Σωτηριάδου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της Σωτηριάδη και της αποβιώσασας μητέρας της Σωτηριάδου ν. Φιλίππου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας Λούρου και ή άλλως Χατζηαλεξάνδρου κ.α., Γεν. Αίτηση 52/19, 20/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A123 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση 52/19 Αναφορικά με τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011 και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 Μεταξύ: XXXX Σωτηριάδου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της XXXX Σωτηριάδη και της αποβιώσασας μητέρας της XXXX Σωτηριάδου Αιτήτριας και
- XXXX Φιλίππου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας XXXX Λούρου και ή άλλως XXXX Χατζηαλεξάνδρου
- XXXX Κίμωνος, ως εκκαθαριστή της KRONOS INVESTMENTS (Ρ & A PHILIPPOU) LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 20.12.2019 Για την Αιτήτρια: κα Α. Κορακίδου για ARISTI KORAKIDOU MAKRIDOU LLC. Για Καθ' ης η αίτηση 1: κα Χαραλάμπους για Πολύκαρπο Φιλίππου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενδιαφερόμενο Μέρος BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED: κα Ν. Παπούτσα για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση, η Αιτήτρια αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες (ως τις έχει περιορίσει με δήλωση της δικηγόρου της): Α. Διάταγμα επιτρέπον την εκπρόθεσμη κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 23.8.1982 μεταξύ της KRONOS INVESTMENTS (Ρ & A PHILIPPOU) LIMITED και των XXXX και XXXX Σωτηριάδη, για το διαμέρισμα με αρ. εγγραφής XXXX στο κτιριακό συγκρότημα XXXX, επί του Tεμαχίου XXXX, Φ/Σχ. XXXX, Τμήμα 2, στην XXXX. Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου όπως επιτρέψει την εκπρόθεσμη κατάθεση του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Η Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 28.2.2019, βασίζεται στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11 και 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011, στο Μέρος VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στη Δ.48 Κ.1, 2, 3, 9, 11, 12 και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Η Αίτηση επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, στο Κτηματολόγιο αλλά και στην BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED. Στη διαδικασία δεν εμφανίσθηκε το Κτηματολόγιο, ούτε ο Καθ' ου η αίτηση
- Από πλευράς του Κτηματολογίου καταχωρήθηκε στις 19.3.2019, στον φάκελο της υπόθεσης, έγγραφο ημερ. 7.3.2019 που φέρει τίτλο «ΕΚΘΕΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ». Σε αυτό γίνεται αναφορά στην υπό κρίση Αίτηση και στη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος με βάση το άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011 ενώ επισημαίνεται ότι πριν γίνει αποδεκτή η κατάθεση του εγγράφου θα πρέπει να προσκομισθεί το αρχικό πωλητήριο έγγραφο με αρχικές σφραγίδες και υπογραφές καθώς και σχέδιο που να προσδιορίζει τι αγοράζει από την όλη ανάπτυξη του ακινήτου καθώς επίσης να αναφερθεί ποιοι ήταν οι διευθυντές και ποιοι είχαν εξουσιοδότηση να υπογράφουν κατά τη σύναψη του πωλητηρίου. Η BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (στο εξής η Τράπεζα) καταχώρησε στις 10.5.2019 ένσταση στην Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου αυτής Ανδρόνικου Σταυρινού. Οι λόγοι ένστασης που αφορούν τις αιτούμενες θεραπείες και στο μέτρο που, ως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση, έχουν περιορισθεί, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
- Δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Νόμου 81(Ι)/2011, που θα πρέπει να συντρέχουν, πέραν της προϋπόθεσης που αφορά στον χρόνο, για να μπορεί να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 12 του ίδιου Νόμου.
- Η σύμβαση ημερομηνίας 23.8.1982: · Δεν συνιστά «σύμβαση» με την έννοια του Νόμου 81(Ι)/2011 καθότι δεν αφορά υφιστάμενη, κατά τον χρόνο σύναψης τέτοιας σύμβασης, ακίνητη ιδιοκτησία, με την έννοια του Κεφ. 224, αλλά περιλαμβάνει υπόσχεση ανέγερσης οικοδομής σχεδιασμένης επί σχεδίων. · Δεν θα μπορούσε να συναφθεί ως σύμβαση πώλησης ακινήτου από την KRONOS INVESTMENTS (Ρ & A PHILIPPOU) LIMITED, η οποία κατά τον χρόνο σύναψής της, δεν ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου που αναφέρεται στη σύμβαση ούτε είχε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου. · Δεν είναι σε ισχύ σήμερα και οι συμβαλλόμενοι ή οι διάδοχοί τους δεν θα μπορούσαν να συνάψουν την ίδια σύμβαση σήμερα. · Είναι και/ή κατέστη άκυρη, εφόσον συνάφθηκε από την KRONOS INVESTMENTS (Ρ & A PHILIPPOU) LIMITED που δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του ακινήτου και/ή περιέχει αιρέσεις που δεν εκπληρώθηκαν εντός ορισμένου ή εύλογου χρόνου και/ή η εκτέλεσή της ήταν εξ αρχής ή και κατέστη αδύνατη. · Οι φερόμενοι σε αυτήν ως αγοραστές παρέλειψαν αδικαιολόγητα να μεταγράψουν ή να κατοχυρώσουν οποιοδήποτε συναφές δικαίωμα, με αποτέλεσμα τόσο η νομική κατάσταση του όλου ακινήτου όσο και η νομική κατάσταση των συμβαλλομένων μερών να αλλοιωθεί, κατά τρόπο που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της σύμβασης.
- Η Αιτήτρια δεν εκθέτει λόγους που να συνηγορούν ως προς το ότι είναι εύλογο και δίκαιο να επιτραπεί η κατάθεση της σύμβασης ή και να παρασχεθεί προστασία στους φερόμενους σε αυτήν αγοραστές και/ή στους διαδόχους τους. Ένσταση καταχώρησε στις 21.6.19 και η Καθ' ης η αίτηση 1, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ιδίας. Οι λόγοι ένστασης, που αφορούν τις θεραπείες στις οποίες περιορίσθηκε η Αιτήτρια, είναι οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή καταχρηστική.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την κατάθεσή του πωλητηρίου εγγράφου στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου.
- Η πωλήτρια εταιρεία Kronos Investments (Ρ &Α Philippou) Limited δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος και η Καθ' ης η αίτηση 1 ουδεμία συμβατική υποχρέωση έχει να μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα επ' ονόματι των XXXX και XXXX Σωτηριάδη. Η Καθ' ης η αίτηση 1 έχει συμβατική υποχρέωση να μεταβιβάσει μέρος των διαμερισμάτων, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου, στην Kronos Investments (Ρ & Α Philippou) Limited, υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα υλοποιήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της (βάσει της συμφωνίας αντιπαροχής) έναντι της Καθ' ης η αίτηση
- Αφού γίνει η εν λόγω μεταβίβαση η Αιτήτρια, ως διαχειρίστρια της περιουσίας των αγοραστών, δύναται να προβεί στη διαδικασία εγκλωβισμένου αγοραστή. Μεγάλο μέρος των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων και ιδιαίτερα αυτών της Καθ' ης η αίτηση 1 και της Τράπεζας αποτελεί επιχειρηματολογία επί νομικών θεμάτων. Τα ουσιώδη για την παρούσα γεγονότα, τα οποία είναι ουσιαστικά αδιαμφισβήτητα, είναι τα ακόλουθα: · Η Αιτήτρια είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας των γονέων της XXXX και XXXX Σωτηριάδη (απεβίωσαν στις XXXX και XXXX αντίστοιχα). Οι γονείς αυτής στις 23.8.1982 υπέγραψαν ως αγοραστές, αγοραπωλητήριο έγγραφο (στο εξής το αγοραπωλητήριο έγγραφο) με πωλήτρια την εταιρεία KRONOS INVESTMENTS (Ρ & A PHILIPPOU) LIMITED (στο εξής η Εταιρεία), για την αγορά του διαμερίσματος XXXX (στο εξής το διαμέρισμα), στον XXXX όροφο του κτιριακού συγκροτήματος XXXX (στο εξής το κτιριακό συγκρότημα), το οποίο ανεγέρθηκε επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXX, Τεμάχιο XXXX, Φ./Σχ. XXXX, στην XXXX (στο εξής το ακίνητο), για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.16.800 (€28.704,50). Σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο το 75% του τιμήματος αγοράς ήτοι Λ.Κ.12.600 έπρεπε να πληρωθεί μέχρι την παράδοση του διαμερίσματος και το υπόλοιπο ένα χρόνο μετά την παράδοση του. Οι γονείς της Αιτήτριας πλήρωσαν Λ.Κ.13.200 έναντι του τιμήματος ενώ το υπόλοιπο δηλ. €3.600 δεν πληρώθηκε. Η Αιτήτρια δηλώνει ότι είναι έτοιμη να καταβάλει στον Καθ' ου η αίτηση 2 το ποσό που θα συμφωνηθεί ότι οφείλεται περιλαμβανομένων των φόρων ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορούν το διαμέρισμα και ενδεχομένως καταβλήθηκαν από την Εταιρεία. · Κατά ή περί το 1982 η Εταιρεία υπέγραψε με την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου XXXX Χατζηαλεξάνδρου, συμφωνία αγοράς του ακινήτου με αντιπαροχή. Η Εταιρεία κατάθεσε τη συμφωνία αυτή στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αριθμό φακ. XXXX και ημερ. αποδοχής 12.6.
- · Στις 22.8.2013 εκδόθηκε για το διαμέρισμα ξεχωριστός τίτλος με αρ. εγγραφής XXXX. Στον τίτλο το διαμέρισμα αναφέρεται ως το με αρ. XXXX, στον XXXX όροφο του κτιριακού συγκροτήματος, Φ./Σχ. XXXX, Τμήμα 2, Τεμάχιο XXXX, στην οδό XXXX στην ενορία XXXX. Ο τίτλος είναι επ' ονόματι της XXXX Χατζηαλεξάνδρου, η οποία εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε το κτιριακό συγκρότημα. Η Χατζηαλεξάνδρου, η οποία απεβίωσε, ήταν πεθερά του διευθυντή της Εταιρείας και γιαγιά της Καθ' ης η αίτηση 1, η οποία είναι διαχειρίστρια της περιουσίας αυτής και θυγατέρα του ως άνω διευθυντή της Εταιρείας. · Η Εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση από τις 11.11.1989 και εκκαθαριστής αυτής είναι ο Καθ' ου η αίτηση
- · Το διαμέρισμα, όπως και τα υπόλοιπα διαμερίσματα του κτιριακού συγκροτήματος, βαρύνεται με τα ακόλουθα εμπράγματα βάρη:
(1)Α' υποθήκη αρ. XXXX, με ημερ. εγγραφής 26.8.1987, για €61.509,65, προς όφελος της Τράπεζας και
(2)Μέμο αρ. XXXX με ημερ. εγγραφής 29.5.2001, για €66.389,11, προς όφελος της Τράπεζας. Εκκρεμεί δε στο Κτηματολόγιο Πάφου η αίτηση της Τράπεζας XXXX ημερ. 4.7.2001 για καταναγκαστική πώληση του ακινήτου δυνάμει της υποθήκης XXXX. Η εν λόγω υποθήκη και το Μέμο εξασφαλίζουν το εξ αποφάσεως χρέος δυνάμει απόφασης ημερ. 7.2.1990 στην αγωγή αρ. XXXX Ε.Δ. Πάφου μεταξύ της Τράπεζας και των XXXX Φιλίππου, XXXX Φιλίππου και XXXX Λούρου (Χατζηαλεξάνδρου). Το εξ αποφάσεως χρέος εξασφαλιζόταν και με Μέμο στο ακίνητο με αρ. εγγραφής XXXX, Τεμάχιο XXXX, Φ./Σχ. XXXX στην XXXX, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στην XXXX Χατζηαλεξάνδρου. Το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε τον Ιούλιο του 2018 με εκτίμηση από το Κτηματολόγιο €250.000 και δηλωθείσα τιμή πώλησης €200.
- · Το δικηγορικό γραφείο Πολύκαρπος Φιλίππου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. απέστειλε επιστολή ημερ. 29.9.2015, η οποία απευθυνόταν προς όλους τους αγοραστές διαμερισμάτων του κτιριακού συγκροτήματος, με την οποία τους πρότεινε να καταβάλουν συγκεκριμένα ποσά (για το διαμέρισμα το ποσό των €10.378,46) για να πληρωθούν στην Τράπεζα ώστε αυτή να απαλλάξει τα διαμερίσματα από την υποθήκη και να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση τους. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίσθηκε σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι υποστηρίζουν τις θέσεις τους. Όλα όσα καταγράφονται στις αγορεύσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν παράθεσης τους στο σημείο αυτό. Αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια εάν και στο μέτρο που αυτό κριθεί απαραίτητο. Νομική πτυχή Κατά τον χρόνο σύναψης του επίδικου αγοραπωλητηρίου εγγράφου, το θέμα διεπόταν από τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού, για να ήταν μια σύµβαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, δεκτική ειδικής εκτέλεσης έπρεπε μεταξύ άλλων να είναι γραπτή, έγκυρη και ο αγοραστής να κατέθετε ή να µεριµνούσε ώστε να κατατεθεί αντίγραφο αυτής, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της, στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο της Επαρχίας εντός της οποίας βρισκόταν το ακίνητο που αφορούσε. Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) η εν λόγω κατάθεση γινόταν αποδεκτή µόνο αν υπήρχε εγγραφή στο µητρώο του Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου στο όνοµα του πωλητή για την ακίνητη ιδιοκτησία που πωλείτο µε τη σύµβαση ή αν η ιδιοκτησία αυτή αν και δεν ήταν εγγεγραµµένη χωριστά κατά το χρόνο της κατάθεσης αποτελούσε τµήµα ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποία υπήρχε εγγραφή στο όνοµα του πωλητή στο µητρώο ή περιλάμβανε κάτι το οποίο ο πωλητής πρόκειτο να οικοδοµήσει επί ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποία υπήρχε εγγραφή στο όνοµα του στο µητρώο. Το Κεφ. 232 καταργήθηκε και ουσιαστικά αντικαταστάθηκε από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011 (στο εξής ο Νόμος), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29.7.
- Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου ως ίσχυε αρχικά, ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3 και της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 6, το Δικαστήριο δύνατο, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύµβασης, έστω και αν είχε παρέλθει η προβλεπόµενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύµφωνα µε τις υπό αναφορά διατάξεις, όταν έκρινε τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. Η μεταβατική δε διάταξη του άρθρου 16 του Νόμου, προέβλεπε ότι συµβάσεις οι οποίες παρέμεναν σε ισχύ και συνοµολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του Νόµου, έστω και αν είχε παρέλθει η προβλεπόµενη στον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόµο προθεσµία κατάθεσής τους, δύναντο, τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσµίας έξι µηνών από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του Νόµου. Με τον περί Πώλησης Ακινήτων Ειδική Εκτέλεση (Τροποποιητικό) Νόμο 32(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 6.4.2012, προστέθηκε μετά την πιο πάνω διάταξη, το άρθρο 16Α, σύμφωνα με το οποίο, χωρίς επηρεασµό των διατάξεων του άρθρου 16, συµβάσεις οι οποίες παρέμεναν σε ισχύ και συνοµολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόµου του 2012 έστω και αν είχε παρέλθει η προβλεπόµενη στον καταργηθέντα περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόµο ή στο Νόµο, προθεσµία κατάθεσης, ανάλογα µε την περίπτωση, δύναντο, τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσµίας 6 µηνών από την έναρξης της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόµου του
- Τέλος με τον περί Πώλησης Ακινήτων Ειδική Εκτέλεση (Τροποποιητικό) Νόμο 48(Ι)/2017, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 2.6.2017, το άρθρο 12 τροποποιήθηκε ώστε στο εξής προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόµου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύµβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συµβάσεις οι οποίες παραµένουν σε ισχύ και συνοµολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόµενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Νόµου ή η προθεσµία κατάθεσής τους σύµφωνα µε τις διατάξεις του καταργηθέντα µε τον παρόντα Νόµο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόµου, ανάλογα µε την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ως έχει πλέον διαμορφωθεί, προκύπτει ότι παρέχεται πλέον διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, να επιτρέψει την κατάθεση συµβάσεων που παραµένουν σε ισχύ και συνοµολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες που έθετε τόσο ο Νόμος όσο και το προγενέστερο Κεφ.
- Αυτό προφανώς ισχύει ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 16Α του Νόμου, οι οποίες ήταν μεταβατικές και προέβλεπαν τέτοια κατάθεση εντός συγκεκριμένης σύντομης περιόδου. Είναι επίσης προφανές ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να μην αποστερήσει από τον αγοραστή το δικαίωμα να επιδιώξει ειδική εκτέλεση της σύμβασης, λόγω μη εμπρόθεσμης κατάθεση της, στις περιπτώσεις φυσικά που κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αυτό είναι εύλογο και δίκαιο για την προστασία του αγοραστή. Ως δε λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση στην Αναφορικά με την αίτηση της Alpha Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D63, Αίτηση Αρ. 25/2019, ημερ. 26.2.2019, από την πιο πρόνοια του άρθρου 12 είναι φανερό ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την κατάθεση συμφωνίας έστω και αν παρήλθε ο υπό του Νόμου προβλεπόμενος χρόνος, νοουμένου ότι κρίνει ότι είναι εύλογο και δίκαιο για την προστασία του αγοραστή. Παρά δε το ότι ο Νόμος δεν προνοεί για επίδοση της αίτησης σε συγκεκριμένα άτομα εντούτοις είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει η αίτηση να επιδοθεί και στον αγοραστή ή στον πωλητή, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας (γίνεται παραπομπή στην Αναφορικά με την αίτηση της Αικατερίνης (Κατερίνας) Θεοδώρου και Ειρήνης Θεοδώρου (Αρ. 2)
(2014)1Γ Α.Α.Δ 2457). Αναφέρεται επίσης ότι δεν εντοπίζεται καμιά πρόνοια στο Νόμο όπως η αίτηση επιδοθεί σε όλα τα πρόσωπα ή σε οποιοδήποτε από αυτά που ενέγραψαν εμπράγματες επιβαρύνσεις επί του ακινήτου είτε πριν το αγοραπωλητήριο έγγραφο είτε μετά. Ο Νομοθέτης με το άρθρο 12 μερίμνησε για την προστασία του αγοραστή και η διαδικασία αφορά μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας. Ως εξηγείται στην Αναφορικά με την αίτηση της Αικατερίνης (Κατερίνας) Θεοδώρου και Ειρήνης Θεοδώρου (Αρ. 2), το ζήτημα δεν είναι καθόλου διαδικαστικό αλλά αντίθετα είναι ουσιώδες και σημαντικό εφόσον ο αγοραστής που επιδιώκει μετά πάροδο χρόνου να καταθέσει τη σύμβαση στο Κτηματολόγιο, παρά την εκπνοή της αρχικής προς τούτο προθεσμίας, αποκτά πλεονέκτημα και συγκεκριμένα τη δυνατότητα με την εκ των υστέρων κατάθεση και την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση, να αποκτήσει το ίδιο το αντικείμενο της αγοραπωλησίας, εάν η αγωγή επιτύχει, με τον ιδιοκτήτη-πωλητή να απωλέσει το ακίνητο. Αν όμως δεν λάβει αυτή την άδεια του Δικαστηρίου για την ετεροχρονισμένη κατάθεση της σύμβασης, το δικαίωμα του αγοραστή εξαντλείται μόνο στην επιδίωξη και λήψη τυχόν αποζημιώσεων. Δεν μου διαφεύγει ότι το άρθρο 12 αρχίζει με την φράση «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόµου». Αυτό όμως δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τον τρόπο που να μεταβάλει τον ίδιο το σκοπό του Νόμου και εξηγώ. Η κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο δυνάμει του Νόμου έχει ως βασικό σκοπό την ειδική εκτέλεση αυτού, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το ίδιο το αντικείμενο της αγοραπωλησίας, εάν η αγωγή του επιτύχει. Είναι δε προς ευόδωση του σκοπού αυτού που ο Νόμος καθορίζει ρητά συγκεκριμένες προϋποθέσεις και καλύπτει συγκεκριμένες συμβάσεις ως «αποδεκτές» για κατάθεση (βλ. 3
(1)του Νόμου) για να είναι «δεκτικές ειδικής εκτέλεσης» (βλ. άρθρο 6
(1)του Νόμου). Άλλωστε και το ίδιο το άρθρο 12 αναφέρεται σε «κατάθεση της σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση». Η ερμηνεία της άνω φράσης κατά τρόπο ώστε να επιτρέπεται η κατάθεση συμβάσεων που δεν εμπίπτουν στο συγκεκριμένο είδος και δεν πληρούν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θα οδηγούσε κατά την κρίση μου σε ακύρωση του επιδιωκόμενου από το Νόμο βασικού σκοπού, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Πέραν δε αυτού τέτοια ερμηνεία θα οδηγούσε σε αβεβαιότητα ως προς το είδος των συμβάσεων που καλύπτονται από το Νόμο και κατ' επέκταση σε ανασφάλεια δικαίου, η οποία ενδεχομένως να έπληττε και τις συναλλαγές που αφορούν τις αγοραπωλησίες ακινήτων. Στο σημείο αυτό δέον όπως αναφερθεί ότι η Αιτήτρια επιδιώκει, όπως δηλώνει, την εκπρόθεσμη κατάθεση του αγοραπωλητηρίου, με σκοπό να δυνηθεί στη συνέχεια να αιτηθεί τη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι των γονέων της, δυνάμει των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 139(Ι)/2015 για «εγκλωβισμένους αγοραστές ακινήτων». Με άλλα λόγια ο σκοπός τον οποίο η Αιτήτρια επιδιώκει δεν είναι η ειδική εκτέλεση της σύμβασης, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 81(Ι)/
- Στην αγόρευση της δε η κα Κορακίδου παραπέμπει και στην πρόσφατη τροποποίηση της ως άνω νομοθεσίας και συγκεκριμένα στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόµο 118(Ι)/2019, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 26.7.
- Να λεχθεί ότι η εν λόγω τροποποίηση ήταν και ο λόγος που ζητήθηκε από την Αιτήτρια και κατόπιν συναίνεσης των λοιπών διαδίκων το Δικαστήριο προχώρησε στην ακρόαση της παρούσας σε ημερομηνία προγενέστερη αυτής κατά την οποία ήταν ορισμένη. Δια της τροποποίησης αυτής το άρθρο 44ΙΗ (το οποίο περιλαμβάνεται στο «Μέρος VIB - Προστασία Αγοραστών» του Νόμου 9/1965, υπό τον πλαγιότιτλο «Πεδίο εφαρµογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ µέχρι 44ΚΖ» τα οποία προβλέπουν για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόµατι του αγοραστή αυτεπάγγελτα ή έπειτα από την υποβολή αίτησης) τροποποιήθηκε ώστε να προβλέπει ότι οι διατάξεις των εν λόγω άρθρων εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή µέρος αυτού βαρύνεται µε σύµβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρµόδιο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάµει διατάγµατος Δικαστηρίου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόµου µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 2019, µε σκοπό τη µεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείµενο της σύµβασης επ' ονόµατι του αγοραστή. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι κατά πόσο, με δεδομένο ότι ο επιδιωκόμενος, με την έκδοση του αιτούμενου στην παρούσα διατάγματος, σκοπός δεν είναι η ειδική εκτέλεση αυτού, το άρθρο 12 θα πρέπει να ερμηνευθεί με διαφορετικό τρόπο από ότι θα ερμηνευόταν στα πλαίσια του Νόμου 81(Ι)/
- Ενόψει των όσων θα εκτεθούν στη συνέχεια κρίνεται ότι η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Αυτό καθότι από τις σχετικές διατάξεις του Μέρους VIB του Νόμου 9/1965 δεν συνάγεται κάτι τέτοιο. Το αντίθετο μάλιστα. Εκεί ορίζεται ότι «σύμβαση» (βλ. την ερμηνευτική του εν λόγω Μέρους διάταξη του άρθρου 44ΣΤ) έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόµο. Περαιτέρω το άρθρο 44ΙΗ του ίδιου Νόμου προβλέπει ρητά ότι οι διατάξεις του Μέρους αυτού, για την μεταβίβαση ακινήτου, εφαρμόζονται για ακίνητα που βαρύνονται με σύµβαση που έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί δυνάµει διατάγµατος Δικαστηρίου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Νόμου 81(Ι)/2011 (η υπογράμμιση δική μου). Προκύπτει λοιπόν σαφώς, δια της παραπομπής στο Νόμο 81(Ι)/2011, ότι η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν το εν λόγω Μέρος του Νόμου 9/1965 να προνοεί για και να καλύπτει όχι οποιεσδήποτε συμβάσεις αλλά αυτές του είδους που προβλέπονται και καλύπτονται από το Νόμο 81(Ι)/
- Με βάση λοιπόν την πρόνοια του άρθρου 12 του Νόμου 81(Ι)/2011 και των όσων έχουν τεθεί ανωτέρω, κρίνεται ότι για σκοπούς έκδοσης διατάγματος ως το υπό Α αιτούμενο στην παρούσα θα πρέπει:
- Να καταχωρηθεί σχετική αίτηση. (Σχετικά με αυτήν είναι τα όσα αναφέρονται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Χατζηιωσήφ, Ζαπίτης & Ασπρίδης Λίμιτεδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 15/2019, ημερ. 6.2.2019).
- Η σύμβαση της οποίας ζητείται η κατάθεση, να παραμένει σε ισχύ και να συνοµολογήθηκε σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η χρονική περίοδος που προβλέπεται για το σκοπό αυτό, από το Νόμο 82(Ι)/2011 ή το Κεφ. 232 ανάλογα.
- Η σύμβαση αυτή να είναι του είδους και να πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 3
(1)(α)(β) του Νόμου. Εδώ να σημειωθεί ότι το εδάφιο (γ) του ίδιου άρθρου, το οποίο προβλέπει την προθεσμία κατάθεσης, δεν ισχύει στις περιπτώσεις του άρθρου 12 εφόσον στο τελευταίο εμπίπτουν οι περιπτώσεις που η σύμβαση δεν έχει κατατεθεί εντός των οριζόμενων από το Νόμο προθεσμιών.
- Το Δικαστήριο να κρίνει ότι είναι δίκαιο και εύλογο να επιτραπεί η κατάθεση της σύμβασης, για την προστασία του αγοραστή. Εξέταση της Αίτησης Εξετάζοντας στα πλαίσια της παρούσας κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το αίτημα για κατάθεση της επίδικης σύμβασης γίνεται δια της παρούσας Αίτησης, ως προβλέπει το άρθρο
- Η σύμβαση της οποίας ζητείται η κατάθεση συνομολογήθηκε στις 23.8.1982 δηλ. εκτός των προθεσμιών που προβλέπουν για τον σκοπό αυτό ο Νόμος 82(Ι)/2011 και το Κεφ.
- Παραμένει δε σε ισχύ εφόσον δεν έχει τερματισθεί ούτε έχει ακυρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο (π.χ. από τα συμβαλλόμενα μέρη ή από το Δικαστήριο). Το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο η εν λόγω σύμβαση εμπίπτει στην κατηγορία και πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3
(1)(α)(β) του Νόμου. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι η θέση της Αιτήτριας ότι πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1), κατάθεση σύμβασης από οποιοδήποτε των συµβαλλοµένων µερών γίνεται αποδεκτή, μόνο εάν: (α) υπάρχει εγγραφή στο Κτηµατικό Μητρώο του αρµόδιου Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου, στο όνοµα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση µε την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείµενο της σύµβασης, ή στην οποία περιλαµβάνεται το τµήµα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείµενο της σύµβασης, (β) η σύµβαση είναι γραπτή και περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συµβαλλοµένων µερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείµενο της σύµβασης, αναφέρει το αντάλλαγµα και είναι υπογεγραµµένη από όλα τα συµβαλλόµενα µέρη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου «σύµβαση» σηµαίνει σύµβαση πώλησης ή ανταλλαγής ή εκχώρησης ή αντιπαροχής ή συµφωνία διανοµής ακίνητης ιδιοκτησίας». Στην προκειμένη φαίνεται από το ίδιο το έγγραφο (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση) ότι αυτό πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3
(1)(β). Είναι δε θέση της Αιτήτριας ότι πληρούται και η άλλη προϋπόθεση δηλ. αυτή του εδαφίου (α) του άρθρου 3
(1). Η θέση αυτή εδράζεται στη σύναψη το 1982, μεταξύ της Εταιρείας και της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του ακινήτου XXXX Χατζηαλεξάνδρου, της συμφωνία αγοράς του ακινήτου με αντιπαροχή και στην κατάθεση αυτής στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου (με αριθμό φακ. XXXX και ημερ. αποδοχής 12.6.1982) πριν την σύναψη της επίδικης σύμβασης. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προβαίνει ουσιαστικά στα ακόλουθα επιχειρήματα:
- Η Εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου δυνάμει της σύμβασης αντιπαροχής.
- Η Εταιρεία αποτελεί πωλητή εφόσον η έννοια αυτή περιλαμβάνει αντιπάροχο σε σύμβαση αντιπαροχής.
- Η επίδικη σύμβαση περιλαμβάνει εκχώρηση των δικαιωμάτων της Εταιρείας στο συμβόλαιο XXXX, στο τμήμα της γης που αναλογεί στο διαμέρισμα που αγοράσθηκε και έτσι ως σύμβαση εκχώρησης δύναται να κατατεθεί και να εκτελεσθεί. Εξετάζοντας τα πιο πάνω επιχειρήματα θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί, ότι με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι η Εταιρεία δεν μπορεί και δεν έχει ταυτόχρονα τις 3 πιο πάνω ιδιότητες δηλ. του ιδιοκτήτη, του αντιπάροχου και του εκχωρητή. Η επίκληση τους δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι διαζευκτική και υπό αυτή την άποψη θα εξετασθεί. Αρχίζοντας από το υπ' αρ. 1 θα πρέπει να γίνει πρώτα αναφορά στην έννοια της σύμβασης αντιπαροχής. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «σύµβαση αντιπαροχής» σηµαίνει σύµβαση µεταξύ του παρόχου, ο οποίος είναι εγγεγραµµένος ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας και του αντιπαρόχου, ο οποίος αναλαµβάνει την ανάπτυξή της, µε αντάλλαγµα τη µεταβίβαση σ΄ αυτόν - (α) τµήµατος ή εξ αδιαιρέτου ιδανικής µερίδας της ακίνητης ιδιοκτησίας, ή (β) ολόκληρης ή τµήµατος ή εξ αδιαιρέτου ιδανικής µερίδας της ακίνητης ιδιοκτησίας, µε ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης µεταβίβασης τµήµατος αυτής, µετά την ανάπτυξη, από τον αντιπάροχο στον πάροχο της ακίνητης ιδιοκτησίας»· Στην προκειμένη η σύμβαση αντιπαροχής, έστω και εάν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο σε καμία περίπτωση καθιστά την Εταιρεία ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Ως έχει αναφερθεί αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι η ακίνητη ιδιοκτησία που αφορά η επίδικη σύμβαση ήταν και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη στο πρόσωπο που συμβλήθηκε με την Εταιρεία στα πλαίσια της σύμβασης αντιπαροχής δηλ. στην XXXX Χατζηαλεξάνδρου που είναι η πάροχος. Όσον αφορά το υπ' αρ. 3 επιχείρημα και πάλι αρχίζω με αναφορά στον σχετικό ορισμό που δίδει το άρθρο 2 του Νόμου: «σύµβαση εκχώρησης» σηµαίνει τη γραπτή συµφωνία µεταξύ του αγοραστή σε σύµβαση (εκχωρητή) και τρίτου προσώπου (εκδοχέα), µε την οποία εκχωρούνται, από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, δικαιώµατα ή και ανάλογες υποχρεώσεις, αν υπάρχουν, του αγοραστή, είτε χαριστικά, είτε άλλως πως» Ως αναφέρει στον τίτλο της η επίδικη σύμβαση αλλά προκύπτει και από το περιεχόμενο της, πρόκειται για συμφωνία πώλησης ακινήτου και συγκεκριμένα διαμερίσματος, το οποίο, ως αναφέρεται, ο πωλητής «οικοδομεί / και ή θα ανοικοδομήση και ή συμπληρώση» επί συγκεκριμένου ακινήτου. Προβλέπει επίσης ότι η κατασκευή του πωληθέντος θα συμπληρωθεί και η κατοχή του θα παραδοθεί «προ ή κατά ή περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 1984» και ότι η μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας επ' ονόματι του αγοραστή ή έτερου προσώπου που ο τελευταίος ήθελε υποδείξει «θα λάβη χώραν μετά τη μερίμνη του πωλητού έκδοσιν ξεχωριστών πιστοποιητικών εγγραφής ακινήτου περιουσίας (τίτλοι κυριότητος)». Πρόκειται λοιπόν για σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία αγοραστές είναι οι γονείς της Αιτήτριας και πωλητής η Εταιρεία. Καμία δε αναφορά σε αυτήν γίνεται σε εκχώρηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των αγοραστών η έστω του πωλητή προς τρίτο πρόσωπο αλλά ούτε και στην προαναφερόμενη συμφωνία αντιπαροχής. Η κατάθεση δε της τελευταίας στο Κτηματολόγιο δεν μεταβάλλει την επίδικη από σύμβαση πώλησης σε σύμβαση εκχώρησης, όπως υποστηρίζει και μάλιστα με αόριστο τρόπο και χωρίς να επεξηγεί νομικά, η συνήγορος της Αιτήτριας. Τέλος αναφορικά με το υπ' αρ. 2 επιχείρημα της κας Κορακίδου θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Από το εδάφιο (α) του άρθρου 3
(1)προκύπτει ότι η ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείµενο της σύµβασης ή στην οποία περιλαµβάνεται το τµήµα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείµενο της σύµβασης, πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών, όταν υπάρχουν δηλ. περισσότεροι τέτοιοι. Το ότι η «εγγραφή» που προβλέπεται έχει αυτή την έννοια, συνάγεται, κατά την κρίση μου, και από τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «πωλητής» σηµαίνει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αναφέρονται σε σύµβαση ως πωλητές και είτε είναι εγγεγραµµένοι ιδιοκτήτες ολόκληρης της ακίνητης ιδιοκτησίας είτε εγγεγραµµένοι ιδιοκτήτες εξ' αδιαιρέτου ιδανικών µεριδίων και περιλαµβάνει τους εγγεγραµµένους ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποία έχουν υπογράψει συµφωνία διανοµής, έτσι ώστε ο κάθε ιδιοκτήτης να έχει δικαίωµα ελεύθερης κατοχής, χρήσης και διάθεσης του µέρους που αναλογεί σ΄ αυτόν, καθώς και τον αντιπάροχο ακίνητης ιδιοκτησίας σε σύµβαση αντιπαροχής» Η έννοια του πωλητή στο Νόμο είναι λοιπόν άμεσα συνδεδεμένη με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη και όχι το πρόσωπο το οποίο εγγράφει εμπράγματο βάρος στο ακίνητο. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι το ίδιο ίσχυε και δυνάμει του Κεφ. 232, το οποίο ουσιαστικά αντικατέστησε ο Νόμος 81(Ι)/2011. Το πιο πάνω συνάγεται και από την επιφύλαξη (ii) του εδαφίου (γ) του άρθρου 3, το οποίο προβλέποντας την περίοδο κατάθεσης της σύμβασης, αναφέρει ότι «σε περίπτωση που δεν υπάρχει, κατά τη διάρκεια της εν λόγω προθεσµίας, εγγραφή στο Κτηµατικό Μητρώο του αρµόδιου Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου στο όνοµα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση µε την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείµενο της σύµβασης, ή στην οποία περιλαµβάνεται το τµήµα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείµενο της σύµβασης, η σύµβαση δύναται να κατατεθεί εντός έξι
(6)µηνών από την ηµεροµηνία της εν λόγω εγγραφής». Αναφορικά με την συμπερίληψη στην έννοια του πωλητή, του αντιπαρόχου θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι από τον ορισμό της «σύµβαση αντιπαροχής» (άρθρο 2 του Νόμου) προκύπτει ότι τέτοιος είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εγγεγραµµένο ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας (που καλείται ο πάροχος) και αναλαµβάνει την ανάπτυξή της, µε αντάλλαγµα τη µεταβίβαση σ΄ αυτόν είτε τµήµατος ή εξ αδιαιρέτου ιδανικής µερίδας της, µε ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης µεταβίβασης τµήµατος αυτής, µετά την ανάπτυξη, από τον αντιπάροχο στον πάροχο της ακίνητης ιδιοκτησίας. Το επιχείρημα της συνηγόρου της Αιτήτριας επί τούτου είναι ουσιαστικά, λαμβανομένων υπόψην των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι ανεξάρτητα του κατά πόσο το ακίνητο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του πωλητή, ο οποίος είναι και αντιπάροχος στα πλαίσια άλλης σύμβασης που αφορά το ακίνητο, η σύμβαση πώλησης θα πρέπει να επιτρέπεται να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η συμπερίληψη του αντιπαρόχου στην έννοια του πωλητή δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ασύνδετη με την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του αντιπαρόχου, που συμβάλλεται ως πωλητής με κάποιον τρίτο. Με άλλα λόγια έχει, κατά την κρίση μου, την έννοια ότι στην περίπτωση συμφωνίας που σύναψε ο αντιπάροχος ως πωλητής με τρίτο πρόσωπο, για να μπορεί αυτή να κατατεθεί θα πρέπει το ακίνητο που αφορά να εγγραφεί στο όνομα του πωλητή. Αυτό είναι άλλωστε και λογικό με βάση τις πρόνοιες του νόμου εφόσον άλλως δεν θα είναι δυνατή ή θα ήταν άνευ αντικειμένου η έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης εναντίον πωλητή που δεν μπορεί να μεταβιβάσει ή να εγγράψει την περιουσία στο όνομα του αγοραστή, εφόσον δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Η ερμηνεία αυτή υποστηρίζεται και από την επιφύλαξη (i) του εδαφίου (γ) του άρθρου 3, το οποίο προβλέποντας την περίοδο κατάθεσης της σύμβασης, αναφέρει ότι στην περίπτωση σύµβασης αντιπαροχής, η προβλεπόµενη προθεσµία για τον πάροχο αρχίζει µε τη µεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στον αντιπάροχο. Στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, το ακίνητο το οποίο αφορά η επίδικη σύμβαση δεν ενεγράφη ποτέ στο όνομα του πωλητή είτε ως τέτοιου είτε ως αντιπαρόχου στα πλαίσια της σύμβασης αντιπαροχής. Συνεπώς η επίδικη σύμβαση δεν εμπίπτει στις συμβάσεις που είναι δεκτικές κατάθεσης σύμφωνα με το Νόμο 81(Ι)/2011, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση ώστε να εξετασθεί τελικά και το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να κατατεθεί. Ως εκ των άνω η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση 1 και της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Application/Final Αναφορά: Αστικό/Aίτηση κατάθεσης αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο - Άρθρο 12 Νόμου 81(Ι)/2011. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο