← Κύπρος

VIOREL ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1769/2012, 19/12/2019

VIOREL ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1769/2012, 19/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1769/2012 Μεταξύ: XXXXX VIOREL Ενάγοντα και

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  2. xxxxx ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ Εναγόμενων ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 5.9.2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.12.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 - αιτητές: κ. Φακοντής, για FACONDI & NEOPHYTOU LLC Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Τιμοθέου, για Μ. ΤΙΜΟΘΕΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη διευκρίνιση ότι ο ενάγοντας, στις 3/7/2012 διέκοψε την αγωγή του εναντίον του εναγόμενου 2, με αυτή σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά της αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημιές, απώλειες και έξοδα που υπέστη από εργατικό ατύχημα, το οποίο επεσυνέβη κατά το χρόνο που βρισκόταν στην υπηρεσία και/ή εργοδότηση των εναγόμενων 1, το οποίο αποδίδει στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους. Τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα, εκτίθενται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με αυτά: Κατά ή περί τις 27/9/2010, ενώ ο ενάγοντας βρισκόταν σε εκτέλεση της εργασίας του και/ή εκτελούσε διατεταγμένη εργασία προς όφελος και για λογαριασμό των εναγόμενων 1 και/ή ενώ εργαζόταν και εκτελούσε τα καθήκοντά του σ' αυτούς σε συγκρότημα καταστημάτων που βρίσκεται βόρεια του κύριου δρόμου Πάφου - Κόλπου των Κοραλλίων, της επαρχίας Πάφου και συγκεκριμένα, ενώ βρισκόταν πάνω σε φορητή σκάλα αλουμινίου και ασχολείτο με το μπογιάτισμα, η σκάλα μετακινήθηκε προς τα πίσω, με αποτέλεσμα να πέσει από ύψος 4 περίπου μέτρων και να τραυματιστεί σοβαρά και να υποστεί ζημιές και απώλειες. Οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή και στην παράγραφο 12 - για ό,τι μας ενδιαφέρει - αναφέρουν τα εξής: «Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ατύχημα και οποιεσδήποτε απώλειες και ζημιές ήθελε αποδείξει ο Ενάγοντας οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης και/ή των εκ του Νόμου και Κανονισμών καθηκόντων του Ενάγοντα. Λεπτομέρειες Αμέλειας του Ενάγοντα (α) Εξέθεσε αυτόβουλα τον εαυτό του σε κίνδυνο» Στις 5/11/2018 οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Στις 27/3/2019 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, αναβλήθηκε και ορίστηκε για σκοπούς συμβιβασμού ή περιορισμού των επίδικων θεμάτων, στις 16/4/2019, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 13/11/
  3. Την ημέρα αυτή, δεν άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης. Και τούτο, επειδή οι εναγόμενοι, στις 5/9/2019 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν τ' ακόλουθα: «Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου για την τροποποίηση του δικογράφου της ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ως ακολούθως: (α) Την πλήρη απάλειψη της παραγράφου 1 της Υπεράσπισης και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη παράγραφο: «Η εναγόμενη αρ. 1 που στο εξής θα καλείται και ως η εναγόμενη και/ή εναγόμενη αρ. 1, εκτός όπου προβαίνει ρητά σε παραδοχή, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα.» (β) Την προσθήκη μετά την παράγραφο 11 της Υπεράσπισης των ακόλουθων νέων υποπαραγράφων: «11(α) Αποτελεί ισχυρισμό της εναγόμενης και τον οποίο προτίθεται να αναπτύξει κατά την δικάσιμο της αγωγής ότι ο ενάγοντας εκούσια και/ή ηθελημένα επέλεξε να εκθέσει τον εαυτό του σε ορατό και/ή προβλεπτό κίνδυνο τραυματισμού του επιλέγοντας ο ίδιος να χρησιμοποιήσει την φορητή σκάλα αλουμινίου που ευρισκόταν στον χώρο και ήταν ιδιοκτησίας και/ή κατοχής του ιδιοκτήτη και/ή κατόχου του υποστατικού εντός του οποίου έγινε το αναφερόμενο ατύχημα. 11 (β) η εν λόγω φορητή σκάλα αλουμινίου που χρησιμοποίησε ο ενάγοντας δεν ήταν ιδιοκτησία και/ή κατοχής της εναγόμενης ούτε και μέρος του εξοπλισμού αυτής και/ή του εξοπλισμού που θα χρησιμοποιούσαν οι εργοδοτούμενοι της για διεκπεραίωση των εργασιών τους αφού είχαν στην διάθεση τους κινητή σκαλωσιά προς το σκοπό αυτό. 11 (γ) Ο ενάγοντας από μόνος του και χωρίς την γνώση και/ή συγκατάθεση και/ή οδηγίες της εναγομένης και/ή των αντιπροσώπων της χρησιμοποίησε την εν λόγω φορητή σκάλα αλουμινίου που δεν ήταν μέρος του εξοπλισμού της εργοδότριας εταιρείας και παρά το γεγονός ότι είχε στην διάθεση του κινητή σκαλωσιά που ήταν μέρος του εξοπλισμού που είχε στην διάθεση του με αποτέλεσμα εις γνώση του να εκθέσει τον εαυτό του σε εκούσιο κίνδυνο τραυματισμού του. 11(δ) Αποτελεί ισχυρισμό της εναγόμενης ότι ο ενάγοντας είχε την εμπειρία να κρίνει ότι η εν λόγω φορητή σκάλα αλουμινίου δεν ήταν ασφαλής και/ή κατάλληλη για την εργασία την οποία εκτέλεσε αφού η χρήση της κινητής σκαλωσιάς ήταν καταλληλότερο και ασφαλέστερο μέσο εκτέλεσης της εργασίας και παραγνωρίζοντας το ζήτημα αυτό προχώρησε στην χρησιμοποίηση της.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόμενων 1 - πρώην εναγόμενου 2, xxxxx Ονησιφόρου. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται σε 15 λόγους και υποστηρίζεται από δική του ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στις ένορκες δηλώσεις όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου

(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20 Μαρτίου, 2014 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Αναφορικά με την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση, επειδή τη θεωρώ αχρείαστη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Σε σχέση με αυτή και την αναγκαιότητα αποδοχής της, ο ενόρκως δηλών για τους εναγόμενους 1, στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα εξής: από την ανάγνωση της εισαγωγής της έκθεσης υπεράσπισης διαπιστώθηκε ότι γίνεται αναφορά μόνο σε εναγόμενη, χωρίς να προσδιορίζεται ότι πρόκειται για την εναγόμενη 1, συνεπώς, θα πρέπει να τύχει διόρθωσης για να καταστεί το ζήτημα αυτό σαφές. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της υφιστάμενης υπεράσπισης: «Η Εναγόμενη, εκτός όπου προβαίνει ρητά σε παραδοχή, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα.» Με την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι 1 ζητούν την πλήρη απάλειψη της εν λόγω παραγράφου και την αντικατάστασή της με την ακόλουθη παράγραφο: «Η εναγόμενη αρ. 1 που στο εξής θα καλείται και ως η εναγόμενη και/ή εναγόμενη αρ. 1, εκτός όπου προβαίνει ρητά σε παραδοχή, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα.» Με απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου των δυο αυτών παραγράφων είναι σαφές, ότι, αυτό, επί της ουσίας είναι ίδιο ακριβώς. Το γεγονός ότι στην ισχύουσα παράγραφο 1 γίνεται αναφορά σε «Εναγόμενη», ουδεμία ανάγκη δημιουργεί να επεξηγηθεί ότι η συγκεκριμένη λέξη αφορά στους εναγόμενους
  1. Και τούτο, καταρχήν, επειδή προτού οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν την υφιστάμενη υπεράσπισή τους (στις 27/2/2013), ο ενάγοντας, στις 3/7/2012 διέκοψε την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 κι έπειτα, στις 3/9/2012 καταχώρησε έκθεση απαίτησης, με την οποία, για σκοπούς προσδιορισμού των εναγόμενων 1, όχι μόνο αναφέρεται επανειλημμένα σε «Εναγόμενη», αλλά, αυστηρά ομιλούντες, αντικανονικά, αφαίρεσε κιόλας τον εναγόμενο 2 από τον τίτλο της αγωγής. Οι εναγόμενοι 1, στη συνέχεια καταχώρησαν την υπεράσπισή τους και με αυτή αυτοπροσδιορίζονται όπως ακριβώς τους προσδιορίζει ο ενάγοντας. Έπειτα, κι ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, η φράση «Η Εναγόμενη», τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στην υπεράσπιση δεν μπορεί να παραπέμπει σ' οποιοδήποτε άλλο εκτός από τους εναγόμενους
  2. Η συγκεκριμένη φράση, προφανώς παραπέμπει στην εναγόμενη εταιρεία 1, που είναι γένους θηλυκού και όχι στον εναγόμενο 2 που είναι γένους αρσενικού. Ότι περί αυτού πρόκειται επιβεβαιώνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, το οποίο ακολουθεί αυτούσιο: «Η Εναγόμενη είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη εν Κύπρο συμφώνως του σχετικού Νόμου. Η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείται μεταξύ άλλων και με εργολαβίες και άλλες συναφείς εργασίες.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Γιατί τώρα αίτηση θα απορριφθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις. Καταρχήν, επειδή για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, θεωρώ κι αυτές, αχρείαστες και μη αναγκαίες. Οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις εκτίθενται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επομένως δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Η ουσία τους έγκειται στα εξής: Με την πρώτη προσάπτεται στον ενάγοντα, ότι εκούσια και/ή ηθελημένα επέλεξε να εκθέσει τον εαυτό του σε ορατό και/ή προβλεπτό κίνδυνο τραυματισμού, για το λόγο που αναφέρεται στη συνέχεια. Σύμφωνα με την παράγραφο 12(α) της υφιστάμενης υπεράσπισης: «Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ατύχημα και οποιεσδήποτε απώλειες και ζημίες ήθελε αποδείξει ο Ενάγοντας οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης και/ή των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα. Λεπτομέρειες Αμέλειας του Ενάγοντα (α) Εξέθεσε αυτόβουλα τον εαυτό του σε κίνδυνο.» Ο ισχυρισμός των εναγόμενων 1 (σύμφωνα με την προτεινόμενη υποπαράγραφο 11(α)), ότι ο ενάγοντας εξέθεσε αυτόβουλα τον εαυτό του σε κίνδυνο, αποτελεί την πεμπτουσία της προτεινόμενης τροποποίησης και περικλείεται στην υφιστάμενη παράγραφο 12 της υπεράσπισής τους. Απ' εκεί και πέρα, όλα όσα θέλουν να συμπεριλάβουν στη συνέχεια, στην ίδια υποπαράγραφο, συνιστούν είτε επεξήγηση είτε επανάληψη - με διαφορετική διατύπωση - του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι ο ενάγοντας εξέθεσε αυτόβουλα τον εαυτό του σε κίνδυνο καθώς και μερικών ακόμη ισχυρισμών τους, οι οποίοι περικλείονται στην υφιστάμενη υπεράσπισή τους. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός τους (σύμφωνα με την προτεινόμενη υποπαράγραφο 11(α)), ότι ο ενάγοντας επέλεξε ο ίδιος να χρησιμοποιήσει τη φορητή σκάλα αλουμινίου που βρισκόταν στο χώρο, ιδιοκτησίας και/ή κατοχής του ιδιοκτήτη και/ή κατόχου του υποστατικού, εντός του οποίου έγινε το ατύχημα, αποτελεί επεξήγηση και σε τελική ανάλυση, θέμα μαρτυρίας, του τι εννοούν, ισχυριζόμενοι (στην ίδια υποπαράγραφο), ότι ο ενάγοντας εξέθεσε αυτόβουλα τον εαυτό του σε κίνδυνο. Περαιτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός τους, κατά τη γνώμη μου καλύπτεται και από τις ακόλουθες λεπτομέρειες αμέλειας που του καταλογίζουν σύμφωνα με την υφιστάμενη υπεράσπισή τους: πρώτο, «Δεν έλαβε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια και την υγεία του.» (παράγραφος 12(δ)), δεύτερο, «Δεν ενήργησε ως συνετός και/ή προσεκτικός υπάλληλος και/ή έμπειρος υπάλληλος όπως ήταν» (παράγραφος 12(στ)) και τρίτο, «Γενικά συμπεριφέρθηκε χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και φροντίδα και με πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια και την υγεία του» (παράγραφος 12(ζ)). Για να συνεχίσω, ο ισχυρισμός τους στη συνέχεια (σύμφωνα με την προτεινόμενη υποπαράγραφο 11(β)), ότι η εν λόγω φορητή σκάλα, δεν ήταν ιδιοκτησίας και/ή κατοχής τους και ούτε μέρος του εξοπλισμού τους που θα χρησιμοποιούσαν οι εργοδοτούμενοί τους για διεκπεραίωση των εργασιών τους, αφού είχαν στη διάθεσή τους κινητή σκαλωσιά προς το σκοπό αυτό, αποτελεί πλεονασμό, δοθέντος ότι, με αυτόν, επαναλαμβάνουν αντιστρόφως ανάλογα, τον προηγούμενο ισχυρισμό τους. Το τι εννοώ με αυτό είναι το εξής: σε περίπτωση που κατά τη δίκη ήθελε αποδειχθεί ο ισχυρισμός τους, ότι η φορητή σκάλα αλουμινίου, ήταν ιδιοκτησίας και/ή κατοχής του ιδιοκτήτη και/ή κατόχου του υποστατικού, εντός του οποίου έγινε το ατύχημα, προφανώς, δεν μπορεί να λεχθεί για την ίδια σκάλα, πως ήταν ιδιοκτησίας και/ή κατοχής των εναγόμενων 1, είτε ακόμη, μέρος του εξοπλισμού τους που θα χρησιμοποιούσαν οι εργοδοτούμενοί τους για διεκπεραίωση των εργασιών τους. Όμως, ειδικά ο ισχυρισμός τους - στην ίδια υποπαράγραφο -, ότι οι εργοδοτούμενοί τους είχαν στη διάθεσή τους κινητή σκαλωσιά που θα χρησιμοποιούσαν για διεκπεραίωση των εργασιών τους, θεωρώ ότι καλύπτεται πλήρως από τους ακόλουθους ισχυρισμούς τους, της υφιστάμενης υπεράσπισής τους: Σύμφωνα με την παράγραφο 10 ισχυρίζονται ότι έλαβαν όλα τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα και/ή χρησιμοποιήσαν τις κατάλληλες μεθόδους εργασίας και/ή τον κατάλληλο εξοπλισμό για να περιορίσουν και/ή εξαφανίσουν τους κινδύνους εργατικού ατυχήματος και/ή τις πιθανότητες πρόκλησης τέτοιου ατυχήματος. Σύμφωνα με την παράγραφο 11 ισχυρίζονται ότι παρείχαν ασφαλές σύστημα εργασίας και/ή ασφαλή μέθοδο και/ή ασφαλείς εγκαταστάσεις προς τον ενάγοντα και τους άλλους εργοδοτούμενους και/ή ότι έλαβαν όλα τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα και/ή χρησιμοποιήσαν τις κατάλληλες μεθόδους εργασίας και/ή τον κατάλληλο εξοπλισμό για να περιορίσουν και/ή εξαφανίσουν τους κινδύνους εργατικού ατυχήματος. Απ' εκεί και πέρα, όσα θέλουν να εισάξουν στην υπεράσπισή τους στη συνέχεια, με τις προτεινόμενες υποπαράγραφους 11(γ) και (δ), ουσιαστικά αποτελούν επανάληψη - με κάπως διαφορετική διατύπωση -, όλων όσων αναφέρουν στις δυο προηγούμενες υποπαραγράφους (11(α) και (β)). Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο δεν μπορώ να επιτρέψω τις εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις αφορά στην εξήγηση που δίδουν οι εναγόμενοι 1, ως προς το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Συναφώς με το θέμα, ο διευθυντής τους, στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωσή του, αναφέρει τα εξής: Την εκπροσώπηση των εναγόμενων ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο (αναφέρονται οι προηγούμενοι δικηγόροι τους), οι οποίοι χειρίζονταν την υπόθεση μέχρι και τις 5/11/2018, ημερομηνία κατά την οποία αντικαταστάθηκαν από τους νυν δικηγόρους τους. Κατά τη μελέτη της υπόθεσης με τους νέους δικηγόρους των εναγόμενων 1, αφού η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο με σκοπό να εξεταστεί το ενδεχόμενο συμβιβασμού ή να γίνουν παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα διαπιστώθηκε από τη μελέτη της έκθεσης υπεράσπισης ότι σε αυτή δε συμπεριλαμβανόταν ξεκάθαρα, ένα σημαντικό γεγονός για την υπόθεση, παρά το γεγονός ότι είχαν ενημερώσει σχετικά παλαιότερα τους προηγούμενους δικηγόρους των εναγόμενων. Παρατηρώ τα εξής: Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 αποδίδουν στους προηγούμενους δικηγόρους τους την ευθύνη, για το γεγονός ότι δε συμπεριέλαβαν εξ υπαρχής στην υπεράσπισή τους, τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να συμπεριλάβουν με την υπό κρίση αίτηση, 6 ½ και πλέον χρόνια αργότερα, καταστρατηγεί πλήρως τις ακόλουθες νομολογιακές αρχές σύμφωνα με την Ikos (ανωτέρω): «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Ειδικά για τις επιπτώσεις που ενέχει η σημειωθείσα καθυστέρηση στα δικαιώματα του ενάγοντα σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη, ότι για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, κάθε άλλο παρά πειστική θεωρώ την εξήγηση που δίδουν οι εναγόμενοι 1, για το γεγονός ότι επέλεξαν να καταχωρήσουν την αίτηση, τόσο αργοπορημένα, λαμβάνω υπόψη τα εξής: Ενώ ο διευθυντής τους, στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσής του, ισχυρίζεται γενικά και αόριστα, ότι εξ όσων αληθινά πιστεύει, αλλά και τυγχάνει νομικής συμβουλής, καμιά ζημιά θα προκληθεί στην υπόθεση και τα δικαιώματα του ενάγοντα από την αιτούμενη τροποποίηση και απεναντίας, θα ικανοποιηθεί και ως προς τη διαταγή για τα έξοδα, αυτοί παραβλέπουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς του ενάγοντα, των παραγράφων 23, 24 και 25 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση: Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και πληροφορείται, εάν εγκριθούν οι ζητούμενες τροποποιήσεις, θα έχουν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στον ίδιο αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά σε βαθμό που να μη θεραπεύεται με την επιδίκαση των εξόδων της αίτησης (παράγραφος 23). Από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι και σήμερα ταλαιπωρείται καθημερινώς με τα σοβαρά προβλήματα υγείας του, εξαιτίας του ατυχήματος, δεν εργάζεται, καθότι έχει σοβαρή αναπηρία και λαμβάνει πολύ χαμηλό εισόδημα, ως επίδομα από την κυβέρνηση. Δεν έχει άλλους οικονομικούς πόρους και συνεχώς δανείζεται χρήματα από συγγενικά του πρόσωπα για να ανταπεξέλθει (παράγραφος 24). Η σοβαρή καθυστέρηση που προκαλεί η παρούσα αίτηση, δημιουργεί υπέρογκα έξοδα και το θέτει σε υπέρμετρη δυσμένεια και ανεπανόρθωτη ζημιά και συγκεκριμένα, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Ως επίσης υπάρχει και ο κίνδυνος σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του, λόγω του ότι οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία, χωρίς κύκλο εργασιών και ακίνητη περιουσία, να είναι αναπόφευκτη σε αποτυχία η οποιαδήποτε προσπάθειά του για εκτέλεση της απόφασης. Συνεπώς, η καθυστέρηση που παρατηρείται εκ μέρους των εναγόμενων 1 προσμετρά ενάντια στην υπόθεσή του (παράγραφος 25). Και με δεδομένο ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενάγοντα και ιδιαίτερα ο τελευταίος (της παραγράφου 25) παρέμειναν αναντίλεκτοι σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων της αίτησης βρίσκεται στους ώμους των εναγόμενων 1 - αιτητών, οι εν λόγω ισχυρισμοί του ενάγοντα, για τους σκοπούς και τις ανάγκες εξέτασης της υπό κρίση αίτηση, αναπόφευκτα, θα πρέπει να θεωρηθούν αποδεδειγμένοι. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι σε περίπτωση που επιτρέψω την αίτηση, θα καταστρατηγήσω την επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή (βλ. τις υποθέσεις Preece και Χριστοδούλου, ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία: «. η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Ακολουθεί ο λόγος για τον οποίο θεωρώ άκρως παράλογη και στερούμενη πειστικότητας την εξήγηση που δίδουν οι εναγόμενοι 1, για το γεγονός ότι επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, τόσο αργοπορημένα και συγκεκριμένα, 6 ½ και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισή τους. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, η αγωγή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά - μετά από αίτηση ορισμού -, στις 16/5/
  1. Έκτοτε και μέχρι και τις 27/3/2019 που είχε τεθεί ενώπιον μου για πρώτη φορά ορίστηκε για ακρόαση 9 φορές. Από αυτές, στις 5 αναβλήθηκε από το Δικαστήριο, λόγω έλλειψης χρόνου. Οι νυν δικηγόροι των εναγόμενων 1 είχαν αναλάβει στις 5/11/
  2. Στις 27/3/2019 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αναβλήθηκε και πάλι και ορίστηκε για σκοπούς συμβιβασμού ή περιορισμού των επίδικων θεμάτων, στις 16/4/2019, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 13/11/
  3. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 5/9/
  4. Από το ιστορικό της υπόθεσης (ως ανωτέρω) ανακύπτουν δυο καίριας σημασίας, ερωτήματα: Αρχίζοντας από το πρώτο, αν υποτεθεί ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός του διευθυντή των εναγόμενων 1 ότι είναι κατά τη μελέτη της υπόθεσης με τους νέους δικηγόρους τους, μετά τις 27/3/2019 - που είχα ορίσει την υπόθεση για σκοπούς συμβιβασμού ή περιορισμού των επίδικων θεμάτων, στις 16/4/2019 -, που διαπιστώθηκε από τη μελέτη της υπεράσπισης ότι δε συμπεριλαμβάνεται σ' αυτή ξεκάθαρα το σημαντικό γεγονός για την υπόθεση, οι εναγόμενοι 1, πώς δικαιολογούν το γεγονός ότι έκτοτε (από τις 16/4/2019) άφησαν να παρέλθει περίοδος απραξίας, 5 περίπου μηνών μέχρι και τις 5/9/2019 που καταχώρησαν την αίτηση; Η απάντηση στο ερώτημα είναι ότι, ουδεμία δικαιολογία προβάλλουν για το γεγονός αυτό. Ακολούθως, έχοντας υπόψη ότι μέχρι και τις 5/11/2018 που ανέλαβαν την υπόθεση οι νέοι δικηγόροι τους, η υπόθεση είχε οριστεί συνολικά 8 φορές για ακρόαση - μάλιστα, στις 5/11/2018 εκπροσωπήθηκαν από τους τελευταίους -, πόσο λογικός και πειστικός είναι ο ισχυρισμός του διευθυντή τους, ότι, όλες αυτές τις φορές - που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση - δεν είχαν αντιληφθεί το σημαντικό γεγονός για την υπόθεση, το οποίο, «συμπωματικά», εντόπισαν από τη μελέτη της υπεράσπισής τους, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη, όχι για ακρόαση, αλλά, για σκοπούς συμβιβασμού ή περιορισμού των επίδικων θεμάτων; Η απάντησή μου στο ερώτημα είναι ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του διευθυντή είναι άκρως παράλογος και στερούμενος πειστικότητας, επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένου ότι για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει καταρχήν θεωρώ αχρείαστες τις αιτούμενες τροποποιήσεις κι έπειτα, οι εναγόμενοι 1, ουδεμία πειστική εξήγηση ή δικαιολογία δίδουν για το γεγονός ότι επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτησή τους, τόσο αργοπορημένα, σε βαθμό που σε περίπτωση αποδοχής της, ο ενάγοντας θα υποστεί ζημιά η οποία δε θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, η αίτηση απολήγει να είναι και κακόπιστη και καταχρηστική. Και φυσικά, ως τέτοια, εν πάση περιπτώσει είναι έκθετη σε απόρριψη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγόμενων
  5. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.