρόλο, διότι χρεώσαμε αυτό το Furniture Package.» Τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: Καταρχήν, πόσο ορθή και αξιόπιστη μπορεί να είναι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, η οποία φέρει τον ενάγοντα να πληρώνει στους εναγόμενους για έπιπλα, το ποσό £5.712,41, στις 18/10/2004 και αυτοί, στις 29/10/2014, δηλαδή 11 μέρες αργότερα, το χρεώνουν για τον ίδιο σκοπό με το ποσό των £5.731,60; Ακολούθως, δεδομένου ότι η επίδικη συναλλαγή ακυρώθηκε, το επίδικο σπίτι επαναπωλήθηκε και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα έπιπλα, είτε καταστράφηκαν είτε παραλήφθηκαν από τον ενάγοντα, με ποια λογική αυτός θα πρέπει να χρεωθεί με το κόστος αγοράς τους; Αναφορικά με την καταχώρηση, ημερομηνίας 31/5/2005 και τη χρέωση του ενάγοντα με το ποσό των £400,00, όπως είπε ο μάρτυρας, το σχετικό τιμολόγιο που αναφέρεται στην περιγραφή σχετίζεται με «blinds και roller» («Rolex» αναφέρεται στο σχετικό τιμολόγιο - μέρος του τεκμήριου 29 -) που τοποθέτησαν σε όλα τα παράθυρα στο επίδικο σπίτι. Τίθεται και πάλι το ίδιο ερώτημα, όπως και για τα έπιπλα. Δεδομένου ότι η επίδικη συμφωνία ακυρώθηκε, το επίδικο σπίτι επαναπωλήθηκε και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα «blinds και rolex» που τοποθέτησαν οι εναγόμενοι σε όλα τα παράθυρα στο επίδικο σπίτι, είτε καταστράφηκαν είτε παραλήφθηκαν από τον ενάγοντα, με ποια λογική αυτός θα πρέπει να επωμιστεί τη σχετική δαπάνη; Όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας ρωτήθηκε από τo δικηγόρο των εναγόμενων, εάν μπορεί να δείξει κάποιο τιμολόγιο ή απόδειξη που να υποστηρίζει τη χρέωση με τη δικαιολογία «legal fees», ύψους €4.173,34, ημερομηνίας 3/6/2011, όπως είπε είναι το τιμολόγιο της PHC Tsangarides LLC μαζί με την απόφαση του Δικαστηρίου. Συναφώς με αυτή τη χρέωση παρατηρώ τα εξής: Πρόκειται για την απόφαση στην αγωγή XXXX/2007 (τεκμήριο 2, ανωτέρω), η απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας, η οποία πράγματι επισυνάπτεται στο τιμολόγιο των δικηγόρων των εναγόμενων, που αποτελεί μέρος της δέσμης εγγράφων, τα οποία παρουσίασε ο μάρτυρας. Όπως προκύπτει από το κείμενο της εν λόγω απόφασης (τεκμήριο 2) - το ουσιαστικό μέρος της οποίας εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) -, ο ενάγοντας (εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή) καταδικάστηκε στα έξοδα της αγωγής, τα οποία, μετά τον υπολογισμό τους από τον Πρωτοκολλητή και την έγκρισή τους από το Δικαστήριο ανήλθαν στο ποσό των €3.147,54, πλέον τόκους. Ως θέμα καθαρά νόμου και όχι μαρτυρίας, εάν ο ενάγοντας παρέλειψε να πληρώσει το ποσό αυτό - μαζί με τους τόκους - στους εναγόμενους, οι τελευταίοι νομιμοποιούνται πλήρως να προβούν σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του για την είσπραξή του. Αυτό που σίγουρα δεν έχουν δικαίωμα να κάνουν είναι να ζητούν την είσπραξη του ποσού αυτού, δηλαδή την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μιας αγωγής, καταχωρώντας για το σκοπό αυτό μια άλλη αγωγή. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω για ποιο λόγο θεωρώ τελείως αυθαίρετη και παράνομη τη σχετική καταχώρηση στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού και κατ' επέκταση, τη χρέωση του ενάγοντα με το συγκεκριμένο ποσό. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας να επεξηγεί τις διάφορες καταχωρήσεις/χρεώσεις του ενάγοντα στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού, για τις δυο καταχωρήσεις με περιγραφή «Repairs for new sale», ημερομηνίας 4/7/2011, η πρώτη, για το ποσό των €3.180,75 και 6/9/2011, η δεύτερη, για το ποσό των €783,00, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και πάλι ανάφερε τα εξής: Σε σχέση με την πρώτη χρέωση υπάρχει τιμολόγιο που βγήκε 4/7/2011, για έξοδα και υλικά που χρειάστηκαν για να επιδιορθώσουν το επίδικο σπίτι για να μπορέσουν να το πουλήσουν. Σε σχέση με τη δεύτερη, ισχυρίστηκε τα εξής: «Υπάρχει τιμολόγιο που βγήκε 6/9/2011, το τιμολόγιο είναι για €783,00 και μαζί με το τιμολόγιο είναι attach και ένα τιμολόγιο για έλεγχο της ΑΗΚ, το ½, γιατί το άλλο ½ ήταν για άλλον πελάτη και έχει χρεωθεί €783,00.» Το πρώτο εύλογο ερώτημα που και πάλι ανακύπτει είναι το εξής: δεδομένου ότι το επίδικο σπίτι επαναπωλήθηκε στις 31/5/2011 και οι δυο χρεωστικές σημειώσεις (και όχι τιμολόγια, όπως εσφαλμένα είπε ο μάρτυρας), δυνάμει των οποίων οι εναγόμενοι έχουν χρεώσει τον ενάγοντα με τα δυο αυτά ποσά είναι ημερομηνίας 4/7/2011 και 6/9/2011, πώς μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του μάρτυρα, ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στις κατ' ισχυρισμό τους επιδιορθώσεις του επίδικου σπιτιού για μπορέσουν να το πουλήσουν, τη στιγμή που το πούλησαν σε χρόνο προγενέστερο της υποτιθέμενης επιδιόρθωσής του; Και επειδή ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η πρώτη χρέωση έγινε από τους εναγόμενους, αλλά «έκανε attach τιμολόγιο από διάφορους προμηθευτές που κάναμε έξοδα για να αγοράσουν τα υλικά.», θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: το πρώτο τιμολόγιο που ακολουθεί της χρεωστικής σημείωσης για το ποσό των €3.180,75 είναι για το ποσό των €189,75 και ημερομηνίας 2/12/
  1. Τα υπόλοιπα - σύνολο 9 - είναι μεταγενέστερης ημερομηνίας, της 31/5/2011 που επαναπωλήθηκε το επίδικο σπίτι. Επομένως, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι εναγόμενοι υποβλήθηκαν στη σχετική δαπάνη για σκοπούς επιδιόρθωσης του επίδικου σπιτιού για να το πουλήσουν, στερείται σοβαρότητας. Σε σχέση με την ίδια χρέωση προστίθενται και τα εξής: Επειδή ανάμεσα στα διάφορα τιμολόγια που παρουσίασε ο μάρτυρας, για σκοπούς τεκμηρίωσης της πρώτης χρέωσης του ενάγοντα, για τις κατ' ισχυρισμό του επιδιορθώσεις του επίδικου σπιτιού είναι και το τιμολόγιο με αριθμό 0098, ημερομηνίας 2/9/2011, για το συνολικό ποσό των €460,00, με περιγραφή «συντήρηση κήπων» διερωτώμαι: τι σχέση μπορεί να έχει η συντήρηση των κήπων, γενικά και αόριστα, δηλαδή, χωρίς συσχετισμό της με συγκεκριμένο μέρος ή υποστατικό και κυρίως, με τις επιδιορθώσεις του επίδικου σπιτιού; Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με τη δεύτερη χρεωστική σημείωση, για το ποσό των €783,00, ενώ κανένα σχετικό με αυτή τιμολόγιο υπάρχει στη δέσμη εγγράφων (τεκμήριο 29), αναφορικά με το τιμολόγιο, ημερομηνίας 17/2/2011, για το ποσό των €460,00, με περιγραφή «Έλεγχος ΑΗΚ στα διαμερίσματα 20 & 24», το εύλογο ερώτημα που και πάλι ανακύπτει είναι το εξής: τι σχέση μπορεί να έχει με την επιδιόρθωση του επίδικου σπιτιού ο έλεγχος της ΑΗΚ; Από τα παραπάνω καθώς και γι' ακόμη ένα λόγο θεωρώ πως δεν μπορώ στη βάση της μαρτυρίας του οικονομικού διευθυντή των εναγόμενων να δεχθώ τη θέση τους ότι υπέστησαν τις περισσότερες από τις ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν. Συγκεκριμένα, όταν ο μάρτυρας περί το τέλος της κυρίως εξέτασής του ρωτήθηκε από τον κ. Αντωνίου ποιο ήταν το ποσοστό του τόκου με το οποίο χρέωναν τον ενάγοντα, όπως είπε απαντώντας, ήταν 7%, όπως ήταν συμφωνημένο στο συμβόλαιο. Απαντώντας στις επόμενες ερωτήσεις ισχυρίστηκε τα εξής: ο τόκος χρεωνόταν τέλος του χρόνου πάνω στο εκάστοτε υπόλοιπο και δε γινόταν επανατοκισμός. Το πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ απόλυτα, είτε στη μαρτυρία του είτε στο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 28) προκειμένου να είμαι σε θέση να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το ύψος των ζημιών που υπέστησαν οι εναγόμενοι - εννοείται σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπέστησαν οποιεσδήποτε ζημιές και/ή απώλειες και/ή έξοδα - συνεπεία της από μέρους του ενάγοντα παράβασης της επίδικης συμφωνίας και τον επακόλουθο τερματισμό της από τους ίδιους, όπως είναι η δικογραφημένη θέση τους (βλ. την παράγραφο 13 της ανταπαίτησής τους), καταφαίνεται από τα εξής: Καταρχήν, δεν είναι ορθό ότι με βάση την επίδικη συμφωνία, το συμφωνημένο ποσοστό επιτοκίου είναι 7%. Η σχετική πρόνοια διαλαμβάνεται στον όρο 5 και προνοεί για ποσοστό επιτοκίου 9%, - για ό,τι αυτό αφορά - και όχι 7%. Αυτό και μόνο αντανακλά και την προχειρότητα - συν τοις άλλοις - με την οποία ετοιμάστηκε η επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Και επειδή, ενδεχομένως μπορεί να ισχυριστεί κάποιος, ότι, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι υπολόγισαν τους τόκους με τους οποίους χρέωναν τον ενάγοντα με τα διάφορα ποσά που ισχυρίζονται ότι τους οφείλει, με χαμηλότερο ποσοστό επιτοκίου απ' ό,τι το συμφωνημένο, αποβαίνει προς όφελός του, επομένως, θα πρέπει να δεχθώ το συνολικό ποσό που αξιώνουν εναντίον του με βάση το περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού, δε συμφωνώ με μια τέτοια θέση. Ακολουθεί το σκεπτικό: Στο συνολικό ποσό των €299.002,32, με το οποίο οι εναγόμενοι έχουν χρεώσει τον ενάγοντα σύμφωνα με την επίδικη κατάσταση λογαριασμού, το συνολικό ποσό των €95.529,58 αποτελεί το άθροισμα των τόκων που του έχουν επιβληθεί για κάθε ξεχωριστή χρέωση. Ωστόσο, ο όρος 5 της επίδικης συμφωνίας είναι σαφές, ότι διαλαμβάνει για την επιβολή τόκου με ποσοστό 9% επί του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού, ύψους £98.000,00 (€167.442,94), σε περίπτωση μη πληρωμής του, κατά τις ημερομηνίες που με βάση τον ίδιο όρο ο ενάγοντας είχε αναλάβει την συμβατική υποχρέωση να το πληρώσει στους εναγόμενους. Ο συγκεκριμένος όρος δε διαλαμβάνει για την επιβολή τόκου για οτιδήποτε άλλο, για το οποίο οι εναγόμενοι έχουν χρεώσει - κατά περίπτωση - τον ενάγοντα, σύμφωνα πάντοτε με την επίδικη κατάσταση λογαριασμού, για το οποίο ισχύει ο προτελευταίος (ο 25ος) όρος της επίδικης συμφωνίας, ο οποίος διαλαμβάνει ότι όλοι οι όροι της είναι ουσιώδεις και σε περίπτωση που οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος δε συμμορφωθεί με οποιοδήποτε από αυτούς είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στο άλλο μέρος, αποζημίωση. Από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου είναι σαφές, ότι σε περίπτωση που ήθελε αποδειχτεί ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά που δεν αφορά στην παράλειψη του ενάγοντα να τους καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού, το σχετικό ποσό που θα τους επιδικαστεί, θα φέρει νόμιμο τόκο. Τα πιο πάνω δεν είναι και τα μόνα που καθιστούν προβληματική τη μαρτυρία του οικονομικού διευθυντή των εναγόμενων. Υπάρχουν κι άλλα, τα οποία, δυστυχώς για τον ίδιο πλήττουν τόσο καίρια την αξιοπιστία του σε βαθμό που από τη μαρτυρία του ελάχιστα είμαι διατεθειμένος να δεχθώ. Όταν ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε αν είναι σε θέση να πει για ποιο λόγο είχε σταλεί από τους δικηγόρους των εναγόμενων η δήλωση/βεβαίωση (τεκμήριο 12), απάντησε αρνητικά. Παρόλα αυτά, στις παραγράφους 18 και 19 της γραπτής του δήλωσης - η οποία ουσιαστικά αποτελεί και τη μαρτυρία του για σκοπούς κυρίως εξέτασης -, αναφέρει τα εξής: Οι δικηγόροι των εναγόμενων έστειλαν στον ενάγοντα μέσω του ηλεκτρονικού τους μηνύματος, ημερομηνίας 8/7/2009, με το οποίο τους ζητούσαν να υπογράψουν επισυνημμένη βεβαίωση, με την οποία ο ενάγοντας επιβεβαίωνε ότι είχε λάβει το κλητήριο ένταλμα και ότι συμφωνούσε στην έκδοση απόφασης εναντίον του έτσι ώστε να τερματιστεί και να αποσυρθεί η επίδικη συμφωνία από το Κτηματολόγιο με σκοπό να μεταπωληθεί το επίδικο σπίτι. Ο ενάγοντας απέστειλε τη βεβαίωση στους εναγόμενους, στις 8/7/
  2. Το γεγονός ότι, ενώ ο μάρτυρας στις δυο αυτές παραγράφους αναφέρει όλα τα παραπάνω για την επίμαχη δήλωση/βεβαίωση (τεκμήριο 12), αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως δεν είναι σε θέση να ξέρει γιατί αυτή είχε σταλεί από τους δικηγόρους των εναγόμενων στον ενάγοντα, αυτό που σε κάθε περίπτωση αποδεικνύει είναι ότι η γραπτή του δήλωση, τύποις είναι δική του. Είναι προφανές, ότι επινοήθηκε και συντάθηκε με τέτοιο τρόπο - πιθανότατα από κάποιο δικηγόρο -, ώστε να συνάδει με τις βασικές θέσεις των εναγόμενων καθώς και με το περιεχόμενο διαφόρων τεκμηρίων που παρουσίασαν μέσω του μάρτυρά τους κατά τη δίκη, προκειμένου να πετύχουν τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτησή τους. Η επιμονή του μάρτυρα στη συνέχεια να μη δέχεται τη θέση της κας Παύλου, ότι η εν λόγω δήλωση/βεβαίωση στάλθηκε προκειμένου ο ενάγοντας να βοηθήσει τους εναγόμενους να εκδώσουν απόφαση, αφού είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους να εκδοθεί απόφαση για απόσυρση της επίδικης συμφωνίας από το Κτηματολόγιο και να του επιστέψουν τα χρήματά του πίσω, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρξε ξανά τέτοια περίπτωση στους εναγόμενους, ακόμη και κατά το χρόνο που ίδιος δεν εργαζόταν σ' αυτούς, αποδεικνύει και την προκατάληψή του έναντι του ενάγοντα καθώς και τον πραγματικό λόγο για τον οποίο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε ως μάρτυρας, που δεν ήταν για να παραθέσει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, αλλά, για να βοηθήσει τους εναγόμενους να πετύχουν στην υπόθεσή τους, πάση θυσία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσω και τ' ακόλουθα που ανάφερε στη συνέχεια: Ερωτηθείς εάν μετά την επαναπώληση του επίδικου σπιτιού, στις 31/5/2011 ενημέρωσαν τον ενάγοντα για το εν λόγω γεγονός ισχυρίστηκε πως δεν ήταν σίγουρος εάν είχε ενημερωθεί μέχρι το 2012 που είχε έρθει ο ίδιος. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν είχαν υποχρέωση να τον ενημερώσουν, απάντησε αρνητικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε, πώς θα διεκδικούσαν τις αποζημιώσεις που κατά τον ίδιο δικαιούνται, χωρίς να τον έχουν ενημερώσει, ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είχαν αρκετές περιπτώσεις που είχαν εγκαταλείψει τα ακίνητά τους από το εξωτερικό. Όταν του υποδείχθηκε πως δεν ενδιαφέρουν άλλες περιπτώσεις, αλλά η επίδικη, απάντησε ως εξής: «Εμείς θεωρήσαμε το θέμα κλειστό όταν βγήκε η απόφαση υπέρ μας. Δεν είχαμε ούτε διεύθυνση ούτε οτιδήποτε να του κινήσουμε αγωγή για τα έξτρα τα ποσά που επιβαρυνθήκαμε.» Η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας, δυστυχώς έλεγε και ψέματα αποδεικνύεται από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - μέρος των οποίων παρουσίασε ο ίδιος μάλιστα στο Δικαστήριο -, το οποίο καταρρίπτει τον ισχυρισμό του πως δεν είχαν τη διεύθυνση του ενάγοντα για να του κινήσουν αγωγή. Ειδικότερα: Η επιστολή των δικηγόρων των εναγόμενων, ημερομηνίας 26/5/2006 (τεκμήριο 18) - την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας - στάλθηκε συστημένη στον ενάγοντα, στη διεύθυνσή του στο Λονδίνο. Το ίδιο ισχύει και για την επιστολή τους, ημερομηνίας 21/7/2006 (τεκμήριο 20), με την οποία οι εναγόμενοι, ουσιαστικά τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία. Η επιστολή της συζύγου του ενάγοντα στον πρώην οικονομικό διευθυντή των εναγόμενων, ημερομηνίας 29/1/2009 (τεκμήριο 24) - την οποία επίσης κατάθεσε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο - στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, που με απλά λόγια σημαίνει ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν και την ηλεκτρονική διεύθυνση του ενάγοντα. Ακολούθως, η επιστολή της συζύγου του ενάγοντα, στον εκ των δικηγόρων των εναγόμενων, τότε, κ. Λάντα, ημερομηνίας 17/8/2009 (τεκμήριο 15) στάλθηκε με κανονικό ταχυδρομείο και σ' αυτή αναφέρεται και πάλι η διεύθυνση του ενάγοντα στο Λονδίνο, που είναι η ίδια με τη διεύθυνσή του στην οποία οι δικηγόροι των εναγόμενων, του είχαν αποστείλει ταχυδρομικώς, τις δυο επιστολές τους (τεκμήρια 18 και 20, ανωτέρω). Η επιστολή των δικηγόρων των εναγόμενων στη σύζυγο του ενάγοντα, ημερομηνίας 8/7/2009, με την οποία της ζητήθηκε να υπογράψει την επίδικη δήλωση/βεβαίωση (τεκμήριο 12), της στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση από την οποία εκείνη είχε αποστείλει τη δική της επιστολή (τεκμήριο 24, ανωτέρω). Τέλος, από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 16, αποδεικνύεται ότι η σύζυγος του ενάγοντα, στις 15/2/2011 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον τότε οικονομικό διευθυντή των εναγόμενων, με αναφορά και στη δικαστική απόφαση στην αγωγή XXXX/2007, ημερομηνίας 19/2/2010 (τεκμήριο 2), ο οποίος της απάντησε με τον ίδιο τρόπο, την επομένη, 16/2/
  3. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου ότι ο μάρτυρας ψευδόταν, ισχυριζόμενος ότι μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης δεν είχαν τη διεύθυνση του ενάγοντα για να του κινήσουν αγωγή για τα έξτρα ποσά που είχαν επιβαρυνθεί. Και βέβαια, το γεγονός ότι το επί του προκειμένου ψεύδος του αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας - η οποία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία - είναι δηλωτικό του πόσο πλήττεται η αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Όμως από την πιο πάνω απάντησή του ανακύπτει και το εξής ερώτημα: εν τέλει, για ποιο λόγο οι εναγόμενοι δεν ενημέρωσαν τον ενάγοντα ότι είχαν πωλήσει ξανά το επίδικο σπίτι; Επειδή όταν βγήκε η απόφαση στην αγωγή 2587/2007 θεώρησαν το θέμα κλειστό ή επειδή δεν είχαν τη διεύθυνσή του για να του κινήσουν αγωγή για τα έξτρα ποσά με τα οποία είχαν επιβαρυνθεί; Και με δεδομένο ότι το δεύτερο καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι αναληθές, αν ισχύει το πρώτο, προς τι η ανταπαίτησή τους εναντίον του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, αφού μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του στη δική τους αγωγή, θεώρησαν κλειστό το θέμα; Ότι ο μάρτυρας, εκτός από ψέματα προέβαλλε αντιφατικούς και παράλογους ισχυρισμούς είναι ολοφάνερο. Για να συνεχίσω, η επιμονή του ότι οι εναγόμενοι κίνησαν την πιο πάνω αγωγή το 2005 - ενώ η αλήθεια είναι ότι καταχωρήθηκε το 2007 -, ότι ο ενάγοντας καταχώρησε σ' αυτή υπεράσπιση - που δεν ισχύει - και τέλος, ότι βγήκε απόφαση εναντίον του μετά από 5 χρόνια - που επίσης δεν ισχύει - αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο ανακριβείς και στερούμενοι πειστικότητας είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι με την προβολή τους επιχειρεί να με πείσει γιατί ο ενάγοντας δε δικαιούται να αξιώνει επιστροφή του ποσού που κατέβαλε στους εναγόμενους για την αγορά του επίδικου σπιτιού. Όσα ακολουθούν αποδομούν ακόμη περισσότερο, τόσο την αξιοπιστία του ως μάρτυρα όσο και την ορθότητα της επίδικης κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 28). Ενώ το επίδικο σπίτι επαναπωλήθηκε στις 31/5/2011, όπως είπε ο μάρτυρας για τους τόκους, με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού, σ' αυτή υπάρχει τόκος μέχρι το
  4. Ερωτηθείς εάν συνεχίζουν να πληρώνουν μέχρι σήμερα τον τόκο, απάντησε ως εξής: «Πληρώνουμε πάνω στο υπόλοιπο. Μετά που αφαιρέσαμε το ποσό της πώλησης 31/5/2011, τις 140.000 πάνω στο υπόλοιπο, χρεώνουμε τους τόκους, πάνω στο υπόλοιπο που έμεινε μετά την πώληση του ακινήτου 31/5/2011.» Ερωτηθείς στη συνέχεια, με ποιο συμφωνήθηκε να χρεώνονται οι τόκοι, όπως είπε απαντώντας, «Είναι μέσα στο συμβόλαιο.» Ακολουθεί το τι προκύπτει από τις παραπάνω απαντήσεις του, που εν μέρει επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού: Ενώ οι εναγόμενοι είχαν πωλήσει στον ενάγοντα το επίδικο σπίτι, για το ποσό των 167.442,94 και αυτός έναντι του ποσού αυτού, τους κατέβαλε το ποσό των €59.993,11 και ενώ οι εναγόμενοι στη συνέχεια και συγκεκριμένα, στις 31/5/2011, επαναπώλησαν το επίδικο σπίτι για το ποσό των €140.000,00, αυτοί, όχι απλώς μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, αλλά, ακόμη και μετά την επαναπώληση του επίδικου σπιτιού, εξακολουθούσαν να χρεώνουν τον ενάγοντα για το όποιο υπόλοιπο θεωρούν ότι τους χρωστά, με τόκο προς 9%, τη στιγμή που ίχνος μαρτυρίας υπάρχει για το ποσοστό του τόκου, τον οποίο, όπως είπε ο μάρτυρας πλήρωναν οι ίδιοι στο χρεωστικό υπόλοιπο του ενάγοντα και χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η επίδικη κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνει και διάφορες χρεώσεις, εντελώς άσχετες με το τίμημα αγοράς του επίδικου σπιτιού, για τις οποίες, οι εναγόμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί δε δικαιούνται να χρεώνουν τόκο προς 9%. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ακολουθεί το τι δέχομαι από τη μαρτυρία του οικονομικού διευθυντή των εναγόμενων καθώς και στο σκεπτικό: Οι εναγόμενοι, με την επιστολή τους προς τον ενάγοντα, ημερομηνίας 7/1/2005 (τεκμήριο 11), τον πληροφόρησαν ότι το επίδικο σπίτι ήταν έτοιμο για παράδοση από τις 30/11/
  5. Με την ίδια επιστολή, τον παρακάλεσαν να επικοινωνήσει μαζί τους για σκοπούς καθορισμού της ημερομηνίας παράδοσης του επίδικου σπιτιού και διευθέτησης του ποσού των €117.732,86 (£68.667,19), το οποίο, όπως αναφέρεται, εκκρεμεί για πληρωμή από τις 20/11/
  6. Επειδή ο ενάγοντας παρέλειψε να καταβάλει στους εναγόμενους το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού, οι τελευταίοι, με την επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 21/7/2006 (τεκμήριο 20), ουσιαστικά τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 1). Ακολούθως καταχώρησαν εναντίον του την αγωγή 2587/2007 και στο πλαίσιό της, στις 19/2/2010 εκδόθηκε απόφαση (τεκμήριο 2, ανωτέρω). Μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, οι εναγόμενοι, αφού κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να πωλήσουν το επίδικο σπίτι στην καλύτερη δυνατή τιμή, υπό τις περιστάσεις της αγοράς, το πώλησαν στις 31/5/
  7. Συγκεκριμένα, δυνάμει της σχετικής γραπτής συμφωνίας (τεκμήριο 26), το πώλησαν σε κάποια xxxxx Mikhaylyuk, για το ποσό των €140.000,
  8. Δέχομαι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του υπό αναφορά, επειδή συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Συγκεκριμένα, είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε ακόμη, συναφώς με αυτό, ο μάρτυρας δεν έχει αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα. Συγκεφαλαιώνοντας, τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα εξής: Οι εναγόμενοι, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 7/7/2004 (τεκμήριο 1) πώλησαν στον ενάγοντα ένα σπίτι που είχαν ανεγείρει στο κτιριακό συγκρότημα "xxx xxx xxx" στη Χλώρακα, για το ποσό των €167.442,94, πληρωτέο, ως εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω.) Έναντι του ποσού αυτού, ο ενάγοντας κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των €59.993,11 και λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν τους πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό. Συνεπεία αυτού, οι εναγόμενοι, με τη συστημένη επιστολή των δικηγόρων τους προς τον ίδιο, ημερομηνίας 21/7/2006 (τεκμήριο 20) τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία και ακολούθως καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την αγωγή XXXX/2007, στο πλαίσιο της οποίας, στις 19/2/2010 εξασφάλισαν την έκδοση απόφασης εναντίον του (τεκμήριο 2), με περιεχόμενο, το οποίο εκτίθεται αυτούσιο σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Προτού εκδοθεί η εν λόγω απόφαση, οι δικηγόροι των εναγόμενων συνέταξαν και απέστειλαν στον ενάγοντα προς υπογραφή, τη δήλωση/βεβαίωση, ημερομηνίας 8/7/2009 (τεκμήριο 12 - μέρος -). Το τι δηλώνει με αυτή ο ενάγοντας, την οποία αφού υπόγραψε, επέστρεψε στους δικηγόρους των εναγόμενων αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επομένως δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Για να συνεχίσω, μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, οι εναγόμενοι, αφού κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να πωλήσουν εκ νέου το επίδικο σπίτι στην καλύτερη δυνατή τιμή - υπό τις περιστάσεις της αγοράς -, το πώλησαν στις 31/5/
  9. Συγκεκριμένα, δυνάμει της σχετικής γραπτής συμφωνίας (τεκμήριο 26), το πώλησαν σε κάποια xxxxx Mikhaylyuk, για το ποσό των €140.000,
  10. Η αγοραία αξία του επίδικου σπιτιού κατά τον Απρίλη του 2010 ήταν €144.000,00 και κατά το Μάη του 2011, €139.000,
  11. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα, της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης, ότι συμφώνησε και αποδέχτηκε να στείλει τη δήλωση/βεβαίωση (τεκμήριο 12 - μέρος -) και γενικά όλα όσα αναφέρει στην ίδια παράγραφο, αφού πείστηκε και συμφώνησε με τους εναγόμενους, ότι αφού αφαιρέσουν τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα έχουν υποστεί, θα του επέστρεφαν το υπόλοιπο του τιμήματος που τους κατέβαλε για την αξία του επίδικου σπιτιού και των επίπλων, δεν έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης δεν έχουν αποδειχθεί και τ' ακόλουθα, τα οποία ισχυρίζεται ο οικονομικός διευθυντής των εναγόμενων, στην παράγραφο 21 της γραπτής του δήλωσης: «Το δικαίωμα για έγερση νέας αγωγής σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων ρητώς επιφυλάχθηκε από τους Εναγόμενους βάσει της τελευταίας παραγράφου της Ένορκης δήλωσης του κ. xxxxx Χαραλάμπους ημερομηνίας 22/12/2009 η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης ημερομηνίας 08/01/2010 η οποία έχει καταχωρηθεί ως Τεκμήριο 3.» Και επιμένω πως δεν έχουν αποδειχθεί οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα και τούτο, επειδή, πολύ απλά, ολόκληρο το τεκμήριο 3, ναι μεν κατατέθηκε εξ συμφώνου κατά την έναρξη της ακρόασης, πλην όμως, σε αντίθεση με τα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία κατατέθηκαν προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, το συγκεκριμένο, όπως πολύ ορθά σημειώνει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, στην παράγραφο 5 της γραπτής του αγόρευσης, κατατέθηκε ως πραγματικό γεγονός. Σε συνδυασμό και με τη δήλωση της ευπαίδευτης δικηγόρου του ενάγοντα, στο στάδιο, αμέσως προτού κατατεθεί το συγκεκριμένο τεκμήριο, ότι ως προς την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, από την πλευρά τους, παραδεκτό είναι μόνο το γεγονός της καταχώρησης της συγκεκριμένης αίτησης, αυτό ακριβώς είναι και το μόνο που μπορεί και θα πρέπει να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο, από το σύνολο των εγγράφων που συνθέτουν σε δέσμη το επίμαχο τεκμήριο. Δηλαδή, ότι οι εναγόμενοι, στο πλαίσιο της αγωγής XXXX/2007, στις 8/1/2010 καταχώρησαν την αίτηση - χωρίς ειδοποίηση -, με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον του ενάγοντα, λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Το τι αναφέρεται στην υποστηρικτική της εν λόγω αίτησης, ένορκη δήλωση, την οποία επικαλείται ο μάρτυρας για σκοπούς στοιχειοθέτησης των πιο πάνω ισχυρισμών του, δεν λαμβάνεται υπόψη. Και τούτο, επειδή η εν λόγω ένορκη δήλωση - για να επαναλάβω - κατατέθηκε απλώς ως πραγματικό γεγονός και όχι προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου της. Και με δεδομένο ότι, ως τέτοια παρέμεινε μέχρι τέλους, το περιεχόμενό της υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Επειδή, όπως διαφανεί αργότερα έχει σημασία, θεωρώ σκόπιμο να πραγματευτώ το θέμα, αρχίζοντας με δυο πολύ σοβαρές θέσεις τις οποίες εγείρει η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής της. Συγκεκριμένα, η κα Παύλου, στη γραπτή αγόρευσή της, κάτω από τον τίτλο «Κώλυμα λόγω δεδικασμένου» ισχυρίζεται τα εξής: οι δήθεν ζημιές που υπέστησαν οι εναγόμενοι, στηρίζονταν στην ίδια βάση αγωγής με όσα απαιτούσαν με την αγωγή του 2007 και συνεπώς κωλύονται λόγω δεδικασμένου να προωθούν με την ανταπαίτησή τους τέτοια απαίτηση. Συνεχίζοντας η κα Παύλου, με αναφορά σε κάποιο απόσπασμα από μια πρωτόδικη απόφαση - το οποίο παραθέτει -, ισχυρίζεται ότι το θέμα του δεδικασμένου, «όπως εγέρθηκε στην παρούσα υπόθεση» συνοψίζεται ορθά στο συγκεκριμένο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση. Καταλήγοντας, ισχυρίζεται τα εξής: είναι η θέση τους, ότι κάτω από αυτό το πρίσμα δεν μπορεί να ευσταθήσει η ανταπαίτηση των εναγόμενων. Διαφορετικά, θα είμασταν μπροστά στον κίνδυνο, ο κάθε διάδικος να επικαλείτο την ύπαρξη ζημιάς κατά το δοκούν και όποτε το βόλευε, ανάλογα με τις περιστάσεις, πράγμα ανεπίτρεπτο, αφού κάτι τέτοιο θα έπληττε το αίσθημα ασφάλειας δικαίου. Μολονότι οι παραπάνω ισχυρισμοί και θέσεις της κας Παύλου, σε επίπεδο αρχών που διέπουν το κώλυμα λόγω δεδικασμένου, είναι ορθά, εντούτοις, δεν είναι ορθό ότι ο ενάγοντας (το ίδιο ισχύει και για τους εναγόμενους) ήγειρε οποτεδήποτε θέμα δεδικασμένου στην παρούσα υπόθεση. Τέτοιο θέμα είναι καλά γνωστό ότι θα πρέπει να δικογραφείται και ο ενάγοντας, ούτε με την έκθεση απαίτησης μα ούτε και με την υπεράσπισή του στην ανταπαίτηση των εναγόμενων το εγείρει. Όπως αναφέρεται συναφώς με το θέμα στην υπόθεση Κωνσταντινίδη ν. Hissin κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1140, ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου απαιτείται να προβάλλεται ειδικά, ώστε να καθίσταται δυνατή η περαιτέρω προώθηση του θέματος. Και με δεδομένο ότι στην περίπτωση του ενάγοντα κάτι τέτοιο δε συμβαίνει, το όλο θέμα θεωρείται λήξαν. Η άλλη σοβαρή θέση που εγείρει η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα, συναφώς και πάλι με την ανταπαίτηση των εναγόμενων είναι ότι δεν είναι γνήσια, αλλά καταχρηστική. Συνοψίζω τα όσα αναφέρει η κα Παύλου για σκοπούς τεκμηρίωσης της συγκεκριμένης θέσης της: Οι εναγόμενοι επέλεξαν να προωθήσουν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και ανταπαίτηση, με την οποία ανταπαιτούν το ποσό των €99.009,21, για κατ' ισχυρισμό ζημιές που υπέστησαν. Διερωτόμαστε, προστίθεται, κατά πόσο η προώθηση της ανταπαίτησης είναι γνήσια ή αποσκοπεί στον εκφοβισμό του ενάγοντα. Η απάντηση μπορεί να εξαχθεί εύκολα από τα πιο κάτω δεδομένα: Οι εναγόμενοι, το 2010 εξέδωσαν εναντίον του ενάγοντα απόφαση για ακύρωση της επίδικης συμφωνίας. Γιατί δεν αιτήθηκαν άραγε και την επιδίκαση των πιο πάνω ποσών, αφού θεωρούσαν ότι υπέστησαν τις εν λόγω ζημιές; Και επειδή ο μάρτυράς τους, στην παράγραφο 21 της γραπτής του δήλωσης αναφέρει ότι επιφύλαξαν το δικαίωμά τους για έγερση νέας αγωγής σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων, για ποιο λόγο δεν προώθησαν νωρίτερα την απαίτησή τους και επέλεξαν μόλις το Νοέμβριο του 2011 να το κάνουν, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής; Τι τους εμπόδιζε να το κάνουν στο διάστημα πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής; Συνεχίζοντας η κα Παύλου αναφέρει τα εξής: Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι εναγόμενοι κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους να ανταπαιτούν οποιοδήποτε ποσό. Αφού θεωρούσαν ότι είχαν αυτές τις ζημιές που ισχυρίζονται, γιατί δεν τις προώθησαν στην αγωγή του 2007 και περιορίστηκαν μόνο στο θέμα της απόσυρσης της επίδικης συμφωνίας; Είναι δυνατό να έχει κάποιος απαίτηση €99.000,00 και να μην την προωθήσει, πόσο μάλλον από τη στιγμή που καταχώρησε και αγωγή και εξέδωσε και απόφαση εναντίον του οφειλέτη; Ο οικονομικός διευθυντής των εναγόμενων, προστίθεται, αναφέρει ξεκάθαρα, ότι το θέμα των δήθεν ζημιών που υπέστησαν θεώρησαν ότι έκλεισε με την έκδοση της απόφασης. Ένας αντικειμενικός παρατηρητής, θα αντιλαμβανόταν ότι το θέμα των ζημιών είχε κλείσει για τους εναγόμενους και θυμήθηκαν να το ξανανοίξουν, μόνο όταν ο ενάγοντας καταχώρησε εναντίον τους αγωγή. Στη βάση των πιο πάνω, ο αντικειμενικός παρατηρητής, σίγουρα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο λόγος που οι εναγόμενοι θεώρησαν το θέμα κλειστό είναι γιατί είχαν συμφωνήσει με τον ενάγοντα να εκδοθεί απόφαση για ακύρωση του αγοραπωλητηρίου και μετά την πώληση του επίδικου σπιτιού, να του επέστρεφαν πίσω τα χρήματα που κατέβαλε. Οτιδήποτε άλλο, δε θα άντεχε τη βάσανο της λογικής. Όπως αναφέρει καταληκτικά η κα Παύλου, οι εναγόμενοι επικαλούνται την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας για να διεκδικήσουν τις δήθεν ζημιές, την οποία οι ίδιοι ακύρωσαν με την απόφαση το 2010. Πώς είναι δυνατό να στηρίζονται στην επίδικη συμφωνία και να διεκδικούν μεταγενέστερα στη βάση της, από τη στιγμή που με τη δικαστική απόφαση του 2010 έχει ακυρωθεί και καταστεί άνευ νομικής ισχύος από τις 21/7/2006; Ακολουθεί η θέση μου: Στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014 αναφέρονται τα εξής: «Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Στην Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι: «Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» Παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με τα γεγονότα - όπως εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) -επειδή ο ενάγοντας, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, οι οποίες απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δεν κατέβαλε στους εναγόμενους το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού, οι τελευταίοι, με τη συστημένη επιστολή των δικηγόρων τους προς τον ίδιο, ημερομηνίας 21/7/2006 τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και ακολούθως καταχώρησαν εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την αγωγή XXXX/2007, στο πλαίσιο της οποίας, στις 19/2/2010 εξασφάλισαν την έκδοση απόφασης (τεκμήριο 2), με περιεχόμενο, το οποίο επαναλαμβάνω: «...... Η αγωγή αυτή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για ακρόαση στην παρουσία του κ. Γ. Λάντα για κ.κ. Κλεάνθη Καραμανίδη, Τσαγγαρίδης & Τσαγγαρίδης, Δικηγόροι για τους ενάγοντες και του εναγομένου μη παρευρισκομένου παρόλο ότι του επιδόθηκε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της πιο πάνω αγωγής και το Δικαστήριο τούτο αφού άκουσε όλα όσα ελέχθησαν από ή από μέρους των εναγόντων, ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΕΙ ότι το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 7.7.04 μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, αναφορικά με την πώληση υπό των εναγόντων εις τον εναγόμενο, ενός σπιτιού με αριθμό 24, στο Κτιριακό Συγκρότημα «xxx xxx xxx», επί του ακινήτου με αρ, εγγραφής xxx, τεμάχιο xxx, Φύλλο/Σχέδιο 45/58, Τμήμα 0, το οποίο βρίσκεται στην Χλώρακα, Πάφου, έχει τερματιστεί και/ή ακυρωθεί και/ή κατέστει άνευ οιασδήποτε νομικής ισχύος με την επιστολή τερματισμού που απέστειλαν οι ενάγοντες προς τον εναγόμενο την 21.7.06 λόγω παραβάσεως και/ή αθετήσεως ουσιωδών όρων του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 7.7.04 από τον εναγόμενο και συγκεκριμένα παράβασης του ουσιώδους όρου 5 που αφορά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του σπιτιού. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η ακύρωση του πιο πάνω αναφερομένου Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 7.7.
  1. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ο εναγόμενος και/ή οι υπηρέτες και/ή οι αντιπροσώποι του όπως παραδώσουν στους ενάγοντες ελεύθερη την κατοχή και χρήση του πιο πάνω αναφερόμενου σπιτιού, το οποίο είναι το αντικείμενο πώλησης δυνάμει του μεταξύ των διαδίκων Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 7.7.
  2. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ο εναγόμενος και/ή ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου να διαγράψει το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 7.7.04 μεταξύ των διαδίκων το οποίο κατατέθηκε στα κτηματολογικά μητρώα, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης την 10.8.04 στο Επαρχιακό Κτηματολογικά Γραφείο Πάφου με αριθμό φακέλου ΠΩΕ 3225/
  3. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως ο εναγόμενος πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €59= έξοδα έκδοσης της απόφασης αυτής πλέον τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 17.7.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. ...» Προτού εκδοθεί η πιο πάνω απόφαση, οι δικηγόροι των εναγόμενων συνέταξαν και απέστειλαν στον ενάγοντα προς υπογραφή, τη δήλωση/βεβαίωση, ημερομηνίας 8/7/2009 (τεκμήριο 12 - μέρος -). Το τι δηλώνει με αυτή ο ενάγοντας, την οποία αφού υπόγραψε επέστρεψε στους δικηγόρους των εναγόμενων αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Ο ισχυρισμός του ότι συμφώνησε και αποδέχτηκε να στείλει τη συγκεκριμένη δήλωση/βεβαίωση, αφού πείστηκε και συμφώνησε με τους εναγόμενους, ότι αφού αφαιρέσουν τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα έχουν υποστεί, θα του επέστρεφαν το υπόλοιπο του τιμήματος που τους κατέβαλε για την αξία του επίδικου σπιτιού και των επίπλων, δεν έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης δεν έχει αποδειχθεί και ο ισχυρισμός του οικονομικού διευθυντή των εναγόμενων, ότι αυτοί, στο πλαίσιο της αγωγής τους εναντίον του ενάγοντα είχαν επιφυλάξει ρητά το δικαίωμά τους για έγερση νέας αγωγής σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων. Εξάλλου, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να αναφέρεται και στη σχετική απόφαση (τεκμήριο 2) που είχε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντα και δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην απόφαση. Των παραπάνω λεχθέντων και με δεδομένο ότι το θέμα κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθηκόντως εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν, τα οποία αφορούν, όχι μόνο τους εναγόμενους, αλλά και τον ενάγοντα, ο οποίος εγείρει το θέμα σε σχέση με την εναντίον του ανταπαίτηση των εναγόμενων, είναι τα εξής: Αρχίζοντας από τον ενάγοντα, καταρχήν, όταν του επιδόθηκε η αγωγή των εναγόμενων με αριθμό XXXX/2007, με την οποία αυτοί αξίωναν εναντίον του την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας και όλα τ' άλλα που διαλαμβάνονται στη σχετική απόφαση (τεκμήριο 2), που εν τέλει εκδόθηκε εναντίον του, γιατί δεν καταχώρησε υπεράσπιση και κυρίως ανταπαίτηση εναντίον των εναγόμενων, με αξίωση την επιστροφή του ποσού που συνθέτει την αξίωσή του στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και τους άφησε να προχωρήσουν - στην απουσία του - στην έκδοση της απόφασης (τεκμήριο 2); Και όχι μόνο αυτό. Όταν οι δικηγόροι τους, του είχαν αποστείλει προς υπογραφή και επιστροφή την επίδικη δήλωση/βεβαίωση (τεκμήριο 12), με την οποία, ουσιαστικά θα τους διευκόλυνε κιόλας να προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, μιας και με την εν λόγω δήλωση, του ζητούσαν να επιβεβαιώσει ότι παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής καθώς και να δηλώσει ότι δέχεται να εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην αγωγή κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ακυρωθεί η επίδικη συμφωνία και να αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο και να επιστραφεί η κατοχή του επίδικου σπιτιού στους εναγόμενους προκειμένου να μπορούν να το πωλήσουν, γιατί υπόγραψε και απέστειλε τη δήλωση/βεβαίωση στους δικηγόρους των εναγόμενων, ως είχε, με την οποία αυτοί διασφαλίζονταν πλήρως έναντί του και δε φρόντισε ώστε να συμπεριληφθεί σ' αυτή και πρόνοια, ότι οι εναγόμενοι θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να του επιστρέψουν το ποσό που τους είχε καταβάλει έναντι του τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού, διασφαλίζοντας έτσι και το δικαίωμά του να αξιώνει από τους ίδιους το ποσό που αξιώνει σήμερα εναντίον τους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής; Πολύ περισσότερο, που από το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης/βεβαίωσης σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων των εναγόμενων, με την οποία του ζητούσαν να την υπογράψει και τους επιστρέψει στη διεύθυνση που του είχαν δώσει, είναι φανερό ότι, εκτός κι αν υπόγραφε την εν λόγω δήλωση/βεβαίωση και την απέστελλε στους δικηγόρους των εναγόμενων, οι τελευταίοι, δε θα μπορούσαν να προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης εναντίον του. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά, δε θα είχαν απόδειξη ότι του είχαν επιδώσει το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Σ' όλα τα παραπάνω ερωτήματα, ο ενάγοντας, ουδεμία πειστική απάντηση έχει δώσει, γεγονός το οποίο, όπως θα διαφανεί αργότερα, δε θα είναι χωρίς συνέπειες επί της αγωγής του. Όσα ακολουθούν αφορούν στους εναγόμενους και την ανταπαίτησή τους: Οι εναγόμενοι, με βάση αγωγής την επίδικη συμφωνία και αιτία, την παράβασή της από τον ενάγοντα καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησαν εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την αγωγή XXXX/2007 και στο πλαίσιό της, στις 19/2/2010 εξασφάλισαν την έκδοση απόφασης (τεκμήριο 2), και μάλιστα, στην απουσία του ενάγοντα, με περιεχόμενο το οποίο εκτίθεται πιο πάνω. Δεδομένου ότι οι εναντίον του αξιώσεις τους στο πλαίσιο της ανταπαίτησής τους στην παρούσα αγωγή είναι άμεσα σχετικές και άρρηκτα συνδεδεμένες με τη βάση και αιτία της δικής τους αγωγής, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Για τις κατ' ισχυρισμό τους ζημιές και/ή απώλειες και/ή έξοδα που υπέστησαν λόγω της από μέρους του ενάγοντα παράβασης της επίδικης συμφωνίας και τον επακόλουθο τερματισμό της από τους ίδιους (αυτά ισχυρίζονται στην παράγραφο 13 της ανταπαίτησής τους), γιατί δεν αξίωσαν την έκδοση απόφασης εναντίον του στο πλαίσιο της δικής τους αγωγής, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο ισχυρισμός του οικονομικού τους διευθυντή, της παραγράφου 21 της γραπτής του δήλωσης (τεκμήριο 17), ότι σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων στο πλαίσιο της αγωγής του XXXX/2007 επιφύλαξαν ρητά το δικαίωμά τους για έγερση νέας αγωγής καθώς ήδη έχει αναφερθεί δεν έχει αποδειχθεί και εν πάση περιπτώσει, από το κείμενο της σχετικής απόφασης που είχαν εξασφαλίσει εναντίον του ενάγοντα, στις 19/2/2010 (τεκμήριο 2) - το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός - δεν προκύπτει να είχαν προβεί οποτεδήποτε σε τέτοια επιφύλαξη, είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής; Και επειδή στο παραπάνω ερώτημα, οι εναγόμενοι μπορεί να προβάλουν ως απάντηση, ότι οι κατ' ισχυρισμό τους ζημιές που έχουν υποστεί λόγω της παράβασης της επίδικης συμφωνίας από τον ενάγοντα και τον επακόλουθο τερματισμό της από τους ίδιους, δεν ήταν αποκρυσταλλωμένες κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής τους το 2007, οπότε και δεν μπορούσαν τότε να της προβάλουν στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, με τη σειρά μου, τους απαντώ ως εξής: Το σύνολο των κατ' ισχυρισμό τους ζημιών κ.ο.κ. που υπέστησαν εκτίθενται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 28), την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο ο οικονομικός διευθυντής τους. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του υπό αναφορά μάρτυρά τους, πλείστες από τις καταχωρήσεις/χρεώσεις που περιλαμβάνονται στην εν λόγω κατάσταση, κρίθηκαν είτε αδικαιολόγητες είτε ανυπόστατες είτε αυθαίρετες είτε παράνομες, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου είναι σαφές, ότι οι καταχωρήσεις/χρεώσεις που περιλαμβάνονται σ' αυτό αφορούν τα έτη 2004 μέχρι και - ολόκληρο - το
  4. Με αυτό δεδομένο, οι εναγόμενοι, σε σχέση με όσες από τις εν λόγω καταχωρήσεις/χρεώσεις προηγούνται της 19/2/2010, θα μπορούσαν να προωθήσουν τις σχετικές αξιώσεις τους και να ζητήσουν την έκδοση σχετικής απόφασης, στο πλαίσιο της δικής τους αγωγής. Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με τις υπόλοιπες, τις μη αποκρυσταλλωμένες - μέχρι τότε - ζημιές τους, θα μπορούσαν να ζητήσουν την έκδοση σχετικής αναγνωριστικής απόφασης. Αυτό, σε εφαρμογή του άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο προνοεί τ' ακόλουθα: «Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας θα έχη εξoυσίαv όπως εκδίδη δεσμευτικάς αvαγvωρίσεις δικαιώματoς είτε ζητείται ή ηδύvατo vα ζητηθή oιαδήπoτε παρεπoμέvη θεραπεία ή όχι.» Ούτε το ένα έκαναν μα ούτε και το άλλο και μάλιστα, χωρίς να δώσουν οποιαδήποτε πειστική εξήγηση και το ίδιο ισχύει και για τον ενάγοντα, ο οποίος - για να επαναλάβω -, ουδεμία πειστική εξήγηση έχει δώσει για το γεγονός ότι, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να προωθήσει τη δική του απαίτηση εναντίον των εναγόμενων στο πλαίσιο της δικής τους αγωγής, όχι απλώς δεν το έκανε, αλλά, αντίθετα, συνέδραμε κιόλας στην προσπάθειά τους να εκδώσουν απόφαση εναντίον του, για να έλθει τον επόμενο χρόνο να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, με αξίωση την επιστροφή του ποσού που τους κατέβαλε έναντι του τιμήματος αγοράς του επίδικου σπιτιού με βάση την επίδικη συμφωνία. Η οποία, με την έκδοση απόφασης εναντίον του, στις 19/2/2010 αναγνωρίστηκε δικαστικά ότι τερματίστηκε και/ή ακυρώθηκε και/ή κατέστη χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ, ουσιαστικά από τις 21/7/2006, με ό,τι, αυτό ενδεχομένως σημαίνει σε επίπεδο επιπτώσεων επί των εκατέρωθεν απαιτήσεων, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν παρουσιάζει κανένα ερμηνευτικό πρόβλημα. Ακολουθεί αυτούσιο και ουσία όσων διαλαμβάνονται σ' αυτό περικλείεται στο υπογραμμισμένο - εκ μέρους μου - μέρος του: «Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας oφείλει εv εκάστη δίκη ή άλλη διαδικασία, vα παρέχη είτε απoλύτως ή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις, ως τo δικαστήριov κρίvει δίκαιov, πάσας τας θεραπείας εις ας oιoσδήπoτε τωv διαδίκωv θα εδικαιoύτo εv σχέσει πρoς oιαvδήπoτε εγερθείσαv υπ' αυτoύ αξίωσιv στηριζoμέvηv επί τoυ vόμoυ ή τωv αρχώv της επιεικίας (equity) κατά τoιoύτov τρόπov, εφ' όσov τoύτo είvαι δυvατόv, ώστε πάvτα τα αμφισβητoύμεvα θέματα μεταξύ τωv διαδίκωv vα διαγιγvώσκωvται πλήρως και τελικώς και πάσα πoλλαπλότης της διαδικασίας αφoρώσης εις oιovδήπoτε τωv θεμάτωv τoύτωv vα απoφεύγεται.» Συγκεφαλαιώνοντας, στην απουσία αποδεκτής εξήγησης για την παράλειψη, τόσο του ενάγοντα όσο και των εναγόμενων να προβάλουν τις εκατέρωθεν απαιτήσεις/αξιώσεις τους στο πλαίσιο της αγωγής XXXX/2007, η προβολή τους αργότερα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής θεωρώ ότι αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Με αυτό δεδομένο, για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό του Εφετείου από τη Loukos Trading Co. Ltd (ανωτέρω), στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία - όπως υποδείχθηκε στην Constantinides (πιο πάνω) - αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία με διάταγμα απόρριψης, τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, αγωγή καθώς και η ανταπαίτηση, απορρίπτονται. Αναφορικά με τα έξοδα, κάθε πλευρά τα δικά της. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final (Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση αγοραπωλησίας ακινήτου η οποία ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση στο πλαίσιο αγωγής η οποία καταχωρήθηκε από τους πωλητές. Μεταγενέστερη αγωγή του αγοραστή για επιστροφή του τιμήματος πώλησης και ανταπαίτηση των πωλητών για καταβολή αποζημιώσεων, λόγω παράβασης της ίδιας σύμβασης, απορρίφθηκαν, επειδή κρίθηκε ότι αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.