X, ανήλικη δια των κηδεμόνων της ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 123/18, 18/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 123/18 Μεταξύ: XXXX, ανήλικη δια των κηδεμόνων της XXXX και XXXX Ενάγουσας και
- XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
- ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 12.4.2019 Ημερομηνία: 18.12.2019 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Η. Ηλιάδης. Για Εναγόμενους 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Θεοδοσίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 8.2.2018, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, που επισυνέβη στις 16.10.
- Η αγωγή επιδόθηκε μόνο στους Εναγόμενους 2, οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και στις 4.7.2018 έκθεση υπεράσπισης. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων, κατόπιν έκδοσης κλήσης για οδηγίες από πλευράς Ενάγουσας (ημερ. 7.9.2018), με βάση τη νέα Δ.30, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες (στις 7.11.2018 και στις 23.1.2019) και δυνάμει αυτών καταχωρήθηκαν και από τις δύο πλευρές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας. Στη συνέχεια στις 12.4.2019 η Ενάγουσα (στο εξής η Αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά «Διάταγμα διά του οποίου να τροποποιείται το κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής με την διαγραφή του ονόματος του Εναγόμενου 1 και την αντικατάστασή του με το όνομα XXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ». Η αίτηση βασίζεται στις Δ.9 Κ.1-6, Δ.12 Κ.1-4, Δ.25 Κ.1-6 και Δ.48 Κ.1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Θεμούλας Σοφοκλέους, μητέρας της Ενάγουσας και ενός εκ των προσώπων δια μέσου των οποίων κινήθηκε η ως άνω αγωγή. Οι Εναγόμενοι 2 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 5.6.2019 ένσταση στην αίτηση. Αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXX Κέντελη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Το αίτημα θα έπρεπε να γίνει στις 7.11.2018, όταν ήταν ορισμένη η κλήση για οδηγίες και σε αυτό το στάδιο δεν δύναται η Αιτήτρια να ζητά διάταγμα τροποποίησης έκθεσης απαίτησης και αντικατάσταση/προσθήκη διαδίκου.
- Η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας.
- Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην Αιτήτρια από το 2016 όταν και επισυνέβη το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Η Αιτήτρια έλαβε γνώση και αντιλήφθηκε το λάθος της με την καταχώριση έκθεσης υπεράσπισης και παρόλα αυτά, κωλυσιέργησε και καταχώρησε την αίτηση σχεδόν ένα έτος αργότερα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διά της αντικατάστασης του ονόματος και/ή πρόσθεση Εναγόμενου, δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψει τα δικαιώματα της Αιτήτριας και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στη συνέχιση εκδίκασης της αγωγής και προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που θα έπρεπε να ήταν εις γνώση της Αιτήτριας, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι ουδέποτε επιδόθηκε η αγωγή στον Εναγόμενο
- Η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει κανένα νέο στοιχείο που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση και/ή προσθήκη και/ή αντικατάσταση διαδίκου.
- Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως της Αιτήτριας και εν πάση περιπτώσει το λάθος που έγινε με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον λάθος προσώπου δεν θεραπεύεται με αίτηση τροποποίησης και ή αντικατάστασης των Εναγομένων αλλά μόνον με απόσυρση της αγωγής.
- Δεν υπάρχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή τη χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης.
- Η αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει τη συνέχιση της αγωγής.
- Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Καθ' ων αίτηση και/ή στον προτεινόμενο Εναγόμενο που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ενώ θα πρέπει να τροποποιηθεί όχι μόνον ο τίτλος της αγωγής αλλά και η έκθεση απαίτησης στην περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα ως το αιτητικό.
- Θα έπρεπε η αίτηση τροποποίησης να είχε επιδοθεί και στον προτεινόμενο Εναγόμενο, XXXX Δημητρίου. Η ακρόαση της αίτησης έγινε με γραπτή αγόρευση από το συνήγορο της Αιτήτριας ενώ από την πλευρά του ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση περιορίσθηκε σε υιοθέτηση της ένστασης. Νομική βάση της αίτησης Δια του αιτητικού της παρούσας ζητείται η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος για συγκεκριμένο όμως σκοπό και δη «διαγραφή του ονόματος του Εναγόμενου 1 και την αντικατάστασή του» από το όνομα του XXXX Δημητρίου. Προκύπτει δε με δεδομένο το ότι καμία εκ των δύο πλευρών δεν ισχυρίζεται λανθασμένη περιγραφή του ονόματος του Εναγόμενου 1 αλλά ότι ο XXXX Δημητρίου είναι διαφορετικό πρόσωπο, ότι στην ουσία ζητείται η αντικατάσταση του Εναγόμενου 1 και κατ' επέκταση η ανάλογη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Με άλλα λόγια το κύριο θέμα προς εξέταση είναι το κατά πόσο θα πρέπει να διαταχθεί τέτοια αντικατάσταση ενώ η τροποποίηση είναι παρεπόμενο θέμα. Στη νομική βάση της αίτησης, γίνεται αναφορά στη Δ.9 και συγκεκριμένα στους Κ.1-6 αυτής και όχι στον Κ.10, ο οποίος διέπει το θέμα της προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου. Ως λέχθηκε στην Koza Michael David κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 208/2012, ημερ. 24.11.17, «η Δ.48 Κ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραίτητα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης». Με δεδομένη λοιπόν την αναγραφή της Δ.9 στην αίτηση, εκείνο που απουσιάζει από τη νομική βάση είναι η αναφορά στον Κ.10 αυτής. Στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση, σύμφωνα με τη νέα Δ.64, δεν αποτελεί θεμελιώδη παραβίαση αλλά απλά μη συμμόρφωση (παρατυπία) με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48 Κ.1 και ότι τέτοια παρατυπία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και την διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία είναι διατυπωμένη έτσι ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει Δικαιοσύνη. Ως αναφέρθηκε και στην Koza Michael David ανωτέρω, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την Wunderlich, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία (βλ. Wunderlich ανωτέρω και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 113) παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι οι ακόλουθοι:
- Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
- Η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
- Το μέγεθος της παρατυπίας. Στην προκειμένη, παρά την έλλειψη αναγραφής της Δ.9 Κ.10 στην αίτηση, κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Αιτήτριας έκανε ρητή αναφορά και σε αυτήν. Από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση δεν προώθησαν με τον δέοντα και σαφή τρόπο συγκεκριμένη θέση για λανθασμένη νομική βάση της αίτησης και παρατυπία. Περιορίσθηκαν να εγείρουν στην ένσταση τους, την οποία και υιοθέτησαν ως την αγόρευση τους, γενικά και αόριστα ότι η «αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών». Δεν φαίνεται δε να έχουν υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Έλαβαν μέρος στη διαδικασία και υποστήριξαν τις θέσεις τους έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω. Αντίθετα σε περίπτωση μη θεραπείας της παρατυπίας η αδικία που θα προκληθεί στην Αιτήτρια θα είναι ασφαλώς πολύ μεγάλη. Το μέγεθος δε της παρατυπίας δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι στην αίτηση γίνεται αναφορά στη Δ.
- Η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει Δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών (βλ. Wunderlich ανωτέρω). Ως εκ των άνω κρίνω λοιπόν ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοσης διατάγματος απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Νομική Πτυχή Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον Ενάγοντα. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία, στη βάση της Δ.9 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς, την προσθήκη ή αντικατάσταση οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή (βλ. Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372). Η Δ.9 Κ.10, η οποία αντιστοιχεί με την Δ.16 Κ.11 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, προβλέπει ότι: «.. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice». Ως λέχθηκε στην Mepa Underwriting Management Limited κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772, με αναφορά σε αντίστοιχη Αγγλική νομολογία, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (βλ. και Σοφιανού ν. Minas Makris Developers Ltd κ.α.
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1668). Για να προστεθεί ή να αντικασταθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 Κ.10 θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι κατά κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του διαδίκου που θα προστεθεί ή θα αντικατασταθεί και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας. Στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Perihan Mustafa Korkut Ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (Αρ. 1)
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1213). Το κατά πόσο βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (βλ. Οδυσσέως ανωτέρω και Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906). H συνένωση οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου είναι άµεσα εξαρτηµένη φυσικά από τη θεραπεία που επιδιώκεται. Πρέπει κάποιος να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο κάποιος έχει καταστεί ή είναι αναγκαίο να καταστεί διάδικος (βλ. Mepa Underwriting Management Limited κ.α. ανωτέρω). Όταν η προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το Δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα. Παρά τα πιο πάνω το Δικαστήριο μπορεί, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου, όταν αυτό θα προκαλέσει σοβαρή ταλαιπωρία ή εκτροχιασμό ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής ή θα εισαγάγει νέα βάση αγωγής ή σε περίπτωση που ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης (βλ. Kertas ν. Interorient Navigation Company Limited κ.α. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Το όλο θέμα ασφαλώς δεν εξετάζεται αφηρημένα αλλά στην βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υπόθεσης. Όσον αφορά τον τίτλο της αγωγής σε περίπτωση που κριθεί ότι θα πρέπει να προστεθεί ή αντικατασταθεί διάδικος σχετική είναι η Δ.9 Κ.11, σύμφωνα με την οποία: «Where a defendant is added or substituted, the writ of summons shall be amended accordingly and the plaintiff shall, unless otherwise ordered by the Court or a Judge, file a copy of the writ as amended, and serve the new defendant with such amended writ or notice in lien of service thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant». Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Έλληνας κ.ά. ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485: «Ποίος είναι ο τίτλος της αγωγής; Η απάντηση είναι, εκείνος τον οποίο φέρει η αγωγή περιλαμβανομένης και κάθε τροποποίησης του. Η Δ.9 διέπει την τροποποίηση του τίτλου της. αγωγής περιλαμβανομένης και της αντικατάστασης εναγομένου (ο οποίος αποβιώνει) με το διαχειριστή της περιουσίας του. Μετά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής η αντιδικία συνεχίζεται μεταξύ του ενάγοντος και εναγομένου ωσάν ο νέος εναγόμενος να ήταν εξαρχής ο εναγόμενος (Δ.9 θ.11). Επιβάλλεται όμως η επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στον νέο εναγόμενο. Οποτεδήποτε τροποποιηθεί ο τίτλος της αγωγής με την προσθήκη, αντικατάσταση ή υποκατάσταση διαδίκων όλα τα "έγγραφα" (documents) τα οποία υποβάλλονται μεταγενέστερα πρέπει να τιτλοφορούνται με τον αρχικό καθώς και τον τροποποιημένο τίτλο της αγωγής (Δ.63 θ.2). Με την τροποποίηση του τίτλου μεταβάλλεται το πλαίσιο της αγωγής και επαναπροσδιορίζονται οι αντίδικοι. Ο όρος "έγγραφα" περιλαμβάνει κάθε ένδικο μέσο καθώς και κάθε έγγραφο το οποίο καταχωρείται στο πλαίσιο της διαδικασίας όπως ένορκες δηλώσεις και ειδοποιήσεις». Εξέταση της αίτησης Επί της ουσίας της αίτησης, το βασικό θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το πρόσωπο το οποίο επιζητείται να αντικαταστήσει τον Εναγόμενο 1, είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Αυτό, ως έχει προαναφερθεί, είναι άμεσα συναρτημένο με τα επίδικα θέματα και τις αξιούμενες θεραπείες. Στην έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγός και ιδιοκτήτης του ενός εκ των ενεχομένων στο δυστύχημα αυτοκινήτων, το οποίο οδηγούσε αμελώς και κατά παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματικές βλάβες και ζημιές, για τις οποίες αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ισχυρίζεται επίσης ότι το εν λόγω όχημα ήταν ασφαλισμένο στους Εναγόμενους
- Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Καθ' ων η αίτηση δέχονται ότι υπήρξε τροχαίο δυστύχημα μεταξύ των δύο αυτοκινήτων και ότι το ένα εξ αυτών ήταν ασφαλισμένο σε αυτούς αλλά δεν δέχονται ότι οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1, στον οποίο παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη, αλλά από τον XXXX Δημητρίου. Δεν δέχονται επίσης ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο αμελώς και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Εναγόμενου 1 και ισχυρίζονται ότι οι σωματικές βλάβες και ζημιές της Ενάγουσας οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της Ενάγουσας αλλά και της οδηγού του άλλου αυτοκινήτου. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι το πρόσωπο του οποίου επιζητείται η αντικατάσταση ως Εναγόμενου 1, ήταν ο οδηγός του ενός εκ των δύο αυτοκινήτων κατά το δυστύχημα, συνεπεία του οποίου, κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας, αυτή υπέστη τις βλάβες και ζημιές. Κρίνεται λοιπόν ότι αποτελεί δίχως άλλο αναγκαίο διάδικο στην αγωγή, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο 1, εναντίον του οποίου, με βάση τα όσα δικογραφούνται, δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Αναφορικά δε με την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση δεν έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον του Εναγόμενου 1 λόγω λανθασμένων πληροφοριών που είχε η Αιτήτρια και εφόσον αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του ενεχόμενου αυτοκινήτου και εναντίον των Εναγομένων 2, καθότι αυτοί παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στο συγκεκριμένο όχημα. Η θέση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Ενόψει λοιπόν και των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω και δη ότι το πρόσωπο του οποίου ζητείται η αντικατάσταση ως Εναγόμενου 1 είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή, κρίνεται ότι πράγματι πρόκειται για μη σκόπιμο λάθος και ότι η αίτηση γίνεται προς κάλυψη γνήσιας και βασικής ανάγκης, για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης στην παρούσα, να τεθούν δηλ. ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι και τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ο μόνος δε ισχυρισμός που επιχειρείται να εισαχθεί στην ουσία, περιορίζεται στο ποιο πρόσωπο ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου κατά το δυστύχημα, κάτι που προφανώς δεν αποτελεί νέα βάση αγωγής ενώ για τον σκοπό αυτό, πέραν του τίτλου της αγωγής, δεν φαίνεται να χρήζει τροποποίησης η έκθεση απαίτησης, ως προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση. Αποτελεί επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση έγινε με μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι έπρεπε να γίνει στις 7.11.2018 όταν ήταν ορισμένη η κλήση της Αιτήτριας για οδηγίες καθώς και ότι έγκριση αυτής θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρησης στη συνέχιση εκδίκασης της αγωγής. Σε σχέση με τα πιο πάνω είναι η θέση της Αιτήτριας ότι το λάθος περί ου ο λόγος, έγινε αντιληπτό όταν οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, στον οποίο γίνεται αναφορά στο όνομα του XXXX Δημητρίου. Ως όμως έχει προαναφερθεί, αυτό κατέστη γνωστό δια της έκθεσης υπεράσπισης, η οποία καταχωρήθηκε στις 4.7.
- Τότε λοιπόν θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό το λάθος. Σε κάθε δε περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.4.2019 δηλ. 9 και πλέον μήνες αργότερα. Το ερώτημα δε που τίθεται είναι εάν σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση αυτή είναι τέτοια ώστε να οδηγεί από μόνη της στην απόρριψη της αίτησης. Η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί κατά την κρίση μου παρά να είναι αρνητική και εξηγώ. Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η καθυστέρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρη. Άλλωστε η ίδια η Δ.9 Κ.10 όχι μόνο δεν θέτει συγκεκριμένη προθεσμία ή χρονικό όριο αλλά αντίθετα προβλέπει ότι τέτοια διαταγή μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και χωρίς αίτηση. Είναι εμφανές από αυτό ότι η ανάγκη να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι κρίνεται μεγαλύτερη και είναι ουσιώδους σημασίας. Δεν προβλέπεται δε πουθενά ότι η οποιαδήποτε αίτηση αυτού του είδους θα πρέπει να επιδοθεί και να ακουστεί επί τούτης και ο προτεινόμενος να αντικατασταθεί Εναγόμενος, ως ουσιαστικά υποστηρίζουν οι Καθ' ων η αίτηση. Αυτός θα έχει την ευκαιρία, κατόπιν επιδόσεως της αγωγής, να εμφανισθεί και να ακουσθεί. Απομένει λοιπόν προς εξέταση το κατά πόσο η έκδοση τέτοιας διαταγής θα προκαλέσει οποιαδήποτε ουσιώδη καθυστέρηση στην αγωγή ή πλήττει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση και μάλιστα σε βαθμό που αυτά θα πρέπει να υπερκεράσουν την πιο πάνω ανάγκη. Αυτό δεν μπορεί να κριθεί παρά μόνο στη βάση των δεδομένων της υπό κρίσης περίπτωσης. Δεν μου διαφεύγει ότι έχουν δοθεί οδηγίες με βάση τη νέα Δ.30 και έχουν γίνει εκατέρωθεν αποκαλύψεις εγγράφων και καταχωρηθεί κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση. Η αγωγή όμως δεν έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 και δεν έχει ακόμη ορισθεί για ακρόαση. Σίγουρα η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης εφόσον θα πρέπει να ακολουθήσει τροποποίηση του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση του στο πρόσωπο που θα αντικατασταθεί ως Εναγόμενος
- Δεν φαίνεται όμως, με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ότι η καθυστέρηση αυτή θα είναι τέτοιας έκτασης που θα επηρεάσει καταλυτικά το χρόνο που θα χρειαστεί να ολοκληρωθεί η διαδικασία ή ότι θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό αυτής ενώ δεν προκύπτει να πλήττονται τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση, σε βαθμό που ο οποιοσδήποτε επηρεασμός τους να μην θεραπεύεται με την έκδοση της δέουσας διαταγής ως προς τα έξοδα. Αντίθετα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης κρίνεται ότι η ανάγκη για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος υπερφαλαγγίζει τα πιο πάνω. Δεν στοιχειοθετείται επίσης, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, η θέση ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Αντίθετα, ως έχει προαναφερθεί, αυτή προκύπτει για την ικανοποίηση γνήσιας και ουσιώδους ανάγκης για την υπόθεση. Συνοψίζοντας, κανένας εκ των λόγων ένστασης δεν ευσταθεί και συναφώς αυτοί απορρίπτονται. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα διαγραφής του XXXX Ιωάννου και αντικατάστασης του από τον XXXX Δημητρίου, ως Εναγόμενου
- Περαιτέρω διατάσσεται όπως γίνει ανάλογη τροποποίηση του τίτλου στο κλητήριο ένταλμα. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο αυτού να δοθεί στον συνήγορο των Εναγομένων 2 εντός 3 ημερών. Να ακολουθήσει καταχώρηση έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων 2 στο τροποποιημένο κλητήριο εντός 15 ημερών. Περαιτέρω το τροποποιημένο κλητήριο να επιδοθεί στον αντικατασταθέντα Εναγόμενο 1 εντός 30 ημέρων από την καταχώρηση του. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόμενων 2 και εναντίον της Αιτήτριας - Ενάγουσας. Τα έξοδα της αγωγής που θα χαθούν από την τροποποίηση, επιδικάζονται επίσης υπέρ των Εναγόμενων 2 και εναντίον της Ενάγουσας. Όλα τα πιο πάνω έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αστικό - Αγωγή - Ενδιάμεση - Αίτηση αντικατάστασης εναγόμενου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο